ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Ἡ υπόθεση Baccini ἀποδεικνύει ὅτι τά μέτρα πού προβλέπονται στό άρθρο 51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ὑπέρ τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εργαζομένων καί προσδιορίζονται σήμερα κυρίως στόν κανονισμό 1408/71 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/001, σ. 73, κωδικοποιημένη ἔκδοση είς JO 1980, C 138, σ. 1), ὁ όποιος ἀποβλέπει στόν συντονισμό ή στην σύνδεση τῶν ἐθνικῶν συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, δέν καταλήγουν πάντοτε, κατά τήν εφαρμογή τους ἀπό τά Κράτη μέλη, στά ἐπιθυμητά ἀποτελέσματα. Μέ την κατά γράμμα εφαρμογή τῆς νομοθεσίας δύο Κρατών μελών ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται ἐν προκειμένω, μέ την άρνηση νά ληφθοῦν ὑπ᾽ οψη οἱ ἀναπόφευκτες καθυστερήσεις πού ὀφείλονται στίς διοικητικές διαδικασίες, κυρίως δέ στό πλαίσιο τῆς διεθνοῦς συνεργασίας μεταξύ μεγάλου ἀριθμοῦ διοικητικῶν υπηρεσιών, καί μέ ερμηνείες τοῦ κοινοτικού δικαίου ἀπολύτως κατανοητές καθ' εαυτές, έστω καί ἄν υπόκεινται σέ προσβολή ενώπιον τῶν δικαστηρίων, έχει προκύψει στην παρούσα υπόθεση ἕνα ἀποτέλεσμα, γιά τό όποιο ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς δικαίως είπε, κατά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση, ὅτι θυμίζει τά μυθιστορήματα τοῦ Κάφκα. Όντως, λόγω αὐτοῦ τοῦ συνδυασμού τῶν διαφόρων παραγόντων, ἡ σύνδεση τῶν συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως είχε ὡς συνέπεια, στην παρούσα υπόθεση, νά μή δυνηθεί ἡ Baccini νά διατηρήσει ἡ καί νά αυξήσει τίς εθνικές παροχές, ὅπως επιδιώκεται μέ τό άρθρο 51. 'Αντιθέτως, εὑρίσκεται σέ μία οικονομική κατάσταση σαφώς χειρότερη ἀπό αυτή στην ὁποία θά εὑρίσκετο ἄν ἐφηρμόζετο μόνο τό βελγικό δίκαιο, χωρίς συνεπώς νά εφαρμοσθεί καθόλου τό κοινοτικό δίκαιο. Δεν εἶναι δυνατόν αυτός νά ήταν ὁ σκοπός τόν όποιο επεδίωκε ὁ κοινοτικός νομοθέτης κατά τήν θέσπιση τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, παρά τό γεγονός ὅτι αυτή ἡ διαπίστωση δέν ἀρκεῖ ἀφ᾽ ἐαυτής γιά νά εξαχθεί τό συμπέρασμα ὅτι τό οὕτως τιθέμενο πρόβλημα δύναται νά ἐπιλυθεί ἀπό τό Δικαστήριο. Ούτε άλλωστε ὁ κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε εγκαίρως ὅτι ἠδύναντο νά ἀναφανοῦν πρακτικές δυσχέρειες ὅπως αυτές πού μας ἀπασχολούν σήμερα. Πράγματι, μόνο γιά τό μέλλον ἀπέτρεψε πλέον τήν ἐπανάληψη τόσο παραλόγων συνεπειών ἀπό τά μέτρα εκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 51 της συνθήκης ΕΟΚ, θεσπίζοντας τόν κανονισμό 2793/81, τῆς 29ης Σεπτεμβρίου 1981 (ΕΕ 1981, L 275, σ. 1). Τό πρόβλημα πού καλεῖσθε νά επιλύσετε σήμερα εἶναι ἄν εἶναι δυνατόν νά εξευρεθεί, βάσει ερμηνείας τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου πού ίσχυε μέχρι τήν ημερομηνία εφαρμογής τοῦ τελευταίου ἀναφερθέντος κανονισμοῦ, ικανοποιητική λύση τῶν δημιουργηθέντων προβλημάτων καί γιά τήν προηγούμενη αυτή περίοδο, ἡ ὁποία νά ἀνταποκρίνεται στους σαφείς σκοπούς τοῦ ἄρθρου 51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ ἄν τό κοινοτικό δίκαιο, ὅπως είχε διατυπωθεῖ στό τότε ἰσχῦον κείμενο, συνιστά εμπόδιο σέ μία τέτοια λύση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ἡ λύση πρέπει νά αναζητηθεί στό ἐθνικό δίκαιο τῶν ενδιαφερομένων Κρατών μελών. 'Αν καί δέν έχετε ἁρμοδιότητα νά ἑρμηνεύετε τό εσωτερικό δίκαιο τῶν Κρατών μελών, θά προβώ πάντως, γιά τόν λόγο αυτό, άλλά κυρίως γιά τήν ὀρθή κατανόηση τῶν προβλημάτων πού παρουσιάζουν τά πραγματικά περιστατικά τῆς παρούσης ὑποθέσεως, στην εξέταση τοῦ βελγικοῦ καί τοῦ ἰτα-λικοῦ δικαίου, τά όποια εφαρμόζονται ἐν προκειμένω. Ή ἀνάλυση τῶν ἐν λόγω νομοθεσιών θά καταδείξει κατ' ἀρχάς μέν ὅτι τό πρόβλημα πού σᾶς παρεπέμφθη προέρχεται, μεταξύ άλλων, άλλά όχι ἀποκλειστικώς, ἀπό τό ἐν ἰσχύϊ βελγικό καί ιταλικό δίκαιο, καθώς καί ἀπό τήν ερμηνεία τους ἀπό τίς ἁρμόδιες εθνικές ἀρχές. Ἐπί πλέον, θά φανεί σαφώς ὅτι ἡ λύση τοῦ προβλήματος εἴτε βάσει τοῦ βελγικοῦ δικαίου εἴτε βάσει τοῦ ἰταλικοῦ δικαίου, ενδεχομένως δέ καί χωρίς συμπληρωματική εφαρμογή τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, δέν θά ήταν ἴσως ἀδύνατη καθ' εαυτή. Ἐν τούτοις, ακόμη καί σέ αυτή τήν περίπτωση, μόνο βάσει τῶν κοινοτικών διατάξεων εἶναι δυνατόν νά προσδιορισθεί τό εσωτερικό δίκαιο σύμφωνα μέ τό όποιο πρέπει νά επιλυθεί τό πρόβλημα. 'Επί πλέον, δεδομένου ὅτι τά ερωτήματα πού σᾶς παρε-πέμφθησαν ἀναφέρονται ἀποκλειστικώς στό κοινοτικό δίκαιο, τό Δικαστήριο δέν δύναται νά ἀποφύγει νά προβεί σέ λεπτομερέστερη ερμηνεία του, ὅσον άφορᾶ ὑποθέσεις ὅπως αυτή ἐπί τῆς ὁποίας ἐγκύπτουμε σήμερα. Τέλος, ἡ ερμηνεία τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου εἶναι επιθυμητή μεταξύ άλλων καί ἐπειδή ἡ ἀνάλυση τῆς ὑποθέσεως ἀποδεικνύει ὅτι τελικώς τό πρόβλημα τίθεται ἀκριβώς λόγω τῆς υπάρξεως αὐτοῦ τοῦ δικαίου.
Κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας ἐφάνη σαφώς ὅτι ἡ υπόθεση πού σᾶς παρεπέμφθη δέν εἶναι μία μεμονωμένη περίπτωση. 'Από τίς πληροφορίες πού παρεσχέθησαν σχετικώς, φαίνεται ὅτι, μόνο στό Βέλγιο, περίπου σαράντα παρόμοιες υποθέσεις ἀναμένουν τήν λύση τῆς ὑποθέσεως Baccini. Ἐπί πλέον, ἡ 'Επιτροπή θεωρεί ὅτι ἀνάλογα προβλήματα θά τεθοῦν πιθανότατα καί στό μέλλον στίς σχέσεις μεταξύ άλλων Κρατών μελών, έκτος ἀπό αυτά τά όποια άφορᾶ ή παρούσα υπόθεση. Καί ἐγώ πιστεύω ὅτι αυτό θά συμβεί, καί τούτο ὄχι μόνο επειδή ή εξακολούθηση τῆς υπάρξεως τῆς σημερινῆς οικονομικῆς κρίσεως δύναται νά ὠθήσει καί άλλα Κράτη μέλη νά περιορίσουν τήν χορήγηση τῶν παροχών ἀνεργίας ὅταν οἱ δικαιούχοι λαμβάνουν άλλης φύσεως παροχές σέ άλλο Κράτος μέλος, οπως στην προκειμένη περίπτωση, άλλά καί επειδή τό — συμφυές πρός τήν σύνδεση τῶν εθνικών συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως — πρόβλημα τῆς ἐσωτερικής επικοινωνίας μεταξύ τῶν υπευθύνων γιά τήν εφαρμογή τῆς κοινοτικής νομοθεσίας άρχων, επικοινωνία πού ἀπαιτεί μερικές φορές πολύ χρόνο, δύναται επίσης νά τεθεί καί σέ άλλους τομείς τῆς κοινωνικής ἀσφαλίσεως. Νομίζω επίσης ὅτι ἡ παρούσα υπόθεση πρέπει νά ωθήσει τόν κοινοτικό νομοθέτη νά δώσει γενικώς περισσότερη προσοχή στίς δυσκολίες πού συνεπάγεται ὁ παράγων τοῦ χρόνου κατά τήν πρακτική εφαρμογή τοῦ συντονισμοῦ τῶν συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως. Ή παρούσα ὑπόθεση ἀποτελεί νέα περίπτωση, ὄχι μόνο επειδή επιτρέπει νά ἀναφανούν γιά πρώτη φορά, ἐξ ὅσων γνωρίζω, οἱ καταστροφικές συνέπειες τίς όποιες ἐνδεχομένως έχει ὁ παράγων χρόνος γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ ἀποτελεσματικοῦ συντονισμοῦ τῶν συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως, άλλά καί επειδή δέν σᾶς εἶχε δοθεί μέχρι τώρα ἡ ευκαιρία νά εγκύψετε στό πρόβλημα τῆς σωρεύσεως τῶν επιδομάτων ἀνεργίας καί τῶν παροχών λόγω ἀναπηρίας.
Ἡ φύση καί ἡ έκταση τοῦ προβλήματος ερμηνείας ἐν προκειμένω διατυπώνεται μέ γενικό τρόπο στά δύο προδικαστικά ερωτήματα πού σᾶς υπέβαλε τό Cour du travail τῆς Mons. Τά ἐρωτήματα αυτά έχουν ὡς έξῆς:
«1.
Τό άρθρο 51 τῆς συνθήκης τῆς Ρώμης καί οἱ κοινοτικοί κανονισμοί 1408/71 καί 574/72 έχουν μήπως τήν έννοια ὅτι συμβιβάζεται πρός τους σκοπούς τῆς συνθήκης ἡ ἀπαγόρευση πρός ἕνα διακινούμενο ἐργαζόμενο νά σωρεύσει ἐντός Κράτους μέλους τῆς Κοινότητος, τίς προϋποθέσεις τῆς νομοθεσίας τοῦ οποίου συγκεντρώνει ὅσον ἀφορᾶ τόν βαθμό ἀνικανότητος πού ἀμφισβητούν οἱ ἀρχές τοῦ κράτους αὐτοῦ, ένα επίδομα ἀνεργίας καί μία κατόπιν ἀναλογικοί) επιμερισμοί) χορηγούμενη σύνταξη ἀναπηρίας (νομοθεσία τύπου Β) πού βαρύνει άλλο κράτος καί πού ὀφείλεται λόγω ἀνικανότητος προς εργασία, ἡ ὁποία ἀνεγνωρίσθη ἀπό τίς ἀρχές τοῦ κράτους αὐτοῦ, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ δύο παροχές τῆς κοινωνικής ἀσφαλίσεως δέν καλύπτουν τήν ίδια ζημία καί παρά τό ὅτι τό ὕψος τῆς συντάξεως ἀναπηρίας εἶναι πολύ χαμηλότερο ἀπό τό επίδομα ἀνεργίας καί οἱ δύο ὑγειονομικές επιτροπές τῶν ἁρμοδίων φορέων έχουν διαφορετική ἀντίληψη ὅσον άφορᾶ τόν βαθμό ἀνικανότητος τοῦ ἐνδιαφερομένου;
2.
Όταν ένας εργαζόμενος λαμβάνει επίδομα λόγω ἀνικανότητος πρός εργασία δυνάμει τῆς νομοθεσίας ενός Κράτους μέλους (νομοθεσία τύπου Α) καί παροχές λόγω ἀναπηρίας (νομοθεσία τύπου Β) γιά τίς όποιες βαρύνεται ὁ φορέας ενός δευτέρου Κράτους μέλους δυνάμει τῶν εὐρωπαϊκών κοινοτικών κανονισμών, στην συνέχεια δέ ὁ ἐργαζόμένος αυτός δέν θεωρείται πλέον ἀνίκανος πρός ἐργασία ἀπό την αρμόδια ἀρχή τοῦ πρώτου κράτους καί δέν υπάγεται στην νομοθεσία περί ἀσφαλίσεως κατά ἀναπηρίας τοῦ ἀρμοδίου φορέως τοῦ κράτους αὐτοῦ, άλλα στην ἀσφάλιση κατά ἀνεργίας τοῦ ἀρμοδίου φορέως τοῦ ἐν λόγω πρώτου κράτους — εξακολουθεί ὅμως νά λαμβάνει την σύνταξη ἀναπηρίας τοῦ δευτέρου κράτους, δεδομένου ὅτι ἡ ἀρμοδία ἀρχή αὐτοῦ τοῦ κράτους δέν μετέβαλε τήν στάση τῆς — ὁ ἀρμόδιος φορεύς τοῦ πρώτου κράτους δύναται, βάσει των σκοπών τοῦ ἄρθρου 51 τῆς συνθήκης, νά προβάλει τό ἀσυμβίβαστο τῶν δύο διαφορετικῶν παροχών (επιδόματα ἀνεργίας καί παροχές συντάξεως ἀναπηρίας) καί νά ἐπικαλεσθεί τους εθνικούς κανόνες πού ἀπαγορεύουν τήν σώρευση τῶν παροχῶν, γιά νά μηδενίσει τίς παροχές ἀνεργίας; Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, ή κατάσταση αυτή μήπως δέν εἶναι ή ἴδια ἀποτέλεσμα τῆς χορηγήσεως τῆς παροχής ἀναπηρίας δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, κατά τρόπον ώστε ὁ ἐν λόγω κανονισμός νά μή έχει τό προστατευτικό ἀποτέλεσμα πού ἀναφέρεται στό άρθρο 51 τῆς συνθήκης καί νά εἶναι ἀντίθετος πρός τους ἀντικειμενικούς στόχους της;»
Ἄν καί ἀναφέρονται σέ διάφορες πλευρές τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, τά δύο αυτά ερωτήματα καταλήγουν ουσιαστικώς στό ζήτημα ἄν μία εθνική διάταξη περί ἀπαγορεύσεως τῆς σωρεύσεως συμβιβάζεται μέ τό άρθρο 51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τους κανονισμούς 1408/71 καί 574/72 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/001, σ. 138), ὅταν πρόκειται γιά δύο εντελώς διαφορετικές παροχές, ἀπό τίς όποιες ἡ μία στηρίζεται ἀποκλειστικώς καί μόνο στό εθνικό δίκαιο ἑνός Κράτους μέλους, ἐνῶ ἡ δεύτερη δύναται νά χορηγηθεί κατά τό εθνικό δίκαιο ἑνός άλλου' Κράτους μέλους, άλλά μόνο βάσει τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, μέ συνέπεια νά λαμβάνει ὁ εργαζόμενος μικρότερη παροχή ἀπό αυτή πού θά τοῦ κατεβάλλετο ἄν εἶχε εργασθεί ἀποκλειστικώς στό πρώτο Κράτος μέλος.
Παρά τό γεγονός ὅτι στό πλαίσιο τῆς παρούσης διαδικασίας έχει γίνει επίκληση καί άλλων επίσης διατάξεων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, σᾶς ζητείται κυρίως ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ κανονισμού 1408/71. Ειδικότερα πρόκειται γιά τήν ἑρμηνεία τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου πού ἀναφέρεται στην σώρευση παροχών διαφορετικής φύσεως, ή ὁποία ἀποτελεί καί τό ἀντικείμενο τῆς παρούσης υποθέσεως. Ἐκτός ἀπό τήν ἐν λόγω διάταξη, στην παρούσα διαδικασία έχουν ἀναφερθεί συγκεκριμένα καί τό άρθρο 40 τοῦ ίδιου κανονισμοῦ, καθώς καί τά άρθρα 36, 41 καί 44 τοῦ κανονισμοῦ 574/72, λόγω τοῦ υφισταμένου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τῆς εφαρμογής τῶν διατάξεων αυτών ἐν προκειμένω καί τῆς δημιουργίας τῆς διαφοράς. Τέλος, καλεῖσθε νά ερμηνεύσετε τό ίδιο τό άρθρο 51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὁ σκοπός τοῦ ὁποίου δύναται ενδεχομένως νά έχει σημασία γιά τήν ερμηνεία τῶν διατάξεων πού ἐξεδόθησαν σέ εκτέλεση του.
Όπως ἀνέφερα καί προηγουμένως, τό συγκεκριμένο πρόβλημα ἀνατρέχει επίσης στην πραγματική κατάσταση πού ἐδημιουργήθη ἀπό τήν σύνδεση τῶν σχετικών εθνικών συστημάτων καί ἀπό τό περιεχόμενο τῶν σχετικών εθνικών νομοθεσιών. Γιά νά τεθεί συνεπώς ἡ υπόθεση στίς σωστές διαστάσεις της, θά κάνω αρχικά μία ἐπισκόπηση τῶν κυρίων διοικητικών ενεργειών πού ενδιαφέρουν ἐν προκειμένω καί τῶν ἐπιπτώσεων τους στην δημιουργία τοῦ παρόντος προβλήματος. Στην συνέχεια, θά ἀναλύσω σέ βάθος τίς κυριότερες διατάξεις τοῦ ἐσωτερικοῦ βελγικοῦ δικαίου καί τοῦ ἐθνικοῦ ἰταλικοῦ δικαίου οἱ όποιες ενδιαφέρουν ἐν προκειμένω. Βάσει ἀκριβῶς αυτών τῶν διοικητικῶν καί νομικῶν περιστατικών θά ἀναλύσω στην συνέχεια, στό τελευταίο μέρος τῶν προτάσεων μου, τά ζητήματα κοινοτικοῦ δικαίου πού σᾶς παρεπέμφθησαν.
2. ΟΙ κυριότερες διοικητικές ενέργειες
Ἡ Baccini, ιταλικής ἰθαγενείας, εἰργάσθη διαδοχικώς στην Ἰταλία καί τό Βέλγιο στην τελευταία αύτη χώρα ἤσκησε τίς επαγγελματικές τῆς δραστηριότητες ἀπό τό 1962. Τήν 5η 'Ἰουλίου 1973 τῆς ἀνεγνωρίσθη στό Βέλγιο δικαίωμα ἐπί επιδόματος ἀναπηρίας. 'Αργότερα, εκρίθη πάλι ικανή πρός ἐργασία στην ἐν λόγω χώρα. Ή καταβολή τῶν παροχών λόγω ἀναπηρίας τοῦ βελγικοῦ δικαίου διεκόπη καί ἀντικατεστάθη, λόγω τῆς ἀνεργίας τῆς ενδιαφερόμενης, ἀπό τήν καταβολή επιδόματος ἀνεργίας. 'Η παροχή πού ἐχορηγεῖτο ἐπί πλέον κατόπιν ἀναλογικού επιμερισμού στην 'Ιταλία, δυνάμει τοῦ κανονισμού 1408/71, ἐξηκο-λούθησε νά καταβάλλεται ἐν τῶ μεταξύ δυνάμει τῆς ιταλικής νομοθεσίας ἀφ᾽ ἑνός, καί χάρις στόν παράγοντα τῆς «καθυστερήσεως» ἀφ᾽ ἑτερου. Ὅλα αυτά κατέληξαν, βάσει τῶν βελγικών διατάξεων περί ἀπαγορεύσεως τῆς σωρεύσεως, στην ἀνάκληση τοῦ βελγικού επιδόματος ἀνεργίας, τό όποιο ήταν σαφώς υψηλότερο ἀπό τίς ιταλικές παροχές, καί σέ ἀξίωση ἀποδόσεως τῶν επιδομάτων πού εἶχαν ήδη καταβληθεί.
Γιά νά σχηματισθεί ὅμως μία ιδέα τοῦ συνδυασμού τῶν σχετικών βελγικών καί ιταλικών διατάξεων καί τῶν σχετικών καθυστερήσεων, πού συνετέλεσαν στην δημιουργία τοῦ προβλήματος ἐν προκειμένω, θα ήταν ιδιαιτέρως διαφωτιστική ή λεπτομερέστερη επισκόπηση τῶν πραγματικών περιστατικών.
Φάαη Ι
Στίς 5 'Ιουλίου 1973 αναγνωρίζεται τό δικαίωμα τῆς Baccini ἐπί επιδόματος ἀναπηρίας τοῦ βελγικού δικαίου. Μετά δεκατέσσερις ὁλόκληρους μήνες, δηλαδή στίς 6 Σεπτεμβρίου 1974, ὁ ἁρμόδιος βελγικός φορέας τό 'Εθνικό 'Ιδρυμα 'Ασφαλίσεως 'Ασθενείας καί 'Αναπηρίας (τό INAMI), ενημέρωσε σχετικώς τόν ἀρμόδιο Ιταλικό φορέα (τό INPS ), κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμού 574/72. Περισσότερο ἀπό τρία χρόνια ἀργότερα, τήν 13η Σεπτεμβρίου 1977, τό INPS πληροφόρησε τήν Baccini ὅτι ἀπό τήν 1η Αυγούστου 1974 τῆς εἶχε επίσης χορηγηθεί ιταλική σύνταξη λόγω ἀναπηρίας βάσει ἀναλογικού επιμερισμού. Ή παροχή αὐτή ἐστηρίζετο ὁμοίως στίς διατάξεις τοῦ κοινοτικού δικαίου πού εφαρμόζονται σέ θέματα συνδυασμού τῶν ἐθνικών συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως. Ή καθυστερημένη ἀντίδραση τοῦ ἁρμοδίου ἰταλικοῦ φορέως ήταν ἐπίσης συνέπεια τῶν διευκρινίσεων πού τό INPS εἶχε ζητήσει ἀπό τόν βελγικό φορέα στίς 5 'Ιουνίου 1976. Ή συγκεκριμένη εφαρμογή τοῦ συνδυασμοί) αυτού τῶν δύο συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως ἀπήτησε, επομένως, περισσότερα ἀπό τέσσερα έτη γιά τήν ἀναγνώριση τῆς ἰταλικῆς παροχής. 'Οπως ἀνέφερα προηγουμένως, ἡ παρέλευση τόσο μακροῦ χρονικοῦ διαστήματος γιά τήν εφαρμογή τῆς διαδικασίας τοῦ συνδυασμού τῶν ἐθνικών συστημάτων έχει, σέ παρόμοιες περιπτώσεις, ὄχι μόνο ως συνέπεια νά ἀπολέσει κατά πολύ τό κοινοτικό δίκαιο τό πρακτικό του ενδιαφέρον γιά τους ενδιαφερομένους, άλλά καί ἡ ἀναδρομική ἰσχύς τῆς ἀποφάσεως περί χορηγήσεως τῆς παροχής στίς περισσότερες περιπτώσεις πολύ λίγη, ἄν ὄχι καμμία, επίδραση δύναται νά ἔχει ἐπί τοῦ ἀνησυχητικού αυτού ἀποτελέσματος.
Φάση 2
'Από τίς 28 'Απριλίου 1975 έως τίς 4 'Ιουνίου 1975 ἡ Baccini εκρίθη στό Βέλγιο ἱκανή προς ἀνάληψη ἐκ νέου εργασίας, πράγμα πού στην χώρα αὐτή εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν μετατροπή τῶν παροχών ἀναπηρίας σέ επιδόματα ἀνεργίας, ἐπί ὅσο χρονικό διάστημα ἡ ενδιαφερόμενη παρέμενε χωρίς ἀπασχόληση. Ἡ φάση αυτή δέν παρουσιάζει ενδιαφέρον γιά τήν παρούσα υπόθεση, ἐξ ὅσων προκύπτουν ἀπό τήν δικογραφία.
Φάσεις 3 καί 4
Στίς 5 'Ιουνίου 1975 ἡ Baccini εκρίθη ἐκ νέου ὡς ἀνίκανη πρός ἐργασία στό Βέλγιο. Ἐξ αυτού τον) λόγου ελάμβανε ἐπίδομα ἀναπηρίας στην χώρα αυτή μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1977, ὁπότε εκρίθη πάλι ἱκανή πρός ἐργασία. Τό επίδομα ἀναπηρίας, γιά μιά ἀκόμη φορά, μετετράπη σέ επίδομα ἀνεργίας. Ἐξ ὅσων εἶναι δυνατόν νά συναχθοῦν ἀπό την δικογραφία, ὁ Ιταλικός φορέας, τό INPS, ἐνημερώθη μόλις την 23η 'Ιουνίου 1977, δηλαδή δύο έτη ἀργότερα, ἀπό τόν βελγικό φορέα περί τού ὅτι ή ενδιαφερόμενη τήν 5η 'Ιουνίου 1975 εἶχε κριθεί ἀνίκανη πρός εργασία, τήν 17η 'Οκτωβρίου 1977 ἤ τήν 17η 'Οκτωβρίου 1978 δέ (καί οἱ δύο ημερομηνίες ἀναφέρονται στην δικογραφία) περί τοῦ ὅτι ή ενδιαφερομενη εἶχε κριθεί ικανή πρός ἀνάληψη ἐργασίας.
Τό ἁρμόδιο ιταλικό προξενείο στό Βέλγιο πληροφόρησε πάντως τό INPS, τήν 28η 'Απριλίου 1978, γιά τό τελευταίο αυτό περιστατικό, κατόπιν αιτήσεως τῆς ενδιαφερομενης, καί τοῦ ζήτησε νά τό τηρήσει ενήμερο γιά τίς συνέπειες τοῦ γεγονότος αἰτοῦ ἐπί τῶν ιταλικῶν παροχών.
Φάση 5
Στίς 8 Δεκεμβρίου 1978 οἱ βελγικές ἀρχές ἀπεφάσισαν, βάσει τῶν διατάξεων τους περί ἀπαγορεύσεως τῆς σωρεύσεως, καί, προφανώς, χωρίς νά περιμένουν τήν ἀντίδραση τῶν ιταλικών άρχῶν στίς γνωστοποιήσεις πού τους είχαν γίνει, νά μή καταβάλλουν πλέον τό επίδομα ἀνεργίας στην Baccini καί νά τῆς ζητήσουν τήν ἀπόδοση τῶν παροχών πού τῆς εἶχαν ήδη καταβάλει.
Φάση 6
'Επιχειρώντας νά περιορίσει, τουλάχιστον χρονικά, τίς καταστροφικές συνέπειες τοῦ συνδυασμού κοινοτικού καί ἐθνικοῦ δικαίου σέ πρακτικό ἐπίπεδο, ἡ Baccini ζήτησε ἀπό τό INPS (Ἰταλία), τήν 11η Δεκεμβρίου 1978, νά παύσει νά τῆς καταβάλλει τίς παροχές τοῦ ιταλικού δικαίου. Ἐκ τῶν υστέρων φαίνεται ὅτι θά ήταν ίσως προτιμότερο νά ζητούσε τήν ἀνάκληση τῶν ιταλικών παροχών ἀναδρομικώς ἀπό τήν 1η Σεπτεμβρίου 1977, δηλώνοντας ὅτι ήταν διατεθειμένη νά ἐπιστρέψει τίς παροχές πού εἶχε λάβει κατά τήν περίοδο αυτή. Δέν δύναται, πάντως, νά τῆς προσαφθεί πραγματικά τό ὅτι δέν ἐνήργησε κατ' αυτό τόν τρόπο. 'Οπως θά καταδειχθεί καί στην συνέχεια τῶν προτάσεων μου, ἡ χορήγηση καί ἡ ἀνάκληση τῶν παροχών στην 'Ιταλία σέ παρόμοιες περιπτώσεις γίνεται αυτεπαγγέλτως, δέν ἀπαιτεῖται δέ καμμία ἐνέργεια τῶν ενδιαφερομένων. Στίς 22 Μαΐου 1980, τό INPS πληροφόρησε τήν Baccini ὅτι εἶχε παύσει τήν καταβολή τῶν παροχών ἀπό τήν 1η Φεβρουαρίου 1980. Στίς 18 Σεπτεμβρίου 1981, τό Συμβούλιο ἐθέσπισε τόν κανονισμό 2793/81, περί τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, ὁ όποιος, μεταξύ άλλων, έθετε τέρμα στην ἀναγνώριση τῆς συμφωνίας τῶν ὅρων ἀναπηρίας γιά τό Βέλγιο καί τήν 'Ιταλία. Τό πραγματικό πρόβλημα πού ετίθετο γιά τήν Baccini παρέμενε, επομένως, χωρίς λύση γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου 1977 έως 1η Φεβρουαρίου 1980. Κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου αυτής, εισέπραξε ἀσφαλώς τίς χαμηλές ιταλικές παροχές, όφειλε, ὅμως, γιά τήν ίδια αυτή περίοδο νά επιστρέψει τά επιδόματα ἀνεργίας τού βελγικού δικαίου, τά όποια ήταν κατά πολύ ¿ψηλότερα. Ή σύνδεση τῶν ἐθνικών συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως κατέληξε συνεπώς, στην περίπτωση της, στό αἴτημα τοῦ ἀρμοδίου βελγικού φορέως περί επιστροφής, τό όποιο εὑρίσκετο σέ οικονομική ἀδυναμία νά ἀντιμετωπίσει.
Γιά νά γίνει πλήρως κατανοητή ἡ επίδραση πού εἶχαν οἱ εθνικές νομοθεσίες τοῦ Βελγίου καί τῆς 'Ιταλίας στό ἀποτέλεσμα αυτό, πού ἡ 'Επιτροπή χαρακτήρισε ὡς παράλογο, θά κάνω κατ᾿ ἀρχάς μία επισκόπηση τῶν σημαντικότερων ἐθνικών διατάξεων, οἱ όποιες εφαρμόζονται ἐπί τοῦ θέματος. Τήν επισκόπηση αὐτή θά συμπληρώσω μέ ὁρισμένες σκέψεις ὡς πρός τίς δυνατότητες ενδεχομένης επιλύσεως βάσει τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου εἴτε τοῦ Βελγίου εἴτε τῆς 'Ιταλίας των προβλημάτων τῆς Baccini καί τῶν ἀναλόγων προβλημάτων πού ἀντιμετωπίζουν καί άλλοι 'Ιταλοί εργαζόμενοι στό Βέλγιο.
3. Οἱ κυριότερες διατάξεις ἐθνικοῦ δικαίου πού έχουν εφαρμογή ἐν προκειμένω
3.1. Ἡ βελγική νομοθεοία
Οἱ βελγικές παροχές λόγω πρωτογενοῦς ἀνικανότητος πρός εργασία καί ἀναπηρίας στηρίζονται στόν νόμο τῆς 9ης Αυγούστου 1963, περί θεσπίσεως καί ὀργανώσεως συστήματος υποχρεωτικής ἀσφαλίσεως κατά ἀσθενειῶν καί αναπηρίας. Ό νόμος αυτός συνιστά νομοθεσία τύπου Α, ὅπως ὀρθώς αναφέρει καί τό παραπέμπον δικαστήριο στό δεύτερο ερώτημα του. Ό διαχωρισμός τῆς νομοθεσίας περί ἀναπηρίας σέ νομοθεσία τύπου Α καί νομοθεσία τύπου Β ἀνατρέχει, ὡς γνωστό, στον κανονισμό 3/58, οἱ ειδήμονες ὅμως ἐξακολουθοῦν νά χρησιμοποιοῦν τήν διάκριση αυτή στόν τομέα αυτό.
Στην νομοθεσία τύπου Α, τό ὕψος τῶν παροχών εἶναι καθορισμένο καί εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπό τήν διάρκεια τῶν ἀσφαλιστικών περιόδων τῶν ενδιαφερομένων. 'Εξ άλλου, ἀπό τά άρθρα 46 καί 50 τοῦ βελγικοῦ νόμου συνάγεται ὅτι τόσο τό επίδομα πρωτογενοῦς ἀνικανότητος, τῆς ὁποίας ἡ μεγίστη διάρκεια καθορίζεται σέ ἕνα έτος, ὅσο καί τό μετέπειτα επίδομα ἀναπηρίας καταβάλλονται μόνο ἐφ᾽ ὅσον διαρκεί ἡ ἀνικανότης πρός εργασία. Κατά τό άρθρο 51 τοῦ νόμου, τό υγειονομικό συμβούλιο ἀναπηρίας βεβαιώνει, βάσει εκθέσεως τοῦ ἰατροῦ-συμβούλου τοῦ ἀσφαλιστικοῦ φορέως, τόν βαθμό ἀναπηρίας καί καθορίζει τήν διάρκειά της. Δυνάμει τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 51, ὁ ἰατρός-σύμβουλος ἡ ὁ ἐπιθεωρητής-ἰατρός, κατόπιν αιτήσεως τοῦ πρώτου, δύνανται νά βεβαιώσουν τήν λήξη τῆς ἀναπηρίας. Οἱ δυσκολίες τῆς Baccini ὀφείλονται κυρίως στό γεγονός ὅτι ἡ βεβαίωση τῆς ικανότητός της πρός εργασία στό Βέλγιο τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1977, επέφερε, μεταξύ άλλων, λόγω καί τοῦ παράγοντος τοῦ χρόνου, τήν ἀνάκληση τῆς ιταλικής συντάξεως ἀναπηρίας μόλις τό 1980.
'Εκτός ἀπό τήν νομοθεσία περί ἀσθενείας καί ἀναπηρίας, στην παρούσα διαδικασία επέδρασε σημαντικά καί τό βελγικό βασιλικό διάταγμα τῆς 20ής Δεκεμβρίου 1963, περί ἀπασχολήσεως καί ανεργίας. Κατά τό άρθρο 141 τρίτο ἐδάφιο τοῦ βασιλικού διατάγματος, «δέν δικαιοῦται επιδομάτων ἀνεργίας λόγω ἀνικανότητος πρός ἐργασία ὁ εργαζόμενος ὁ ὁποῖος λαμβάνει επιδόματα δυνάμει ἀλλοδαποῦ συστήματος ἀσφαλίσεως κατά ἀσθενείας-ἀναπηρίας λόγω ἀνικανότητος πρός ἐργασία πού δέν οφείλεται σέ εργατικό ἀτύχημα ἡ σέ επαγγελματική ἀσθένεια, ἐφ᾽ ὅσον ὁ βαθμός τῆς ἐν λόγω ἀνικανότητος φθάνει ἡ υπερβαίνει τό 50 %».
Κατά τήν έγγραφη καί προφορική διαδικασία, διεξήχθη ἐνδιαφέρουσα συζήτηση περί τοῦ ἄν τό άρθρο αυτό έπρεπε νά εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ὅτι ἡ προϋπόθεση ἡ τό τεκμήριο τῆς ἀνικανότητος πρός ἐργασία, πού ἀναφέρεται σέ αυτό, δέν υπήρχε ἐν προκειμένω, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν βεβαίωση τῆς ἁρμοδίας βελγικής υπηρεσίας περί τῆς ικανότητος πρός ἐργασία. Κατά τήν 'Επιτροπή (ή ὁποία επικαλείται σχετικώς τό έγκυρο βελγικό εγχειρίδιο τῶν Ρ. Denis καί Ρ. Gosseries, «Droit de la sécurité sociale», Βρυξέλλες 1973, σ. 370), τό δικαίωμα ἐπί τῶν επιδομάτων ἀνεργίας υπόκειται στό Βέλγιο σέ τρεις ὅρους: πρώτον, ὁ ενδιαφερόμενος πρέπει νά εἶναι άνεργος. δεύτερον, πρέπει νά εἶναι άνεργος χωρίς τήν θέληση του καί τρίτον, πρέπει νά εἶναι διαθέσιμος στην ἀγορά ἐργασίας, νά εἶναι δηλαδή ικανός πρός εργασία. 'Αντιστρόφως, ἡ ἀνικανότης πρός εργασία ἀποκλείει τό δικαίωμα ἐπί ἐπιδομάτων ἀνεργίας. Τό άρθρο 141 πρώτο εδάφιο τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος δέν προσθέτει, σέ περίπτωση επιδόματος αναπηρίας κατά τό βελγικό δίκαιο, την προϋπόθεση τῆς ἀνικανότητος πρός εργασία ὡς ἀνεξάρτητο στοιχείο, ώστε τό γεγονός καί μόνο τῆς χορηγήσεως βελγικοῦ επιδόματος ἀναπηρίας ἀναιρεί τό δικαίωμα ἐπί των επιδομάτων ἀνεργίας. 'Αντιθέτως, τό τρίτο εδάφιο τοῦ ήδη παρατεθέντος ἄρθρου 141 εἶναι διαφορετικά διατυπωμένο σέ αυτό τό ουσιαστικό σημείο. Κατά τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, τό κείμενο συνεπῶς τοῦ ἄρθρου 141 τρίτο εδάφιο τοῦ ἐν λόγω βελγικοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, ἄν δέν επιβάλλει, τουλάχιστον επιτρέπει τήν ερμηνεία ὅτι ἀποκλείεται ἡ εφαρμογή τῆς διατάξεως αυτής, ἐφ᾽ ὅσον έχει ἀποδειχθεί ἡ ικανότης πρός εργασία τοῦ ενδιαφερομένου. 'Αν καί τό Δικαστήριο δέν δύναται νά ἀποφανθεί ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἑρμηνείας τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου, ὀρθώς δέ δέν τοῦ υπεβλήθη τέτοιο ἐρώτημα, ἀπό τήν ἐν λόγω συζήτηση δύναται νά συναχθεί ὅτι ἡ λύση τοῦ τεθέντος προβλήματος βάσει τοῦ βελγικοῦ δικαίου δέν πρέπει νά ἀποκλεισθεί a priori.
Πέρα ἀπό τό άρθρο 141 τοῦ προαναφερθέντος βασιλικοῦ διατάγματος, τό άρθρο 146 τοῦ ιδίου διατάγματος παρουσιάζει επίσης κάποιο ενδιαφέρον στό πλαίσιο τῆς ἐπισκοπήσεως τῶν εθνικών διατάξεων πού συνετέλεσαν στην δημιουργία τοῦ προβλήματος τῆς Baccini. 'Η πρώτη καί δεύτερη παράγραφος τοῦ προαναφερθέντος άρθρου, καθ' ὅσον ενδιαφέρουν ἐν προκειμένω προβλέπουν τά έξῆς:«
'Αρθρο 146 — παράγραφος 1η
Ἐφ' ὅσον οἱ εργαζόμενοι πού ἀναφέρονται στό άρθρο 145 λαμβάνουν πράγματι σύνταξη, τό ημερήσιο ποσό τῆς ὁποίας είναι κατώτερο τοῦ ύψους τοῦ ημερησίου επιδόματος ἀνεργίας πού προβλέπεται γιά τήν κατηγορία τοῦ αἰτοῦντος, ... δικαιοῦνται επιδόματος ἀνεργίας ίσου μέ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ ὕψους τοῦ επιδόματος καί τοῦ ημερησίου ποσοῦ τῆς συντάξεως, χωρίς πάντως νά εἶναι δυνατή ἡ υπέρβαση τοῦ ὕψους τοῦ ἐπιδόματος ἀνεργίας. παράγραφος
...
2 ...
επιφυλασσομένων τῶν διατάξεων τοῦ άρθρου 142, ἡ παράγραφος 1 ισχύει καί γιἀ τόν άνεργο ὁ όποιος δικαιοῦται:
1.
ἀποζημιώσεως ἀναπηρίας εργάτου ὀρυχείων
2.
ἐπιδόματος μειονεκτοῦντος
3.
ἐπιδόματος τό ὁποῖο χορηγείται δυνάμει ἀλλοδαποῦ συστήματος ἀσφαλίσεως κατά ἀσθενείας-ἀναπηρίας λόγω ἀνικανότητος πρός εργασία πού δέν ὀφείλεται σέ ἐργατικό ἀτύχημα ἡ σέ επαγγελματική ἀσθένεια καί ὁ βαθμός τῆς ὁποίας είναι κατώτερος ἀπό 50 %.»
Ἡ διάταξη αυτή δέν ἐφηρμόσθη ἐν προκειμένω ἀπό τίς βελγικές ἀρχές, διότι — σέ ἀντίθεση μέ τά βεβαιωθέντα περιστατικά ἀπό τίς ίδιες αυτές ἀρχές γιά τήν κρίσιμη περίοδο — ἐθεώρησαν ὅτι ἡ ιταλική σύνταξη ἀνεφέρετο σέ ἀνικανότητα πρός εργασία βαθμοῦ ἀνωτέρου ἀπό 50 %. Στίς γραπτές τῆς παρατηρήσεις, ἡ 'Επιτροπή ευλόγως σημειώνει τήν εσωτερική αυτή ἀντίφαση πού χαρακτηρίζει τήν ἀντίληψη τῶν βελγικών ἀρχων. Ή ενδιαφερόμενη ἀφ᾽ ἑνός μέν κηρύσσεται ἱκανή πρός εργασία ἀπό τόν ἁρμόδιο βελγικό φορέα, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ κρίνεται ἀνίκανη πρός εργασία βάσει τῶν χορηγουμένων ἀκόμη στην 'Ιταλία παροχών ἀναπηρίας. Ὑπό τίς ίδιες επιφυλάξεις, ὅτι δηλαδή τό Δικαστήριο δέν καλείται νά ἑρμηνεύσει τό βελγικό δίκαιο, δύναται επίσης νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι, ὅσον άφορᾶ τό άρθρο 146 τοῦ βελγικοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, δέν φαίνεται νά ἀποκλείεται a priori ἡ Ικανοποιητική λύση τοῦ προβλήματος βάσει διαφορετικής ερμηνείας τῆς βελγικής νομοθεσίας.
'Από ἀπόψεως κοινοτικοί) δικαίου, σημασία επίσης έχει τό ὅτι ἡ Ἐπιτροπή χαρακτηρίζει τό άρθρο 146 τοῦ ἐν λόγω βελγικού βασιλικοῦ διατάγματος ως τυπική διάταξη περί ἀπαγορεύσεως τῆς σωρεύσεως, ἐνῶ τό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 141 τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος αποτελεί μᾶλλον προϋπόθεση τῆς χορηγήσεως επιδομάτων ἀνεργίας. Σύμφωνα ὅμως μέ τήν τέταρτη σκέψη τῆς ἀποφάσεως σας στην υπόθεση Kaufmann (ὑπόθεση 184/73, Rec. 1974, σ. 524), ἡ διάκριση αυτή στερείται σημασίας ἀπό ἀπόψεως κοινοτικοῦ δικαίου. 'Εκείνο ὅμως πού ενδιαφέρει ἀπό ἀπόψεως κοινοτικοῦ δικαίου, εἶναι ἄν ή ἀναγνώριση ἀνικανότητος πρός εργασία ἀνώτερης ἀπό 50 % συμβιβάζεται ἐν προκειμένω μέ τό άρθρο 40 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71. 'Αν καί τό παραπέμπον δικαστήριο δέν ἔθεσε ερωτήματα ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου, ἐν τούτοις θά κάνω ὁρισμένες παρατηρήσεις ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ στό τελευταίο μέρος τῆς ἀναλύσεως μου. Πράγματι, ἡ ἑρμηνεία πού οἱ βελγικές ἀρχές δίδουν στην ἐν λόγω διάταξη συνετέλεσε καί αυτή ἀποδεδειγμένως στην δυσμενή γιά τήν Baccini εξέλιξη τῆς εθνικής διοικητικής διαδικασίας. Ὁμοίως, ἡ ἀνωτέρω διάταξη τοῦ κανονισμοῦ διεδραμάτισε κάποιο ρόλο καί στίς γραπτές καί προφορικές παρατηρήσεις πού υπεβλήθησαν στό Δικαστήριο κατά τήν διαδικασία.
3.2. Ἡ ιταλική νομοθεσία
Ἀντίθετα ἀπό τήν βελγική νομοθεσία, ή ἰταλική νομοθεσία περί παροχών λόγω ἀναπηρίας ἀνήκει στίς λεγόμενες νομοθεσίες τύπου Β, πράγμα πού σημαίνει ὅτι οἱ παροχές, εἶναι συνάρτηση τῆς διάρκειας των περιόδων ἀσφαλίσεως. Μόνο μέ τήν άθροιση τῶν ἀσφαλιστικῶν περιόδων στό Βέλγιο καί στην 'Ιταλία, σύμφωνα μέ τό εφαρμοστέο σχετικῶς κοινοτικό δίκαιο, ή Baccini ἠδύνατο νά ἀποκτήσει δικαίωμα ἐπί μιᾶς — πολύ χαμηλής — ιταλικής παροχής, ή ὁποία θά ἐχορηγεῖτο κατόπιν ἀναλογικοῦ επιμερισμού. Σύμφωνα μέ τό κοινοτικό δίκαιο, ἡ ἐν λόγω ιταλική παροχή ἀφηρέθη ἀπό τό — υψηλότερο — ποσό τοῦ βελγικοῦ επιδόματος ἀναπηρίας.
Οἱ εφαρμοστέες σχετικώς ιταλικές διατάξεις περιέχονται στό νομοθετικό διάταγμα 636 τῆς 14ης 'Απριλίου 1939, τό όποιο ἐνεσωματώθη ἀργότερα, καθ' ὅσον ενδιαφέρει τήν παρούσα υπόθεση, στό νόμο 1272 τῆς 6ης 'Ιουλίου 1939, ὅπως αυτός ισχύει σήμερα μετά ἀπό διάφορες τροποποιήσεις. Οἱ ιταλικές παροχές έχουν, ὅπως προκύπτει ἀπό τό άρθρο 10 τοῦ ἀναφερθέντος νομοθετικοῦ διατάγματος, χαρακτήρα διαρκοῦς κατ' ἀρχήν συντάξεως ἀναπηρίας. Ό χαρακτήρας αυτός ὀφείλεται στην άποψη ὅτι ή ἀναπηρίας, άπαξ διαπιστωθεί, έχει μόνιμο χαρακτήρα. Στίς γραπτές τους παρατηρήσεις, τόσο ἡ Baccini ὅσο καί ἡ Ἐπιτροπή συνάγουν ἐξ αὐτοῦ ὅτι οἱ ιταλικές παροχές ἀναπηρίας, άπαξ χορηγηθούν, κατ' ἀρχήν δέν δύνανται πλέον νά ἀνακληθούν. Κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας, ὁ εκπρόσωπος τῆς ιταλικής κυβερνήσεως ἀσφαλώς ἐπεβεβαίωσε τήν ἐν λόγω ερμηνεία, ἀπαντώντας σέ ερώτηση πού τοῦ υπέβαλε ὁ εισηγητής δικαστής, ἀλλά δέν ἀπέκλεισε πάντως τήν ἀνάκληση τῆς ἐν λόγω συντάξεως, βάσει νεωτέρων πραγματικών περιστατικών. Πράγματι, τό άρθρο 10 τοῦ ἰταλικοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος έχει τήν ἀκόλουθη διατύπωση:
«Ἀνάπηρος θεωρείται ὁ ἀσφαλισμένος τοῦ ὁποίου ἡ ικανότης βιοπορισμοῦ σέ μία ἀπασχόληση πού ἀνταποκρίνεται στίς Ικανότητες του μειώνεται κατά τρόπο μόνιμο σέ λιγότερο ἀπό τό ένα τρίτο, λόγω ἀσθενείας ἡ σωματικοῦ ἡ διανοητικοῦ μειονεκτήματος. Ή σύνταξη ἀναπηρίας καταργείται ὅταν ἡ ἱκανότης βιοπορισμού τοῦ συνταξιούχου παύσει νά εἶναι κατώτερη τοῦ ἀναφερομένου στό πρώτο εδάφιο ποσοστοῦ. Ή διάταξη τοῦ τρίτου εδαφίου τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ βασιλικοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος 1827, τῆς 4ης 'Οκτωβρίου 1935, παραμένει ἐν ἰσχύϊ» ( 2 ).
'Από τό δεύτερο εδάφιο τῆς ἐν λόγω διατάξεως συνάγεται σαφώς, νομίζω, ὅτι αυτεπαγγέλτως παύει ἡ χορήγηση τῶν ιταλικῶν παροχών ἀναπηρίας, ἐφ' ὅσον παύσει ή ἀνικανότης πρός εργασία κατά τήν ἔννοια της πρώτης παραγράφου. Μετά τίς τροποποιήσεις τῆς ιταλικής νομοθεσίας, οἱ όποιες περιγράφονται στό παράρτημα τῶν γραπτών παρατηρήσεων τῆς 'Επιτροπής, ετέθη ἐκ νέου σέ ἰσχύ ὁ βαθμός ἀναπηρίας άνω τοῦ 2/3 πού προβλέπεται ἀπό τό ἀρχικό κείμενο τῆς πρώτης αὐτής παραγράφου. Ἑπομένως, ἀπό τό δεύτερο εδάφιο τοῦ ἀναφερθέντος κειμένου συνάγεται ὅτι τό πρόβλημα πού μᾶς ἀπασχολεί δύναται επίσης νά λυθεί κατ' εφαρμογή τῆς ιταλικής νομοθεσίας. Ή λύση αυτή ὅμως εξαρτάται καί ἀπό τό ἄν ἡ βεβαίωση περί ικανότητος πρός εργασία τῶν βελγικών ἀρχῶν, τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1977, έχει δεσμευτικό χαρακτήρα γιά τίς ιταλικές ἀρχές, πράγμα πού εἶναι πρόβλημα τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Ἀπό αυτό φαίνεται επίσης ἡ σπουδαιότης τῆς ερμηνείας τοῦ ἄρθρου 40 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71.
3.3. Τελικές παρατηρήσεις
Ἡ ἀνάλυση τοῦ βελγικοῦ καί τοῦ ἰταλικοῦ δικαίου πού εφαρμόζονται ἐπί τοῦ θέματος δείχνει ὅτι δέν φαίνεται νά ἀποκλείεται καθ' εαυτή ἡ επίλυση τοῦ προβλήματος εἴτε βάσει τοῦ βελγικοῦ εἴτε βάσει τοῦ ἰταλικοῦ δικαίου. Αυτό προϋποθέτει πάντως καί στίς δύο περιπτώσεις τήν ερμηνεία τοῦ άρθρου 40 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, ερμηνεία πού δέν ἐζήτησε τό παραπέμπον δικαστήριο. Ἐπί πλέον, ὁ προσδιορισμός τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου ἐπί τῆ βάσει τοῦ ὁποίου θά πρέπει νά ἀναζητηθεί ἡ λύση είναι πρόβλημα συντονισμοῦ τῶν εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών. Καί αυτό τό ζήτημα δέν δύναται νά επιλυθεί παρά μόνο βάσει τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, άλλά τό παραπέμπον δικαστήριο δέν υπέβαλε σχετικώς κανένα ερώτημα. Τέλος, πρέπει νά σημειωθεί ὅτι τό πρόβλημα πού μᾶς ἀπασχολεί δέν θά ἐδημιουργεῖτο, ἄν τό κοινοτικό δίκαιο, ἐν προκειμένω τό άρθρο 40 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, δέν ὑπεχρέωνε τίς ιταλικές ἀρχές νά καταβάλουν στην ενδιαφερόμενη μία παροχή κατόπιν ἀναλογικοῦ ἐπιμερισμοῦ. Δικαίως επίσης ὑπογραμμίζει ἡ Ἐπιτροπή στίς σελίδες 20 καί 24 τῶν γραπτών τῆς παρατηρήσεων ὅτι καί τό ἴδιο τό κοινοτικό δίκαιο πρέπει επίσης νά δίδει λύση τοῦ προβλήματος αὐτοῦ, ἀφοῦ τό κοινοτικό δίκαιο τό προεκάλεσε. Ό νομοθέτης, ἐν τῶ μεταξύ, προέβλεψε σχετικώς γιά τό μέλλον, ὅπως ἀνέφερα ενωρίτερα. Στό ἑπόμενο μέρος τῶν προτάσεων μου, θά εξετάσω τώρα ἄν εἶναι δυνατόν νά δώσετε λύση βάσει τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου πού ἴσχυε τότε γιά τήν περίοδο κατά τήν ὁποία ἀνέκυψε τό πρόβλημα πού μᾶς ἀπασχολεί.
4. Ἑρμηνεία τῶν διατάξεων τοῦ εφαρμοστέου κοινοτικοῦ δικαίου
4.1. Τό ἄρθρο 40 καί τό κεφάλαιο 6 τον κανονισμοῦ 1408/71
Ἄν καί τά υποβληθέντα ἀπό τό παραπέμπον δικαστήριο ερωτήματα δέν ἀναφέρονται στήν ἐν λόγω διάταξη, ἡ τουλάχιστον δέν ἀναφέρονται ρητώς, νομίζω λογικό νά σταματήσω κατ' ἀρχάς γιά λίγο στό άρθρο 40 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71. 'Οπως ήδη παρετήρησα, ἡ εφαρμογή τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου στην παρούσα υπόθεση εἶναι πράγματι ἡ άμεση αἰτία τῶν προβλημάτων τα όποια σᾶς υπέβαλε τό παραπέμπον δικαστήριο.
Τό δικαίωμα τῆς Bacchi ἐπί τῆς ιταλικής παροχής ἐγεννήθη κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 40 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ.
Μεταξύ τῶν διατάξεων στίς όποιες παραπέμπει ἡ παράγραφος αυτή, σημασία γιά τήν παρούσα υπόθεση έχει κυρίως τό άρθρο 46 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο. Τό εδάφιο αὐτό προβλέπει ὅτι ὁ ἁρμόδιος φορέας κάθε Κράτους μέλους «προβαίνει επίσης στόν υπολογισμό τοῦ ποσοῦ τῆς παροχής πού θά ἐχορηγεῖτο κατ' εφαρμογή τῶν κανόνων τῆς παραγράφου 2 περιπτώσεις α καί β. Μόνο τό μεγαλύτερο ἀπό τά δύο αυτά ποσά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη». Τό Δικαστήριο συνήγαγε ἀπό τήν ἐν λόγω διάταξη μία ἀρχή περιοριστική τῶν συνεπειῶν τῆς νομολογίας πού άφορᾶ τήν ἐφαρμογή ἐπί ἐθνικοῦ πεδίου τῶν διατάξεων τοῦ εσωτερικοῦ δικαίου περί ἀπαγορεύσεως τῆς σωρεύσεως. Παραπέμπω σχετικῶς ιδίως στίς ἀποφάσεις σας στίς υποθέσεις Mura (υπόθεση 22/77, Rec. 1977, σ. 1699) καί Brouwer-Kaune (υπόθεση 180/78, Rec. 1979, σ. 2118). Οἱ σκέψεις πού ἀνέπτυξε τό Δικαστήριο σχετικώς έχουν σημασία τηρουμένων τῶν ἀναλογιών καί γιά τήν παρούσα υπόθεση.
Τά ερμηνευτικά πάντως προβλήματα πού ἀνεφύησαν στην παρούσα υπόθεση τίθενται σέ σχέση κυρίως μέ τήν τετάρτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 40. Ή διατύπωση τῆς διατάξεως αυτής έχει ὡς έξῆς:
«Ή ἀπόφαση πού λαμβάνεται ἀπό τόν φορέα Κράτους μέλους ὡς πρός τόν βαθμό αναπηρίας τοῦ αιτούντος, δεσμεύει τόν φορέα ὁποιουδήποτε άλλου ενδιαφερομένου Κράτους μέλους, ὑπό τόν ὅρο ὅτι υπάρχει συμφωνία τῶν ὅρών τῶν σχετικών πρός τόν βαθμό ἀναπηρίας μεταξύ τῶν νομοθεσιών τῶν κρατών αυτών καί ή συμφωνία αυτή έχει ἀναγνωρισθεί στό παράρτημα ΙV.»
Πράγματι, σύμφωνα μέ τό παράρτημα ΙV, υπήρχε συμφωνία τῶν ὅρών τῶν σχετικών μέ τόν βαθμό ἀναπηρίας μεταξύ τῶν νομοθεσιών τῆς 'Ιταλίας καί τοῦ Βελγίου μέχρι τήν έναρξη τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 2793/81, τῆς 18ης Σεπτεμβρίου 1981, ὁ όποιος ἐτροποποίησε τόν κανονισμό 1408/71.
Τό πρόβλημα ἑρμηνείας πού τίθεται γιά τήν περίοδο πρίν ἀπό τίς 18 Σεπτεμβρίου 1981, ή ὁποία ενδιαφέρει ἐν προκειμένω, εἶναι ἄν τό άρθρο 40 παράγραφος 4 ἀναφέρεται μόνο στίς ἀποφάσεις σχετικά μέ τόν βαθμό ἀναπηρίας ἡ ἄν άφορᾶ καί τίς ἀποφάσεις σχετικά μέ τήν ικανότητα πρός ἐργασία. Ή γραμματική ερμηνεία τῆς διατάξεως αυτής θά ὁδηγούσε ενδεχομένως σέ ἀρνητική ἀπάντηση στό δεύτερο αυτό ερώτημα. Ή ἀπάντηση ὅμως δύναται επίσης νά εἶναι καταφατική, ἄν ἡ διάταξη εξετασθεῖ μεμονωμένα καί βάσει τῆς δικής της λογικής. Ή ἀπόφαση γιά τόν βαθμό ἀναπηρίας θά ἠδύνατο σέ αυτή τήν περίπτωση νά περιλαμβάνει τόσο τά συμπεράσματα περί υπάρξεως, ὅσο καί τά περί μή υπάρξεως ἀναπηρίας. Σέ αυτή τήν περίπτωση, τό ερώτημα πάντως παραμένει ἄν οἱ μεταγενέστερες ἀποφάσεις οἱ όποιες καταργοῦν, μέσω τῆς βεβαιώσεως τῆς ικανότητος πρός εργασία, τήν προηγουμένη ἀπόφαση περί υπάρξεως ἀναπηρίας, δεσμεύουν τους φορείς τῶν άλλων Κρατών μελών. Όπως καί ἡ Ἐπιτροπή, νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντηση ἐν πάση περιπτώσει στό τελευταίο αυτό ερώτημα εἶναι δυνατή μόνο στό εὐρύτερο πλαίσιο ὁλοκλήρου τοῦ συστήματος τοῦ κανονισμοῦ. Τόσο τό άρθρο 40, ὅσο καί ὁλόκληρο τό κεφάλαιο 2 τοῦ κανονισμοῦ, τό όποιο ἀναφέρεται στην ἀναπηρία, ἀφοροῦν τόν προσδιορισμό τῶν παροχών ὅταν δημιουργηθεί ἡ κατάσταση ἀναπηρίας. Ἀπό τό άρθρο 51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, σέ εκτέλεση τοῦ ὁποίου εξεδόθη ὁ κανονισμός, δέν δύναται νά συναχθεί άλλος σκοπός, έκτος ἀπό τήν εξασφάλιση τῆς κτήσεως ἡ τῆς διατηρήσεως τοῦ δικαιώματος τῶν διακινουμένων εργαζομένων ἐπί τῶν παροχών, μέ τόν συνυπολογισμό τῶν σχετικών περιόδων καί τόν προσδιορισμό τῶν Κρατών μελών τά όποια ὑποχρεοῦνται στην καταβολή τῶν παροχών. Οὔτε τό άρθρο 51 οὔτε τό ἐν λόγω κεφάλαιο τοῦ κανονισμοί) προβλέπουν τίποτε σχετικά μέ τά δικαιώματα ἤ τίς υποχρεώσεις των Κρατῶν μελών ὅσον άφορᾶ τήν ἀνάκληση κεκτημένων δικαιωμάτων. Τό κεφάλαιο 3 τοῦ κανονισμοί) 574/72 ρυθμίζει επίσης ἀποκλειστικά, ὅπως άλλωστε προκύπτει ἀπό τόν τίτλο του, τήν υποβολή καί τήν εξέταση τῶν αιτήσεων περί παροχών, ὄχι δέ καί τήν παύση τῆς καταβολής τους. Τέλος, ή συγκεκριμένη περίπτωση δείχνει σαφώς τό γεγονός ὅτι οἱ καθυστερήσεις πού δημιουργοῦνται ἀναπόφευκτα κατά τήν ἀνταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τῶν ἁρμοδίων φορέων δύο ἡ περισσοτέρων Κρατών μελών καταλήγουν, στην περίπτωση ἀκριβώς τῆς διασταλτικής ἑρμηνείας τοῦ άρθρου 40 παράγραφος 4, πού προτείνει ὁ ἁρμόδιος βελγικός ὀργανισμός, σέ ἀποτελέσματα τά όποῖα, ἀντί νά εξυπηρετούν τά συμφέροντα τῶν διακινουμένων εργαζομένων, μόνο βλάβη τους προξενοῦν. Τοῦτο θά ήταν ἀντίθετο πρός κάθε λογική ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 51 καί τῶν εκτελεστικών του διατάξεων.
Κατά τά λοιπά, ἀκόμη καί ἡ ἑρμηνεία τοῦ άρθρου 40 παράγραφος 4 κατά τήν ὁποία δεσμεύονται καί οἱ ιταλικές ἀρχές ἀπό τήν βεβαίωση περί Ικανότητος πρός εργασία τῶν βελγικών ἀρχων δέν ἔχει κατ' ἀνάγκη ὡς συνέπεια ὅτι πρέπει νά παύσει καί ή καταβολή τῶν ιταλικών παροχών. Ἡ βεβαίωση αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον τό πολύ γιά τήν διαπίστωση τῆς μή υπάρξεως πλέον ἀναπηρίας. Ἡ εξακολούθηση τῆς υπάρξεως ἀναπηρίας δέν εἶναι πάντως παρά ένας μόνο ἀπό τους ὅρούς τῆς συνεχίσεως τῆς καταβολής τῶν εθνικών παροχών ἀναπηρίας. Ή εξουσία τοῦ ἐθνικοῦ νομοθέτου νά προσδώσει στίς παροχές ἀναπηρίας τόν χαρακτήρα διαρκοῦς συντάξεως πού νά μή δύναται κατ' ἀρχήν νά ἀνακληθεί μετά τήν χορήγηση τῶν παροχών δέν περιορίζεται ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο. Ὅπως ἀνέφερα, ἀπό πολλούς ὑπεστηρίχθη κατά τήν παρούσα διαδικασία ὅτι οἱ ιταλικές παροχές έχουν ὄντως κατ' ἀρχήν τέτοιο χαρακτήρα διαρκείας.
Όπως ἀνέφερα ήδη, ὁ κανονισμός 1408/71 δέν ἀποβλέπει στην πραγματοποίηση τῆς εναρμονίσεως τῶν εθνικών συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως, άλλά μόνο, καθ' ὅσον άφορᾶ τήν παρούσα υπόθεση, στόν συντονισμό τῶν συστημάτων αυτών, ὁ όποιος εἶναι ἀναγκαίος γιά τήν επίτευξη τῶν στόχων τῶν άρθρων 48 μέχρι καί 51 της συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου νά προστατευθοῦν οἱ διακινούμενοι εργαζόμενοι κατά ἀπωλειών τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως.
Βάσει τῶν προηγηθεισῶν σκέψεων, τό άρθρο 40 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 πρέπει νά ἑρμηνευθεί, κατά τήν άποψη μου, ὑπό τήν έννοια ὅτι δέν ἀναφέρεται καί στίς ἀποφάσεις πού ἀφοροῦν τήν ἀποκατάσταση τῆς ικανότητος προς εργασία τῶν δικαιούχων παροχών ἀναπηρίας. Ή ερμηνεία αυτή, ὅπως καί ή περιορισμένη σημασία πού μιά άλλη ἑρμηνεία τῆς ἐν λόγω διατάξεως θά ἠδύνατο νά έχει γιά τήν εφαρμογή τοῦ ἰταλικοῦ δικαίου, σημαίνει ὅτι τό σύστημα τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 δέν ἀποκλείει ἡ παύση τῆς καταβολής τῶν βελγικών παροχών ἀναπηρίας καί ἡ μετατροπή τους σέ επιδόματα ἀνεργίας νά συνδυάζεται μέ τήν ἐξακολούθηση τῆς καταβολής τῶν ιταλικών παροχών ἀναπηρίας, ἡ ὁποία επιτρέπεται ἀπό ἀπόψεως κοινοτικοῦ δικαίου.
Οἱ διατάξεις τοῦ κεφαλαίου 6 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 γιά τήν ἀνεργία δέν προβλέπουν τίποτα γιά τήν σώρευση παροχών ἀναπηρίας καί επιδόματος ἀνεργίας.
4.2. Τό ἄρθρο 12 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71
Ἄν γίνει δεκτή ἡ ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 40 παράγραφος 4 πού πρότεινα, ἀφοῦ δέ ἀκόμη καί σέ περίπτωση διαφορετικῆς ἑρμηνείας τίποτε δέν ἀντιτίθεται στην συνέχιση τῆς καταβολής τῶν ιταλικών παροχών, τό θέμα τελικῶς εἶναι ἄν επιτρέπονται οἱ εθνικές διατάξεις περί ἀπαγορεύσεως τῆς σωρεύσεως, οἱ όποιες ἀντιτίθενται καί στην σώρευση παροχών ἀνεργίας στό Κράτος μέλος Α καί παροχῶν ἀναπηρίας στό Κράτος μέλος Β, ἡ καταβολή τῶν ὁποίων επιτρέπεται καθ' εαυτή.
Ή σχετική ἐπί τοῦ θέματος διάταξη τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου περιλαμβάνεται στό άρθρο 12 τοῦ κανονισμού 1408/71, τό όποιο ἀναφέρεται στην ἀπαγόρευση τῆς σωρεύσεως τῶν παροχών. Δεδομένου ὅτι δέν πρόκειται, ἐν προκειμένω, για παροχές τῆς ἰδίας φύσεως, μόνο ἡ παράγραφος 2 τῆς ἐν λόγω διατάξεως έχει σημασία γιά τήν παρούσα υπόθεση. Ή ἐν λόγω διάταξη έχει ὡς έξῆς:
«Οἱ διατάξεις περί μειώσεως, ἀναστολής ή καταργήσεως, πού προβλέπονται ἀπό τήν νομοθεσία Κράτους μέλους σέ περίπτωση σωρεύσεως μιᾶς παροχής μέ άλλες παροχές κοινωνικής ἀσφαλίσεως ἡ μέ άλλα εισοδήματα, εφαρμόζονται εἰς βάρος τοῦ δικαιούχου, ἀκόμη καί ἄν πρόκειται περί παροχών πού ἐκτήθησαν δυνάμει τῆς νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους ἡ περί εισοδημάτων πού ἐκτήθησαν στό έδαφος άλλου Κράτους μέλους. Ό κανών αυτός δέν ισχύει, ὅταν ὁ δικαιοῦχος λαμβάνει παροχές τῆς ἴδιας φύσεως γιά ἀναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ἡ επαγγελματική ἀσθένεια πού καταβάλλονται ἀπό τους φορείς δύο ἡ περισσοτέρων Κρατών μελών σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῶν άρθρων 46, 50, 51 ἡ τοῦ ἄρθρου 60 παράγραφος 1 περίπτωση β.»
Τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ήδη σέ πολλές υποθέσεις γιά τήν έκταση τῆς εφαρμογής τῆς ἐν λόγω διατάξεως. 'Αναφέρομαι ἐδῶ στίς ἀκόλουθες συγκεκριμένα υποθέσεις:
1)
υπόθεση Duffy (υπόθεση 34/69, Rec. 1969, σ. 597). Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο γιά σώρευση συντάξεως γήρατος καί συντάξεως χηρείας
2)
υπόθεση Kaufmann (υπόθεση 184/73, Rec. 1974, σ. 517). Στην περίπτωση αυτή υπήρχε σώρευση παροχών ἀναπηρίας καί παροχών ἀσθενείας
3)
υπόθεση Mura (υπόθεση 22/77, Rec. 1977, σ. 1699), ἡ ὁποία ἀνεφέρετο στην σώρευση συντάξεων ἀναπηρίας τῶν ιταλών ἀνθρακωρύχων στό Βέλγιο καί τήν 'Ιταλία. 'Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζουν καί οἱ υποθέσεις 112/76, 32/77 καί 37/77, στίς όποιες ἀνεφέροντο επίσης οἱ προτάσεις τοῦ γενικού εισαγγελέως Warner στην υπόθεση Mura (Rec. 1977, σ. 1658)
4)
ὑπόθεση Brouwer-Kaune (υπόθεση 180/78, Rec. 1979, σ. 2118). Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο γιά σώρευση συντάξεων ἀναπηρίας πού εἶχαν μετατραπεί σέ συντάξεις γήρατος σέ ένα Κράτος μέλος καί συντάξεως ἀναπηρίας πού κατεβάλλετο σέ άλλο Κράτος μέλος
5)
υπόθεση d'Amico (υπόθεση 4/80, Rec. 1980, σ. 2960). Ἐδώ επρόκειτο γιά σώρευση συντάξεως ἀναπηρίας πού εἶχε μετατραπεί σέ σύνταξη γήρατος καί συντάξεως ἀναπηρίας ἡ ὁποία δέν εἶχε ἀκόμη μετατραπεί ομοίως.
Ή Ἐπιτροπή ἀναφέρει ἀκόμη στό υπόμνημα τῆς καί άλλες προηγούμενες ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου σχετικές μέ τήν παρούσα υπόθεση. Ή ἐν λόγω νομολογία δέν τροποποιεί πάντως ουσιαστικά τά συμπεράσματα στά όποια θά καταλήξω.
Γιά τήν ἀνάλυση τῆς προηγουμένης νομολογίας σας ἐπί τοῦ ἄρθρου 12, παραπέμπω στίς σελίδες 15 καί 16 τοῦ υπομνήματος τῆς 'Επιτροπής καί στίς σελίδες 171-187 τῆς μελέτης τῆς Philippa Watson, «Social Security Law of the European Communities», Λονδίνο 1980.
Ἐνδιαφέρον κυρίως παρουσιάζουν ἐν προκειμένω οἱ ἀποφάσεις στίς υποθέσεις Mura καί Brouwer-Kaune, καθώς καί οἱ ἀντίστοιχες προτάσεις τῶν γενικῶν εισαγγελέων Warner καί Capotorti, ἄν καί είναι δυνατόν νά συναχθεί ἀπό τίς σύντομες ̙ναφορές πού έκανα στό ἀντικείμενο των προαναφερθεισῶν ἀποφάσεων σας ὅτι τά προβλήματα τῆς σωρεύσεως παροχῶν ἀνεργίας μέ παροχές ἀναπηρίας, πού τίθενται ἐν προκειμένω, δέν είχαν τεθεί μέχρι σήμερα ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
'Αντίθετα ἀπό αυτά πού υποστηρίζει ἡ 'Επιτροπή στην σελίδα 18 τῶν παρατηρήσεων της, είμαι τῆς γνώμης ὅτι τό ἄρθρο 12 παράγραφος 2 εφαρμόζεται κατ᾽ ἀρχήν ἐν προκειμένω, ἐπί πλέον δέ ὅτι ἡ προαναφερθείσα νομολογία 'έχει κατ' ἀρχήν σημασία, προκειμένου νά δοθεί ἀπάντηση στά ερωτήματα πού σᾶς ετέθησαν. Τό άρθρο 12 ἀνήκει στον τίτλο Ι — «Γενικές διατάξεις» τοῦ κανονισμού. 'Εξ άλλου, ἡ δεύτερη παράγραφος τῆς ἐν λόγω διατάξεως ἀναφέρεται, χωρίς κανένα περιορισμό, στην σώρευση μιᾶς παροχής μέ άλλες παροχές κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως. Συνεπῶς, νοούνται κατ' ἀρχήν ὅλες οἱ παροχές πού ἀναφέρονται στό ἄρθρο 4 τοῦ κανονισμού, μεταξύ τῶν ὁποίων οἱ παροχές ἀνεργίας καί οἱ παροχές ἀναπηρίας.
Λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη τό άρθρο 12 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) 1408/71 καί τήν προηγουμένη νομολογία σας ἐπί τοῦ θέματος, θά πρέπει επομένως νά εκκινήσω ἀπό τήν ἰδέα ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον ὁ εργαζόμενος λαμβάνει ἀποκλειστικώς παροχές (ἐν προκειμένω επιδόματα ανεργίας) βάσει εθνικών νομοθετικών διατάξεων, οι διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 δέν ἀποτελούν ἐμπόδιο γιά τήν πλήρη εφαρμογή τῶν ἰδίων αὐτών εθνικών νομοθετικών διατάξεων, περιλαμβανομένων τῶν διατάξεων περί ἀπαγορεύσεως τῆς σωρεύσεως. Παραπέμπω σχετικώς, μεταξύ άλλων, στην έκτη σκέψη τῆς ἀποφάσεως σας στην υπόθεση 180/78 (Brouwer-Kaune), ἡ ὁποία ἀνεφέρθη προηγουμένως.
Θεωρώ πάντως ὅτι αυτό τό σημείο εκκινήσεως πρέπει νά συμπληρωθεί καί νά ἀμβλυνθεί ἀπό εκτιμήσεις ὁπως αυτές πού ἀνέπτυξε ἡ 'Επιτροπή στίς σελίδες 21 έως 25 τῶν παρατηρήσεων της. Οἱ εκτιμήσεις αυτές ἀναφέρονται κυρίως στό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 (βλ. τό ἀρχικό κείμενο στην JO 1971, L 149, καί μετάφραση του στην ελληνική στην ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/001, σ. 73), καθώς καί στην διατύπωση τοῦ ἄρθρου 51 καί στον σκοπό τῆς ἐν λόγω διατάξεως. Συντάσσομαι μέ τίς ἀπόψεις πού ἀνέπτυξε ἡ 'Επιτροπή ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ σημείου στίς σελίδες 22 καί 23 τοῦ υπομνήματός της. 'Οπως καί ἡ 'Επιτροπή, συνάγω πράγματι ἀπό τήν νομολογία σας γι' αυτή τήν πλευρά τοῦ ζητήματος, ὡς πρώτη θεμελιώδη ἀρχή, ὅτι σκοπός τοῦ ἄρθρου 51 καί τῶν ἐκτελεστικών κανονισμών πού στηρίζονται στην ἐν λόγω διάταξη εἶναι νά ἀποφευχθεί νά ἀπολέσει ὁ διακινούμενος εργαζόμενος, λόγω τῆς διακινήσεως του ἀπό ένα Κράτος μέλος σέ άλλο, τίς περιόδους ἀσφαλίσεως πού πραγματοποίησε στά διάφορα Κράτη μέλη στά όποια εἶχε ἀπασχοληθεί καί νά ευρεθεί κατ' αυτό τόν τρόπο σέ μειονεκτική κατάσταση σέ σχέση μέ τήν κατάσταση στην ὁποία θά εὑρί-σκετο ἄν εἶχε εργασθεί συνεχώς σέ ένα μόνο Κράτος μέλος. Θά προσέθετα ἁπλώς στίς άλλες σκέψεις πού ἀναπτύσσει ἡ Ἐπιτροπή γι' αυτή τήν πλευρά τοῦ ζητήματος ὅτι ἡ παρατήρηση πού έκανε ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner στίς προτάσεις του στίς υποθέσεις του 112/76, 22/77 καί 32/77, τήν ὁποία ἀνέφερε ἡ 'Επιτροπή καί τήν ὁποία καί ἐγώ κρίνω ὡς σχετική, ἄν ἐφαρμοσθεί κατ' ἀναλογία στή συγκεκριμένη περίπτωση, δύναται νά παραφρασθεί καί νά ἀναπτυχθεί ὡς έξῆς: «Είναι σαφώς ἀσυμβίβαστη μέ την συνθήκη ΕΟΚ καί κυρίως μέ τά άρθρα 7 καί 48 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης αυτής ἡ εφαρμογή ἀπό ένα Κράτος μέλος μιας εθνικής νομοθετικής διατάξεως κατά τρόπο ὥστε νά δημιουργείται κατάσταση κατά τήν ὁποία εκείνος πού ἔχει εργασθεί τόσο σ᾽ αυτό τό κράτος, ὅσο καί σέ ένα άλλο, νά λαμβάνει ουσιαστικά, μετά τήν εφαρμογή τῶν εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως τῆς σωρεύσεως, λιγότερα ἀπ᾽ ὅσα θά ελάμβανε ἄν εἶχε εργασθεί μόνο σέ αυτό τό κράτος. Τοῦτο θά συνιστούσε πράγματι διάκριση εἰς βάρος τοῦ διακινουμένου εργαζομένου, ή ὁποία ἀπαγορεύεται ἀπό τά άρθρα 7 καί 48 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, διατάξεις οἱ όποιες ἀπ᾽ ευθείας εφαρμογή». Ό διακινούμενος ἐργαζόμενος τυγχάνει ὄντως δυσμενέστερης μεταχειρίσεως σ᾽ αυτήν τήν περίπτωση ἀπό τόν υπήκοο τοῦ σχετικού κράτους ὁ όποιος ἔχει εργασθεί ἀποκλειστικῶς στην δική του χώρα, τούτο δέ λόγω συνθηκών άμεσα συνδεομένων μέ τήν ιθαγένειά του. Πιστεύω ὅτι ἡ εφαρμογή τῆς σκέψεως αὐτής θά ἀρκούσε γιά μιά πειστική καί ὁριστική λύση τῶν προβλημάτων ἐν προκειμένω.
Συμφωνώ πάντως καί μέ τήν δεύτερη θεμελιώδη ἀρχή πού ἡ 'Επιτροπή συνάγει ἀπό τήν προηγούμενη νομολογία σας στίς σελίδες 23 έως 25 τοῦ υπομνήματός της. Κατά τήν δεύτερη αυτή θεμελιώδη ἀρχή, οἱ εκτελεστικές τοῦ ἄρθρου 51 διατάξεις δέν δύνανται νά στερήσουν ἀπό τόν διακινούμενο εργαζόμενο τά δικαιώματα πού έχει ἀποκτήσει κατ' εφαρμογή μιᾶς εθνικής νομοθεσίας καί μόνο — ἐν προκειμένω λοιπόν χωρίς νά έχει λάβει ἀποζημίωση άλλης φύσεως σέ ένα άλλο Κράτος μέλος κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 1408/71. 'Εκτός ἀπό τήν νομολογία πού παρέθεσε ή Ἐπιτροπή, τήν έκτη δηλαδή σκέψη τῆς ἀποφάσεως σας στην υπόθεση Gravina (υπόθεση 807/79, Rec. 1980, σ. 2218), θά ἀναφερόμουν ἀκόμη ἐδῶ στήν τρίτη φράση τῆς ὄγδόης σκέψεως τῆς ἀποφάσεως σας στην υπόθεση Brouwer-Kaune, οπού ρητώς ἀνεγνωρίσατε ὅτι ἡ ανάγκη προστασίας τῶν δικαιωμάτων πού ὁ ενδιαφερόμενος έχει βάσει τῆς εθνικής μόνο νομοθεσίας είναι ἐξ ἴσου σημαντική μέ τήν διατήρηση τῶν πλεονεκτημάτων πού ἀπορρέουν ενδεχομένως ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο.
Τέλος, συμφωνώ καί μέ τήν τρίτη ἀρχή πού ή 'Επιτροπή διετύπωσε στην σελίδα 25 τοῦ υπομνήματος της, ὅτι δηλαδή οἱ ἐγγενείς ἀτέλειες ἑνός συστήματος συντονισμοῦ μή εναρμονισμένων νομοθεσιών δέν δύνανται νά ἀποβαίνουν εἰς βάρος τῶν διακινουμένων εργαζομένων. Οἱ δύο πρώτες ερμηνευτικές ἀρχές πού ἡ 'Επιτροπή συνήγαγε ἀπό τήν συνθήκη καί τήν προηγουμένη νομολογία σας, καθώς καί ἡ ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων τῶν άρθρων 7 καί 48 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τήν ὁποία ἀνέπτυξα, ἀποτελοῦν κατά τήν γνώμη μου τίς σταθερότερες βάσεις προκειμένου νά δοθεί ἀπάντηση στά ερωτήματα πού σᾶς ὑπεβλήθησαν.
4.3. 'Απάντηση στά ὑποβληθέντα ερωτήματα
Βάσει τῶν προηγηθεισῶν σκέψεων, σᾶς προτείνω τελικῶς νά ἀπαντήσετε ὡς έξῆς στά υποβληθέντα ερωτήματα:
1.
Οἱ κανονισμοί 1408/71 καί 574/72 έχουν τήν έννοια ὅτι, ἐπί ὅσο χρονικό διάστημα ὁ διακινούμενος εργαζόμενος λαμβάνει παροχές (ἐν προκειμένω επιδόματα ἀνεργίας) βάσει μόνο τῆς ἐθνικῆς νομοθεσίας, οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοί) 1408/71 δέν συνιστοῦν καθ' ἑαυτές εμπόδιο γιά τήν πλήρη εφαρμογή τῆς εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων τῶν διατάξεων τῆς ἐν λόγω νομοθεσίας περί ἀπαγορεύσεως τῆς σωρεύσεως.
2.
'Αντίκειται πάντως πρός τους σκοπούς τοῦ ἄρθρου 51, οἱ όποιοι πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη κατά τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμόῦ 1408/71, καί πρός τά ἄρθρα 7 καί 48 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τά όποια έχουν ἀπ' ευθείας εφαρμογή καί στά όποια παραπέμπει σιωπηρῶς τό άρθρο 51, ἡ εφαρμογή ἀπό ἕνα Κράτος μέλος μιᾶς διατάξεως περί ἀπαγορεύσεως τῆς σωρεύσεως πού κατ' ἀρχήν δέν ἀντιβαίνει πρός τό ἄρθρο 12 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, κατά τρόπον ώστε ὁ διακινούμενος εργαζόμενος νά τίθεται σέ δυσμενέστερη κατάσταση ἀπό εκείνη στην ὁποία θά εὑρίσκετο ἄν εἶχε εργασθεί ἀποκλειστικῶς καί μόνο σέ αυτό τό Κράτος μέλος.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
( 2 )
Full & Egal Universal Law Academy