ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤΉΝ 24Η ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριεπρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Κατά τήν εκπόνηση τοῦ συστήματος ποσοστώσεων τῆς παραγωγης χάλυβος, περί τοῦ ὁποίου ἔγίνε ήδη λόγος σέ μία σειρά υποθέσεων, διεπιστώθη σταθερή αύξηση τῆς ζητήσεως ὁρισμένων σωλήνων. Τό γεγονός αυτό ἔδωσε ἀφορμή νά εξαιρεθοῦν ἀπό τήν ρύθμιση τῆς ἀποφάσεως 2794/80 (ABl. L 291 τῆς 31ης 'Οκτωβρίου 1980, σ. 1 ἑπ.) ὁρισμένα προ-προϊόντα χρησιμοποιούμενα γιά τήν παραγωγή σωλήνων. Τό άρθρο 6 τῆς ἀναφερθείσης ἀποφάσεως ὥριζε ὅτι οἱ επιχειρήσεις δέν υπάγονται σέ ποσόστωση παραγωγής ὅταν πρόκειται γιά τήν εντός τῆς Κοινότητος μεταποίηση τῶν ἀκολούθων προϊόντων:
«β)
λαμαρίνες χονδρές καί μέσου πάχους ex quarto γιά την παραγωγή συγκολλημένων σωλήνων·
γ)
ρόλοι καί φύλλα γιά τήν παραγωγή συγκολλημένων σωλήνων·
δ)
ρόλοι γιά τήν παραγωγή λευκοσιδήρου·
ε)
πλινθώματα καί ράβδοι κυκλικής καί τετράγωνης τομής γιά μή συγκολλημένους σωλήνες.»
Ὅπως προκύπτει, πάντως, ἀπό τό άρθρο 11 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, οἱ παραγωγοί χάλυβος ὑπεχρεοῦντο σχετικά μέ τά αὐτά πάντοτε προϊόντα νά παρέχουν πληροφορίες στην Ἐπιτροπή.
Δοθέντος ὅτι τά ἀνωτέρω προ-προϊόντα δύνανται επίσης νά μεταποιηθοῦν σέ άλλα προϊόντα, ἡ Ἐπιτροπή ἔκρινε ἀναγκαίο — προς τό συμφέρον τῆς ὁμαλής λειτουργίας τοῦ συστήματος ποσοστώσεων — νά εξασφαλισθεί ὅτι μόνον τά προϊόντα, πού πράγματι μεταποιοῦνται σύμφωνα μέ τό άρθρο 6, θά ἐξακολουθοῦν νά ἐξαιροῦνται τοῦ συστήματος ποσοστώσεων. Πρός τόν σκοπό αυτό ἐξεδόθη στίς 13 Φεβρουαρίου 1981, βάσει τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ἡ ἀπόφαση 385/81 «περί ὁρισμένων υποχρεώσεων τῶν κοινοτικῶν παραγωγῶν χαλυβδίνων σωλήνων» (ΕΕ L 42 τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1981, σ. 17), τό άρθρο 1 τῆς ὁποίας ὁρίζει:
«Οἱ παραγωγοί σωλήνων υποχρεοῦνται νά παρέχουν στην 'Επιτροπή, μηνιαίως καί γιά πρώτη φορά τόν Φεβρουάριο τοῦ 1981, τό ἀργότερο τήν έκτη ἠμερα τοῦ επομένου μήνα, τίς πληροφορίες πού ἀφοροῦν τήν παραγωγή τους ὁρισμένων σωλήνων, καθώς καί τήν προέλευση τῶν προπροϊόντων γιά τους σωλήνες αὐτούς...»
Τό άρθρο 2 έχει ὡς ἑξῆς:
«Ἡ 'Επιτροπή ἀσκώντας τήν εξουσία πού τής έχει ἀνατεθεί ἀπό τό άρθρο 47 τῆς συνθήκης ἐπαληθεύει τήν ἀκρίβεια των πληροφοριών πού παρέχονται ἀπό τους παραγωγούς σωλήνων. Οἱ παραγωγοί σωλήνων υποχρεούνται νά επιτρέπουν τίς ἐν λόγω επαληθεύσεις χωρίς νά ἀπαιτείται ἀτομική ἀπόφαση. Ή εντολή τοῦ ἐλεγκτοῦ πρέπει νά ἀναφέρεται στην παροῦσα διάταξη καί νά δηλώνει τίς πληροφορίες, πού παρέχονται ἀπό τους παραγωγούς σωλήνων, τίς ὁποῖες αυτός έχει ἐπιφορτισθεί νά ἐπαληθεύσει. Σέ περίπτωση παραβάσεως, πρέπει νά επιβάλλονται οἱ κυρώσεις πού προβλέπονται στό άρθρο 47 τῆς συνθήκης...»
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 3, ἡ ἀπόφαση άρχισε νά ισχύει ἀπό τήν ήμερα δημοσιεύσεως της στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα, ήτοι τήν 14η Φεβρουαρίου 1981, ἐνῶ έπαυσε, δυνάμει τῆς ἰδίας διατάξεως, νά Ισχύει ἀπό τίς 30 'Ιουνίου 1981.
Οἱ προσφεύγουσες στην παροῦσα δίκη, οἱ όποιες περιλαμβάνονται στους κατασκευαστές σωλήνων πού προβλέπει ἡ ἀπόφαση 385/81, φρονοῦν ὅτι μέ τήν ἀπόφαση τῆς ή 'Επιτροπή, ἀδίκως τους ἐπέβαλε υποχρεώσεις, ἐφ' όσον δέν υπόκεινται στό πεδίο ἐφαρμογής τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καί δέν συνδέονται μέ επιχειρήσεις πού ἀσκοῦν παραγωγική δραστηριότητα στον τομέα τοῦ άνθρακος καί χάλυβος. Σέ αντίθεση μέ άλλες επιχειρήσεις πού ευρίσκονται σέ παρόμοια κατάσταση δέν παρέσχον τίς ἀπαιτούμενες πληροφορίες ἀπό τόν Μάρτιο 1981. Ή 'Επιτροπή ἀντέδρασε, στέλλοντας προειδοποιητικές ἐπιστολές τόν 'Ιούνιο 1981. Πάντως, ούτε κυρώσεις επεβλήθησαν ούτε κἄν άρχισε ἡ διαδικασία ἐπιβολής κυρώσεων, ἐνῶ περαιτέρω ουδείς έλεγχος των προσφευγουσῶν διενεργήθη.
Τήν 6η 'Απριλίου 1981, οἱ προσφεύγουσες ἐζήτησαν ἀπό τό Δικαστήριο τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως 385/81 καί, ἐπικουρικώς, τήν ἀκύρωση τῆς τουλάχιστον ὡς πρός αυτές.
'Επί τῆς προκειμένης υποθέσεως ἡ γνώμη μου έχει ὡς έξῆς:
1.
Ὅπως ήδη ἀνέφερα, ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση έπαυσε νά ἰσχύει στίς 30 'Ιουνίου 1981. Τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων διετηρήθη μέχρι ἑνός ὁρισμένου ὁρίου καί μετά την ἐν λόγω ἡμερομηνία μέ την ἀπόφαση 1831/81 (ΕΕ L 180 τῆς 1ης Ἰουλίου 1981, σ. 1). Ή ἀπόφαση αύτη προβλέπει ὁμοίως εξαιρέσεις γιά τά προϊόντα πού μετεποιήθησαν σέ σωλῆνες εντός τῆς Κοινότητος (άρθρο 4), καθώς καί την δυνατότητα προσαρμογῆς τῶν ποσοστώσεων παραγωγης, ὅταν πρόκειται γιά προϊόντα πού ἐχρησιμοποιήθησαν γιά την παραγωγή ὁρισμένων συγκολλημένων σωλήνων (άρθρο 10). Δέν ἐπανεθεσπίσθη ὅμως ρύθμιση ἀντίστοιχη μέ εκείνη τῆς ἀποφάσεως 385/81. Τοῦτο εξηγείται ἀπό τό γεγονός ὅτι κατά την εφαρμογή τῆς ἀποφάσεως 385/81 — σύγκριση τῶν πληροφοριών των παράγωγων μέ τίς πληροφορίες των παραγωγῶν σωλήνων καί διενέργεια ὁρισμένων έλεγχων — διεπιστώθη ὅτι ἡ ρύθμιση πού προβλέπει τήν ἐξαίρεση δέν έδωσε καμμία λαβή γιά αιτιάσεις. Ἀφ' έτερου, πρέπει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τά σημεία πού μᾶς ενδιαφέρουν ἐν προκειμένω, τό σύστημα τῆς ἀποφάσεως 1831/81 ἐμφανίζει μία ουσιαστική καινοτομία. Κατά τό σύστημα αυτό, ἡ εξαίρεση καί ή δυνατότης προσαρμογῆς τῶν ποσοστώσεων παραγωγης προϋποθέτουν, σύμφωνα μέ τό άρθρο 10, τήν προσκόμιση ἀποδείξεων — ὅπως φαίνεται ἐκ μέρους τῶν παραγωγων χάλυβος — ὅτι τά προϊόντα μετεποιήθησαν πράγματι κατά τόν προβλεπόμενο τρόπο.
Τό πρώτο ερώτημα πού τίθεται εἶναι ἄν ή δίκη περί ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως 385/81 κατέστη άνευ ἀντικειμένου. Αυτό συμβαίνει σέ περιπτώσεις κατά τίς όποιες εξέλιπε τό ἀντικείμενο διαφορᾶς χωρίς τήν παραμικρή έννομη συνέπεια καί δέν υφίσταται συμφέρον γιά τήν ἀναγνώριση τοῦ παρανόμου τῆς πράξεως, ἡ ἀκύρωση της ὁποίας ἐζητήθη ἀρχικώς.
Κατά τήν άποψη μας ἡ παρούσα υπόθεση συνιστά πράγματι περίπτωση αὐτοῦ τοῦ είδους.
Ἐν προκειμένω εἶναι σημαντικό τό ὅτι, ἀντιθέτως πρός τους φόβους τῶν προσφευ-γουσῶν, ἡ ἀπόφαση 385/81 δέν δύναται πλέον, μετά τήν λήξη τῆς Ισχύος της, νά ἀποτελέσει τήν νομική βάση γιά τήν λήψη οἱωνδήποτε μέτρων — επιβολή προστίμων, ἐπιβολή έλεγχων — ἀφορώντων μάλιστα τήν πρίν τήν 30ή 'Ιουνίου 1981 συμπεριφορά τῶν επιχειρήσεων. Ό εκπρόσωπος της 'Επιτροπῆς τό ἐδήλωσε, νομίζω, μέ ρητό καί πειστικό τρόπο κατά τήν προφορική διαδικασία. Ἐπ᾽ αὐτοῦ δύναται περαιτέρω νά ἀναφερθεί τό σύστημα τῆς ἀποφάσεως, ή ὁποία πράγματι, ἀφ᾽ ἑνός μέν ουδεμία κύρωση προέβλεψε γιά τήν μή εκπλήρωση τῆς υποχρεώσεως περί παροχής πληροφοριών πού προβλέπει τό άρθρο 1, ἀφ᾽ ἑτερου δέ προεβλέφθησαν έλεγχοι κατά τό άρθρο 2 μόνο γιά τίς πληροφορίες πού πράγματι παρεσχέθησαν, ἐνῶ ἡ επιβολή κυρώσεως ἀντεμετωπίζετο μόνο σέ περίπτωση ἀρνήσεως πρός συμμόρφωση. Πάντως οἱ προσφεύγουσες δέν έφθασαν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου.
'Εξ άλλου, τό συμφέρον γιά τήν ἀποσαφήνιση συναφών πρός τήν ἀπόφαση 385/81 ζητημάτων δέν εἶναι δυνατό νά ερείδεται στό ὅτι εἶναι πιθανή ἡ ἐκ νέου επιβολή αναλόγου ρυθμίσεως, επειδή διετηρήθη τό σύστημα ποσοστώσεων καί προεβλέφθησαν καί πάλι εξαιρέσεις γιά τους παραγωγούς σωλήνων. Κατ' ἐμέ, οἱ σκέψεις αυτές — «κίνδυνος επαναλήψεως» — δύνανται πάντως νά ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψη ὄχι ὅταν υφίσταται ἀόριστη μόνον πιθανότης ἐκ νέου ἐπιβολῆς παρομοίας ρυθμίσεως, ἀλλ᾽ ὅταν υπάρχει μία κάποια πιθανότης περί τῆς επιβολής αὐτῆς. Σύμφωνα, ὅμως, μέ τίς ἐξηγήσεις τοῦ εκπροσώπου τῆς 'Επιτροπής σχετικά μέ τίς εμπειρίες, πού ἀπεκτήθησαν ἀπό τήν ἀπόφαση 385/81 στό πλαίσιο τοῦ πρώτου συστήματος ποσοστώσεων δέν ήταν δυνατό νά γίνει λόγος γιά κάτι τέτοιο. Ὅσον άφορᾶ τό σημείο πού μας ἐνδιαφέρει ἐν προκειμένω, τό γεγονός ὅτι τό νέο σύστημα ποσοστώσεων (ἀπόφαση 1831/81) εἶναι κατά πολύ διαφορετικό συνηγορεί ὁμοίως κατά τῆς ἀπόψεως αυτής καί τοῦτο ἀφαιρεί πολύ ἀπό τήν σημασία τῆς διαπιστώσεως πού γίνεται μέ τίς αἰτιολογικές σκέψεις τῆς ἀποφάσεως 385/81, ὅτι δηλαδή εἶναι ἀναγκαία ἡ επέκταση τῆς εφαρμογής τῶν διατάξεων τοῦ άρθρου 47 τῆς συνθήκης ἐπί των παραγωγών σωλήνων κατά τήν διάρκεια τῆς εφαρμογής τοῦ συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής. Πράγματι, δέν δύναται στό έξης νά ἀπαιτείται ἀπό τους παραγωγούς σωλήνων ἡ παροχή πληροφοριών οὔτε ή διενέργεια έλέγχων ἐπ᾿ αὐτῶν, ἐφ᾿ ὅσον οἱ εξαιρέσεις ἀπό τό σύστημα ποσοστώσεων συνδέονται μέ τήν βαρύνουσα τους παραγωγούς τῶν προ-προϊόντων ἀπόδειξη ὅτι τα προϊόντα πράγματι μετεποιήθησαν εντός τῆς Κοινότητος κατά τόν προβλεπόμενο τρόπο.
Συνεπώς, υπάρχει ἀπόλυτη βεβαιότης ὅτι ή διαφορά κατέστη άνευ ἀντικειμένου καί επομένως, σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 5 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας δέν συντρέχει λόγος εκδόσεως ἀποφάσεως ἐπί τῆς υποθέσεως, ὁπότε τό Δικαστήριο δύναται νά κανονίσει τά έξοδα κατά τήν κρίση του.
2.
Ἐν τούτοις, δέν θά ἀρκεσθώ στίς ἀνωτέρω παρατηρήσεις, ἀλλά επιθυμῶ νά ἀναπτύξω περαιτέρω ὁρισμένες σκέψεις ἐπ᾿ ευκαιρία τῶν πολύ ενδιαφερόντων καί ἀσφαλώς σημαντικών νομικών ζητημάτων πού παρουσιάζει ἡ παροῦσα υπόθεση. Καί τοῦτο ὅχι μόνο γιά τήν περίπτωση κατά τήν ὅποία δέν θά ἀκολουθούσατε τήν άποψη πού ἀνέπτυξα μέχρις ἐδῶ, ἀλλά επίσης επειδή, ἀκόμη καί ἄν κρίνετε ὅτι ή δίκη κατέστη άνευ ἀντικειμένου, εἶναι σκόπιμο νά εξετασθοῦν οἱ πιθανότητες ἐπιτυχίας τῆς προσφυγής, τουλάχιστον ὅσον άφορα τήν ἀπόφαση ἐπί τῶν δικαστικών εξόδων:
α)
Τό πρώτο ζήτημα, πού τίθεται στά πλαίσια τῆς κατ' ἀνάγκη συνοπτικής αυτής εξετάσεως, εἶναι κατά πόσον επιχειρήσεις, ὅπως οἱ προσφεύγουσες, ήτοι παραγωγοί σωλήνων, δύνανται ὁπωσδήποτε νά θεωρηθοῦν ὡς ἐπιχειρήσεις πού έχουν δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά τήν ἔννοια τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
Σύμφωνα μέ τό σύστημα τῆς συνθήκης καί δοθέντος ὅτι κατ' ἀρχήν μόνον οἱ επιχειρήσεις παράγωγης, ὅπως ὁρίζονται στά άρθρα 80 καί 81 καί στό παράρτημα Ι τῆς συνθήκης, στίς όποιες δέν περιλαμβάνονται οἱ επιχειρήσεις μεταποιήσεως, ὅπως οἱ προσφεύγουσες, θεωροῦνται ὡς ἀποδέκτες κανόνων καί πράξεων θεσπιζόμενων δυνάμει τῆς συνθήκης, μεταξύ τῶν ενδιαφερομένων ἰδιωτῶν μόνον οἱ επιχειρήσεις παραγωγής καί οἱ ενώσεις τους κατ' ἀρχήν επιτρέπεται νά υποβάλλουν σέ δικαστικό έλεγχο κυριαρχικές πράξεις αυτής τῆς Κοινότητος (άρθρο 33 εδάφιο 2 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ). Κατά τό άρθρο 80 οἱ ἐπιχειρήσεις καί ὀργανισμοί πού ἀσκοῦν συνήθως δραστηριότητα διανομής άλλη ἀπό τήν πώληση γιά οἰκιακή κατανάλωση ἡ σέ βιοτεχνίες ἐξομοιοῦνται πρός αυτές, ὅσον άφορα, τά άρθρα 65 καί 66 καθώς καί τίς ἀπαιτούμενες γιά τήν εφαρμογή τους πληροφορίες.
Πέραν τούτου, ἡ άσκηση προσφυγής είναι δυνατή μόνο σέ μία σειρά εἰδικῶν περιπτώσεων. 'Ετσι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 63 τῆς συνθήκης, οἱ ἀγοραστές προϊόντων ΕΚΑΧ δύνανται νά ἀσκήσουν προσφυγή σέ περίπτωση πού ἡ 'Επιτροπή, ἀφοῦ διαπιστώσει ὅτι οἱ ἀγοραστές παρέβησαν ὁρισμένες ὑποχρεώσεις σχετικά μέ τήν τήρηση τῶν τιμών πού καθώρισαν οἱ επιχειρήσεις στους ὅρούς πωλήσεως, περιορίσει τό δικαίωμα τῶν επιχειρήσεων νά συναλλάσσονται μέ τους ἐν λόγω ἀγοραστές. 'Εξ άλλου, πρέπει νά μνημονευθεί τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 66 πού ρυθμίζει τήν συγκέντρωση επιχειρήσεων, ἀπό τίς όποῖες ἡ μία τουλάχιστον υπόκειται στό άρθρο 80· οἱ λοιπές, ἑπομένως, δύνανται νά εἶναι ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ. Στην παράγραφο 4 προβλέπεται ἡ εξουσία τῆς Ἐπιτροπής νά ζητεί πληροφορίες ἀκόμη καί ἀπό επιχειρήσεις ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ. Σέ περίπτωση μή τηρήσεως, προβλέπονται πρόστιμα, ἡ επιβολή τῶν ὁποίων δύναται, σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 6, νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο προσφυγής κατά τους ὅρούς τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συνθήκης. Σέ περίπτωση παρανόμων συγκεντρώσεων ή 'Επιτροπή δύναται κατά τό άρθρο 66 παράγραφος 5 νά διατάξει τόν διαχωρισμό. Κάθε πρόσωπο ἀμέσως, ενδιαφερόμενο, συνεπώς καί ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ ἐπιχειρήσεις, δύναται νά ἀσκήσει προσφυγή κατά τῆς ἀπόφάσεως αὐτής. Ή παράγραφος 5 ἀναφέρει περαιτέρω ὅτι ἄν ἡ διατάσσουσα τόν διαχωρισμό ἀπόφαση δέν εκτελεσθεί ἐντός τῆς τασσομένης προθεσμίας, ἡ 'Επιτροπή δύναται νά επιβάλει χρηματικές ποινές, κατά τῶν ὁποίων, ὅπως προβλέπει τό άρθρο 43 παράγραφος 2 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ 'Οργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τῆς ΕΚΑΧ, δύναται νά ἀσκηθεί προσφυγή σύμφωνα μέ τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης. Ή παράγραφος 6 προβλέπει ἀκόμη ὅτι δύνανται νά επιβληθοῦν πρόστιμα σέ φυσικά καί νομικά πρόσωπα, τά όποια ἀπέφυγαν τήν εκπλήρωση τῶν ἐκ τῆς παραγράφου 1 υποχρεώσεων ἤ πού επέτυχαν τό ευεργέτημα τῶν διατάξεων τῆς παραγράφου 2 διά ψευδών ἡ παραποιημένων πληροφοριών καί στην περίπτωση αύτη παρέχεται δικαίωμα προσφυγής σύμφωνα μέ τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης.
Δεδομένου ὅτι οἱ κατασκευαστές σωλήνων καί τά περιστατικά τῆς παρούσης υποθέσεως δέν εμπίπτουν σέ καμμία ἀπό τίς ἐν λόγω κατηγορίες, ἀνακύπτει πράγματι τό ζήτημα κατά πόσον επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
Διστάζω πολύ, πάντως, νά δώσω ἀρνητική ἀπάντηση ἐπί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. 'Εν προκειμένω, οἱ προσφεύγουσες ἐτόνισαν δικαίως ὅτι ἡ συνθήκη δέν περιέχει καμμία ἐξουσιοδότηση πρός τήν 'Επιτροπή νά επιφυλάξει στόν εαυτό τῆς ἕνα, κατά κάποιο τρόπο ἀποκλειστικό τομέα, θεσπίζοντας πράξεις πού ἀφορούν μή υποκείμενες στην ΕΚΑΧ ἐπιχειρήσεις καί πού δέν ὑπόκεινται σέ δικαστικό έλεγχο. Είναι ὁπωσδήποτε ἀδύνατο νά συναχθεί ἐκ τοῦ ἄρθρου 33 τῆς συνθήκης ὅτι ἐπιχειρήσεις ἡ πρόσωπα γιά τά όποια δέν υφίσταται δικαστική προστασία, υπάγονται στό κυριαρχικό πεδίο τῆς συνθήκης. Παρομοία αντίληψη είναι ἀσφαλώς ἀσυμβίβαστη πρός τίς συνταγματικές ἀρχές καί τίς κοινές μεταξύ των Κρατῶν μελῶν νομικές παραδόσεις, οἱ ὁποῖες ἀποτελούν κατ' αυτό τόν τρόπο ένα είδος γενικοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Ἀπό τίς προαναφερθείσες διατάξεις δύναται ἑπομένως νά συναχθεί — καί ἡ 'Επιτροπή δέν τό ἀρνείται — μία ἀρχή, διέπουσα τό σύστημα τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ὅταν πράξεις εξουσίας πού βασίζονται ἐπί τῆς συνθήκης παράγουν ἀποτελέσματα ὡς πρός ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεις, οἱ όποιες καί ἀποτελοῦν ρητώς τους ἀποδέκτες ὁρισμένων μέτρων, οἱ ἐπιχειρήσεις αυτές δύνανται νά προκαλέσουν δικαστικό έλεγχο ἀκόμη καί ἄν αυτό δέν προβλέπεται expressis verbis — ὅπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση — στην οἱκεία πράξη «ή ὁποία υπερβαίνει τά ὅρια ἁρμοδιότητος τῆς 'Ανωτάτης 'Αρχής». Κατά συνέπεια, στερείται πάσης σημασίας καί ή ἐναλλακτικῶς διατυπωθείσα σκέψη τῶν προσφευγουσῶν, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ὑπό τό φῶς τοῦ γενικού συστήματος τῆς συνθήκης, ἡ έλλειψη έννομου προστασίας τῶν παραγωγών σωλήνων σημαίνει κατ' ἀνάγκη ὅτι οἱ τελευταίοι δέν δύνανται εγκύρως νά εἶναι οἱ ἀποδέκτες μέτρων, ὅπως αυτά πού ἐθεσπίσθησαν μέ τήν ἀπόφαση 385/81.
β)
Δεδομένου ὅτι ἡ ἀπόφαση 385/81 συνιστᾶ κανονιστική πράξη, ήτοι γενική ἀπόφαση κατά τήν έννοια τῆς συνθήκης, οἱ προσφεύγουσες στηρίζουν τήν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἀσκηθείσα προσφυγή τους ἐπί τοῦ ἄρθρου 33 εδάφιο 2 τῆς συνθήκης, σύμφωνα μέ τό όποιο «οἱ επιχειρήσεις ἡ οἱ ενώσεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο 48 δύνανται ὑπό τίς αυτές προϋποθέσεις (ήτοι ἐκεῖνες τῆς πρώτης παραγράφου) νά ἀσκήσουν προσφυγή κατά ἀτομικών ἀποφάσεων καί συστάσεων πού τις ἀφοροῦν ή κατά γενικῶν ἀποφάσεων καί συστάσεων πού θεωρούν ὅτι συνιστούν ἔναντι αυτῶν κατάχρηση εξουσίας». Κατά την άποψη τῶν προσφευγουσῶν καί στην προκειμένη περίπτωση ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση είναι δυνατό νά προσβληθεί ἀπ' ευθείας ὑπό την μόνη προϋπόθεση τῆς πειστικῆς προβολῆς τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὅτι διεπράχθη έναντι αυτών κατάχρηση εξουσίας.
Ἀντιθέτως, ἡ Ἐπιτροπή θεωρεί ὅτι εἶναι ἀδύνατο νά υποστηριχθεί ἡ θέση αύτη. Κατά την άποψη της, ἡ κατ' ἀναλογίαν εφαρμογή τῆς ἀναφερθείσης διατάξεως — ή ὁποία άφορᾶ τίς επιχειρήσεις ΕΚΑΧ κατά τήν ἔννοια τῆς συνθήκης καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ προσφυγή ἀκυρώσεως γενικών πράξεων πρέπει νά θεωρηθεί ως εξαίρεση — εἶναι ἀδύνατη, ὅταν πρόκειται γιά ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεις. Αυτό δύναται νά ἀποδειχθεί διά ἀναφορᾶς στό σύστημα τῆς συνθήκης πού, ὅπως ήδη ελέχθη, προβλέπει γιά τίς ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεις ὁρισμένες δυνατότητες ἀσκήσεως προσφυγής, πού σέ διαφορετική περίπτωση δέν θά εἶχαν νόημα. 'Αν ὅμως στραφοῦμε πρός τους εἰδικούς αυτούς κανόνες καί ἀναρωτηθοῦμε ποία εἶναι ἡ ρυθμιζομενη ρητώς περίπτωση πού προσομοιάζει περισσότερο μέ τήν ὑπό κρίση, τό συμπέρασμα πού προκύπτει εἶναι ὅτι δέν δύναται νά χωρήσει δικαστικός έλεγχος, ἄν δέν έχει προηγηθεί ἡ θέσπιση ἀτομικών μέτρων επιβολής κυρώσεων, ἡ δέ γενική πράξη ἐπί τῆς ὁποίας βασίζονται τά μέτρα αυτά θά πρέπει, βάσει τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συνθήκης, νἀ συνεξετασθεί, στἀ πλαίσια αὐτοῦ τοῦ ἐλεγχου.
Κατά τήν γνώμη μου, ἡ άποψη τῆς 'Επιτροπής περιέχει ὁπωσδήποτε κάποια ὀρθότητα. 'Από τήν εξέταση τῶν διατάξεων περί τοῦ δικαιώματος ασκήσεως προσφυγῆς τῶν ξένων πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεων, πού μόλις ἀνεφέρθησαν, προκύπτει ὅτι σέ καμμία περίπτωση δέν πρόκειται γιἀ προσφυγή ἀκυρώσεως γενικών ἀποφάσεων καί άρα, ἡ πλέον ενδεδειγμένη λύση φαίνεται νά συνίσταται στην χορήγηση, ἐν προκειμένω, δικαιώματος ἀσκήσεως προσφυγῆς ἀναλόγου πρός τό προβλεπόμενο ἀπό τό άρθρο 66 παράγραφος 6.
Τό άρθρο 63 βάσει τοῦ ὁποίου δύνανται νά ἐπιβληθούν σέ επιχειρήσεις ΕΚΑΧ ὁρισμένες υποχρεώσεις, τό κύριο βάρος τήν ὁποίων πίπτει στους ἀγοραστές τῶν επιχειρήσεων αυτών, έπρεπε νά χορηγεί δικαίωμα προσφυγής στους ἀγοραστές αὐτούς, οἱ όποιοι δέν εἶναι καθόλου ἀποδέκτες τῆς ἀποφάσεως. 'Εξακολουθεί νά πρόκειται, ἐδῶ, για ἀτομικές ἀποφάσεις, ὁπως προκύπτει σαφώς ἀπό τό γενικό σύστημα, ἀπό ὁρισμένες εκφράσεις τοῦ ἄρθρου 63 καί ἀπό τό γεγονός ὅτι, δυνάμει τοῦ άρθρου 43 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου ΕΚΑΧ, παρόμοιες ἀποφάσεις ἀπαιτεῖται νά κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους ἀγοραστές. Ἑπομένως, ἀκόμη καί ἄν ἀντεμετωπίζετο τό ενδεχόμενο κατ' ἀναλογίαν εφαρμογῆς — λύση στην ὁποία ἀντιτίθεται ἐν προκειμένω ὁ διαφορετικός χαρακτήρας τῶν περιστατικών — τοῦτο δέν θά ἐδικαιολόγει ἀσφαλώς τήν δυνατότητα ἀσκήσεως προσφυγής κατά γενικής ἀποφάσεως.
Στό άρθρο 66 παράγραφος 5, πού παρέχει δικαίωμα ἀσκήσεως προσφυγῆς σέ κάθε πρόσωπο ἀμέσως ενδιαφερόμενο, δέν γίνεται καθόλου λόγος περί γενικών ἀποφάσεων, ἀλλ' ἀποκλειστικώς περί ἀτομικών, εἴτε πρόκειται γιά τήν διαπίστωση τοῦ παρανόμου χαρακτῆρος μιᾶς συγκεντρώσεως, εἴτε επειδή ἠσκήθη προσφυγή κατ' ἀποφάσεων διατασσουσῶν τόν διαχωρισμό ή κατά συναφών προσωρινών μέτρων, είτε επειδή επιβάλλονται στό αυτό πάντοτε πλαίσιο χρηματικές ποινές καί πρόστιμα.
Τό άρθρο 66 παράγραφος 4 — πρόκειται γιά συγκεντρώσεις στίς ὁποίες δύνανται επίσης νά συμμετέχουν ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεις — προβλέπει περαιτέρω τήν δυνατότητα λήψεως πληροφοριών ἀπό ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεις. Σχετικώς εξεδόθη ἡ ἀπόφαση 26/54 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 08/001, σ. 14), ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι τά φυσικά καί νομικά πρόσωπα υποχρεοῦνται νά δηλώνουν τήν κτήση ὁρισμένων δικαιωμάτων (άρθρο 2), γιά τά όποια τό άρθρο 7 ὁρίζει ὅτι ἡ 'Ανωτάτη 'Αρχή δύναται κατόπιν ειδικής αιτήσεως νά λαμβάνει ἀπό τά πρόσωπα πού προβλέπονται στό άρθρο 1 κάθε ἀπαραίτητη γιά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 66 τῆς συνθήκης πληροφορία. Σέ περίπτωση πού τά ἀνωτέρω πρόσωπα δέν συμμορφοῦνται, δύναται νά ἐπιβληθεῖ, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 66 παράγραφος 6, πρόστιμο, ἐνῶ σύμφωνα μέ τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης δύναται νά ἀσκηθεί προσφυγή κατά μιας τέτοιας ἀποφάσεως, καί στην προκειμένη περίπτωση τοῦτο δέν δύναται νά νοηθεί παρά ὡς δικαίωμα ἀσκήσεως προσφυγής πού παρέχεται σέ ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεις καί στρέφεται μόνον κατ' ἀτομικών ἀποφάσεων επιβολής κυρώσεων. Πράγματι, σέ ἀντίθετη περίπτωση, ήτοι ἄν ἐγένετο δεκτή ἡ θέση των προσφευγουσῶν ὅτι δέν προβλέπεται έννομη προστασία γιά ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεις ἀπό τίς ὁποῖες ζητούνται πληροφορίες, καί ὅτι επιβάλλεται, συνεπῶς, ἀναφορικῶς μέ τό άρθρο 66 παράγραφος 4, ἡ εφαρμογή τῶν γενικῶν διατάξεων περί εννόμου προστασίας, δέν θά εἶχε κανένα νόημα ἡ περιεχόμενη στό άρθρο 66 παράγραφος 6 ἀναφορά στό άρθρο 36 τῆς συνθήκης, πού δέν δύναται παρά νά άφορᾶ ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεις. Κατά τά λοιπά, πρέπει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι μεταξύ ὅλων τῶν ειδικών διατάξεων πού ἀναφέρονται στό δικαίωμα ἀσκήσεως προσφυγής καί ἀφορούν ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεις, τοῦ άρθρου 66 παράγραφος 6 πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι συνιστά εκείνη, ἡ εφαρμογή τῆς ὁποίας εἶναι ἡ πλέον ενδεδειγμένη. 'Αν καί δέν ἀμφισβητείται ὅτι υφίστανται ὁρισμένες διαφορές ὡς πρός τά περιστατικά, επειδή κυρίως ἡ ἀπόφαση 385/81 προβλέπει επίσης δικαιώματα ἐλεγχου καί επειδή, σέ περίπτωση συγκεντρώσεως, στην ὁποία συμμετέχουν ξένες πρός τήν ΕΚΑΧ επιχειρήσεις, οἱ τελευταίες, υποβάλλονται εκουσίως στό κυριαρχικό πεδίο τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, είναι λογικό νά γίνει ἀποδεκτή, ὡς δυνατότης έννόμου προστασίας έναντι τῆς ἀποφάσεως 385/81, κατ' ἀναλογία πρός τό άρθρο 66 παράγραφος 6, μόνο προσφυγή ἀκυρώσεως κατ' ἀτομικών ἀποφάσεων εκτελέσεως καί ὅχι ἀπ᾿ ευθείας προσφυγή κατά τῆς γενικής ἀποφάσεως. Ἐπειδή, ἐν προκειμένω, δύνανται δυσκόλως νά υπερισχύσουν ὁρισμένες ἀντιρρήσεις ἀπό ἀπόψεως συνταγματικού δικαίου — άλλωστε εἶναι βέβαιο ὅτι τό δικαίωμα γενικής προσφυγής εἶναι άγνωστο στό κοινοτικό δίκαιο καί ὅτι, ἀκόμη καί γιά τίς επιχειρήσεις ΕΚΑΧ, ἡ προσφυγή ἀκυρώσεως γενικών ἀποφάσεων ἀποτελεῖ εξαίρεση — πρέπει νά ἀποκλεισθούν οἱ πιθανότητες επιτυχίας τῆς παρούσης προσφυγής ήδη γιά τόν λόγο ὅτι καί προσφυγή τῶν παραγωγών σωλήνων κατά γενικῆς ἀποφάσεως δέν θά ήταν δυνατό νά θεωρηθεί ὡς παραδεκτή.
γ)
'Αν δέν γίνει δεκτή ἡ άποψη αύτη, ἀλλ' ἀντιθέτως θεωρηθεί ὅτι, ὅσον άφορᾶ τήν παροῦσα υπόθεση πρέπει νά εφαρμοσθεί κατ' ἀναλογίαν τό ἄρθρο 33 παράγραφος 2, καί πάλι τό παραδεκτό τῆς προσφυγής δέν είναι ακόμη δεδομένο. 'Επειδή πρόκειται σαφώς περί γενικής ἀποφάσεως, ἀπαιτείται, σύμφωνα μέ τήν νομολογία, ἡ πειστική ἐκ μέρους τῶν προσφευγουσῶν προβολή τοῦ λόγου καταχρήσεως εξουσίας, πού διεπράχθη έναντι αυτών (ἀπόφαση τῆς 9ης 'Ιουνίου 1964 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 55 έως 59 καί 61 έως 63/63, Acciaierie Fonderie Ferriere di Modena καί άλλοι 7 προσφεύγοντες κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής, Slg. 1964, σσ. 453 καί 492).
'Αν εξετασθεί τό περιεχόμενο τῆς προσφυγής ἀπό αυτή τήν άποψη, προκύπτει ὅτι ή αιτίαση περί καταστρατηγήσεως τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία κατά τους προσφεύγοντες πρέπει νά χαρακτηρισθεί ὡς κατάχρηση εξουσίας, κατέχει τήν πρώτη θέση. Κάτι τέτοιο συντρέχει σέ περίπτωση εφαρμογής διαδικαστικοῦ κανόνος γιά μέτρα, τά όποια δέν άφορᾶ ἡ επιλεγείσα διαδικασία, ἰδίως δέ σέ περίπτωση επιλογής μιας ἀπλής διαδικασίας πρός ἀποφυγή μιᾶς επαχθέστερης. Σέ σχέση μέ τά ζητήματα πού ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση εἶναι σημαντικό τό γεγονός ὅτι οἱ εθνικοί νομοθέτες καθώρισαν τά πρόσωπα πού υπάγονται στην κυριαρχική ἐξουσία τῆς ΕΚΑΧ. Δοθέντος ὅτι οἱ κατασκευαστές σωλήνων σαφώς δόν εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, τυχόν επέκταση τῆς τελευταίας στά ἐν λόγω πρόσωπα θά ήταν εφικτή μόνο μέ τροποποίηση τῆς συνθήκης, υποκείμενης σέ κύρωση, σύμφωνα μέ τό άρθρο 96 της συνθήκης, σέ καμμία ὅμως περίπτωση σύμφωνα μέ τήν διαδικασία τοῦ ἄρθρου 95 πού επελέγη τελικῶς στην πραγματικότητα. Ή ἔκδοση τῆς ἀποφάσεως μέ την διαδικασία τοῦ ἄρθρου 95 πρώτη παράγραφος — ὁπως φαίνεται ὅτι έγινε — εἶναι ἐντελώς ἀνεπίτρεπτη. Ή «μικρή ἀναθεώρηση της συνθήκης» κατά τό άρθρο 95 τρίτη καί τέταρτη παράγραφος, πού εἶναι ευρύτερη καί εξαρτάται ἀπό αυστηρότερες προϋποθέσεις, περιορίζεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι πρέπει νά άφορᾶ τήν τροποποίηση ήδη ὑπαρχονοῶν ἐξουσιῶν καί ὄχι δημιουργία καθ' ὁλοκληρία νέων, καθώς καί ἐκ τοῦ ὅτι δέν δύναται νά τροποποιηθεῖ ούτε ἡ γενική δομή τῆς συνθήκης οὔτε ὁ συσχετισμός μεταξύ τῶν εξουσιών πού παρέχονται στην Κοινότητα καί εκείνων πού επιφυλάσσονται στά Κράτη μέλη. Ἄν οἱ περιορισμοί αυτοί πρέπει νά τηρούνται στό πλαίσιο της μικρῆς ἀναθεωρήσεως, πρέπει ἀσφαλώς νά εφαρμόζονται ὁμοίως καί στην διαδικασία τοῦ ἄρθρου 95 πρώτη παράγραφος, πού είναι ἁπλούστερη καί ἀφήνει λιγότερα περιθώρια κατ' αυτόν τόν τρόπο, επίσης, δέν εἶναι σέ καμμία περίπτωση δυνατή ή επέκταση τοῦ προσωπικοῦ πεδίου εφαρμογῆς τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καί ή δημιουργία καθ' ὁλοκληρίαν νέων εξουσιών, ὅπως ἐπεδιώχθη μέ τήν προσβαλλομένη ἀπόφαση.
Οἱ προσφεύγουσες επικαλούνται περαιτέρω κατάχρηση εξουσίας, πού συνίσταται στό ὅτι δέν ελήφθησαν κατά τρόπο ὀρθό ὑπ' ὄψη οἱ στόχοι τῶν άρθρων 2, 3 καί 4, καθώς καί στην ἀντιτιθεμένη πρός τόν ἐπιδιωκόμενο σκοπό ἐπέκταση τοῦ δικαιώματος λήψεως πληροφοριών καί διενεργείας έλέγχων. 'Επί τοῦ σημείου αὐτοῦ οἱ προσφεύγουσες τονίζουν ὅτι ἡ ἀναφορά τῶν ἐν λόγω άρθρων, πού γίνεται στην ἀπόφαση, δέν έχει αὐτοτελή σημασία, καθ' ὅσον γίνεται ήδη μνεία τους ἀπό τό άρθρο 95. Ή ἀνεπίτρεπτη διεύρυνση τοῦ πεδίου ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ πρέπει συνεπώς νά θεωρηθεί ταυτοχρόνως ὡς παραβίαση τῶν ἀναφερθέντων στόχων της συνθήκης, ἐφ' ὅσον ἡ πραγματοποίηση τους περιορίζεται στην ἀγορά τοῦ άνθρακος καί τοῦ χάλυβος καί επειδή ὑπό τήν έννοια αυτή ισχύει τό πλαίσιο πού χαράσσει τό άρθρο 3.
Τέλος, δέν ἀμφισβητείται ὅτι διεπράχθη κατάχρηση ἐξουσίας έναντι τῶν προσφευγουσῶν, οἱ όποιες υπήρξαν τά θύματα καί τό ἀντικείμενο της, ὅπως τό ἀπαιτεί καί ή νομολογία (ἀπόφαση τῆς 16ης Ἰουλίου 1956 στην υπόθεση 8/55, Fédération Charbonnière de Belgique κατά 'Ανωτάτης Ἀρχής, Slg. 1955-1956, σσ. 197 καί 225). Οἱ προσφεύγουσες υπέστησαν έκδηλη ζημία ἀπό τήν επιβολή τῆς υποχρεώσεως παροχῆς πληροφοριών καί ὑποβολής τους σέ ἐλεγχους. Θίγονται μάλιστα κατά ἰδιαίτερο τρόπο συνδεόμενοι μέ τους προμηθευτές τους μέ μακροχρόνιες συμβάσεις ἀποκλείουσες οἱαδήποτε ἄλλη χρήση τῶν παραδιδομένων προϊόντων οἱ όποιοι έτσι ἀποκτοῦν τήν δυνατότητα έλεγχου, πού καθιστά περιττούς οιουσδήποτε άλλους ἀπ' ευθείας συμπληρωματικούς ἐλεγχους ἐπί τῶν προσφευγουσῶν.
Διατηροῦμε, πάντως, ὅπως καί ἡ Επιτροπή, σοβαρές ἀμφιβολίες ὡς πρός τό ἄν ὁ Ισχυρισμός τῶν προσφευγουσῶν εἶναι ἐπαρκής γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 33 δευτέρα παράγραφος τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
αα)
Σαφέστατα τοῦτο Ισχύει ὅσον άφορᾶ τήν προϋπόθεση τῆς πειστικής προβολής τῆς καταχρήσεως εξουσίας πού διεπράχθη έναντι αυτών.
Ἡ διατύπωση πού ἐχρησιμοποιήθη στην ἀπόφαση πού ἐξεδόθη στην υπόθεση 8/55 της 16ης Ἰουλίου 1956 (Slg. 1955-1956, σσ. 197 καί 225) δέν διευκρινίζει επαρκώς τό νόημα τῆς εκφράσεως αὐτῆς, κατά τήν ὁποία πρέπει νά πρόκειται γιά επιχείρηση πού ἀποτελεί τό ἀντικείμενο ἡ τουλάχιστον τό θύμα τῆς προβαλλομένης καταχρήσεως εξουσίας. Ή ἰδία ἀπόφαση παρέχει συμπληρωματική διευκρίνιση, τονίζοντας ὅτι σέ μία τέτοια περίπτωση πρέπει νά ὑπερισχύσει τό ἀτομικό στοιχείο. Περισσότερο ἀκριβής πάντως εἶναι ἡ ἀπόφαση πού ἐξεδόθη στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 55 ἕως 59 καί 61 έως 63/63 τῆς 9ης 'Ιουνίου 1964 (Slg. 1964, σσ. 453 καί 493). Κατ' αυτήν, ὁ προσφεύγων ὀφείλει νά επικαλεσθεί ὅτι υπέστη άμεση ζημία στό συμφέροντά του καί ὅτι προσεβλήθησαν άμεσα τά ἀτομικά του συμφέροντα ἐν πάση περιπτώσει, δέν επαρκεί τό γεγονός ὅτι τό προσβαλλόμενο μέτρο θίγει ὅλους τους προσφεύγοντες.
Κατά τήν άποψη μου οἱ προσφεύγουσες δέν ἀπέδειξαν μέ σαφήνεια ὅτι υπήρξαν θύματα τῆς προσβαλλομένης ρυθμίσεως καί ὅτι τούς ζητείται μία ιδιαίτερη θυσία πού νά τους διακρίνει ἀπό τήν γενική κατηγορία τῶν παράγωγων σωλήνων. Ἐπ' αὐτοῦ, ἡ ἀναφορά τῆς υπάρξεως μακροχρονίων συμβάσεων παραδόσεως μέ τους παραγωγούς χάλυβος δέν επαρκεῖ καθόλου, επειδή ἐπιτρέπει μέν νά τεθεί ἐν ἀμφιβόλω ή ἀναγκαιότης μιας ειδικής ρυθμίσεως έλεγχων έναντι τῶν προσφευγουσῶν, δέν ἀποδεικνύει ὅμως ὅτι τους ζητούνται ιδιαίτερες θυσίες. Περαιτέρω, δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι ὁ ἰσχυρισμός τους — πράγμα πού φαίνεται ἀσφαλώς ἀπαραίτητο — δέν επιτρέπει νά διαφανεί μέ σαφήνεια ἄν ἡ ὕπαρξη μακροχρονίων συμβάσεων παραδόσεως καθίστᾶ πράγματι περιττούς τους συμπληρωματικούς ἐλεγχους σχετικά μέ τίς ἀγορές πού έγιναν έκτός αυτών των συμβάσεων ἡ ἀπό άλλους προμηθευτές, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ εἰδικές αυτές σχέσεις μέ τους παραγωγούς χάλυβος δέν περιορίζονται στίς προσφεύγουσες, άλλά επεκτείνονται ευρέως ενδεχομένως καί ἐπί τῶν παράγωγων σωλήνων.
ββ)
Πέραν τούτου, δικαιολογούνται ἀμφιβολίες ὡς πρός τό κατά πόσον ἡ προβαλλόμενη κατάχρηση ἐξουσίας ὑπεστηρίχθη την πραγματικότητα κατά πειστικό τρόπο.
'Επειδή οἱ προσφεύγουσες επικαλούνται τήν καταστρατήγηση τῆς διαδικασίας, θέλω νά υπενθυμίσω ὅτι ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Roemer, ἀναπτύσσοντας τήν 1η Ἰουνίου 1965 τίς προτάσεις του ἐπί τῶν υποθέσεων 3 καί 4/64 (Chambre syndicale de la sidérurgie française καί 16 άλλοι προσφεύγοντες κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής, Slg. 1965, σσ. 618 καί 624), ἐξέφρασε ἀμφιβολίες περί τοῦ «ἄν ή αἰτίαση περί καταστρατηγήσεως, ἡ ὁποία θεωρείται γενικώς ὡς κατάχρηση εξουσίας, δύναται νά ὑπαχθεί στην εἰδική κατηγορία “Détournement de pouvoir à leur égard” (κατάχρηση ἐξουσίας έναντι αυτῶν)». Φαίνεται ὅτι εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένες οἱ ἀμφιβολίες αυτές, ἐν πάση περιπτώσει, ὅταν πρόκειται γιά τήν εφαρμογή — ὅπως ἐν προκειμένω — μιᾶς γενικῆς καί ὄχι ειδικής διαδικασίας προβλεπομένης γιά μία ἰδιαίτερη κατηγορία ενδιαφερομένων. Δύναται ἐπίσης νά υποστηριχθεί ὅτι νοείται κατάχρηση εξουσίας ὑπό τήν μορφή τῆς καταστρατηγήσεως τῆς διαδικασίας μόνο ὅταν μία διαδικασία εφαρμόζεται ἀντ' ἄλλης ἐντός τοῦ κυριαρχικού τομέως τοῦ οἰκείου ὀργάνου. Αὐτό συνέβαινε ἐν πάση περιπτώσει στίς ὑποθέσεις 2/57 (Compagnie des hauts fourneaux de Chasse κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής, ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουνίου 1958, Slg. 1958, σ. 133) καί 8/57 (Groupement des hauts fourneaux et aciéries belges κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής, ἀπόφαση τῆς 21ης 'Ιουνίου 1958, Slg. 1958, σ. 231), ὅπού ὑπεστηρίχθη ὅτι τό άρθρο 53 ἐφηρμόσθη ἀντί τοῦ ἄρθρου 59 γιά τήν καταστρατήγηση τῶν προστατευτικών του διατάξεων. 'Αντιθέτως, στην παροῦσα υπόθεση οἱ προσφεύγουσες προσάπτουν κυρίως στην 'Επιτροπή ὅτι δέν διέθετε κυριαρχικές ἐξουσίες έναντι αυτών καί ὅτι ὅσον άφορᾶ τίς επιχειρήσεις μεταποιήσεως οἱ εξουσίες αυτές παρέμειναν στά Κράτη μέλη. 'Ακόμη καί ἄν γίνει δεκτό ὅτι μέ τόν τρόπο αυτό οἱ προσφεύγουσες δέν προβάλλουν ευθέως παραβίαση κυριολεκτικώς κανόνων περί αρμοδιότητος — ὅπως ὑπε-στήριξαν κατά τήν προφορική διαδικασία ἐπ' ευκαιρία τοῦ προβλήματος τῆς ὁριοθετήσεως τῶν κυριαρχικών ἐξουσιών μεταξύ κρατών και κοινοτήτων κρατών — πρέπει, πάντως, νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἀπό ένα τέτοιο Ισχυρισμό συνάγεται ευκολότερα ή υπέρβαση εξουσίας καί ἡ παραβίαση τῆς συνθήκης παρά ἡ κατάχρηση ἐξουσίας. Σέ μία παρόμοια περίπτωση — ἀπόφαση τῆς 8ης 'Ιουλίου 1965 ἐπί τῶν συνεκδικα-σθεισῶν υποθέσεων 3 καί 4/64, Chambre syndicale de la sidérurgie française καί 16 άλλοι προσφεύγοντες κατά 'Ανωτάτης 'Αρχῆς, Slg. 1965, σ. 595 — κατά τήν ὁποία οἱ προσφεύγοντες είχαν χαρακτηρίσει ὡς κατάχρηση ἐξουσίας τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐπιτροπή παρέσχε στόν ἑαυτό τῆς κυριαρχική εξουσία ἐπί ἐμπορικῶν επιχειρήσεων, πού δέν ὑπήγοντο στην συνθήκη, τό Δικαστήριο, σέ συμφωνία μέ τίς προτάσεις τοῦ γενικού εἰσαγγελέως, πού τό κατέστησαν ἀπολύτως σαφές, ἐτόνισε ὅτι τό ἐν λόγω επιχείρημα ἐμπίπτει κατ' οὐσίαν στην κατηγορία τῆς υπερβάσεως εξουσίας. 'Εξ άλλου, μολονότι στην ἀπόφαση τῆς 15ης 'Ιουλίου 1960 ἐπί τῆς υποθέσεως 20/59 (κυβέρνηση τῆς 'Ιταλικῆς Δημοκρατίας κατά 'Ανωτάτης Ἀρχῆς, Slg. 1960, σσ. 681 καί 714), στην ὁποία ἀνεφέρθησαν πολύ οἱ προσφεύγουσες καί ὅπου ἀντικείμενο συζητήσεως ἀπετέλεσε καί τό ζήτημα τῆς ελλείψεως νομοθετικής ἐξουσίας τῆς 'Επιτροπής κατά τό άρθρο 70 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, τό Δικαστήριο ἀνεφέρθη καί στην καταστρατήγηση τῆς κατά τό άρθρο 88 διαδικασίας εκτελέσεως, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἀπαγορεύεται ἡ θέσπιση κανόνων δικαίου σέ τομείς, ὅπου τά Κράτη μέλη δέν παρητήθησαν ἀπό τά κυριαρχικά τους δικαιώματα, δέν πρέπει πάντως νά λησμονείται ὅτι ἐδῶ ἐπρόκειτο γιά προσφυγή Κράτους μέλους. Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος νά δοθεί ἀπάντηση στό ἐρώτημα ἄν καταστρατήγηση τῆς διαδικασίας τοῦ είδους πού προανεφέρθη δύναται πράγματι νά χαρακτηρισθεί ὡς κατάχρηση εξουσίας κατά τό άρθρο 33 εδάφιο 2.
— 'Επί πλέον, ὅταν οἱ προσφεύγουσες ὁμιλούν περί καταχρήσεως ἐξουσίας ύπό τήν μορφή τῆς μη τηρήσεως κανόνων τοῦ ουσιαστικοῦ δικαίου, ἤτοι τῶν σκοπών τῶν άρθρων 2, 3 καί 4, εἶναι σαφές ὅτι ὁ ἀνωτέρω Ισχυρισμός δέν δύναται παρά νά καταλήξει στό αὐτό ἀποτέλεσμα. Πράγματι, μετά ἀπό προσεκτικότερη εξέταση γίνεται ἀντιληπτό ὅτι οἱ προσφεύγουσες δέν διατείνονται τίποτε άλλο ἀπό τήν παράνομη διεύρυνση τῆς κυριαρχικής σφαίρας τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καί ἐπί τῶν κατασκευαστών σωλήνων. 'Οπως πάντως ήδη ἀνεφέρθη αυτό δύναται δυσχερώς νά θεωρηθεί ὡς «κατάχρηση εξουσίας» Είναι πολύ πιθανότερος ἐδῶ ὁ χαρακτηρισμός ὡς παράβαση τῆς συνθήκης ἡ υπέρβαση εξουσίας.
γγ)
Ἑπομένως, ἀκόμη καί ἄν ἐφαρμοσθεί κατ' ἀναλογία τό άρθρο 33 δευτέρα παράγραφος ἡ προσφυγή εἶναι ἀδύνατο νά κριθεί ὡς παραδεκτή. 'Επί πλέον, φαίνονται ἀρνητικές οἱ πιθανότητες επιτυχίας της, καί γιά τόν λόγο τουλάχιστον ὅτι οἱ προσφεύγουσες δέν ὑπεστήριξαν πειστικά ὅτι ή προσβαλλομένη ρύθμιση συνιστά ἔναντι αυτών κατάχρηση ἐξουσίας.
δ)
Παρ' ὅλο πού μετά ἀπό τίς παρατηρήσεις αυτές δέν κρίνεται πλέον σκόπιμο νά ἐξετασθεί τό βάσιμο τῆς προσφυγῆς, επιθυμώ νά εκθέσω ἐν συντομία τίς ἀπόψεις μου ἐπ' αὐτοῦ.
αα)
Ἄν σταθούμε στόν Ισχυρισμό τῆς καταχρήσεως ἐξουσίας καί τόν κλασσικό ὁρισμό πού τῆς δίδει ἡ νομολογία, σύμφωνα μέ τόν όποιο ἡ ἀναγκαία εξέταση περιλαμβάνει κατ' οὐσίαν τόν επιδιωκόμενο σκοπό καθώς καί τήν σκοπιμότητα ενός μέτρου (ἀπόφαση τῆς 21ης 'Ιουνίου 1958 ἐπί τῆς υποθέσεως 8/57, Groupement des hauts fourneaux et aciéries belges κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής, Slg. 1958, σ. 231), γίνεται δυσκόλως δεκτό ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση εξεδόθη κατά τρόπο πού συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
Ή ἀπόφαση εξεδόθη στό πλαίσιο τοῦ συστήματος ποσοστώσεων τοῦ χάλυβος μέ σκοπό την εξασφάλιση τῆς ὀρθής εφαρμογής του, ήτοι τήν μέσω τῶν καταλλήλων ἐλεγχων μέριμνα, ώστε ἡ προβλεπομένη εξαιρετική ρύθμιση ἀπό τήν ὁποία, βάσει τῶν άρχων τῆς ἀναλογικότητος, δέν δύναται νά παραιτηθεί κανείς, νά περιορίζεται στά προϊόντα ἐκείνα πού μετεποιήθησαν πράγματι σέ σωλήνες. Αὐτός εἶναι καί ὁ μόνος λόγος γιά τόν όποιο ἡ Ἐπιτροπή ἐθεώρησε ἀναγκαίο νά λάβει έναντι τῆς μεταποιητικής βιομηχανίας ὁρισμένα μέτρα, γιά τά όποια δέν ὑφίστατο στην συνθήκη καί Ιδίως στό άρθρο 58 νόμιμο ἔρεισμα. Σέ καμμία περίπτωση δέν συνάγεται ὅτι ή 'Επιτροπή επεδίωξε σκοπούς πέρα ἀπό τόν στόχο αυτό — ἐγένετο λόγος νά περιληφθεί ὅλη ἡ μεταποιητική βιομηχανία στην κυριαρχική σφαίρα τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Είναι συνεπώς δύσκολο νά ειπωθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή διεξεδίκησε, χάριν σκοπῶν διαφορετικῶν ἀπό τούς ρητώς ἀναφερομένους, ἁρμοδιότητες τίς ὁποῖες ἐθεώρησε ὅτι δύναται νά ἀσκήσει βάσει τῆς συνθήκης.
ββ)
Φρονώ ὅτι στην προκειμένη περίπτωση περαιτέρω εξέταση, ἰδίως ἀπό τῆς ἀπόψεως ὅτι δέν ἐτηρήθησαν τά ὅρια τοῦ άρθρου 95, δέν εἶναι επιτρεπτή. Ἄν σέ συμφωνία ἐδῶ μέ τίς προσφεύγουσες ἐπεκτείναμε τόν δικαστικό έλεγχο ex officio καί σέ θεωρούμενα ως σοβαρά ελαττώματα ή βαρείες παραβάσεις τοῦ δικαίου, τό δικαίωμα προσφυγής τῶν ενδιαφερομένων προσώπων θά ἐταυτίζετο μέ τό προβλεπόμενο γιά τά Κράτη μέλη. Τοῦτο εἶναι ἀσυμβίβαστο μέ τό σύστημα παροχής ἐννόμου προστασίας τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, τῆς ὁποίας τό άρθρο 33 δευτέρα παράγραφος επιτρέπει στά ενδιαφερόμενα πρόσωπα νά προσβάλουν γενικές ἀποφάσεις εντός στενῶς χαρασσομένων ορίων. Ή προγενεστέρα νομολογία — στό μέτρο πού ἐξη-τάσθησαν αυτεπαγγέλτως ὁρισμένα συναφή ερωτήματα — δέν παρέχει σχετική ένδειξη.
γγ)
Στην πραγματικότητα, ἄν συμφωνούσαμε μέ τίς προσφεύγουσες ἐπί τοῦ σημείου αυτού, θά ήταν δύσκολο νά ἀποκλείσουμε σοβαρές ἀμφιβολίες ὅσον άφορᾶ τήν νομιμότητα τῆς ἀποφάσεως 385/81. Δέν επιθυμώ τώρα νά εμβαθύνω περισσότερο στό σημείο αὐτό, περιορίζομαι ὅμως στην γενική αυτή παρατήρηση ἀρχής. Όσον ἀφορᾶ τήν ἀναγκαιότητα εκδόσεως τῆς ἀποφάσεως 385/81 ἄς υπενθυμισθοῦν ἀπλώς τά ὅσα προέκυψαν κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας ἀπό διάφορες ἀπόψεις, τά ὅσα ελέχθησαν γιά τό άρθρο 95 πρώτη παράγραφος, καί τά εγγενή του ὅρια, καθώς καί ἡ νομολογία πού ἐπεκα-λέσθησαν οἱ προσφεύγουσες ὡς πρός τήν μικρή ἀναθεώρηση τῆς συνθήκης κατά τό άρθρο 95 τρίτη καί τετάρτη παράγραφος, νομολογία μέ τήν οποία ἀναγνωρίζεται ή ἀναγκαιότης μή μεταβολής τοῦ συσχετισμοῦ μεταξύ τῶν ἐξουσιών τῆς Επιτροπής καί τῶν Κρατών μελών (Γνωμοδότηση 1/60, Slg. 1960, σ. 117) καί ἡ ὁποία Ισχύει ἀσφαλώς καί γιά τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 95 παράγραφος 1.
3.
Δύο λόγια ἀκόμη σχετικά μέ τήν ἀπόφαση τῶν δικασηκῶν ἐξόοων, τά όποῖα, ὅπως ήδη ἀνεφέρθη, τό Δικαστήριο δύναται νά κανονίσει κατά τήν κρίση του σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 5 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας. 'Αν γίνει δεκτή ἡ εκτίμηση μου γιά τίς πιθανότητες τελεσφορήσεως τῆς προσφυγής, τότε ἡ ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ενδέχεται νά καταδικάσει τίς προσφεύγουσες στά δικαστικά έξοδα. Εἶναι βεβαίως δυνατό νά ἀντιμετωπισθεί καί τό ενδεχόμενο ὅτι, βάσει τῆς υφισταμένης νομολογίας, ἀναφορικά μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 3, εἶναι δυνατές ἀποκλίσεις ἀπό τόν κανόνα, ἐφ᾽ ὅσον συντρέχει εξαιρετικός λόγος. Αυτό συμβαίνει ἰδίως ὅταν τίθενται δυσχερή καί περίπλοκα νομικά ερωτήματα ἡ ὅταν υπάρχει ἀσάφεια περί τοῦ εφαρμοστέου δικαίου (ἀπόφαση της 13ης 'Ιουλίου 1961 στίς συνεκδικα-σθεῖσες υποθέσεις 2 καί 3/60, Niederrheinische Bergwerks-Aktiengesellschaft καί ένας ἀκόμη προσφεύγων κατά 'Ανωτάτης 'Αρχῆς, Slg. 1961, σσ. 281 καί 312 ἀπόφαση τῆς 23ης 'Απριλίου 1956 στίς συνεκδι-κασθεῖσες υποθέσεις 7 καί 9/54, Groupement des industries sidérurgiques luxembourgeoises κατά 'Ανωτάτης 'Αρχῆς, Slg. 1955-1956, σσ. 53 καί 103 ἀπόφαση τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1962 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 46 καί 47/59, Meroni e C, Erba καί Meroni e C, Mailand κατά 'Ανωτάτης Ἀρχής, Slg. 1962, σσ. 835 καί 860 ἀπόφαση τῆς 2ας 'Ιουλίου 1974 στην ὑπόθεση 175/73, Συνδικαλιστική 'Ενωση — Ευρωπαϊκή Δημοσία Διοίκηση, Βρυξέλλες, Denise Massa καί Roswitha Kortner κατά Συμβουλίου, Slg. 1974, σσ. 917 καί 926). Στην παρούσα υπόθεση έχουμε ἀσφαλῶς νά κάνουμε μέ μία περίπτωση, γιά τήν ὁποία δέν υπάρχει, ἄν δέν ἀπατῶμαι, νομολογιακό προηγούμενο, καί τήν ὁποία ἡ 'ίδια ή 'Επιτροπή ἐχαρακτήρισε κατά τήν προφορική διαδικασία ὡς «διαφορά μέ ἀσυνήθιστα προβλήματα». Γιά τόν λόγο αυτό φρονῶ ὅτι ενδείκνυται νά κριθεί ὅτι κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα.
4.
Ἐν συμπεράσματι, προτείνω νά ἀναγνωρισθεί ὅτι δέν συντρέχει λόγος εκδόσεως ἀποφάσεως ἐπί τῆς υποθέσεως καί ὅτι τά δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy