ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1. Τό προδικαστικό ερώτημα καί ὁρισμένα πραγματικά περιστατικά ἀσκοῦντα επιρροή
Ό Peter Knoeller εἰργάσθη στό Βέλγιο ἀπό τό 1928 μέχρι τό 1938. Μετά την επιστροφή του στην Γερμανία, εἰργάσθη στην χώρα αύτη μέχρι τῆς 18ης Αὐγούστου 1967, ἡμερομηνία κατά τήν ὁποία ἀπελύθη. 'Από 19ης Αυγούστου μέχρι 1ης Δεκεμβρίου 1967 ελάμβανε επίδομα ἀνεργίας. Τήν 4η Δεκεμβρίου 1967 τοῦ ἀπενεμήθη μία σύνταξη ἀναπηρίας ἀναδρομικώς ἀπό 1ης Δεκεμβρίου, ημερομηνία κατά τήν ὁποία ἐβεβαιώθη ἡ ἀναπηρία του. Δυνάμει τῶν κανονισμών 3 καί 4 ὁ αρμόδιος γερμανικός φορεύς ἀπηυθύνθη στό Institut national d'assurance maladie-invalidité (INAMI) προκειμένου νά προσδιορισθεί γιά τόν Knoeller τό ποσοστό συμμετοχής στην σύνταξη τό όποιο ἀντιστοιχεί στην περίοδο εργασίας του στό Βέλγιο. Ἐν τούτοις στό έντυπο Ε 26, πού προβλέπεται γι' αυτό τόν σκοπό, δέν ἀνεφέρθη ὅτι ὁ Knoeller υπήρξε ὑποχρεωτικώς ἀσφαλισμένος κατά την περίοδο ἀπό 19ης Αυγούστου μέχρι 1ης Δεκεμβρίου 1967 ούτε ὅτι ἡ περίοδος αυτή ἔπρεπε συνεπώς νά εξομοιωθεί πρός περίοδο ἀσφαλίσεως. Ή παράλειψη αὐτή ὀφείλετο προφανώς στό ὅτι τό γεγονός αυτό δέν ἀσκεῖ επιρροή γιά τήν ἀπονομή μιᾶς συντάξεως ἀναπηρίας δυνάμει τοῦ γερμανικού δικαίου.
Ό βελγικός ὅμως φορεύς ἀπέρριψε τήν αίτηση τοῦ γερμανικοί) φορέως μέ τήν αιτιολογία ὅτι, σύμφωνα μέ τό βελγικό δίθαιο (άρθρο 66 τοῦ νόμου τοῦ 1963 καί άρθρο 204 τοῦ βασιλικού διατάγματος τοῦ 1963), δέν ἀπεδεικνύτερο ὅτι κατά τήν ήμερα κατά τήν ὁποία ἐβεβαιώθη ἡ ἀναπηρία ὁ ενδιαφερόμενος εἶχε συμπληρώσει, κατά τήν διάρκεια τῶν έξι τελευταίων μηνών πρό τῆς ἡμερομηνίας αυτής, 120 εργάσιμες ήμερες (ή εξομοιούμενες) υποχρεωτικής ἀσφαλίσεως. Ή προϋπόθεση αὐτή δέν ἐπληροῦτο, δεδομένου ὅτι τό INAMI έλαβε ὑπ᾿ ὄψη ὡς τελευταία ήμερα υποχρεωτικής ἀσφαλίσεως, τήν 18η Αὐγούστου 1967. Εἶναι ἀληθές ὅτι ὁ φάκελος περιείχε τίς επιστολές τῆς 5ης καί τῆς 21ης Μαρτίου 1970 πρός τό INAMI, μέ τίς όποιες ἐγνωστοποιεῖτο ἡ ύπαρξη τῆς περιόδου ἀνεργίας κατά τήν διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ Knoeller ήταν επίσης υποχρεωτικώς ασφαλισμένος. 'Εν τούτοις, δέν ἀπεστάλη νέο έντυπο Ε 26. Στηριζόμενο σέ μία αὐστηρή ἑρμηνεία τῆς σημασίας τοῦ έντυπου αυτού, τό INAMI έκρινε ὅτι δέν έπρεπε νά λάβει ὑπ᾿ ὄψη τά συμπληρωματικά αυτά στοιχεία. 'Αφού ἡττήθη ενώπιον τῶν δύο κατωτέρων δικαστηρίων, τό INAMI ἤσκησε ἀναίρεση, κατόπιν τῆς ὁποίας τό Cour de Cassation τοῦ Βελγίου υπέβαλε στό Δικαστήριο τό ἀκόλουθο ερώτημα: «Γιά τόν προσδιορισμό τῆς συντάξεως ἀναπηρίας “prorata temporis” πού ὀφείλεται ενδεχομένως σέ έναν εργαζόμενο γιά τήν εργασία πού παρέσχε στό Βέλγιο, πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ᾿ ὄψη ἀποκλειστικώς καί μόνο τά στοιχεία πού περιέχονται στό έντυπο Ε 26, πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 34 τοῦ κανονισμού 4 τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1958 τοῦ Συμβουλίου τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος περί καθορισμού τῶν λεπτομερειών εφαρμογής καί συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού 3 τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1958 τοῦ ἀνωτέρω Συμβουλίου, περί τῆς κοινωνικής ἀσφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων, ἤ μήπως τό ἐν λόγω έντυπο Ε 26 δύναται νά συμπληρώνεται ἡ νά ἀποσαφηνίζεται μεταγενεστέρως ἀπό άλλα στοιχεία;»
Θά ήθελα παρεμπιπτόντως νά παρατηρήσω ὅτι τό πείσμα μέ τό όποιο ὁ βελγικός φορεύς ἐνέμεινε στην άποψη του, παρά τό γεγονός ὅτι ἡττήθη ενώπιον δύο βελγικών δικαστηρίων, στερεί τόν Knoeller, ἀπό δεκαπενταετίας ήδη, τοῦ βελγικοθ ποσο-στοῦ συμμετοχής στην σύνταξη ἀναπηρίας.
2. 'Εξέταση τοῦ υποβληθέντος ερωτήματος
Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 4, τά έγγραφα καί τά ὑποδείγματα πού εἶναι ἀναγκαία γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ κανονισμού 3 καταρτίζονται ἀπό τήν Διοικητική 'Επιτροπή, ἡ ὁποία συνεστήθη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ ἐν λόγω κανονισμού. Τό άρθρο 33 τοῦ κανονισμού 4 ὁρίζει ὅτι κατά τήν εφαρμογή τῶν άρθρων 26, 27 καί 28 τοῦ κανονισμού 3 «ὁ φορεύς εξετάσεως χρησιμοποιεί έντυπο πού περιέχει ιδίως τήν καταγραφή καί τήν ἀνακεφαλαίωση τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως καί εξομοιουμένων περιόδων πού συνεπλη-ρώθησαν ἀπό τόν ἀσφαλισμένο δυνάμει τῆς νομοθεσίας τοῦ καθενός ἀπό τά Κράτη μέλη στην ὁποία υπήχθη». Τό INAMI φρονεί ὅτι τό έγγραφο πού εἶναι γνωστό ὡς έντυπο Ε 26 πρέπει νά ερμηνεύεται ὑπό τήν έννοια ὅτι μόνες οἱ περίοδοι πού ἀναφέρονται σ᾽ αυτό δύνανται νά ληφθοῦν ὑπ᾿ ὄψη.
Είναι κατά τήν γνώμη μου προφανές ὅτι, ὅπως παρετήρησε ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner σέ προηγουμένη ὑπόθεση πού ἀφορούσε διατυπώσεις σχετικές μέ τόν κανονισμό 1408/71 (υπόθεση 41/77, The Queen κατά ενός National Insurance Commissioner, ex parte Warry, Jurispr. 1977, σ. 2095), ἄν ὁ Knoeller δέν δικαιούται βελγικής συντάξεως ἀναπηρίας, τότε ὁ κανονισμός 3 θά έχει ἀπό τήν άποψη αύτη «παταγωδώς» ἀποτύχει στην επιδίωξη τῶν στόχων του. Πράγματι, σύμφωνα μέ σταθερή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ εφαρμογή τῶν κοινοτικών κανόνων στον τομέα τῆς κοινωνικής ἀσφαλίσεως δέν επιτρέπεται σέ καμμία περίπτωση νά θίγει δικαιώματα κοινωνικής ἀσφαλίσεως τά όποια δύνανται νά κτηθοῦν δυνάμει μόνης τῆς εθνικής νομοθεσίας. Ή ἀρχή αύτη, πού βασίζεται στους σκοπούς καί στην οικονομία τοῦ ἄρθρου 51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, είχε ήδη διατυπωθεί στην ἀπόφαση πού εξέδωσε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 1/67 (5 Ιουλίου 1967, Ciechelski, Jurispr. 1967, σ. 235, 243-244) καί πού μνημονεύεται ἀπό τήν 'Επιτροπή στίς γραπτές παρατηρήσεις της, ἐπανελήφθη δέ σέ πολυάριθμες μεταγενέστερες ἀποφάσεις. Πιό συγκεκριμένα, τό Δικαστήριο εἶχε ήδη κρίνει, στην ἀπόφαση πού εξέδωσε στην υπόθεση 66/74 (Farrauto κατά Bau-Berufsgenossenschaft, Jurispr. 1975, σ. 157) ὅτι ή κοινοτική νομοθεσία περί κοινωνικής ἀσφαλίσεως τῶν εργαζομένων πού εντάσσεται στό πλαίσιο τῶν μέτρων γιά τήν εξασφάλιση τῆς ἐλεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ἀποσκοπεί «στην εξάλειψη ὁρισμένων εμποδίων πραγματικοῦ καί διοικητικοῦ χαρακτῆρος». Ὑπό τό φως των ἀποφάσεων αὐτών δέν δικαιολογείται συνεπῶς νά ερμηνεύονται οἱ κανονισμοί 3 καί 4 κατά τρόπο πού δημιουργεί ἐκ νέου παρόμοια εμπόδια, ὑπό κοινοτικό ένδυμα αύτη τήν φορά. Στην ίδια υπόθεση, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἡ ἀπ᾽ ευθείας επικοινωνία μεταξύ τῶν φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως τῶν Κρατών μελῶν καί τῶν ενδιαφερομένων «συντελεί στην ἁπλούστευση τῶν διοικητικών διατυπώσεων καί στην επιτάχυνση τῆς εξελίξεως τῶν διαδικασιών» καί ὅτι πρός τόν σκοπό αὐτό «εἶναι διαθέσιμοι ὁρισμένοι τύποι καί μέθοδοι γιά τήν διαφύλαξη τῆς ασφαλείας τοῦ δικαίου υπέρ τῶν ενδιαφερομένων». Ή ἀπόφαση αυτή συνηγορεί συνεπῶς επίσης υπέρ μιᾶς λειτουργικῆς ἑρμηνείας των διοικητικών διατάξεων πού περιέχονται στους ἐν λόγω κανονισμούς. Στην ἀλληλουχία αύτη, ἡ 'Επιτροπή ἀναφέρει επίσης τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση Nonnenmacher (υπόθεση 92/63, Jurispr. 1964, σ. 557).
Στίς γραπτές παρατηρήσεις τῆς ἡ 'Επιτροπή ἀπορρίπτει τήν ερμηνεία πού υποστηρίζει ὁ 6ελγικός φορεής, ἀναφερομένη κυρίως στην έκταση τῶν εξουσιῶν τῆς Διοικητικής 'Επιτροπής, τίς όποιες τίς απένειμαν οἱ κανονισμοί καί τό Δικαστήριο. 'Αντίθετα ἀπό τήν 'Επιτροπή, δέν νομίζω ἐν τούτοις ὅτι, υπέρ τῆς ἀπορρίψεως τῆς ερμηνείας πού υποστηρίζει τό INAMI, δύναται νά ἀντληθεί ἕνα ἀποφασιστικό επιχείρημα ἀπό τόν μή υποχρεωτικό χαρακτήρα τῶν ἀποφάσεων τοῦ ὀργάνου αυτού, ὅσον άφορᾶ μεταξύ άλλων τήν κατάρτιση τῶν ἐν λόγω έντυπων. Τό άρθρο 33 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού 4 σαφώς ὁρίζει ὅτι ή χρήση τοῦ έντυπου Ε 26 εἶναι υποχρεωτική. Στην προκειμένη περίπτωση, εἶναι ἀκριβώς ή «καταγραφή» τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως καί τῶν εξομοιουμένων περιόδων τό στοιχείο πού παρελήφθη ἀπό τό έντυπο αυτό. Περισσότερο πειστικό μοῦ φαίνεται τό επιχείρημα πού ἀνέπτυξε ἡ 'Επιτροπή κατά τήν προφορική διαδικασία, κατά τό όποιο ή υποχρέωση τήν ὁποία επιβάλει τό άρθρο 34 παράγραφος 1 άφορᾶ ἀποκλειστικώς τίς περιόδους ἀσφαλίσεως καί τίς εξομοιούμενες περιόδους οἱ όποιες συνεπληρώθησαν δυνάμει τῆς νομοθεσίας πού εφαρμόζει ὁ οικείος φορεύς. Επομένως, ὀρθώς ἐν προκειμένω, ὁ γερμανικός φορεύς ἐστηρίχθη, κατά τήν συμπλήρωση τοῦ έντυπου, στην σχετική γερμανική νομοθεσία. 'Από τήν γαλλική, τήν γερμανική καί τήν ιταλική ἀπόδοση τοῦ ἄρθρου 33 προκύπτει ἐξ άλλου σαφώς ὅτι ἡ υποχρέωση νά χρησιμοποιηθεί ένα έντυπο, τήν ὁποία επιβάλλει ἡ πρώτη παράγραφος, δέν σημαίνει ὅτι άλλα δικαιολογητικά έγγραφα χάνουν ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ τήν ἀποδεικτική τους δύναμη, κατά τρόπον ώστε νά μή εἶναι πλέον δυνατή ή επίκληση τους πρός συμπλήρωση ἤ επιβεβαίωση τοῦ έντυπου. Ή δεύτερη παράγραφος τῆς ἐν λόγω διατάξεως έχει ἀπλώς τήν έννοια ὅτι δέν εἶναι πλέον ἀναγκαία ή διαβίβαση δικαιολογητικών έγγράφων («remplace la transmission», «sostituisce la trasmissione», «ersetzt die Übersetzung»). Τó ὀλλανδικό κείμενο εκφράζει ἀκόμη σαφέστερα τήν έννοια αύτη, ὁρίζοντας ὅτι «dit formulier kan in de plaats van bewijsstukken aan de bevoegde organen van een andere Lid-Staat worden gezonden» (τό έντυπο αυτό δύναται νά διαβιβασθεί στους ἁρμοδίους φορείς άλλου Κράτους μέλους, υποκαθιστώντας τά δικαιολογητικά έγγραφα). Ή διάταξη αυτή ἐπιτρέπει συνεπώς τήν διαβίβαση δικαιολογητικών έγγράφων, ὁπως οἱ επιστολές πού ἀπεστάλησαν στην προκειμένη περίπτωση ἀπό τόν γερμανικό ἀσφαλιστικό φορέα, καί επομένως ἡ συσταλτική ἑρμηνεία τήν ὁποία υποστηρίζει τό INAMI *ρέπει νά ἀπορριφθεί.
Κατά συνέπεια προτείνω την ακόλουθη ἀπάντηση στό ερώτημα τοῦ Cour de cassation:
«Τό ἔντυπο πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 34 τοῦ κανονισμοῦ 4 τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1958 τοῦ Συμβουλίου τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος δύναται νά συμπληρώνεται ἡ νά ἀποσαφηνίζεται ἀπό άλλα στοιχεία ἄν τοῦτο ἀπαιτείται γιά τήν ἀπονομή συντάξεως ἀναπηρίας, ἡ ὁποία, δυνάμει τῆς εθνικής νομοθεσίας, δέν δύναται νά ἀπονεμηθεί χωρίς τά στοιχεία αυτά.»
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy