ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤΉΝ 13Η 'ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικασνές,
Τόν Μάρτιο τοῦ 1979, ἡ Administration des Ponts et Chaussées τοῦ Λουξεμβούργου προέβη σέ μία πρόσκληση πρός υποβολή προσφορών έργων ὁδοποιίας σέ ένα τμῆμα τοῦ αυτοκινητοδρόμου μεταξύ Λουξεμβούργου καί Arion. Σ' αυτή τήν «ἀνοικτή» διαδικασία προσκλήσεως πρός υποβολή προσφορῶν, κατά τήν ἔννοια τῆς ὁδηγίας 71/305 τοῦ Συμβουλίου, συμμετέσχε — μεταξύ άλλων επιχειρήσεων — καί ή εταιρία Transporoute et travaux, ἑδρεύουσα στό Βέλγιο, ἡ ὁποία προφανώς υπέβαλε τήν χαμηλότερη προσφορά. Ἐν τούτοις, ἡ σύμβαση κατεκυρώθη, μέ ἀπόφαση τοῦ υπουργοῦ δημοσίων έργων, ὄχι στην ἑταιρία αύτη, άλλα σέ έναν όμιλο επιχειρήσεων ἐκπροσωπούμενο ἀπό μία λουξεμ-βουργιανή εταιρία, μέ τήν αίτιολογία ὅτι ή προσφορά αὐτοῦ τοῦ ὁμίλου επιχειρήσεων ήταν ἡ πλεονεκτικότερη οἰκονομικῶς.
Ή εταιρία Transporoute ἤσκησε αίτηση ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως αυτής τόν Ὀκτώβπιο τοῦ 1979 ενώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τοῦ Λουξεμβούργου, προβάλλοντας, κυρίως, ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση ελήφθη κατά παράβαση τοῦ άρθρου 33 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Μεγάλου Δουκάτου τῆς 6ης Νοεμβρίου 1974 («portant: 1) institution d'un cahier de charges applicables aux marchés publics de travaux et de fournitures pour compte de l'État; 2) fixation des attributions et du mode de fonctionnement de la commission des soumissions»), δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ σύμβαση κατακυρώνεται κατ' ἀρχή στόν ἐργολήπτη πού υποβάλλει τήν οικονομικώς πλεονεκτικότερη προσφορά.
Ἀντικρούοντας τήν αίτηση ἡ διοίκηση ἐπε-καλέσθη καί τό άρθρο 33 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ τοῦ Μεγάλου Δουκάτου, κατά τό ὁποῖο οἱ συμβάσεις κατακυρώνονται μόνο σέ επιχειρήσεις πού πληρούν τήν προϋπόθεση τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμού αὐτού. Προέβαλε ὅτι δυνάμει τῆς παραγράφου 4 τού ἄρθρου αυτού, οἱ ἀλλοδαπές εταιρίες πού δέν εἶναι ἐγκατεστημένες στό Μεγάλο Δουκάτο πρέπει, «έκτός ἄν άλλως ὁρίζεται ἀπό διεθνείς συμβάσεις καί Ιδίως άπό διατάξεις θεσπιζόμενες κατ' εφαρμογή τῆς συνθήκης τῆς Ρώμης», νά πληρούν, πρό τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως, τίς ἴδιες προϋποθέσεις πού προβλέπονται στό άρθρο 1 παράγραφος 1 γιά τίς ἠμεδαπές επιχειρήσεις σύμφωνα ὅμως μέ τήν παράγραφο 1, τά έργα δέν δύνανται νά ἀνατεθούν παρά μόνο σέ ἐπιχειρήσεις πού έχουν ἔγκυρη άδεια ἐγκαταστάσεως εκδοθείσα ἀπό τήν κυβέρνηση τοῦ Λουξεμβούργου (ή δέ αἰτοῦσα στην κυρία δίκη, ἡ ὁποία ουδέποτε υπέβαλε σχετική αἴτηση, δέν ἐπλήρου αυτή τήν προϋπόθεση).
Ἀπαντώντας στό επιχείρημα αυτό, ή αἰτοῦσα ἐστηρίχθη στό άρθρο 24 τῆς προαναφερθείσης ὁδηγίας 71/303 τοῦ Συμβουλίου «περί συντονισμού τῶν διαδικασιῶν γιά τήν σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων», τό όποιο προβλέπει ὅτι:
«Κάθε ἀνάδοχος πού επιθυμεί νά συμμετάσχει σέ διαγωνισμό δημοσίων έργων δύναται νά κληθεῖ νά ἀποδείξει τήν έγγραφη του στό επαγγελματικό μητρώο ὑπό τους ὅρους πού προβλέπονται στην νομοθεσία τῆς χώρας τῆς Κοινότητος ὅπου εἶναι ἐγκατεστημένος: γιά τό Βέλγιο τό “Registre du commerce” — “Handelsregister”, ...»
Ή αἰτοῦσα υπεστήριξε ὅτι οἱ λουξεμβουρ-γιανές αρχές ἔπρεπε νά λάβουν ὑπ᾽ ὄψη τό εκδοθέν ἀπό τίς βελγικές ἀρχές πιστοποιητικό ἐγγραφῆς, τό ὁποῖο προσεκόμισε, θεωρώντας το ὡς Ισοδύναμο κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 1 παράγραφος 4 τοῦ προαναφερθέντος κανονισμού τοῦ Μεγάλου Δουκάτου καί ὅτι κατά συνέπεια δἐν έπρεπε νά τῆς επιβάλουν πρόσθετες προϋποθέσεις.
Ή καθ' ἧς στην κυρία δίκη διοίκηση, ἀφ᾽ έτερου, προέβαλε ὅτι ἡ προσφορά τῆς αιτούσης δέν ἠδύνατο πράγματι νά θεωρηθεί ὡς ἡ «πλεονεκτικότερη οἰκονο-μικῶς». Τουναντίον, ὀρθώς δέν ελήφθη ὑπ᾽ ὄψη, δεδομένου ὅτι πολλές ἀπό τίς τιμές πού περιείχε ήταν υπερβολικά χαμηλές καί είχαν τόση λίγη σχέση μέ τό μέγεθος των έργων, ώστε ἡ ἐν λόγω προσφορά έπρεπε νά θεωρηθεί ανεπαρκής, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ κανονισμού τοῦ Μεγάλου Δουκάτου τῆς 6ης Νοεμβρίου 1974, διότι δέν ήταν εύλογο νά ἀναμένεται ή άψογη εκτέλεση τῶν έργων. Ή αἰτοῦσα ἀντικρούει τόν ισχυρισμό αυτόν καί υποστηρίζει ὅτι ἡ λουξεμβουργιανή ἀρχή παρέβη κατά τόν τρόπο αυτόν τό άρθρο 29 παράγραφος 5 τῆς ὁδηγίας 71/305 τοῦ Συμβουλίου, δεδομένου ὅτι δέν ἐζήτησε ἀπό τήν αἰτοῦσα — ὁπως ̙παιτείται στην περίπτωση μιας υπερβολικά χαμηλής προσφοράς — νά προσκομίσει τά δικαιολογητικά πού εἶναι ἀναγκαία γιά τόν έλεγχο των διαφόρων τιμῶν τῆς προσφοράς καί δέν τῆς ὑπέδειξε ποιά δικαιολογητικά έκρινε απαράδεκτα.
Τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας τοῦ Λουξεμβούργου, μέ ἀπόφαση τῆς 11ης Μαρτίου 1981, ἀνέβαλε τήν ἐκδίκαση τῆς υποθέσεως και, σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης τῆς ΕΟΚ, υπέβαλε τά ακόλουθα προδικαστικά ἐρωτήματα:
«1.
Ἀντίκειται πρός τίς διατάξεις τῶν οδηγιῶν 71 /304/ΕΟΚ καί 71 /305/ΕΟΚ της 26ης 'Ιουλίου 1971, καί εἰδικότερα πρός εκείνες τοῦ ἄρθρου 24 τῆς ὁδηγίας 71/305, τό νά ἀπαιτεί ἡ ἀναθέτουσα ἀρχή, ὡς προϋπόθεση τῆς κατακυρώσεως δημοσίας συμβάσεως σέ προσφέ-ροντα εγκατεστημένο σέ άλλο Κράτος μέλος, ὄχι μόνο νά εἶναι ὁ προσφέρων προσηκόντως ἐγγεγραμμένος στό ἐπαγγελματικό μητρώο τῆς χώρας ὅπού είναι εγκατεστημένος, άλλα καί νά είναι ἐπιπροσθέτως κάτοχος κυβερνητικής ἀδείας ἐγκαταστάσεως τοῦ Κράτους μέλους στό όποιο γίνεται ἡ κατακύρωση;
2.
Οἰ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 29 παράγραφος 5 τῆς ὁδηγίας ΕΟΚ 71/305 ἐπιβάλλουν στην ἀναθέτουσα ἀρχή τήν υποχρέωση νά ζητεί ἀπό τόν προσφεύγοντα, οἱ προσφορές τοῦ ὁποίου, κατά τήν γνώμη της, εμφανίζονται κατά τρόπο έκδηλο υπερβολικά χαμηλές ἐν σχέσει πρός τό προσφερόμενο έργο, δικαιολόγηση τῶν τιμών αυτών πρίν ἐλέγξει τά στοιχεία πού τίς συνθέτουν καί ἀποφασίσει τήν ἀνάθεση τοῦ έργου ή επαφίενται στην περίπτωση αυτή στην ἀναθέτουσα ἀρχή γιά νά ἐκτιμήσει κατά πόσο θά ήταν χρήσιμο νά ζητήσει τά στοιχεία αὐτά;»
Έπί τῶν ἐρωτημάτων αυτών, ἡ άποψη μου έχει ὡς έξης:
1.
Πρέπει κατά πρώτο λόγο νά επισημάνω ὅτι ἡ χορήγηση ἀδείας εγκαταστάσεως κατά τό δίκαιο τοῦ Λουξεμβούργου, ή ὁποία έχει ουσιώδη σημασία στην κυρία δίκη καί ἡ ὁποία εκδίδεται σύμφωνα μέ έναν νόμο τῆς 2ας 'Ιουνίου 1962, ὅπως ἐτροποποιήθη τό 1964, εξαρτᾶται, στην περίπτωση ἐπιχειρήσεων πού δέν είναι ἐγκατεστημένες στό Λουξεμβούργο, ἀποκλειστικώς καί μόνο ἀπό μία εξέταση τής «ἐντιμότητός» τους (άρθρο 6 σέ συνδυασμό πρός τό άρθρο 20 τοῦ νόμου αὐτοῦ). Προς τοῦτο ζητείται μεταξύ άλλων ένα ἀπόσπασμα ποινικού μητρώου καί ἀπόδειξη περί τοῦ ὅτι δέν ἐκκρεμεί διαδικασία κηρύξεως πτωχεύσεως. Ἀπεναντίας, ὡς πρός τά ἐπαγγελματικά προσόντα τῶν προσώπων ἡ τῶν επιχειρήσεων πού δέν είναι ἐγκατεστημένες στό Λουξεμβοῦργο δέν ἀπαιτείται προφανώς καμμία ἀπόδειξη.
2.
Ὡς πρός τό πρώτο ερώτημα, τό όποιο ἀφορᾶ Ιδίως τήν ὁδηγία 71/304 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 26ης 'Ιουλίου 1971, «περί τῆς καταργήσεως τῶν περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα τῶν συμβάσεων δημοσίων έργων καί στην ἀνάθεση συμβάσεων δημοσίων έργων μέσω πρακτορείων ἡ ὑποκαταστημάτων» (ΕΕ ειδ. ἔκδ. 17/001, σ. 3) καί τήν ὁδηγία 71/305 τοῦ Συμβουλίου, τήν ὁποία ήδη ἀνέφερα, Ιδίως δέ τό άρθρο τῆς 24, πρέπει νά ληφθούν ὑπ᾽ ὄψη οἱ ακόλουθες σκέψεις:
α)
Ἐρωτάται κυρίως ἄν ἀπό τήν ὁδηγία 71/305, καί Ιδίως ἀπό τόν τίτλο IV, περί κοινών κανόνων συμμετοχής, καί ἀπό τό κεφάλαιο 1 τοῦ τίτλου αὐτοῦ («κριτήρια ποιοτικής ἐπιλογής»), συνάγεται ὅτι ή περιεχομένη σ᾽ αὐτή ἀπαρίθμηση τῶν ἐγγράφων καί ἀποδείξεων, τῶν ὁποίων δύναται νά ζητηθεί ἡ προσκόμιση, είναι εξαντλητική, κατά τήν έννοια ὅτι οἱ εθνικές ἀρχές δέν δύνανται νά ἀπαιτοῦν πρόσθετα έγγραφα καί ἀποδείξεις, ἀκόμη καί ὅταν αὐτά προβλέπονται ἀπό κανόνες πού δέν δημιουργούν διακρίσεις.
Όρθώς παρετηρήθη γενικώς ὅτι σκοπός τῆς οδηγίας αυτής εἶναι νά ἐξασφαλίσει, μέσω τοῦ συντονισμοῦ τῶν ἐθνικών διαδικασιών, τήν κατάργηση τῶν περιορισμών καί τήν ελεύθερη κυκλοφορία τῶν υπηρεσιών στόν τομέα τῆς ἀναθέσεως συμβάσεων δημοσίων έργων. Όχι μόνο ἀπό τό πνεῦμα τῆς ὁδηγίας άλλά καί ἀπό τόν λεπτομερέστατο χαρακτήρα τῶν διατάξεων τῆς καθίσταται σαφές ὅτι ἡ καθιέρωση ἀπό τίς εθνικές ἀρχές προσθέτων καί ενδεχομένως διαφορετικῶν προϋποθέσεων συμμέτοχης σέ διαδικασίες κατακυρώσεως εἶναι ἀσυμβίβαστη πρός τήν ὁδηγία.
Συνεπώς, τό άρθρο 23 τῆς ὁδηγίας ὁρίζει λεπτομερώς τίς προϋποθέσεις ὑπό τίς ὁποιες οἱ επιχειρήσεις δύνανται νά μή γίνουν δεκτές πρός συμμετοχή. Ή διάταξη αυτή ὁρίζει επίσης μέ πολύ συγκεκριμένο τρόπο ποιες ἀποδείξεις θεωρούνται επαρκείς σ' αυτό τό πλαίσιο. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 24, οἱ ἀνάδοχοι πού επιθυμούν νά συμμετάσχουν σέ διαγωνισμό δημοσίων έργων δύνανται νά κληθοῦν νά ἀποδείξουν τήν έγγραφη τους στό επαγγελματικό μητρῶο ὑπό τους ὅρους πού προβλέπονται στην νομοθεσία τῆς χώρας τῆς Κοινότητος όπου είναι εγκατεστημένοι. Τό άρθρο 25 προβλέπει τόν τρόπο κατά τόν όποιο ἀποδεικνύεται ἡ χρηματοδοτική καί οἰκονομική Ικανότης τῶν εργοληπτών πού επιθυμούν νά συμμετάσχουν στόν διαγωνισμό. Τό άρθρο 26 ὁρίζει τόν τρόπο ἀποδείξεως τῆς τεχνικής Ικανότητος. Τέλος, οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 28 ἀφοροῦν τήν υποχρέωση τῶν Κρατών μελών, τά όποια έχουν επισήμους καταλόγους ἀνεγνωρισμένων εργοληπτών, νά τους προσαρμόσουν στίς διατάξεις τῆς ὁδηγίας, τίς συνέπειες τῆς έγγραφῆς στους καταλόγους αυτούς — ή ὁποία πιστοποιείται ἀπό τίς ἁρμόδιες ἀρχές — καί τίς ἀποδείξεις πού δύνανται νά ἀπαιτοῦνται γιά τήν έγγραφη στους καταλόγους αὐτούς εργοληπτών από άλλα Κράτη μέλη.
Υπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι τά Κράτη μέλη δέν δύνανται νά επιβάλλουν πρόσθετες προϋποθέσεις γιά τήν συμμετοχή στίς διαδικασίες κατακυρώσεως συνηγορεί αυτό τοῦτο τό γράμμα τῆς εἰσαγωγικῆς διατάξεως τοῦ άρθρου 20, πού ὁρίζει ὅτι:
«Ή ἀνάθεση τοῦ έργου γίνεται βάσει τῶν κριτηρίων πού καθορίζονται στό κεφάλαιο 2 τοῦ παρόντος τίτλου, άφοϋ ελεγχθεί ή καταλληλότης τῶν εργοληπτών τῶν μή ἀποκλειομένων κατά τίς διατάξεις τοῦ άρθρου 23 ἀπό τήν ἀναθέτουσα αρχή σύμφωνα μέ τά κριτήρια οἰκονομικῆς, χρηματοδοτικής καί τεχνικής Ικανότητος πού ἀναφέρεται στά άρθρα 25 μέχρι 28.»
Ή άποψη, κατά τήν ὁποία ἡ ἀπαρίθμηση τῶν λόγων ἀποκλεισμοῦ στό άρθρο 23 εἶναι εξαντλητική, ευρίσκει έρεισμα, ὄχι μόνο στό γράμμα τοῦ ἄρθρου 20, άλλά καί στό γεγονός ὅτι άλλως οἱ παράγραφοι 2 έως 4 τοῦ ἄρθρου 23 θά ήταν άνευ ἀντικειμένου. Οἱ παράγραφοι αυτές καθορίζουν τί συνιστά επαρκή ἀπόδειξη, εἶναι δέ Ιδιαιτέρως ἀξιοσημείωτο ὅτι πρόκειται σέ κάθε περίπτωση γιά πιστοποιητικά καί έγγραφα εκδιδόμενα ἀπό τήν πατρίδα τοῦ ἐργολήπτου καί ὄχι γιά έγγραφα, τήν έκδοση τῶν ὁποίων θά πρέπει νά ζητήσει ἀπό τό κράτος πού προβαίνει στην πρόσκληση πρός υποβολή προσφορών. Είναι επίσης ἀξιοσημείωτο ὅτι μόνο στό άρθρο 25 — πού άφορα τήν ἀπόδειξη τῆς χρηματοδοτικής καί οίκονομικής Ικανότητος, ἡ οποία δέν ἀπαιτείται ἀπό τήν νομοθεσία τοῦ Λουξεμβούργου γιά τήν χορήγηση αδείας εγκαταστάσεως — αναφέρεται ὅτι οἱ ἀναθέτουσες ἀρχές πρέπει νά ορίσουν ποιά άλλα δικαιολογητικά, πλην τῶν ἀναφερομένων στά στοιχεία α, β καί γ, πρέπει νά προσκομισθοῦν ἐνῶ τό άρθρο 26, πού ρυθμίζει τους διαφόρους δυνατούς τρόπους ἀποδείξεως τῆς τεχνικής Ικανότητος, ὁρίζει μόνο στην τελευταία παράγραφό του ὅτι οἱ ἀναθέτουσες ἀρχές ὁρίζουν στην προκήρυξη ἡ στην πρόσκληση υποβολής προσφορών ποιά ἀπό τά δικαιολογητικά πρέπει νά προσκομισθοῦν. 'Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης τό γεγονός ὅτι τό άρθρο 27 ρητώς επιβάλλει στίς ἀναθέτουσες ἀρχές τήν υποχρέωση νά παραμείνουν εντός τῶν ὁρίων τῶν άρθρων 23 έως 26 όταν καλοῦν έναν εργολήπτη νά συμπληρώσει ἡ νά διευκρινίσει πιστοποιητικά, τό δέ άρθρο 28 παράγραφος 4 ὁρίζει ὅτι, γιά τήν ἐγγραφη εργοληπτών ἀπό άλλα Κράτη μέλη στους ἐπισήμους καταλόγους, δέν δύνανται νά ζητηθούν περαιτέρω ἀποδείξεις ἡ δηλώσεις πλην εκείνων πού προβλέπονται στά άρθρα 23 έως 26.
Ή κυβέρνηση τοῦ Λουξεμβούργου υποστηρίζει ὅτι σκοπός τῆς ὁδηγίας 71/305 είναι κυρίως ἡ ἐναρμόνιση τῶν κανόνων οὐσιαστικοῦ δικαίου, ἐνῶ τά διαδικαανικά ζητήματα δύνανται νά ρυθμίζονται ἀπό τά Κράτη μέλη, ὅπως προκύπτει ἀπό τό προοίμιό τῆς καί ἀπό τό άρθρο τῆς 2, ἡ δέ άδεια εγκαταστάσεως τοῦ Λουξεμβούργου, ως τυπική προϋπόθεση, πρέπει νά υπαχθεί στην δεύτερη κατηγορία. Ἐξάλλου, ἡ ίδια κυβέρνηση, επικαλουμένη τό προαναφερθέν άρθρο 28 τῆς ὁδηγίας 71/305, ἀναπτύσσει διεξοδικότερα την άποψη ὅτι ἡ άδεια εγκαταστάσεως, ἡ ὁποία ισχύει καί γιά άλλες διαδικασίες κατακυρώσεως συμβάσεων δημοσίων έργων, δέν εἶναι τίποτε άλλο ἀπό την έγγραφη σέ κατάλογο κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 28, ἡ ὁποία στην περίπτωση τοῦ Λουξεμβούργου έχει τήν ιδιομορφία ὅτι ὁ κατάλογος τηρεῖται ὑπό μορφή φακέλων, πού άποτελοῦν τό ἀντικείμενο μηνιαίας δημοσιεύσεως.
Δέν πρέπει ὅμως νά λησμονείται ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 τῆς ὁδηγίας 71/305, τό όποιο ἐπικαλείται ἡ κυβέρνηση τοῦ Λουξεμβούργου, οἱ ἐθνικές διαδικασίες ουδόλως παραμένουν ως έχουν, άλλά ὁρίζεται ὅτι κατά τήν σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων οἱ ἀναθέτουσες ἀρχές ἐφαρμόζουν τίς ἐθνικές τους διαδικασίες προσαρμοσμένες στίς διατάξεις τῆς ὁδηγίας αυτής. Ἐπί πλέον, ἡ άδεια εγκαταστάσεως, ὅπως καί ἄν τήν χαρακτηρίσει κανείς, εμπίπτει ἀναμφισβητήτως στην κατηγορία των πιστοποιητικών καί τῶν έγγραφων, πού ρυθμίζεται λεπτομερώς στά άρθρα 23 έπ. τῆς ὁδηγίας καί συνεπώς δέν δύναται πλέον νά θεωρηθεί ως ζήτημα ρυθμιζόμενο ἀπό τά Κράτη μέλη.
Ἀφ᾽ ἑτερου, ὅσον ἀφορᾶ τό άρθρο 28 καί τους ἐπισήμους ἐθνικούς καταλόγους τους ὁποίους ἀναφέρει, γεννάται ἀμφιβολία ὡς προς τό ἄν εἶναι πράγματι δυνατόν νά ἐρμηνευθεί ἡ διάταξη αύτη κατά τήν έννοια ὅτι τά Κράτη μέλη δύνανται νά ἐξαρτοῦν τήν συμμετοχή σέ μία διαδικασία γιά τήν ἀνάθεση συμβάσεως δημοσίων έργων ἀπό τήν έγγραφη σέ τέτοιο κατάλογο, καθιστώντας έτσι υποχρεωτική τήν έγγραφη αύτη. Κατά τήν γνώμη μου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι νά ληφθεί ἡ διάταξη αυτή ὑπό τήν έννοια ὅτι παρέχει ἀπλώς μία δυνατότητα (εἶναι ἀρκετό νά ὑπομνησθεῖ ή σχετική φράση τῆς παραγράφου 2: «οἱ εργολήπτες... δύνανται...»), δηλαδή ὅτι σκοπός τῆς διατάξεως εἶναι να ἁπλουστεύσει γιά τους ἐργολήπτες τήν προσαγωγή τῶν ἀποδείξεων πού προβλέπονται άπό τήν ὁδηγία. Είναι ἀπολύτως βέβαιο, ὅμως, ὅτι τέτοια έγγραφη δέν δύναται νά ἀπαιτηθεί, ἄν ὁ ἐν λόγω ἐργολήπτης έχει ήδη εγγραφεί σέ ἀνάλογο κατάλογο στην πατρίδα του διαφορετικά, οἱ παράγραφοι 2 καί 3 τοῦ ἄρθρου 28, πού ορίζουν τίς έννομες συνέπειες τῆς αποδείξεως τῆς έγγραφης στους επισήμους καταλόγους άλλων Κρατών μελών, δέν θά είχαν λόγο υπάρξεως. Ἐπί πλέον, δυσχερώς δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ άδεια εγκαταστάσεως είναι ένας θεσμός τοῦ είδους πού προβλέπει ή διάταξη τοῦ ἄρθρου 28 καί τοῦτο, ὄχι μόνο γιά καθαρά ἐξωτερικούς λόγους — μία σειρά παραλλήλως υφισταμένων ἀδειῶν εγκαταστάσεως δυσχερώς δύναται νά θεωρηθεί «κατάλογος» — ἡ λόγω τοῦ ὅτι ἡ προϋπόθεση νά έχουν άδεια ἐγκαταστάσεως ισχύει γιά ὅλονς τους εργολήπτες, δηλαδή ὄχι μόνο γιά ὅσους ἐπιθυμοῦν νά συμμετάσχουν σέ μία διαδικασία κατακυρώσεως, ἡ ἀκόμη διότι τό Λουξεμβοῦργο δέν έχει προφανώς γνωστοποιήσει ὥς τώρα στά άλλα Κράτη μέλη τήν πληροφορία πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 28 παράγραφος 5. Τό ἀποφασιστικό σημείο εἶναι ἁπλούστατα τό γεγονός ὅτι ἡ χορήγηση στους ἀλλοδαπούς ἐργολήπτες μιᾶς αδείας ἐγκαταστάσεως εξαρτᾶται ἀποκλειστικώς καί μόνο ἀπό τήν εξακρίβωση τῆς «ἐντιμόνηνος». Τουναντίον, δέν ἐξετάζεται ή επαγγελματική ἱκανότης, μέ αποτέλεσμα ὅτι, μόνο μετά ἀπό ἰδιαίτερη ἀπόδειξη τῆς ἱκανότητος αὐτῆς, ὅπως ἐπίσης καί της χρηματοδοτικῆς καί οἰκονομικῆς ἱκανότητος ἑνός ἐργολήπτου, καθίσταται δυνατή ἡ συμμετοχή σέ μία διαδικασία κατακυρώσεως καί ὅτι, επομένως, μόνη ή άδεια εγκαταστάσεως δέν επαρκεί.
β)
Ἕνα δεύτερο ζήτημα πού πρέπει νά εξετασθεί ἐν σχέσει πρός τό πρῶτο ἐρώτημα ἀνάγεται στό άρθρο 59 τῆς συνθήκης, τό ὁποίο, σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου (υπόθεση 33/74 Johannes Henriais Maria van Binsbergen κατά Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor de Metaalnijverheid, ἀπόφαση τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1974, Slg. 1974, σ. 1299), έχει ἀπ' ευθείας εφαρμογή μετά τήν λήξη τῆς μεταβατικής περιόδου καί επιβάλλει τήν κατάργηση τῶν περιορισμών στην ελεύθερη παροχή ὑπηρεσιών. Ἀνάγεται επίσης στην ὁδηγία 71/304, τά άρθρα 1 καί 3 τῆς ὁποίας επιβάλλουν ὁμοίως τήν υποχρέωση καταργήσεως τῶν περιορισμών αυτών. Ή Ἐπιτροπή διετύπωσε τήν ἄποψη ὅτι ἡ ἀπαίτηση μιᾶς ἀδείας εγκαταστάσεως πού προβλέπεται ἀπό τό δίκαιο τοῦ Λουξεμβούργου δύναται μέ βεβαιότητα νά θεωρηθεί ως ἀποτελούσα ἕναν τέτοιο περιορισμό γιά τους εργολήπτες πού εἶναι ἐγκαταστημένοι σέ άλλες χώρες καί ὅτι ἑπομένως εἶναι ἀνεπίτρεπτη δυνάμει τῶν ἀνωτέρω διατάξεων.
Εἶναι πράγματι δύσκολο νά ἀγνοηθεί αυτό τό επιχείρημα. Δέν ἀσκεῖ ἐπιρροή ἐν προκειμένω τό γεγονός ὅτι τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού τοῦ Μεγάλου Δουκάτου, τόν όποιο ἀνέφερα στην ἀρχή τῶν προτάσεών μου, δέν προβλέπει διάκριση βάσει τῆς ἰθαγενείας καί συνεπώς δέν συνεπάγεται δυσμενή διάκριση κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο α τῆς ὁδηγίας 71/304. Πράγματι, τό άρθρο 3 παράγραφος 1, τό όποιο προσδιορίζει τά καθήκοντα τῶν Κρατών μελών, ἀπαιτεί ὄχι μόνο τήν κατάργηση τῶν περιορισμών πού ἀπορρέουν ἀπό τήν άνιση μεταχείριση ημεδαπών καί ἀλλοδαπών, ἀλλά καλύπτει, δυνάμει τοῦ στοιχείου γ, καί τους περιορισμούς πού «ἀπορρέουν ἀπό διατάξεις ή πρακτικές οἱ όποιες ἄν καί εφαρμόζονται χωρίς διάκριση ὑπηκοότητος παρακωλύουν ἐν τούτοις ἀποκλειστικά ἡ κυρίως τήν επαγγελματική δραστηριότητα τῶν υπηκόων τῶν άλλων Κρατών μελών...». Ἐν προκειμένω, δυσχερώς δύναται νά ἀμφισβητηθεί τό ὅτι ἡ ἐν λόγω άδεια εγκαταστάσεως ἀποτελεί κυρίως εμπόδιο γιά τους εργολήπτες πού δέν εἶναι εγκατεστημένοι στό Λουξεμβούργο. Αυτοί πρέπει νά προσκομίσουν ένα τέτοιο έγγραφο καί νά υποβληθούν πρός τούτο στην σχετική διοικητική διαδικασία ενώπιον μιας ἀλλοδαπής ἀρχής, ἀκόμη καί γιά νά συμμετάσχουν μόνο μία φορά σέ διαδικασία ἀναθέσεως συμβάσεως δημοσίων έργων, ἐνῶ οἰ εργολήπτες πού εἶναι εγκατεστημένοι στό Λουξεμβούργο ἀσκούν ὅλες τίς συνήθεις οἰκονομικές δραστηριότητες τους βάσει τῆς ἐν λόγω ἀδείας καί, συνεπώς, τό γεγονός ὅτι ἡ ἰσχύς του διαρκεί μόνο δύο έτη δέν έχει γι' αὐτούς τήν 'ίδια σημασία πού έχει γιά τους ἀλλοδαπούς εργολήπτες.
Κατά τήν γνώμη μου, δέν ευσταθεί, ἐξ άλλου, ὁ ἰσχυρισμός τῆς κυβερνήσεως τοῦ Λουξεμβούργου, κατά τόν όποιο δέν ἀπαιτείται παρά μόνο ἡ εκπλήρωση ἁπλών διατυπώσεων, πού δέν δημιουργούν ιδιαίτερα προσκόμματα. Ἀκόμη καί ὅταν δέν γίνεται δεκτή ἡ άποψη ὅτι οἱ περιορισμοί στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών καταργούνται ἀνεξάρτητα ἀπό τόν βαθμό τῆς σοβαρότητός τους, δυσχερώς δύναται νά υποστηριχθεῖ ὅτι τά βάρη πού επιβάλλονται μέ τήν ἀπαίτηση μιας ἀδείας εγκαταστάσεως εἶναι εντελώς ἀσήμαντα καί δέν δύνανται μέ κανέναν τρόπο νά ἀποθαρρύνουν τους ἀλλοδαπούς ἐργολήπτες νά συμμετάσχουν σέ διαδικασίες ἀναθέσεως δημοσίων ἔργων.
γ)
Τέλος, δύναται επίσης νά ύπομνησθεῖ τό ήδη ἀναφερθέν άρθρο 28 τῆς οδηγίας 71/305 πού άφορᾶ τους τηρούμένους άπό τά Κράτη μέλη επισήμους καταλόγους ἀνεγνωρισμένων εργοληπτῶν. Κατά τήν παράγραφο 2 τοῦ ἄρθρου αύτοθ, οἱ ἐργολήπτες πού εἶναι ἐγγεγραμμένοι στους ἐν λόγω καταλόγους δύνανται, έπ' ευκαιρία κάθε συμβάσεως, νά υποβάλλουν στην αναθέτουσα ἀρχή πιστοποιητικό ἐγγραφῆς εκδοθέν ἀπό τήν ἁρμοδία ἀρχή. Τό πρῶτο εδάφιο τῆς παραγράφου 3 ὁρίζει ὅτι ή έγγραφη στους ἀνωτέρω καταλόγους, πιστοποιουμένη ἀπό τους ἁρμοδίους ὀργανισμούς, συνιστά, έναντι τῶν ἀναθετουσών ἀρχῶν τῶν άλλων Κρατών μελών, τεκμήριο καταλληλότητος γιά ἔργα πού ἀντιστοιχούν στην κατάταξη τοῦ έργολήπτου κατά τήν έννοια τῶν άρθρων 23, περιπτώσεις α μέχρι δ καί ζ, 24, 25, περιπτώσεις β καί γ καί 26, περιπτώσεις β καί δ. Σύμφωνα μέ τό δεύτερο εδάφιο τῆς παραγράφου 3, οἱ πληροφορίες πού δύνανται νά συναχθούν άπό τήν έγγραφη στους επισήμους καταλόγους δέν δύνανται νά τεθοῦν ύπό ἀμφισβήτηση. Τό τρίτο εδάφιο τῆς παραγράφου 3 προβλέπει περαιτέρω ὅτι οἱ ἀναθέτουσες ἀρχές τῶν άλλων Κρατών μελών ἐφαρμόζουν τίς προηγούμενες διατάξεις μόνο πρός όφελος εργοληπτών πού είναι εγκατεστημένοι στην χώρα ἡ ὁποία έχει καταρτίσει τόν ἐπίσημο κατάλογο.
Ἐλέχθη κατά τήν διαδικασία ὅτι τέτοιοι κατάλογοι υφίστανται τόσο στην 'Ιταλία ὅσο καί στό Βέλγιο. Στην δεύτερη αυτή χώρα ἡ έγγραφη ρυθμίζεται ἀπό έναν νόμο της 14ης 'Ιουλίου 1976, ὁ όποϊος προσηρ-μόσθη στίς διατάξεις τῆς ὁδηγίας καί σύμφωνα μέ τόν όποιο τά κριτήρια πού εφαρμόζονται εἶναι τά καθοριζόμενα άπό τήν οδηγία, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τά κριτήρια έντιμότητος τοῦ ἄρθρου 23. Ἐλέχθη επίσης ὅτι ἡ προσφεύγουσα στην κυρία δίκη έχει εγγραφεί σέ τέτοιο κατάλογο καί ὅτι προσεκόμισε στίς ἀναθέτουσες ἀρχές τοῦ Λουξεμβούργου ένα πιστοποιητικό έγγραφῆς κατά τήν έννοια 'τοῦ ἄρθρου 28 παράγραφος 2 τῆς ὁδηγίας.
Ἀν αυτά εἶναι αληθή — ἡ διαπίστωση τους δέ ἀπόκειται στό δικαστήριο πού επελήφθη τής κυρίας δίκης —, τότε δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι ἡ κατά γενικό τρόπο, δηλαδή χωρίς προσδιορισμό ειδικότερων όρων, ἐπιβαλλομένη ἀπό τό δίκαιο τοῦ Λουξεμβούργου προϋπόθεση λήψεως ἀδείας εγκαταστάσεως, ἡ χορήγηση τῆς ὁποίας εξαρτάται ἀποκλειστικώς καί μόνο ἀπό τήν ἐξέταση τῆς έντιμότητος τοῦ αίτοθντος, δέν είναι νόμιμη. Πράγματι, ἡ επιβολή τῆς ἀντιβαίνει πρός τό άρθρο 28 παράγραφος 3, τό όποιο ὁρίζει ὅτι ἡ πιστοποιουμένη έγγραφη στους επισήμους καταλόγους συνιστά τεκμήριο περί τοῦ ὅτι πληρούνται οἱ προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 23, περιπτώσεις α μέχρι δ καί ζ. Ἐπί πλέον, ἀντίκειται στό δεύτερο εδάφιο τοῦ ἄρθρου 28 παράγραφος 3, κατά τό ὁποίο οἱ πληροφορίες πού δύνανται νά συναχθούν ἀπό τήν έγγραφη στους επισήμους καταλόγους δέν δύνανται νά τεθούν ύπό ἀμφισβήτηση, δύνανται δέ νά ζητηθούν πρόσθετα πιστοποιητικά μόνο ὅσον άφορα τήν καταβολή τῶν εισφορών κοινωνικής ἀσφαλίσεως.
Ή έγγραφη τῆς προσφευγούσης σέ έναν επίσημο βελγικό κατάλογο καί ἡ προσκόμιση έκ μέρους τῆς τοῦ σχετικοῦ πιστοποιητικοί) σύμφωνα μέ τήν ὁδηγία 71/305 άρκοθν, συνεπώς, γιά νά δικαιούται νά συμμετάσχει σέ μία διαδικασία ἀναθέσεως μιᾶς συμβάσεως δημοσίων έργων καί, επομένως, γιά τά περιστατικά πού καλύπτει τό πιστοποιητικό δέν δύνανται νά ζητηθοθν πρόσθετες έγγραφες ἀποδείξεις, ὁπως πχ. ή άδεια ἐγκαταστάσεως πού προβλέπεται ἀπό τό δίκαιο τοῦ Λουξεμβούργου.
3.
Τό δεύτερο ἐρώτημα πού ὑπεβλήθη άπό τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας τοῦ Λουξεμβούργου ἀναφέρεται στό άρθρο 29 παράγραφος 5 τῆς ὁδηγίας 71/305, τό όποιο έχει ως έξης:
«Ἀν γιά μία συγκεκριμένη σύμβαση οἱ προσφορές εἶναι έκδηλα υπερβολικά χαμηλές σέ σχέση μέ τό έργο, ἡ αναθέτουσα ἀρχή ἐξακριβώνει τήν σύνθεση τους πρίν ἀποφασίσει τήν ἀνάθεση τοῦ έργου. Λαμβάνει ύπ' ὄψη τό ἀποτέλεσμα τῆς έν λόγω εξακριβώσεως.
Πρός τόν σκοπό αυτόν ἡ ἀναθέτουσα ἀρχή ζήτα ἀπό τόν προσφέροντα νά προσκομίσει τά ἀναγκαία δικαιολογητικά καί τοῦ υποδεικνύει ἐνδεχομένως ποιά ἀπό αυτά θεωρεί ἀπαράδεκτα.
...»
Πρέπει ἐν προκειμένω νά ερευνηθεί τό ζήτημα ἄν ἡ ἀνωτέρω διάταξη συνεπάγεται υποχρέωση τῆς ἀναθετούσης ἀρχής νά ζητεί εξηγήσεις ἀπό τόν προσφέροντα, ή προσφορά τοῦ ὁποίου εἶναι υπερβολικά χαμηλή, πρίν ελέγξει τά στοιχεία πού τήν συνθέτουν καί πρίν ἀποφασίσει τήν ἀνάθεση τοῦ έργου ἡ μήπως ἡ ἀναθέτουσα ἀρχή έχει τήν διακριτική εξουσία νά μή εφαρμόσει τήν διάταξη αυτή ὅταν δέν κρίνει χρήσιμο νά ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες. Τό ζήτημα αυτό ἀνέκυψε διότι τό καθ' οὗ στην κυρία δίκη ἐστήριξε τήν ἐκτίμηση του, ὅσον άφορα τήν προσφορά τῆς αἰτούσης, στό άρθρο 32 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Μεγάλου Δουκάτου τῆς 6ης Νοεμβρίου 1974, μέ τόν όποιο ἐσκοπεῖτο νά μεταφερθεί στό δίκαιο τοῦ Λουξεμβούργου ἡ προαναφερθείσα διάταξη τῆς ὁδηγίας. Σύμφωνα μέ τό άρθρο αυτό, μία προσφορά δέν λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψη ἄν ή τιμή πού ἀναφέρει εἶναι τόσο χαμηλή ἐν σχ̥σει. πρός τά προσφερόμενα έργα «qu'il ne permet pas de s'attendre raisonnablement à une exécution impeccable» [ώστε δέν εἶναι εύλογο νά ἀναμένεται ἡ άψογη εκτέλεση τοῦ έργου]. Πλην αὐτοῦ, προβλέπεται μόνο ὅτι, ὅταν μία προσφορά φαίνεται «ύποπτη» ή ἀμφισβητείται ἀπό έναν άλλον προσφέροντα, ζητείται ἀπό τόν εργολήπτη πού υπέβαλε τήν προσφορά αυτή «à présenter sans retard les détails de son analyse des prix d'unité suivant les éléments de calcul du prix de revient énumérés à l'article 12 sous 1 à 7 ou suivant schéma à lui communiqué par le commettant». Δεδομένου ὅτι οἱ διατάξεις αυτές δέν ἀποτελοῦν προφανῶς μία ἀκριβή μεταφορά τοῦ ἄρθρου 29 τῆς ὁδηγίας 71/305, τό εθνικό δικαστήριο, εκκινώντας προφανώς (καί ὀρθώς) ἀπό τήν σκέψη ὅτι ή ἐν λόγω διάταξη τῆς ὁδηγίας αυτής έχει ἀπ᾽ ευθείας εφαρμογή καί υπερισχύει τοῦ εθνικού δικαίου, έρωτᾶ τἱ συνάγεται σχετικά μέ τό θέμα αυτό ἀπ᾽ ευθείας ἀπό τήν ὁδηγία.
Κατά τήν γνώμη μου, ἀπό αυτό τοῦτο τό γράμμα τῆς διατάξεως, ἰδίως δέ ἀπό τήν χρήση τῆς οριστικής ἐγκλίσεως, προκύπτει σαφώς ὅτι ἡ ἀναθέτουσα ἀρχή υποχρεοῦται νά ελέγχει τά στοιχεία πού συνθέτουν τήν προσφορά πρίν ἀποφασίσει τήν ἀνάθεση, νά ζητεί ἀπό τόν προσφέροντα τά κατάλληλα δικαιολογητικά, νά λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψη τά δικαιολογητικά αυτά καί νά τοῦ υποδεικνύει ποιά ἀπό αυτά θεωρεί ἀπαράδεκτα. Αυτή τήν άποψη φαίνεται ὅτι ἐδέχθη τό βελγικό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας ἐν σχέσει πρός ανάλογη διάταξη τοῦ βελγικού δικαίου, θεσπισθείσα κατ' εφαρμογή τῆς ὁδηγίας (άρθρο 25 τοῦ βελγικοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 22ας Ἀπριλίου 1977). Ἐξ άλλου, δέν βλέπω πώς εἶναι δυνατόν νά δικαιολογηθεί — βάσει, πχ., τοῦ πνεύματος τῆς ὁδηγίας — ἡ διάκριση μεταξύ «συνήθων» καί ἀσυνήθων καταστάσεων, κατά τίς όποιες δέν κρίνεται ἀναγκαίο νά ζητηθούν ἐξηγήσεις γιά τόν λόγο ὅτι οἱ τιμές πού περιέχονται στην προσφορά ἀντιπροσωπεύουν ένα κλάσμα μόνο τῶν συνήθων κοστολογικών στοιχείων καί ως ἐκ τούτου δέν έχουν καμμία σχέση μέ τήν πραγματικότητα. 'Ως πρός τό σημείο αυτό, δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι μία κατάσταση πού ἐκ πρώτης ὄψεως εμφανίζεται ἀσυνήθης ενδέχεται νά προκαλέσει διαφορετική εντύπωση, ὅταν έλθουν στό φῶς οἱ πραγματικές περιστάσεις ὑπό τίς ὁποίες γίνεται ἡ προσφορά καί οἱ ὁποίες είναι συχνά γνωστές μόνο στον προσφέροντα. Ἐπιπροσθέτως, δέν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι μία διάταξη, πού ἐπιβάλλει μία υποχρέωση μερίμνης καί πού έχει σκοπό νά παράσχει διαδικαστικές εγγυήσεις γιά τήν προστασία τῶν προσφερόντων, πρέπει νά ἑρμηνεύεται αυστηρώς. Ή ἀσφάλεια τοῦ δικαίου ἀπαιτεί τήν θέσπιση σαφών κριτηρίων καί, κατά συνέπεια, δυσχερώς δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι επιτρέπεται κατ' εξαίρεση νά ἀγνοούνται τά κριτήρια αὐτά ἐπί τῆ βάσει ἀορίστων ἐννοιῶν, ὅπως ή ἔννοια τῆς «συνήθους καταστάσεως» ή τοῦ ἐξωπραγματικοῦ χαρακτῆρος, άποψη πού θά Ισοδυναμούσε πρός τήν μετατροπή μιας σαφοῦς υποχρεώσεως σέ μία διακριτική εξουσία.
4.
Προτείνω, συνεπώς, τίς ἀκόλουθες ἀπαντήσεις στά προδικαστικά ἐρωτήματα πού υπέβαλε τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας τοῦ Λουξεμβούργου:
α)
Ἀντίκειται πρός τίς διατάξεις τῶν ὁδηγιῶν 71/304 καί 71/305 τό νά ἀπαιτεί ή ἀναθέτουσα ἀρχή, ως προϋπόθεση τῆς κατακυρώσεως τοῦ έργου σέ προσφέ-ροντα εγκατεστημένο σέ άλλο Κράτος μέλος, νά εἶναι ὁ προσφέρων κάτοχος ἀδείας εγκαταστάσεως εκδοθείσης ἀπό τήν κυβέρνηση τοῦ Κράτους μέλους στό όποιο πρόκειται νά γίνει ἡ κατακύρωση.
β)
Ειδικότερα, τέτοια άδεια εγκαταστάσεως δέν δύναται να ἀπαιτηθεί ἄν ὁ προσφέρων εἶναι εγγεγραμμένος στην πατρίδα του σέ επίσημο κατάλογο κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 28 τῆς ὁδηγίας 71/305 καί προσκομίζει προς ἀπόδειξη τῆς έγγραφῆς αυτής ένα πιστοποιητικό έγγραφῆς κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 28 παράγραφος 2 τῆς ὁδηγίας, τό ὁποιο ἀποτελεί τεκμήριο ὅτι πληροῦνται οἱ προϋποθέσεις ἀπό τίς όποιες εξαρτάται ἡ χορήγηση μιᾶς ἀδείας εγκαταστάσεως.
γ)
Τό άρθρο 29 παράγραφος 5 τῆς ὁδηγίας 71/305 επιβάλλει στην ἀναθέτουσα ἀρχή τήν υποχρέωση νά ζητεί ἀπό τόν προσφέροντα, οἱ προσφορές τοῦ ὁποίου, κατά τήν γνώμη της, εμφανίζονται κατά έκδηλο τρόπο υπερβολικά χαμηλές ἐν σχέσει πρός τό προσφερόμενο έργο, νά δικαιολογεί τίς τιμές αυτές πρίν ελέγξει τά στοιχεία πού τίς συνθέτουν καί πρίν ἀποφασίσει τήν ἀνάθεση τοῦ έργου.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy