ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ὁ Manfred Burg, προσφεύγων στην παροῦσα υπόθεση, εἶναι υπάλληλος τοῦ Δικαστηρίου. 'Αρχικά προσελήφθη ὡς έκτακτος υπάλληλος ἀπό 1ης Απριλίου 1977 καί ἐμονιμοποιήθη τήν 1η Μαρτίου 1978. Μέ τήν ὑπό κρίση προσφυγή του ισχυρίζεται ὅτι δικαιούται νά τοῦ καταβληθεί ἀποζημίωση εγκαταστάσεως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 του παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, εντόκως ἐπί τοῦ καταβλητέου ποσοῦ ἀφ᾽ ὅτου κατέστη ἀπαιτητό μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς πληρωμής. Ζητεί επομένως ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀκυρώσει τήν ἀπό 21 Ιανουαρίου 1981 ρητή ἀπόρριψη, ἐκ μέρους τοῦ προέδρου τοῦ Δικαστηρίου, τῆς ενστάσεως του κατά της ἀπό 6ης Νοεμβρίου 1980 ἀποφάσεως τοῦ γραμματέως, μέ τήν ὁποία τοῦ ἠρνήθη την ἀποζημίωση εγκαταστάσεως.
Τό άρθρο 5, παράγραφος 1, κατά τό μέτρο πού άφορᾶ τήν υπόθεση, ὁρίζει τά έξης:
«Ἀποζημίωση εγκαταστάσεως ίση πρός τόν βασικό μισθό δύο μηνῶν, ἄν πρόκειται περί υπαλλήλου ἀρχηγοῦ οικογενείας, η πρός τόν βασικό μισθό ἑνός μηνός, ἄν πρόκειται περί υπαλλήλου πού δέν έχει τήν ιδιότητα αύτη, δικαιούται ὁ υπάλληλος πού πληροί τους ὅρους γιά τήν χορήγηση τοῦ επιδόματος εκπατρισμοῦ ἡ ἀποδεικνύει ὅτι υποχρεώθηκε νά ἀλλάξει διαμονή [κατοικία], γιά νά ἀνταποκριθεί στίς ὑποχρεώσεις τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως.»
Δέν ἀμφισβητείται ὅτι ὁ Burg πληροῦσε τίς προϋποθέσεις γιά τό επίδομα ἐκπατρισμοῦ.
Τό άρθρο 20 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ὁρίζει ὅτι ὁ υπάλληλος πρέπει νά κατοικεῖ στόν τόπο τῆς υπηρεσίας του ἡ σέ τόση ἀπόσταση ἀπό τόν τελευταίο, ὥστε νά μήν παρεμποδίζεται στήν άσκηση τῶν καθηκόντων του.
Τό άρθρο 5, παράγραφος 3, τοῦ παραρτήματος VII ὁρίζει:
«Ή ἀποζημίωση εγκαταστάσεως υπολογίζεται κατόπιν υποβολής έγγράφων πού δικαιολογοῦν τήν εγκατάσταση τοῦ υπαλλήλου στον τόπο τοποθετήσεως του καί τήν εγκατάσταση τῆς οικογενείας του, ἄν ὁ ὑπάλληλος έχει τήν ιδιότητα τοῦ ἀρχηγοῦ οικογενείας.»
Κατά τόν χρόνο τοῦ διορισμοῦ του, τό 1977, ὁ Burg κατοικοῦσε μέ τήν γυναίκα του καί τήν θυγατέρα του στό Perl, πού ευρίσκεται στήν γερμανική πλευρά τοῦ Moselle, περίπου 30 χιλιόμετρα ἀπό τήν πόλη τοῦ Λουξεμβούργου. Στίς 8 Νοεμβρίου 1978, υπέβαλε αίτηση περί καταβολής ἀποζημιώσεως εγκαταστάσεως, επισυνάπτοντας ἀντίγραφο συμβάσεως μισθώσεως, μέ ἡμερομηνία 12 Νοεμβρίου 1978, ενός δωματίου στό Schengen, πού εὑρίσκεται στην λουξεμβουργιανή πλευρά τοῦ Moselle καί συνδέεται διά γέφυρας μέ τό Perl. Ή αίτηση ἀπερρίφθη ἀπό τόν διευθυντή τοῦ τμήματος προσωπικοῦ τοῦ Δικαστηρίου, μέ ἔγγραφο τῆς 20ης Δεκεμβρίου 1978. Στίς 4 Ιουνίου 1979, ὁ Burg ἀνεφέρθη ἐκ νέου, ἀμφισβητώντας τους λόγους ἐπί των ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἀπόρριψη. Ό γραμματεύς, στον όποιο έχει ἀνατεθεί ἡ ἑφαρμογή των διατάξεων τοῦ παραρτήματος VII, ἀπήντησε εγγράφως στόν Burg, στίς 7 Νοεμβρίου 1979, εκθέτοντας ὅτι: (i) ἡ σύμβαση μισθώσεως δέν ἀπετέλει ἐπαρκῆ ἀπόδειξη ὅτι εἶχε πράγματι εγκατασταθεί στό Schengen καί (ii) ἀκόμη καί ἄν ἠδύνατο νά ἀποδείξει ἀλλαγή τῆς κατοικίας του, μετακίνηση σέ δύο περίπου χιλιόμετρα δέν ἠδύνατο νά θεωρηθεί ὡς «ενσωμάτωση στό νέο περιβάλλον», πού ἀπαιτείται γιά τήν χορήγηση τῆς ἀποζημιώσεως. Ό γραμματεύς ἐχρησιμοποίησε ἐν προκειμένω φρασεολογία τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου στήν υπόθεση 140/77 Verhaaf κατά Ἐπι-τροπῆς (1978) ECR σ. 2117, σκέψη 18.
Στίς 13 Νοεμβρίου, ὁ Burg ἀπηυθύνθη εγγράφως πρός τόν γραμματέα, ἀπορρίπτοντας τήν ἑρμηνεία πού ἔδωσε στόν κανονισμό υπηρεσιακῆς καταστάσεως καί γιά τήν υπόθεση Verhaaf καί ζητώντας νά τοῦ γνωρίσει σέ πόση ἀπόσταση ἀπό τό σπίτι του έπρεπε νά μισθώσει δωμάτιο γιά νά πληροί τίς προϋποθέσεις χορηγήσεως ἀποζημιώσεως. 'Ανεφέρθη στό γεγονός ὅτι ενωρίτερα (προφανῶς ἀπό τίς 2 Ιανουαρίου 1978) εἶχε μισθώσει διαμέρισμα στό Trintage, πού ἀπέχει 20 χιλιόμετρα ἀπό τό Perl, στην προσπάθειά του νά ικανοποιήσει τήν υπηρεσία προσωπικοῦ ὅτι εἶχε μετακομίσει, πλήν ὅμως ὑπεχρεώθη νά εγκαταλείψει τήν μίσθωση τοῦ διαμερίσματος αὐτοῦ ὅταν τό ἐπώλησε ὁ ιδιοκτήτης του, τόν Φεβρουάριο, φαίνεται, τοῦ 1978. Τό υπόμνημα καταλήγει μέ αίτηση πρός τόν γραμματέα νά ἀπαντήσει εντός ευλόγου προθεσμίας, ώστε νά δυνηθεί νά υποβάλει ένσταση κατά τό άρθρο 90 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ό γραμματεύς ἀπήντησε στις 29 Νοεμβρίου, ἀναφέροντας ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον δέν προέκυψε κανένα νέο στοιχείο πού νά δικαιολογεί επανεξέταση τοῦ αιτήματος τοῦ Burg, ἠδύνατο ἁπλώς νά επιβεβαιώσει τήν ἀπόφαση του πού περιεί-χετο στό έγγραφο τῆς 7ης Νοεμβρίου. Στίς 3 Δεκεμβρίου, ὁ Burg επανέφερε τό αἴτημά του νά τοῦ διευκρινισθεῖ σέ πόση ἀπόσταση ἀπό τό σπίτι του έπρεπε νά μετακομίσει, ὁ δέ γραμματεύς ἀπήντησε στίς 18 Δεκεμβρίου, λέγοντας ὅτι ἡ ἀποζημίωση χορηγείται ὄχι ἐν σχέσει πρός τήν ἀπόσταση μεταξύ τοῦ τόπου καταγωγής καί τοῦ επικαλουμένου τόπου κατοικίας, άλλα μόνο μέ ἀπόδειξη ὅτι ὁ υπάλληλος πράγματι μετεκόμισε στόν τόπο τῆς εργασίας του.
Στίς 3 Σεπτεμβρίου 1980, ὁ Burg ἐπανυπέ-βαλε τό αἴτημά του, μέ υπόμνημα στό όποιο ἐπεσυνάπτοντο ἀντίγραφο τῆς ιδίας συμβάσεως μισθώσεως τήν ὁποία εἶχε υποβάλει πρό δύο σχεδόν ετών, μία ἀπόδειξη, μέ ημερομηνία 26 Σεπτεμβρίου 1979, ἐμφαί-νουσα τήν παραγγελία πρός ἀγορά κλίνης, δύο τιμολόγια ἀποδεικνύοντα τήν ἀγορά μιᾶς κλίνης καί δύο ἐφαπλωμάτων, καί ένα ἀντίγραφο σφραγίδος εισόδου στό διαβατήριο αὐτοῦ καί τῆς συζύγου του (μέ ημερομηνίες προφανώς 'Ιούνιο καί Αύγουστο 1980 ἀντιστοίχως), ἀναφέροντας ὅτι ἀμφότεροι εἶχαν μετακομίσει στό Schengen. Τό ἀντίγραφο τοῦ μισθωτηρίου είχε μία προσθήκη μέ ἡμερομηνία 1η Μαΐου 1980, προσδιορίζουσα μίσθωμα δύο δωματίων. Στό ένα ἀπό τά τιμολόγια, μέ ημερομηνία 26 'Οκτωβρίου (χωρίς μνεία τοῦ έτους), ἐνῶ σημειώνεται ἡ διεύθυνση τοῦ Burg στό Schengen, περιέχεται χειρογράφως καί ή λέξη «Perl », ἐνῶ στό δεύτερο, μέ ημερομηνία 4 Ἰουλίου 1980, ἀναφέρεται ὡς διεύθυνση του τό Perl καί ὄχι τό Schengen.
Στίς 6 Νοεμβρίου, ὁ γραμματεύς ἀπέρριψε τό αἴτημα τοῦ Burg, μέ τήν αιτιολογία ὅτι ή ἀποζημίωση δύναται νά χορηγηθεί μόνο κατόπιν ἀποδείξεως τῆς μεταφορᾶς τῆς κατοικίας τοῦ υπαλλήλου ἀπό τόπο διάφορο τοῦ τόπου τῆς εργασίας του ἤ τῆς εγκαταστάσεως του σέ άλλο τόπο, πού θά ἠδύνατο νά θεωρηθεί ὡς ὁ τόπος τῆς εργασίας. Ή κατοικία τοῦ Burg, πρίν καί μετά τόν διορισμό του, ήταν εντός ἀκτίνος 30 χιλιομέτρων ἀπό τήν πόλη τοῦ Λουξεμβούργου καί ἡ κατοικία του στό Schengen μόλις 2 χιλιόμετρα ἀπό τήν ἀρχική κατοικία του στό Perl. Ἦταν, συνεπώς, ἀδύνατο νά συναχθεί ὅτι ὁ Burg εἶχε ενσωματωθεί στό νέο περιβάλλον καί ὅτι εἶχε εγκατασταθεί στόν τόπο εργασίας του.
'Εναντίον τῆς ἀποφάσεως αυτής, ὁ Burg υπέβαλε λίγες ήμερες ἀργότερα τήν ένσταση του. Μέ ἀπόφαση τῆς 19ης 'Ιανουαρίου 1981, πού ἐκοινοποιήθη στόν Burg μέ υπόμνημα τῆς 21ης 'Ιανουαρίου, ὁ πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἀπέρριψε τήν ένσταση γιά τους ἑξῆς λόγους: (i) ἡ ένσταση κατά ἀποφάσεως βεβαιωτικής προηγουμένων ἀποφάσεων τοῦ 1978 καί 1979, εναντίον τῶν ὁποίων δέν εἶχε υποβληθεί ένσταση (ii) ἐν πάση περιπτώσει, ὁ Burg δέν ἀπέδειξε ὅτι πράγματι εἶχε εγκατασταθεί στόν τόπο εργασίας του. Στίς 14 Απριλίου 1981, εντός τῶν τασσομένων προθεσμιών, ὁ Burg ἤσκησε τήν ὑπό κρίση προσφυγή του.
Κατά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση, ὁ πληρεξούσιος τοῦ Burg ἀνέφερε ὅτι, μέχρι τόν Νοέμβριο 1978, ὁ Burg καί ἡ οικογένειά του κατοικοῦσαν στό Perl. 'Ολόκληρη ή οικογένεια μετεκόμισε τότε στό Schengen, παρά τό γεγονός ὅτι τό δωμάτιο ἐκεῖ ἐπιπλώθη μόλις τό ἑπόμενο έτος καί παρά τό ὅτι ὁ Burg διετήρησε τό σπίτι του στό Perl καί συνέχισε νά στέλνει τήν θυγατέρα του στό σχολείο στην Γερμανία.
Τό πρώτο πρός εξέταση σημείο εἶναι κατά πόσον τό σύνολο τῆς ἀλληλογραφίας, ἀπό τόν Νοέμβριο 1978 καί ἐφ᾿ έξῆς, ἀπετέλεσε ἁπλώς συζήτηση μεταξύ τῶν διαδίκων, ή ὁποία κατέληξε στην ἀπό 8 Νοεμβρίου 1980 βλαπτική τῶν συμφερόντων τοῦ Burg ἀπόφαση, ὁπως υποστηρίζει ὁ πληρεξούσιος τοῦ Burg, ἡ ἡ ἀπόφαση αυτή δέν ήταν τίποτε περισσότερο ἀπό μία επιβεβαίωση προηγουμένης ἀποφάσεως.
Σέ αρκετές περιπτώσεις τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι πράξη «πού βλάπτει» έναν υπάλληλο εἶναι εκείνη ἡ ὁποία θίγει άμεσα τήν νομική του κατάσταση κατά τρόπο ἀντιτιθέμενο στά συμφέροντά του. Κατά τήν άποψη μου, ἀνεξαρτήτως τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς ἀλληλογραφίας πού ἀντηλλάγη προηγουμένως, τό έγγραφο τοῦ γραμματέως, τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979, συνιστά ἀπόφαση τέτοιας φύσεως καί επομένως ὁ Burg ἠδύνατο νά υποβάλει εναντίον τῆς ένσταση: εἶχε ληφθεῖ ἀπό τό ὑπεύθυνο γιά τήν εφαρμογή τοῦ παραρτήματος VΙΙ πρόσωπο καί ἀπέρριπτε τήν αἴτησή του περί καταβολής τῆς ἀποζημιώσεως. 'Αν ὁ προσφεύγων εἶχε ὁποιαδήποτε ἀμφιβολία περί τῆς ἀκριβοῦς φύσεως τοῦ έγγράφου αὐτοῦ, ἡ κατάσταση διηυκρινίσθη, πέραν πάσης ευλόγου ἀμφιβολίας, μέ τό ἔγγραφο τοῦ γραμματέως τῆς 29ης Νοεμβρίου 1979, τό όποιο ἀνέφερε τό προηγούμενο ως ἀπόφαση περί μή χορηγήσεως τῆς ἀποζημιώσεως. Μέ τήν ἀπάντηση του τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1979, ὁ Burg φαίνεται νά δέχεται ὅτι ή αἴτησή του ἀπερρίφθη διότι αυτός εἶχε πεῖ ὅτι διετίθετο νά μισθώσει άλλο δωμάτιο στό Λουξεμβοῦργο, άλλά, προκειμένου νά ἀποφύγει περαιτέρω δυσχέρειες, επιθυμοῦσε νά γνωρίζει ποῦ έπρεπε νά μετακομίσει γιά νά πληροί τους ὅρους λήψεως τῆς ἀποζημιώσεως.
'Αν ἡ ἀπόφαση τοῦ γραμματέως τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979 ἐστηρίζετο μόνο στην έλλειψη επαρκῶν ἀποδείξεων περί ἀλλαγής κατοικίας, δέν θά υπήρχε, νομίζω, κώλυμα νά υποβληθεί νέα αίτηση υποστηριζόμενη ἀπό περαιτέρω ἀποδείξεις (μολονότι, στην παρούσα υπόθεση, ἀμφιβάλλω ἄν οἱ ἀποδείξεις πού προσεκόμισε ὁ Burg μέ τό υπόμνημά του τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1980 ήταν πράγματι επαρκείς γιά νά δικαιολογήσουν επανεξέταση τοῦ αιτήματός του). Δεδομένου, πάντως, ὅτι μέ τήν ἀπόφαση ἀπερρίφθη ἡ αἴτηση γιά τόν λόγο ὅτι μετακόμιση δύο χιλιομέτρων δέν ἠδύνατο νά θεωρηθεί ὡς ἐνσωμάτωση στό νέο περιβάλλον, αυτή ἀπετέλει ἀπόφαση ἐπί τοῦ νόμω βασιμου τῆς αιτήσεως. Ἡ δεύτερη ἀπόφαση τοῦ γραμματέως, τῆς 6ης Νοεμβρίου 1980, επανέλαβε πληρέστερα τήν ἀντίρρηση αυτή ὡς πρός τό νόμω βάσιμο τῆς αιτήσεως καί δύναται νά θεωρηθεί ὡς βεβαιωτική ἀπλώς τῆς πρώτης του ἀποφάσεως. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ πρώτη ἀπόφαση ήταν ή πράξη πού έβλαπτε τόν Burg καί, δεδομένου ὅτι αυτός δέν υπέβαλε εμπροθέσμως ένσταση εναντίον της, ἡ προσφυγή του πρέπει νά ἀπορριφθεί ὡς ἀπαράδεκτος.
'Αν ήταν παραδεκτή θά ήταν ουσία βάσιμος;
Ό Burg υποστηρίζει ὅτι δικαιοῦται τῆς ἀποζημιώσεως εγκαταστάσεως ἀπλώς διότι δικαιοῦται τοῦ επιδόματος ἐκπατρισμοί), κατά τό άρθρο 5, παράγραφος 1, τοῦ παραρτήματος VΙΙ. Συνεπώς δέν ἀπαιτείται νά ἀποδείξει ὅτι ὑπεχρεώθη νά ἀλλάξει τόν τόπο κατοικίας του, γιά νά συμμορφωθεί πρός τό άρθρο 20 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Δέν ἀπαιτείται επίσης νά προσκομίσει έγγραφα ἀποδεικνύοντα τό γεγονός ὅτι «ἐγκατεστάθη στον τόπο εργασίας του», σύμφωνα μέ τό άρθρο 5, παράγραφος 3, τοῦ παραρτήματος VΙΙ, πρό τῆς καταβολής τῆς ἀποζημιώσεως εγκαταστάσεως. Ή τελευταία αυτή προϋπόθεση εφαρμόζεται μόνο σ' αυτούς πού καλύπτονται ἀπό τό δεύτερο σκέλος τοο άρθρου 5, παράγραφος 1, καί δέν εφαρμόζεται σ' αυτούς πού πληρούν τίς προϋποθέσεις γιά τό επίδομα εκπατρισμού. Υποστηρίζει ὅτι ἡ ἀποζημίωση εγκαταστάσεως σκοπό έχει νά ἀποζημιώνει εκείνους πού υποχρεούνται νά εγκατασταθούν σέ νέο περιβάλλον στον τόπο εργασίας τους καί ὄχι κατ' ἀνάγκην στόν τόπο κατοικίας των. Τό γεγονός ὅτι ένας υπάλληλος πληροί τίς προϋποθέσεις γιά τό επίδομα εκπατρισμού ἀποδεικνύει, ἀφ' ἑαυτοῦ, την ἀνάγκη εγκαταστάσεως στόν νέο τόπο εργασίας. Ό νέος τόπος εργασίας τοῦ Burg, τό Λουξεμβούργο, βρίσκεται πολύ μακρυά ἀπό τόν προηγούμενο τόπο ἐργασίας του, τό ἀεροδρόμιο τῆς Φραγκφούρτης.
Τό καθ' οὗ, ἐξ άλλου, υποστηρίζει ὅτι, ἀκόμη καί ἄν ὁ προσφεύγων πληροί τους ὅρού τοῦ ἄρθρου 5, παράγραφος 1, (ὅσον ἀφορᾶ τό δικαίωμα), δέν δύναται νά απαιτήσει την καταβολή πρίν ἀποδείξει ὅτι ἐγκατεστάθη στόν τόπο εργασίας του. Ἐν προκειμένω, δέν ἀποδεικνύεται ὅτι ἐγκατεστάθη στό Schengen, 2 χιλιόμετρα ἀπό τό Perl, ἐξ αιτίας τοῦ διορισμοῦ του στό Δικαστήριο, ούτε δύναται νά λεχθεί ὅτι τό γεγονός τῆς μετακινήσεως κατά 2 χιλιόμετρα ἀποδεικνύει ὅτι ἐγκατεστάθη σέ νέο περιβάλλον καί ἀπέκτησε κατοικία στον τόπο εργασίας του. Τό άρθρο 5, παράγραφος 3, υποχρεώνει τόν υπάλληλο, ὁ όποιος ζητεί αποζημίωση εγκαταστάσεως, νά ἀποδεικνύει ὅτι ἐγκατεστάθη σέ νέο περιβάλλον λόγω τῆς υπηρεσίας του στό Δικαστήριο.
Υπάρχει μία προφανής ἀσυνέπεια μεταξύ τοῦ ἄρθρου 5, παράγραφος 3, τοῦ παραρτήματος VII καί τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Γιά νά πληροί τους ὅρούς τοῦ ἄρθρου 20, ὁ υπάλληλος δύναται είτε νά κατοικεί «στόν τόπο τῆς υπηρεσίας του «είτε» σέ τόση ἀπόσταση ἀπό τόν τελευταίο, ώστε νά μήν παρεμποδίζεται στήν άσκηση τῶν καθηκόντων του». 'Αν ἀποδείξει ὅτι εἶναι υποχρεωμένος νά ἀλλάξει τόν τόπο κατοικίας του σέ έναν ἀπό αυτούς τους τόπους, πληροί τίς προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 5, παράγραφος 1, τό όποιο ρυθμίζει τά τοῦ δικαιώματος. 'Εν τούτοις, αναφέρεται ὅτι ή υποχρέωση καταβολής ἀνακύπτει μόνο ἄν προσκομίσει έγγραφα ἀποδεικνύοντα τήν εγκατάστασή του στόν τόπο υπηρεσίας του. Ex facie, δέν άρκεῖ νά προσκομίσει έγγραφα ἀποδεικνύοντα ὅτι ἐγκατεστάθη σέ τόση ἀπόσταση ἀπό τόν τόπο εργασίας του, ώστε νά μή εμποδίζεται στήν ἐκτέλεση των καθηκόντων του. Νομίζω ὅτι πρόκειται σαφῶς περί κενοῦ στήν διατύπωση, τό ὁποιο δέν δύναται νά εἶναι ἠθελημένο. Στό άρθρο 5, παράγραφος 3, ἡ φράση «εγκατάσταση τοῦ υπαλλήλου στόν τόπο τοποθετήσεως του» πρέπει νά εννοηθεί ὡς περιλαμβάνουσα τήν φράση «ἤ σέ τόση ἀπόσταση ἐξ αὐτοῦ, ώστε νά μή εμποδίζεται στήν εκτέλεση τῶν καθηκόντων του». Προκειμένου νά ἀποφευχθοῦν περαιτέρω ἀμφισβητήσεις, εὐκταῖον εἶναι, αὐτός ήταν ὁ σκοπός, ὅπως τοῦτο διατυπωθεί ρητώς στό άρθρο 5, παράγραφος 3.
Τοῦτο πάντως δέν βοηθεῖ τόν Burg. Νομίζω ὅτι εἶναι σαφές ὅτι, τόσον οἱ υπάλληλοι πού πληροῦν τίς προϋποθέσεις γιά τό επίδομα ἐκπατρισμού, ὅσον καί οἱ υπάλληλοι πού πρέπει νά μετακομίσουν γιά νά συμμορφωθούν πρός τό άρθρο 20, πρέπει νά ἀποδεικνύουν τήν «εγκατάσταση» τους στόν τόπο εργασίας τους ἡ (νομίζω) σέ τόση ἀπόσταση ἀπό αυτόν ώστε νά μήν εμποδίζονται στην εκτέλεση τῶν καθηκόντων τους. Ό 'ίδιος ó ὅρος «ἀποζημίωση εγκαταστάσεως» σημαίνει ὅτι πρέπει νά υπάρχει «εγκατάσταση». Μελετώντας τό σύνολο τῶν σχετικῶν διατάξεων, νομίζω ὅτι, ἑρμηνευτικά, πρέπει νά πρόκειται γιά«εγκατάσταση» λόγω τοῦ διορισμοί). Ό ὁρισμός τῶν δικαιουμένων επιδόματος ἐκπατρισμοί) δεικνύει ὅτι αυτοί δέν έχουν κατοικία στό κράτος ὅπού πρόκειται νά εργασθοῦν καί ὅτι ἡ «εγκατάσταση» σ' αυτό μέ πραγματική έννοια εἶναι ἀναγκαία. 'Οσοι δέν πληροῦν τίς προϋποθέσεις γιά τό επίδομα εκπατρισμοί) πρέπει νά ἀποδεικνύουν, προκειμένου νά λάβουν την ἀποζημίωση εγκαταστάσεως, ὅτι ὑπε-χρεώθησαν νά μετακομίσουν γιά νά βρίσκονται στόν ἡ πλησίον τοῦ τόπου υπηρεσίας των.
Τό Δικαστήριο, μέ τήν ἀπόφαση του στην υπόθεση 140/77, Verhaaf κατά Ἐπιτροπής, ἀπεφάνθη ὅτι «ὁ ειδικός καί χαρακτηριστικός σκοπός τῆς ἀποζημιώσεως εγκαταστάσεως εἶναι νά παράσχει τήν δυνατότητα στον υπάλληλο νά ἀντιμετωπίσει, πέραν των ἐξόδων μετακομίσεως, τά ἀναπόφευκτα έξοδα πού δημιουργοῦνται ἀπό τήν ενσωμάτωση σέ νέο περιβάλλον γιά ἀπροσδιόριστη άλλά μακρά χρονική περίοδο».
Μολονότι ἡ ἀποζημίωση εγκαταστάσεως καθορίζεται ἐν σχέσει πρός τόν μισθό παρά πρός τά πραγματικά έξοδα, ἀναμφιβόλως γιά λόγους διευκολύνσεως τῆς διοικήσεως, ἐν τούτοις καταβάλλεται γιά ἔξοδα πού δημιουργούνται, ἡ υποτίθεται ὅτι δημιουργοῦνται, ἀπό τήν εγκατάσταση. Ό τίτλος τοῦ τμήματος 3, στον όποιο περιλαμβάνεται τό άρθρο 5, «επιστροφή εξόδων», δεικνύει ὅτι ἡ καταβολή αυτή δέν ἀποτελεί ἁπλως αυτόματο συμπλήρωμα στην αμοιβή, άλλά σκοπεί νά καλύψει έξοδα τά όποια έχουν πραγματοποιηθεί ἡ ἀναμένεται νά πραγματοποιηθοῦν. Ό υπάλληλος δέν ὑποχρεοῦται νά ἀναλύει τό ποσό των ἐξόδων ὀφείλει νά ἀποδεικνύει ὅτι μετεκό-μισε καί ἐγκατεστάθη σέ νέο τόπο, ώστε δημιουργοῦνται ἤ εἶναι πιθανόν νά δημιουργηθοῦν έξοδα πρίν ἀνακύψει ὁποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής τῆς ἀποζημιώσεως (βλ. κατ' ἀναλογίαν τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου σχετικά μέ τήν ἀποζημίωση ἐπανεγκαταστάσεως στίς συ-νεκδικασθεῖσες υποθέσεις 27 καί 39/59, Campolongo κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής (1960), ECR σ. 391, στην σ. 405, πέμπτη παράγραφος).
Τό ὅτι αύτη εἶναι ἡ ὀρθή ερμηνεία, νομίζω ὅτι προκύπτει ἀπό τό άρθρο 71 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, τό όποιο, ὑπό τόν τίτλο «επιστροφή εξόδων», ορίζει, μεταξύ άλλων, ὅτι «σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού καθορίζονται στό παράρτημα VΙΙ, ὁ ὑπάλληλος δικαιοῦται επιστροφής τῶν ἐξόων, στά όποια υπεβλήθη λόγω τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων του» (οἱ ὑπογραμμίσεις εἶναι τοῦ ὁμιλοῦντος).
Οἱ προσκομισθείσες στην ἀρχή ἀποδείξεις ἐδημιούργησαν ἀμφιβολίες περί τοῦ ἄν ὁ προσφεύγων «ἐγκατεστάθη» πράγματι στό Schengen. Κρίνοντας υπέρ αὐτοῦ τήν υπόθεση ὅτι ἐγκατεστάθη, φαίνεται δύσκολο νά θεωρηθεί τοῦτο ὡς ενσωμάτωση σέ νέο περιβάλλον, κατά τήν έννοια τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 140/77. Ἐν πάση δέ περιπτώσει, ἡ ἀλλαγή κατοικίας ἀπό ένα μέρος σέ άλλο, 2 χιλιόμετρα μακρυά, δέν δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι κατέστη ἀναγκαία λόγω τοῦ διορισμοῦ του στό Δικαστήριο. Κατ' ἀρχάς, ουδεμία ἀπόδειξη προσεκομίσθη πιστοποιοῦσα τήν άνευ επιθυμίας του μετακίνηση, ώστε νά ἀποκτήσει δικαίωμα ἀποζημιώσεως εγκαταστάσεως, ή, τό πολύ, γιά λόγους προσωπικής ευκολίας. Νομίζω ὅτι, στην παροῦσα υπόθεση, τό γεγονός ὅτι ἡ βραχεία αύτη μετακίνηση έγινε ένα έτος ἀφ' ὅτου άρχισε νά εργάζεται στό Δικαστήριο ἀποδεικνύει ὅτι δέν ήταν ἀναγκαία λόγω τοῦ διορισμοῦ του σέ θέση τοῦ Δικαστηρίου.
Κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση έγιναν υπαινιγμοί ὅτι ὁ προσφεύγων «ἐπιέσθη» νά ἀλλάξει τήν κατοικία του. Κατόπιν ἐρεύνης έγινε σαφές ὅτι δέν υπήρξε καμμιᾶς μορφῆς ἐπιμονή ή ἀπαίτηση ούτε ἠσκήθη πίεση οποιασδήποτε φύσεως νά μετακομίσει γιά νά συμμορφωθεί πρός τό άρθρο 20 τοῦ κανο-νισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Αυτό ἰσοδυναμοῦσε, τό πολύ, μέ μιά ἀξίωση πού τοῦ ἀνεφέρθη, ὅτι, ἄν δέν ἐπραγματο-ποιεῖτο πραγματική ἀλλαγή κατοικίας λόγω τοῦ διορισμοῦ του, δέν θά κατεβά-λετο ἡ ἀποζημίωση ἐγκαταστάσεως. Τίποτε ἀπ' αυτόν τόν ισχυρισμό δέν ἐνισχύει τό αἴτημά του ὅτι δικαιοῦται ἀποζημιώσεως.
Κατά τήν γνώμη μου, δέν ἀπέδειξε ὅτι δικαιοῦται τῆς ἀποζημιώσεως ἡ ὅτι ήταν πεπλανημένη ἡ άρνηση τοῦ καθ' οὗ νά χορηγήσει τήν ἀποζημίωση.
Γιά τους λόγους αυτούς, προτείνω τήν ἀπόρριψη τῆς παρούσης προσφυγῆς: (i) ὡς ἀπαραδέκτου ή, ἄν τό Δικαστήριο τήν κρίνει παραδεκτή, (ii) ὡς ἀβασίμου. Ἕκαστος τῶν διαδίκων πρέπει νά φέρει τά δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy