ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 16 ΜΑΡΤΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ἡ Staple Dairy Products Limited εἶναι μία ἀγγλική ἑταιρία πού επιδίδεται στό διεθνές εμπόριο γαλακτοκομικών προϊόντων. Τό Intervention Board for Agricultural Produce είναι ἡ αρμοδία κατά τό δίκαιο τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου ἀρχή γιά τήν καταβολή στους επιχειρηματίες χρηματικών ποσῶν χορηγουμένων ἀπό τήν Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στό πλαίσιο της κοινῆς γεωργικής πολιτικής.
Μεταξύ τῆς 1ης 'Απριλίου 1980 καί τῆς 26ης Απριλίου 1980, ἡ ἑταιρία ἐξήγαγε ποσότητες γαλακτοκομικών προϊόντων ἀπό τό Ἡνωμένο Βασίλειο πρός άλλα Κράτη μέλη τῆς Ευρωπαϊκής Οἰκονομικῆς Κοινότητος. Κατά την ἐποχή εκείνη ἡ στερλίνα είχε ἀνατιμηθεί ἐν σχέσει πρός τήν ἀντιπροσωπευτική τῆς τιμή σέ τέτοιο βαθμό ώστε κατέστη ἀναγκαίο νά καταβάλλονται θετικά νομισματικά ἐξισωτικά ποσά γιά συναλλαγές στούς περισσοτέρους τομεῖς γεωργικών προϊόντων, περιλαμβανομένου καί τοῦ γαλακτοκομικού τομέως.
Τό ἄρθρο 2 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού 974/71 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 12ης Μαΐου 1971, «περί ὁρισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής πού πρέπει νά ληφθοῦν στόν γεωργικό τομέα σάν συνέπεια τῆς προσωρινής διευρύνσεως τῶν περιθωρίων διακυμάνσεως τῶν νομισμάτων ὁρισμένων Κρατῶν μελών», ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/006, σ. 192 (ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 1112/73 τῆς 30ής 'Απριλίου 1973, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/009 σ. 160) καθιερώνει ἕνα τύπο, τόν όποιο θά ἀποκαλῶ ἐφ᾽ ἑξῆς «βασικό τύπο», γιά τόν υπολογισμό νομισματικών ἐξισωτικῶν ποσών, ὄχι μόνο γιά τά Κράτη μέλη τά νομίσματα τῶν ὁποίων εἶχαν εὐθυγραμμισθεῖ στό λεγόμενο «φίδι» (τό όποιο ἀργότερα ἀντικατεστάθη ἀπό τό ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα), ἀλλά καί γιά τά Κράτη μέλη τά νομίσματα τῶν ὁποίων δέν συμμετείχαν σ᾽ αὐτό. Ό βασικός τύπος συνοψίζεται στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην ὑπόθεση 154/73, Becker κατά Hauptzollamt Emden (1974) ECR 19, στην σ. 25, σκέψη 5, ὡς ἑξῆς: «γιά τόν καθορισμό τῶν εξισωτικών ποσών ἐφαρμόζεται ἐπί τῶν τιμών τῶν οικείων προϊόντων ὁρισμένο ποσοστό, πού ἐκφράζει τήν διαφορά μεταξύ τῆς Ισοτιμίας τοῦ οικείου έθνικοῦ νομίσματος καί τοῦ μέσου όρου τῶν τιμών συναλλάγματος κατά τήν διάρκεια μιᾶς ὁρισμένης περιόδου».
Μεταξύ τοῦ 1974 καί τοῦ 1976 ὁ βασικός τύπος ἐτροποποιήθη μέ τήν εἰσαγωγή μιας «μειώσεως» (franchise) , ἡ ὁποία τελικώς ὁρίσθη ἴση πρός 1,5 μονάδες καί ἡ ὁποία ἀφαιρεῖτο ἀπό τό ποσό πού ὑπελογίσθη σύμφωνα μέ τόν βασικό τύπο, ὅταν ἐπρόκειτο γιά νομίσματα, ὅπως τό νόμισμα τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, πού δέν συμμετείχαν στό «φίδι» καί τά όποια εἶχαν ὑποτιμηθεῖ — βλ. κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου 2497/74 (OJ 1974, L 268/5), 475/75 (ΕΕ ειδ. ἔκδ. 03/011 σ. 232), 557/76 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/014, σ. 184). Ό βασικός τύπος ἐτροπο-ποιήθη περαιτέρω ἀπό τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοί) 652/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 29ης Μαρτίου 1979, (OJ 1979, L 841), ὁ όποιος εισήγαγε τήν Εὐρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα (ή ECU ) στό σύστημα καθορισμοῦ τῶν γεωργικών τιμών καί συνεπώς μετέβαλε τό σύστημα τῶν μειώσεων. Προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τήν ἀφαίρεση μιᾶς μειώσεως, ἴσης πρός 1,5 μονάδες, ἀπό τό ποσό πού υπολογίζεται σύμφωνα μέ τόν βασικό τύπο, στην περίπτωση τῶν κυμαινομένων νομισμάτων (μεταξύ τῶν ὁποίων καί ή στερλίνα), ανεξαρτήτως τοῦ ἄν αυτά είχαν ἡ ὄχι υποτιμηθεί ἐν σχέσει πρός τίς ἀντιπροσωπευτικές τους τιμές. Δυνάμει τοῦ άρθρου 5, ὁ κανονισμός αυτός 'ίσχυε ἀπό 9ης Ἀπριλίου μέχρι 30ής 'Ιουνίου 1979. Ή ισχύς του παρετάθη μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου 1980 μέ τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού τοῦ Συμβουλίου 1264/79 τῆς 25ης 'Ιουνίου 1979, OJ 1979, L 161/1.
Στίς 18 Φεβρουαρίου 1980 ἡ Ἐπιτροπή υπέβαλε στό Συμβούλιο μία πρόταση για ἕνα κανονισμό ἀφορῶντα, μεταξύ άλλων, τά νομισματικά εξισωτικά ποσά, πού περιελάμβανε διατάξεις περί τῆς ἀφαιρέσεως μιᾶς μειώσεως ἴσης πρός 1,5 μονάδες στην περίπτωση Κρατών μελών πού ἐφήρμοζαν ἀρνητικά εξισωτικά ποσά καί ἴσης πρός μία μονάδα ὅταν επρόκειτο γιά θετικά εξισωτικά ποσά (OJ 1980, C 576 τῆς 7ης Μαρτίου 1980). Τήν 20ή Μαρτίου 1980 ή 'Επιτροπή υπέβαλε νέα πρόταση περί παρατάσεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμού 652/79 μέχρι τῆς 30ής 'Ιουνίου 1980. Τήν 2α 'Απριλίου 1980, λίγο χρόνο μετά τήν εκπνοή τοῦ κανονισμού τοῦ Συμβουλίου 652/79, ἡ 'Επιτροπή ἐξέδωσε τόν κανονισμό 846/80, ΟJ 1980, L 91/1, ὁ οποίος ἤρχισε νά ισχύει ἀπό τῆς 7ης 'Απριλίου 1980. Τό προοίμιο τοῦ κανονισμοί) αὐτοῦ μνημονεύει τήν νομοθετική ιστορία τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών καί τίς ἀλλαγές πού επέφερε ὁ κανονισμός 652/79 διά τῆς εισαγωγῆς τοῦ ECU στην κοινή γεωργική πολιτική καί στό σύστημα τῶν μειώσεων. Ἀναφέρεται επίσης στό προοίμιο ὅτι ἀπεδείχθη ἀδύνατο νά ἐκδοθεί ἀπό τό Συμβούλιο, πρό τοῦ τέλους Μαρτίου 1980, νομοθετική διάταξη παρατείνουσα τήν ἰσχύ τοῦ συστήματος πού ἐνσωματώνεται στόν κανονισμό 652/79 τοῦ Συμβουλίου καί ὅτι:
«γιά νά ἀποφευχθεῖ ἕνα κενό στό σύστημα, πού θά ὁδηγούσε ἰδίως στην αύξηση ἡ στην ἐπανεισαγωγή τῶν νομισματικῶν εξισωτικών ποσών γιά ὁρισμένα Κράτη μέλη, παρίσταται ἀναγκαίο, ἐν ὄψει τοῦ προέχοντος δημοσίου συμφέροντος καί ὡς προληπτικό μέτρο μέχρις ὅτου τό Συμβούλιο ἀποφασίσει οριστικώς ἐπί τοῦ θέματος, νά συνεχισθεί ἡ εφαρμογή τοῦ συστήματος ὑπό τήν παροῦσα μορφή του, δηλαδή μέ τόν υπολογισμό τῶν νομισματικών ἐξισωτικών ποσών σέ σχέση μέ τό ECU καί λαμβάνοντας ὑπ᾿ ὄψη τίς μειώσεις πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) 652/79».
Κατά συνέπεια, ἡ 'Επιτροπή καθόρισε στόν κανονισμό αυτό νομισματικά εξισωτικά ποσά ὑπολογισθέντα βάσει τοῦ κανονισμοῦ 652/79 τοῦ Συμβουλίου.
Ἐδηλώθη στό Δικαστήριο ὅτι «μεταξύ 1ης 'Απριλίου 1980 καί 26ης 'Απριλίου 1980 τό ἐναγόμενο κατέβαλε στην ενάγουσα νομισματικά εξισωτικά ποσά ἐπί τῶν προανα-φερθεισῶν ἐξαγωγών, υποβληθέντα σέ μείωση 'ίση πρός 1,5 % μονάδα».
Δέν ἀνεφέρθη στό Δικαστήριο τί ποσοστό τῶν εξαγωγών πού ἐπραγματοποίησε ή ἑταιρία μεταξύ 1ης καί 25ης 'Απριλίου 1980 ἐπραγματοποιήθησαν πρό τῆς 7ης 'Απριλίου 1980 καί δέν ἠδύνατο επομένως νά ἐπηρεασθοῦν ἀπό τόν κανονισμό 846/80 τῆς 'Επιτροπής. Ή 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι οἱ συναλλαγές πού ἐπραγματο-ποιήθησαν κατά τήν πρώτη εβδομάδα καλύπτονται ἐν πάση περιπτώσει ἀπό τήν νομοθεσία πού ίσχυε κατά τήν 30ή Μαρτίου 1980.
Τήν 18η 'Απριλίου ἡ 'Επιτροπή εξέδωσε ἕνα ἀκόμη κανονισμό (τόν 967/80, OJ 1980, L 103/1), μέ τόν όποιο καθόρισε τά νομισματικά εξισωτικά ποσά μέ τήν ἴδια μέθοδο, λαμβάνοντας ὅμως ὑπ᾿ ὄψη τίς συναλλαγματικές μεταβολές πού είχαν ἐν τῶ μεταξύ ἐπέλθει.
Τήν 26η Ἀπριλίου ετέθη ἐν ἰσχύι ὁ κανονισμός 1011/80 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 23ης Ἀπριλίου 1980, OJ L 108/3, τό άρθρο 1 τοῦ ὁποίου ὅριζε ὅτι:
«Μέ ἰσχύ ἀπό 1ης 'Απριλίου 1980, ἡ ημερομηνία 31η Μαρτίου 1980 πού ἀναφέρεται στό δεύτερο εδάφιο τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 652/79 ἀντικαθίσταται ἀπό τήν ἡμερομηνία 30ή 'Ιουνίου 1980, χωρίς ὅμως νά θίγονται τά ἀτομικά δικαιώματα πού ἀπέκτησαν οἱ επιχειρηματίες.»
Σέ ἀγωγή πού ἤσκησε ενώπιον τοῦ Commercial Court τοῦ Λονδίνου, ἡ ἑταιρία ἰσχυ-ρίσθη ὅτι γιά τήν περίοδο μετά τήν 31η Μαρτίου 1980 δέν έπρεπε νά εφαρμοσθεί ή μείωση κατά 1,5 μονάδες καί ὅτι ὁ κανονισμός 846/80 τῆς Ἐπιτροπῆς ήταν άκυρος κατά τό μέτρο κατά τό όποιο προέβλεπε τήν ἐφαρμογή μιᾶς μειώσεως. Ό δικαστής πού ἐπελήφθη τῆς υποθέσεως έκρινε ὅτι ή ἀπόφαση του ἐξηρτᾶτο ἀπό τό κῦρος τοῦ κανονισμοῦ 846/80 τῆς Ἐπιτροπῆς καί ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ 1011/80 τοῦ Συμβουλίου. Κατά συνέπεια, ἐζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ἐπί τριών ἐρωτημάτων. Μέ τό πρώτο ερωτάται ἄν ἡ ἀρμοδία ἀρχή τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου (εναγομένου) ὑπεχρεοῦτο, ὡς προς τίς συναλλαγές πού ἐπραγματο-ποιήθησαν μεταξύ τῆς 1ης καί τῆς 26ης 'Απριλίου 1980, νά καταβάλει νομισματικά εξισωτικά ποσά χωρίς νά προβεί σέ μείωση τους κατά 1,5 μονάδες. Μέ τό δεύτερο ἐρωτᾶται ἄν ὁ κανονισμός 846/80 τῆς 'Επιτροπής, πού εξεδόθη μετά τήν λήξη τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 652/79, ὅπως ἐτροποιήθη, εἶναι άκυρος κατά τό ὅτι προέβλεπε την ἐφαρμογή τῆς μειώσεως στά οικεία νομισματικά ἐξισωτικά ποσά πρό τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κανονισμοῦ 1011/80. Μέ τό τρίτο ζητείται ἡ ἑρμηνεία τοῦ άρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ 1011/80 τοῦ Συμβουλίου, προκειμένου νά διαγνωσθεί ἄν μία εταιρία πού εξήγαγε γαλακτοκομικά προϊόντα ἀπό τό Ἡνωμένο Βασίλειο πρός άλλα Κράτη μέλη μεταξύ τῆς 1ης καί τῆς 26ης 'Απριλίου 1980 εἶχε ἀποκτήσει δικαιώματα προστατευόμενα ἀπό τήν τελευταία φράση τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
Ή 'Επιτροπή ἀποδίδει μεγάλη σπουδαιότητα στό δεύτερο ἐρώτημα, τό ὁποίο ὑπεστηρίχθη ὅτι ἀποτελεί ζήτημα συνταγματικής σημασίας ὅσον άφορᾶ, ἐν γένει μέν, τά καθήκοντα καί τίς ἐξουσίες τῆς Επιτροπής κατά τήν διαχείριση τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής στην περίπτωση κατά τήν ὁποία τό Συμβούλιο παρέλειψε νά ἐνεργήσει μέ ἐπακόλουθο νά δημιουργηθεί ἕνα «κενό δικαίου», ειδικότερα δέ, ὅσον ἀφορᾶ τά νομισματικά ἐξισωτικά ποσά. Κατά τήν γνώμη μου, ὅμως, ενδείκνυται νά εξετασθεί πρώτα τό τρίτο ἐρώτημα, δεδομένου ὅτι παρέλκει ἡ εξέταση ἐπί τοῦ κύρους τοῦ κανονισμού 846/80 τῆς 'Επιτροπής ἄν ὁ κανονισμός 1011/80 τοῦ Συμβουλίου εἶναι ἔγκυρος καί δέν προστατεύει αυτά πού ἡ ἑταιρία ισχυρίζεται ὅτι ἀποτελούν κεκτημένα δικαιώματα.
Τό κύριο επιχείρημα τῆς ἑταιρίας εἶναι ὅτι ἐπραγματοποίησε συναλλαγές μεταξύ τῆς 1ης 'Απριλίου καί τῆς 26ης 'Απριλίου (ίσως ὀρθότερα μέχρι τῆς 25ης Ἀπριλίου), διάστημα κατά τό όποιο δέν ήταν ἐν ἰσχύι νομοθεσία προβλέπουσα τήν ἐφαρμογή τῆς μειώσεως. Κατά συνέπεια, ἡ εταιρία ἀπέκτησε δικαιώματα νά τῆς καταβληθούν νομισματικά εξισωτικά ποσά χωρίς τήν εφαρμογή τῆς μειώσεως. Τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 1011/80 τοῦ Συμβουλίου ἐπροστάτευε τά κεκτημένα αυτά δικαιώματα καί επομένως ἡ εφαρμογή τῆς μειώσεως ήταν παράνομη. "Αν τό άρθρο 1 δέν ἐπροστάτευε τέτοια κεκτημένα δικαιώματα, θά εἶχε ἀναδρομικό ἀποτέλεσμα ἐπί συναλλαγών πού ἐπραγματοποιήθησαν πρό τῆς ενάρξεως τῆς Ισχύος του καί εἶναι συνεπώς άκυρο.
Νομοθεσία πού ἀποσκοπεί στην ρύθμιση ήδη πραγματοποιηθεισών συναλλαγών είναι ἀνεπιθύμητη καί ενδεχομένως άκυρη. Δέν δύναται, ὅμως, νά λεχθεί ὅτι στό πεδίο τοῦ κοινοτικού δικαίου τέτοια νομοθεσία είναι πάντοτε άκυρη.
Στην υπόθεση 98/80 Racke κατά Hauptzollamt Mainz (1979) ECR 69, στην σ. 86, τό Δικαστήριο εδέχθη τό έγκυρο ἑνός κανονισμοῦ πού είχε εφαρμογή στίς συναλλαγές πού ἀφοροῦσαν τόν οίνο καί πού είχαν πραγματοποιηθεί λίγο χρόνο πρό τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κανονισμοῦ, δέν ὑπήγοντο δέ προηγουμένως στό σύστημα τῶν νομισματικῶν εξισωτικῶν ποσῶν. Τό Δικαστήριο διετύπωσε τήν σχετική ἀρχή τοῦ δικαίου ως έξῆς:
«Καίτοι κατά γενικό κανόνα ἡ ἀρχή τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου δέν επιτρέπει νά ἀνατρέχει ἡ έναρξη τῆς χρονικής ισχύος μιᾶς κοινοτικής πράξεως σέ ημερομηνία προγενέστερη τῆς δημοσιεύσεως της, συγχωρείται εξαίρεση ὅταν τοῦτο ἀπαιτείται ἀπό τόν ἐπιδιωκόμενο σκοπό καί ὅταν γίνεται προσηκόντως σεβαστή ἡ άξια προστασίας ἐμπιστοσύνη τῶν ἐνδιαφερομένων.»
Ἑπομένως, μόνο κατ' ἐξαίρεση εἶναι έγκυρη τέτοια νομοθεσία πού έχει ἀναδρομική ἰσχύ. Όπως ἀναφέρεται στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου, τό ἀναδρομικό ἀποτέλεσμα μιᾶς νομοθετικής πράξεως πρέπει νά εἶναι ἀναγκαίο γιά τήν επίτευξη τοῦ σκοποῦ της, καί ὄχι ἁπλώς πρόσφορο ή επιθυμητό. Τό Δικαστήριο δέν ἀναγνωρίζει ὡς έγκυρη τήν νομοθεσία πού επηρεάζει ήδη πραγματοποιηθείσες συναλλαγές, παρά μόνο ἄν εἶναι σαφής ἡ πρός τοῦτο πρόθεση της, ἄν ὁ σκοπός τῆς εἶναι δικαιολογημένος καί ἄν προστατεύεται ἡ δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τῶν ενδιαφερομένων.
Ή ιστορία τῆς νομοθεσίας, στην ὁποία παρεπέμφθη τό Δικαστήριο, καθιστά σαφές ὅτι τό σύστημα πού ίσχυε την 31η Μαρτίου 1980 (δυνάμει τοῦ κανονισμοί) 652/79 τοῦ Συμβουλίου) διέφερε ἀπό ἐκεῖνο πού ίσχυε δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 974/71 τοῦ Συμβουλίου, ὁ όποιος ἐθέσπισε τόν βασικό τύπο υπολογισμοί) τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Ή «μείωση» εισήχθη προφανώς γιά νά ἀποφευχθοῦν οἱ ἐμφανιζόμενες στρεβλώσεις ἀλλα καί ὡς μέρος μιας μακροπροθέσμου πολιτικῆς βαθμιαίας καταργήσεως τῶν νομισματικών ἐξισωτικών ποσών, ὅπου ήταν αὐτό δυνατό. Τό ECU εἶχε ἀντικαταστήσει τήν λογιστική μονάδα στην εφαρμογή τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής. Τό ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα εἶχε ἀντικαταστήσει τό «φίδι». Θεωρητικώς, ἀφ᾿ ἧς στιγμής έληξε ἡ ισχύς τοῦ κανονισμού 652/79 θά ήταν δυνατό νά γίνει μία προσπάθεια επαναφορᾶς ἐν ἰσχύι τοῦ προηγουμένως ἰσχύσαντος συστήματος, μολονότι εἶναι ἀμφίβολο ἄν θά ήταν κἄν ἐφικτή μία τέτοια λύση, θά ήταν δέ πάντως εξαιρετικά δύσκολη ἐν ὄψει τῶν ἀλλαγών πού εἶχαν μεσολαβήσει ἀπό τό 1971. Δέν προεβλήθη, ὅμως, κανένας λόγος πού θά ἐδικαιολογεί μία ἐπιστροφή στην κατάσταση πού υπήρχε πρό τῆς θέσεως ἐν ἰσχύι τοῦ κανονισμοί) 652/79. Ἐπί πλέον, ἐνῶ εἶναι ἀναμφίβολο ὅτι τό Συμβούλιο είχε τήν ἐξουσία νά επαναφέρει τίς διατάξεις τοῦ κανονισμού 652/79 γιά τό μέλλον, ἀκόμη λιγότεροι λόγοι προεβλήθησαν πού θά ἐδικαιολόγούν ένα διαφορετικό σύστημα γιά τήν σύντομη περίοδο μεταξύ τῆς λήξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοί) 652/79 καί τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοί) 1011/80.
Ἐφ᾿ ὅσον εἶναι σαφές ὅτι τό Συμβούλιο εἶχε τήν πρόθεση νά επαναφέρει ἐν ἰσχύι γιά τό μέλλον τόν κανονισμό 652/79, έστω καί τροποποιημένο καί γιά περιορισμένο χρονικό διάστημα, τά πάντα τείνουν νά καταστήσουν εμφανή τήν ἀνάγκη νά διατηρηθεί ἡ συνέχεια κατά τόν ενδιάμεσο χρόνο. "Αν αυτό δέν γινόταν θά προέκυπτε ἀνασφάλεια, ἄν ὄχι χάος. Γιά μερικά ἀπό τά Κράτη μέλη θά έπρεπε ἐνδεχομένως νά προσδιορισθοῦν νέα ἡ ηὐξημένα νομισματικά ἐξισωτικά ποσά θά προέκυπτε ίσως μία σημαντική διακοπή στην διατήρηση τοῦ επιπέδου τῶν γεωργικών τιμών ή στρέβλωση τοῦ κοινοτικοί) μηχανισμού καθορισμού τῶν τιμών θά ἐπηρέαζε τό δικαίωμα λήψεως ἡ τήν υποχρέωση καταβολής νομισματικών εξισωτικών ποσών. Ἑπομένως, μολονότι εἶναι ἀτυχες τό ὅτι ή ἰσχύς τοῦ κανονισμού 652/79 δέν παρετάθη πρό τῆς λήξεως τῆς γιά μία ενδιάμεση περίοδο μέχρις ὅτου ἐπιτευχθεί συμφωνία γιά τήν τροποποίηση του, ούτως ὥστε οἱ συναλλασσόμενοι καί οἱ κρατικοί ὀργανισμοί νά γνωρίζουν σαφώς τήν θέση τους, είναι τῆς γνώμης ὅτι στην περίπτωση αὐτή ἐδείχθη ὅτι, ἀφ᾿ ἧς ἀπεφασίσθη νά διατηρηθεί στό μέλλον τό ἰσχῦον σύστημα, ήταν ἀναγκαίο καί σύμφωνο μέ τό δημόσιο συμφέρον νά ισχύσει τό σύστημα αυτό καί κατά τήν σύντομη ενδιάμεση περίοδο πού εἶχε παρέλθει, ὑπό τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Παρά τά πειστικά επιχειρήματα πού προ-εβλήθησαν ἀπό τόν πληρεξούσιο τῆς εταιρίας, δέν μοῦ φαίνεται δυνατό νά καταλήξω στό συμπέρασμα ὅτι οἱ συναλλασσόμενοι δικαιολογημένα ἠδύναντο νά προσδοκούν τήν κατάργηση τῆς μειώσεως στό τέλος τοῦ Μαρτίου 1980. 'Η μείωση 'ίσχυε ὑπό διάφορες μορφές ἀπό τό 1974: τό 1980 ήταν πλέον ένα καθιερωμένο χαρακτηριστικό τοῦ συστήματος τῶν νομισματικών ἐξισωτικών ποσών καί δέν εἶχε υποβληθεί καμμία πρόταση περί καταργήσεως του. Ή 'Επιτροπή εἶχε, τόν Φεβρουάριο καί τόν Μάρτιο τοῦ 1980, υποβάλει προτάσεις, ἀπό τίς όποιες ἡ λιγότερο εκτεταμένη ἀπέβλεπε στην διατήρηση τοῦ ισχύοντος συστήματος μέχρι τόν 'Ιούνιο τοῦ 1980. Κατά την γνώμη μου, ὁ επιχειρηματίας ἠδύνατο δικαιολογημένα νά προσδοκᾶ ὅτι τό ὕψος τῆς μειώσεως δέν θά μεταβάλλετο ἀναδρομικῶς. Αυτό δέν συνέβη. Δέν ἠδὐνατο, κατά την γνώμη μου, δικαιολογημένα, νά προσδοκᾶ ὅτι ἡ μείωση δέν θά ἐφηρμόζετο καθόλου. Συνεπῶς, δέν δύναται κατά την γνώμη μου νά λεχθεί ὅτι δέν έγιναν προσηκόντως σεβαστές μέ την διατήρηση τῆς μειώσεως, ἀκόμη καί ἀναδρομικῶς.
Υποστηρίζεται επίσης ὅτι τό Συμβούλιο παρέβη τό άρθρο 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, διότι παρέλειψε νά αιτιολογήσει τόν κανονισμό καί ειδικότερα τήν ἀναδρομικότητά του.
Είναι προφανώς προτιμότερο νά μνημονεύονται αιτιολογίες, σ᾽ αυτόν τοῦτο τόν κανονισμό, ὅπως ἀπαιτεῖ τό άρθρο 190. Ἀφ᾽ ἑτέρου ὅμως νομίζω ὅτι οἱ αιτιολογίες δύνανται νά ἐνσωματώνονται στον κανονισμό μέ ἀναφορά ἡ δύνανται νά προκύπτουν ἀπό τό νομοθετικό πλαίσιο εντός τοῦ ὁποίου εκδίδεται ὁ κανονισμός (ὅπως ή δεύτερη αυτή δυνατότητα ἀνεγνωρίσθη ἀπό τό Δικαστήριο στην υπόθεση 92/77 An Bord Bainne κατά Ὑπουργοῦ Γεωργίας (1978) ECR 495, στην σ. 515, σκέψη 36). Ἐκεῖνο πού έχει σημασία εἶναι νά μή έχει τό ενδιαφερόμενο πρόσωπο καμμία εὔλογη ἀμφιβολία ὡς πρός τους λόγους γιά τους ὁποίους ὁ κανονισμός διεμορφώθη ὅπως διεμορφώθη. Οἱ αἰτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοῦ 1011/80 τοῦ Συμβουλίου δέν παρέχουν λεπτομέρειες. Ἀναφέρουν, ὅμως, ὅτι «ή πείρα πού ἀπεκτήθη ἀπό τήν ἐφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ (τοῦ 652/79, ὅπως ἐτροποποιήθη) μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου 1980 εἶναι τέτοια ώστε νά επιτρέπει τήν παράταση τῆς ἰσχύος του μέχρι τῆς 30ῆς 'Ιουνίου 1980». "Αν ἡ πείρα αυτή δικαιολογεί μία παράταση, πρέπει ἀσφαλῶς νά δικαιολογεί τήν παράταση ἀπό τῆς 31ης Μαρτίου 1980 μάλλον παράἀπό τήν ημερομηνία δημοσιεύσεως τοῦ κανονισμοῦ. 'Επί πλέον, μία ἀνασκόπηση τῆς ιστορίας τῆς νομοθεσίας δείχνει σαφώς ὅτι ἡ συνέχεια τοῦ συστήματος τῆς μειώσεως, έστω καί ὑπό μορφή τροποποιούμενη κατά καιρούς, εἶναι βασική γιά τήν ἀποφυγή κενών τοῦ εἴδους πού ἀνεφέρθη ἀνωτέρω καί ὅτι αυτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν όποιο ήταν ἀναγκαία ἡ ἀναδρομικότης τοῦ κανονισμοῦ. Τό συμπέρασμα αυτό συνάγεται, κατά τήν γνώμη μου, ἀκόμη καί χωρίς ἀναφορά στίς αἰτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοῦ 846/80 τῆς 'Επιτροπής. Έν τούτοις, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν αυτός είναι έγκυρος, μοῦ φαίνεται επιτρεπτό νά ληφθούν ὑπ᾽ ὄψη οἱ αἰτιολογικές σκέψεις του. Οἱ ἀπόψεις πού εκτίθενται σ᾽ αυτές ήταν οἱ ἀπόψεις πού ἐπρέσβευε ἡ 'Επιτροπή πράγματι καί εξηγούν τήν ἀνάγκη ν᾽ ἀποφευχθεῖ μία διάρρηξη τῆς συνεχείας.
Κατά συνέπεια, τάσσομαι υπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι ὁ κανονισμός 1011/80 τοῦ Συμβουλίου ήταν έγκυρος, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν ή εταιρία ὀρθῶς ἑρμηνεύει τήν φράση «χωρίς ὅμως νά θίγονται τά ἀτομικά δικαιώματα πού ἀπέκτησαν οἱ επιχειρηματίες», τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ.
'Εκ πρώτης ὄψεως, φαίνεται πολύ Ισχυρό τό ἐπιχείρημα τῆς ἑταιρίας ὅτι τό δικαίωμα νά τύχει ἡ συναλλαγή μεταχειρίσεως συμφώνου πρός τό ἰσχῦον κατά τήν πραγματοποίηση τῆς δίκαιο εἶναι ένα κεκτημένο δικαίωμα πού δέν δύναται νά θιγεί μέ τήν επαναφορά τοῦ συστήματος τῶν μειώσεων. Ή δυσχέρεια στην ὁποία κατά τήν γνώμη μου προσκρούει τό επιχείρημα εἶναι ὅτι, ὅπως υποστηρίζεται, ἀφορᾶ ὅλες τίς συναλλαγές πού ἐπραγματοποιήθησαν κατά τήν περίοδο ἀπό 1ης μέχρι 25ης 'Απριλίου 1980. Ἄν τοῦτο ήταν ἀληθές, τότε ἡ μείωση δέν θά ήταν δυνατό νά ἀφαιρεθεῖ ποτέ ὡς πρός καμμία συναλλαγή ἡ διάταξη τοῦ άρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ 1011/70 τοῦ Συμβουλίου, ή ὁποία ἀντικαθιστᾶ τήν 31η Μαρτίου 1980 μέ την 30ή Ἰουνίου 1980, θά ήταν άνευ ἀντικειμένου ὅσον άφορᾶ τήν μείωση. "Αν ή ἀναφορά στά κεκτημένα δικαιώματα ήταν ἀνεπίδεκτη στενότερης ἑρμηνείας, θά ἐδεχόμουν τό επιχείρημα αυτό, ἀφοῦ είναι ἀναμφισβήτητο ὅτι θά παρέμενε δυνατή ή επαναφορά άλλων διατάξεων τοῦ κανονισμοί) 652/79 καί συνεπώς τό άρθρο 1 δέν θά ήταν άνευ ἀντικειμένου. Κατά τήν γνώμη μου, ὅμως, ἡ ἀναφορά στά κεκτημένα δικαιώματα επιδέχεται στενότερης ερμηνείας ὅσον άφορᾶ τήν μείωση. Ή ἀφετηρία εἶναι ἡ ἀναφορά σέ «ἀτομικά δικαιώματα». Αὐτό κατά τήν γνώμη μου υποδηλώνει ὅτι πρέπει νά ἐρευνηθεί ἄν ἐκτήθησαν ιδιαίτερα δικαιώματα κατόπιν ειδικών διευθετήσεων. "Αν ἐκτήθησαν, διατηρούνται. "Ετσι, ἄν ένας ὀργανισμός συνεφώνησε νά καταβάλει τό νομισματικό εξισωτικό ποσό παραιτούμενος ρητώς ἀπό τήν εφαρμογή τῆς μειώσεως ἡ ἄν συνεφώνησε νά καταβάλει ἐν πάση περιπτώσει τό πλήρες ποσό ἡ ἄν έλαβε σχετική ἀπόφαση, ἡ ὁποία ἀνεκοινώθη στην ἑταιρία καί ἀπετέλεσε τήν βάση περαιτέρω ενεργειών, τότε οίοδήποτε δικαίωμα πού ἀπορρέει ἀπό μία τέτοια συμφωνία ἡ ἀπόφαση δέν θίγεται ἀπό τήν ἀναδρομική ἐπαναθέσπιση τοῦ κανονισμοῦ 652/79. Μία τέτοια συμφωνία δύναται νά συνάγεται εμμέσως ἀπό τήν συμπεριφορά τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅταν κατεβλήθη τό πλήρες ποσό χωρίς οἱαδήποτε ένδειξη ὅτι ήταν πιθανή ή ἀναζήτηση μέρους του. Ή κρίση περί τοῦ ἄν υπήρξε τέτοια συμφωνία ἡ ἀπόφαση πού παρήγαγε κεκτημένα δικαιώματα εναπόκειται βεβαίως στό εθνικό δικαστήριο.
Δέν νομίζω ὅτι ἡ υπόθεση τήν ὁποία επικαλείται ἡ ἑταιρία (υπόθεση 74/74, CNTA κατά Ἐπιτροπῆς (1975) ECR 533) ὁδηγεί στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ευρύτερη ερμηνεία είναι ὀρθή, δεδομένου ὅτι ἡ υπόθεση εκείνη άφορᾶ τήν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη καί ὄχι κεκτημένα δικαιώματα, έννοιες οἱ ὁποίες, ὅπως επισημαίνει ἡ Ἐπιτροπή, διαφέρουν μεταξύ τους.
Κατά συνέπεια, μολονότι τά άρθρα πού εισάγουν ἀναδρομικές διατάξεις πρέπει να υποβάλλονται σέ αυστηρή καί εμπεριστατωμένη εξέταση, ἐνῶ ἡ ἰσχύς τῶν άρθρων πού ἀποβλέπουν στην προστασία κεκτημένων δικαιωμάτων πρέπει, κατά τό δυνατό νά διαφυλάσσεται, είμαι τῆς γνώμης ὅτι τά ἀτομικά δικαιώματα πού προστατεύονται, ὅσον άφορᾶ τήν εφαρμογή τῆς μειώσεως, εἶναι εκείνα πού ἀπορρέουν ἀπό ἀτομικές συμφωνίες συναφθείσες μέ τίς εθνικές ἀρχές ἡ ἀπό ἀποφάσεις τῶν ἀρχῶν αυτών, βάσει τῶν ὁποίων ὁ ἐπιχειρηματίας προέβη σέ περαιτέρω ενέργειες καί μέ τίς όποιες παρέχεται στόν ἐπιχειρηματία ἡ διαβεβαίωση ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς καταστάσεως, ἀπό ἀπόψεως δικαίου δέν θά εφαρμοσθεί ἡ μείωση.
Τό νομισματικό εξισωτικό ποσό πού καθόρισε ἡ 'Επιτροπή έπρεπε νά καταβληθεί, έκτος ἄν ὁ κανονισμός ἀνεγνωρίζετο ὡς άκυρος λόγω ελλείψεως νομιμότητος. Δεδομένου ὅτι ὁ κανονισμός 1011/80 τοῦ Συμβουλίου ήταν έγκυρος, δέν δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι τά πράγματι καταβληθέντα νομισματικά ἐξισωτικά ποσά κατεβλήθησαν ἐπί ἐσφαλμένης νομικής βάσεως, ἐκτος ἄν τό ἐναγόμενο στην κυρία δίκη είχε συνάψει ειδική συμφωνία ἡ είχε λάβει εἰδική ἀπόφαση τοῦ είδους πού ἀνέφερα.
'Επί τῆς βάσεως αυτής, τό ερώτημα ἄν ή 'Επιτροπή είχε εξουσία νά καθορίζει τά νομισματικά ἐξισωτικά ποσά ὅπως έκανε στόν κανονισμό 846/80, λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη τήν μείωση καί χρησιμοποιώντας τό ECU, καθίσταται ακαδημαϊκό. "Αν τό Δικαστήριο έχει τήν 'ίδια άποψη νομίζω ὅτι δέν εἶναι ἀναγκαίο, ίσως δέ καί νά είναι ἀνεπιθύμητο, νά εξετάσει τό ερώτημα αυτό. "Αν τό Δικαστήριο καταλήξει στό ἀντίθετο συμπέρασμα, νομίζω ὅτι θά πρέπει νά εκφράσω ἐν συντομία τίς άπόψεις μου ἐπί της επικουρικῆς βάσεως τήν ὁποία υποστηρίζει ἡ 'Επιτροπή, δηλαδή τό ὅτι εἶχε τήν εξουσία καί πάντως τό καθῆκον νά ενεργήσει ὅπως ενήργησε.
Δέν μοῦ φαίνεται επιθυμητό ἡ ἀναγκαίο νά εξετάσω τό ευρύτερο καί γενικότερο ζήτημα ἄν, κατά τήν διαχείριση τῆς κοινῆς γεωργικής πολιτικής, ἡ 'Επιτροπή δύναται νά ενεργεί «πρός κάλυψη ενός κενοῦ», ὅταν κατά τήν ἐκπνοή τῆς Ισχυούσης νομοθεσίας, ἕνα άλλο ὄργανο δέν εκδώσει ένα νέο κανονισμό, τόν ὁποῖο μόνο αυτό 'έχει τήν ἐξουσία νά εκδώσει. "Ενα τόσο ευρύ ερώτημα εγείρει σπουδαία ζητήματα, πού θά έπρεπε νά εξετασθούν εντός ἑνός πλαισίου ευρύτερου ἀπό εκείνο τῶν νομισματικών εξισωτικῶν ποσών, καί τά όποια δέν ἀνεπτύχθησαν πλήρως ἀπό τά μέρη, εξαιρέσει τῆς 'Επιτροπής. Τό προκείμενο ζήτημα εἶναι στενότερο καί συνίσταται στό ἀν ἡ 'Επιτροπή, ἐν ὄψει τῶν μεταβολών πού είχαν επέλθει ἀπό τό 1971 στην νομισματική διάρθωση, στίς συναλλαγματικές ισοτιμίες καί στην διαχείριση τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών, εἶχε καθήκον ή εξουσία νά λάβει ὑπ᾿ ὄψη τίς μεταβολές πού εἰσήγαγε ὁ κανονισμός 652/79, κατά τήν άσκηση τοῦ καθήκοντος, καί τῆς εξουσίας της νά καθορίσει τά νομισματικά εξισωτικά ποσά δυνάμει τοῦ κανονισμού 974/71 ;
Ή 'Επιτροπή, σέ μία προσεκτική γραπτή καί προφορική ἀνάλυση τῆς καταστάσεως, έδειξε τό δίλημμα στό ὁποίο ευρέθη. Θά ἐδεχόμην ὅτι, ἄν δέν ἐχρησιμοποιεῖτο τό ECU καί ἄν δέν ἐλαμβάνετο ὑπ᾿ ὄψη ή μείωση, θά προέκυπταν στρεβλώσεις καί παρεμβολές στον μηχανισμό τῶν τιμών, οι όποιες θά παρέβλαπταν σοβαρά τήν εφαρμογή τῆς πολιτικής ὅτι κατά τό 1980 ήταν κατά μία πολύ πραγματική έννοια ἀδύνατο, ἡ τουλάχιστον δύσκολο καί ιδιαίτερα περίπλοκο, νά προσπαθήσει κανείς νά γυρίσει τό ρολόι πίσω καί νά εφαρμόσει τήν νομοθεσία πού ἴσχυε πρό τῆς ενάρξεως τῆς Ισχύος τοῦ κανονισμού 652/79 καί ὅτι οἱ δυσχέρειες καί οἱ στρεβλώσεις τῶν τιμών δέν ήταν δυνατό νά θεραπευθούν μέ μία ἀντίστροφη εφαρμογή τοῦ συντελεστοῦ πού καθόρισε τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοί) 651/79. Δέν φαίνεται νά έχει σημασία ἐν προκειμένω τό ἄν ἡ κατάσταση πού προκύπτει χαρακτηρίζεται ἡ ὄχι ως «κενό δικαίου».
Τό δύσκολο ερώτημα εἶναι ἄν, έστω καί ἄν θεωρηθεί ὡς δεδομένο αυτό τό ἀδύνατο ή τό εξαιρετικά δυσχερές τοῦ έργου, είχε ή 'Επιτροπή εξουσία νά λάβει ὑπ᾿ ὄψη τήν μείωση, δεδομένου ὅτι ὁ κανονισμός, ὁ ὁποῖος εἶχε καταστήσει νόμιμη τήν εφαρμογή τῆς μειώσεως, είχε παύσει νά ἰσχύει. Ή 'Επιτροπή θεμιτῶς προβάλλει ὅτι τό Δικαστήριο ἀναγνωρίζει τό ευρύ περιθώριο διακριτικής εξουσίας πού διαθέτει ἡ Ἐπιτροπή κατά τόν καθορισμό τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 974/71 καί τό καθήκον τῆς νά διασφαλίζει τόν ὀρθό χειρισμό τῆς πολιτικής πού υἱοθετεῖται ἀπό τήν Κοινότητα. Πρέπει, ὅμως, κατά τήν γνώμη μου, νά θεμελιώσει καλύτερα τήν εξουσία πού υποστηρίζει ὅτι εἶχε στην συγκεκριμένη αύτη περίπτωση. Δέν μέ ἱκανοποιοῦν τά προβληθέντα επιχειρήματα ὅτι «ή ἀρχή τῆς συνεχείας» ἡ ὁ κανονισμός 974/71 τῆς έδωσαν αυτή τήν ἐξουσία. Ό τελευταίος (στά άρθρα 3 καί 6) εξουσιοδοτεί τήν 'Επιτροπή νά εκδίδει κανόνες γιά τήν εφαρμογή τοῦ συστήματος πού καθιέρωσε τό άρθρο 1, δέν τῆς παρέχει ὅμως τήν εξουσία νά καθορίζει τά νομισματικά εξισωτικά ποσά παρά μόνο βάσει τῶν ὁριζομένων ἀπό τόν κανονισμό αυτό. Δέν πείθομαι ἐξ άλλου γιά τό ὅτι τό άρθρο 155 της συνθήκης ΕΟΚ παρέχει στην 'Επιτροπή αυτή τήν ἐξουσία. Τό άρθρο αυτό προβλέπει ὅτι «γιά τήν διασφάλιση τῆς λειτουργίας καί ἀναπτύξεως τῆς κοινής ἀγοράς ἡ Ἐπιτροπή: — μέριμνα γιά τήν εφαρμογή τῆς παρούσης συνθήκης καθώς καί τῶν διατάξεων πού θεσπίζονται δυνάμει αυτής ἀπό τά ὄργανα». Ή διάταξη αυτή δέν δύναται κατά τήν άποψη μου νά δικαιολογήσει τήν εφαρμογή ἀπό τήν 'Επιτροπή μιᾶς διατάξεως τοῦ Συμβουλίου πού έπαυσε νά ισχύει. Οἱ υποθέσεις περί διατηρήσεως τῶν ἁλιευτικῶν πόρων, τίς όποιες ἐπεκαλέσθη ἡ 'Επιτροπή (υπόθεση 804/79 καί υπόθεση 124/80) ἀφορούν κατά τήν γνώμη μου μία διαφορετική κατάσταση. 'Αναγνωρίζεται σ' αυτές ὅτι τά Κράτη μέλη δέν δύνανται νά ἀναλάβουν πρωτοβουλία χωρίς τήν έγκριση τῆς 'Επιτροπής, ὅταν τό Συμβούλιο παρέλειψε νά λάβει μέτρα πού εμπίπτουν στίς ἐξουσίες του. Τό νά ἀναγνωρισθεί στην 'Επιτροπή ἡ εξουσία νά ἐφαρμόζει ἕνα ιδιαίτερο σύστημα βάσει νομοθεσίας πού έχει παύσει νά ισχύει μοῦ φαίνεται ὅτι προχωρεί πιό πέρα, ἡ ἀπόφαση δέ τοῦ Δικαστηρίου δέν νομίζω ὅτι επιτρέπει αυτό τό βήμα. Εἶναι δυνατό νά ἐμφανισθοῦν καταστάσεις στίς όποιες τό καθήκον καί ἡ εξουσία τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς επιτρέπουν νά συνεχίσει ἐπί σύντομο χρονικό διάστημα νά διαχειρίζεται ένα σύστημα δυνάμει νομοθεσίας τῆς ὁποίας ή ἰσχύς πρέπει νά παραταθεί, ἀλλά δέν παρε-τάθη εγκαίρως μετά ἀπό κάποιο δισταγμό, ὅμως, ὑπό τό φως τῶν πραγματιστικῶν επιχειρημάτων τῆς Ἐπιτροπῆς καί της γαλλικής κυβερνήσεως, είμαι τῆς γνώμης ὅτι οἱαδήποτε εξουσία τοῦ είδους αὐτοθ δέν επιτρέπει τήν έκδοση τοῦ κανονισμού πού εξεδόθη στην προκειμένη περίπτωση. Δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ή 'Επιτροπή θά έπρεπε ρητώς νά διαθέτει εξουσία προσωρινής ἀντιμετωπίσεως μιᾶς τέτοιας καταστάσεως, ἀλλά τό θέμα αὐτό ευρίσκεται έκτος τῶν ὁρίων τῆς παρούσης δίκης.
Κατά συνέπεια, ἄν δέν εἶχα καταλήξει στην άποψη ὅτι ὁ κανονισμός 1011/80 τοῦ Συμβουλίου εἶναι έγκυρος, θά ήμουν τῆς γνώμης ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν είχε ἐξουσία νά παρατείνει, μέ δικό τῆς κανονισμό, τήν ἰσχύ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου πού είχε λήξει. Ή έλλειψη μάλιστα τέτοιας εξουσίας ενισχύει τό επιχείρημα ὅτι ήταν ἀναγκαίο καί δικαιολογημένο νά επιληφθεί τό Συμβούλιο τῆς καταστάσεως πού είχε προκύψει, θεσπίζοντας νομοθεσία ἀναδρομικῶς.
Γιά τους λόγους αυτούς, είμαι τῆς γνώμης ὅτι οἱ ἀπαντήσεις στά ερωτήματα πού υπέβαλε τό Commercial Court πρέπει νά εἶναι οἱ έξῆς:
α)
Ό κανονισμός (ΕΟΚ) 1011/80 τοῦ Συμβουλίου έχει ὡς ἀποτέλεσμα νά επιτρέπει καί νά επιβάλλει την υποχρέωση στίς ἁρμόδιες ἁρχές τῶν Κρατών μελῶν νά ἀφαιρούν 1,5 μονάδες ἀπό τα νομισματικά εξισωτικά ποσά γιά εξαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων ἀπό τό Ἡνωμένο Βασίλειο πρός άλλα Κράτη μέλη τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πού διενεργήθησαν μεταξύ τῆς 1ης καί τῆς 25ης 'Απριλίου 1980, ἀνεξαρτήτως τῆς ημερομηνίας πού ὁρίζει τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 652/79 τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἐτροποιήθη άπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1264/79 τοῦ Συμβουλίου καί ἀνεξαρτήτως τοῦ κύρους ἤ τῆς ἀκυρότητος τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 846/80 τῆς Ἐπιτροπής, πλην μόνο κατά τίς περιπτώσεις κατά τίς όποιες ένας επιχειρηματίας ἀπέκτησε ἀτομικό δικαίωμα νά λάβει νομισματικά εξισωτικά ποσά χωρίς την ἀφαίρεση αυτῶν τῶν 1,5 μονάδων.
6)
Τά ἀτομικά δικαιώματα πού ἀπέκτησαν οἱ επιχειρηματίες καί τά όποια μνημονεύονται στό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 1011/80 τοῦ Συμβουλίου εἶναι εκείνα πού ἀπορρέουν ἀπό μία συμφωνία την οποία συνήψε ἡ μία ἀπόφαση την ὁποία έλαβε ειδικῶς μία εθνική ἀρχή ἡ ἕνα κοινοτικό όργανο καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία ένας ἐπιχειρηματίας δικαιοῦται ἐν πάση περιπτώσει νά λάβει νομισματικά ἐξισωτικά ποσά χωρίς τήν ἀφαίρεση τῶν 1,5 μονάδων. Ἐφ' όσον συνήφθη μιά τέτοια συμφωνία ἡ ἐγνωστοποιήθη μιά τέτοια ἀπόφαση στόν επιχειρηματία καί ἀπετέλεσε τήν βάση περαιτέρω ενεργειών, ó επιχειρηματίας πού ἐπραγματοποίησε ἐξαγωγές ἀπό τό Ἡνωμένο Βασίλειο πρός άλλο Κράτος μέλος, μεταξύ τῆς 1ης καί τῆς 25ης 'Απριλίου 1980, δικαιοῦται νά λάβει νομισματικά εξισωτικά ποσά γιά ἐξαγωγές χωρίς τήν ἀφαίρεση τῶν 1,5 μονάδων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy