ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Στην προκειμένη υπόθεση, ἡ Ἐπιτροπή ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ Ἰταλική Δημοκρατία παραλείποντας νά εφαρμόσει εντός τῆς προβλεπομένης προθεσμίας τήν ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου τῆς 27ης Ἰουλίου 1976 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιῶν τῶν Κρατῶν μελών πού αφορούν τά καλλυντικά (76/768/ΕΟΚ, JO 1976, L 262, σ. 169), παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει δυνάμει τῆς συνθήκης.
Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 14 τῆς ὁδηγίας, τά Κράτη μέλη ὑπεχρεοῦντο νά θέσουν σέ ισχύ, πρίν ἀπό τίς 30 Ἰανουαρίου 1978, τίς ἀναγκαῖες διατάξεις γιά τήν συμμόρφωση τους μέ τήν οδηγία.
Ὅσον άφορᾶ τά πραγματικά περιστατικά καί τήν εξέλιξη τῆς διαδικασίας καθώς καί τό περιεχόμενο τῆς ὁδηγίας, παραπέμπω στην ἔκθεση γιά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση.
Ή ιταλική κυβέρνηση ἐτόνισε ὅτι, στίς 22 Δεκεμβρίου 1977, εἶχε εγκρίνει νομοσχέδιο γιά τήν εφαρμογή τῆς ὁδηγίας τό όποιο καί κατέθεσε στό Κοινοβούλιο. Σημειώνω παρεμπιπτόντως ὅτι τοῦτο έγινε λίγο ἀργότερα ἀπό έναν μήνα μετά τήν λήξη τῆς προθεσμίας εφαρμογής. Ἐν πάση περιπτώσει τό νομοσχέδιο δέν ἐψηφίσθη λόγω τῆς διαλύσεως τῆς Βουλής. Ἐν συνεχεία, ἡ ιταλική κυβέρνηση κατέθεσε ἐκ νέου νομοσχέδιο, τό όποιο μετά ἀπό τήν πάροδο ἑνάμισυ έτους δέν κατέληξε ἀκόμη νά ψηφισθεί ὡς νόμος. Παρά τίς καθησυχαστικές ἀνακοινώσεις περί επικείμενης ψηφίσεως, δύναται πάντως νά συναχθεί ἀπό ὁρισμένες παρατηρήσεις τοῦ εκπροσώπου τῆς ιταλικής κυβερνήσεως ὅτι θά χρειασθεί ὁρισμένος χρόνος ἀκόμη πρίν επέλθει ἀποτέλεσμα. Φαίνεται ὅτι ἡ κατάσταση αυτή συνδέεται μέ τό γεγονός ὅτι, ἐπί τοῦ παρόντος, δέν ὑπάρχει ουσιαστικά καμμιά ειδική ρύθμιση στην ἰταλική έννομη τάξη γιά τόν τομέα τῶν καλλυντικών, καθώς καί μέ τό ὅτι τό θέμα εἶναι πολύπλοκο. Κατά τίς πληροφορίες πού εδόθησαν ἀπό τόν εκπρόσωπο τῆς ιταλικής κυβερνήσεως κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας, έκτός ἀπό τό νομοσχέδιο πού κατέθεσε ή κυβέρνηση, ὑπάρχει επίσης ὑπό συζήτηση πρόταση νόμου προερχομένη ἀπό τό Κοινοβούλιο.
Ἐν πάση περιπτώσει, δύναται νά διαπιστωθεί ὅτι ἡ ἰταλική κυβέρνηση δέν ἀμφισβήτησε σέ κανένα στάδιο τῆς διαδικασίας τό γεγονός ὅτι δέν ἐθέσπισε εμπροθέσμως τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν εφαρμογή τῆς ὁδηγίας.
Ή στάση αυτή εἶναι σύμφωνη μέ τήν πάγια νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ὅτι ένα Κράτος μέλος δέν δύναται νά επικαλεσθεί καταστάσεις ἡ πρακτική τῆς εσωτερικής έννόμου τάξεως του γιά νά δικαιολογήσει τήν παράβαση τῶν υποχρεώσεων πού υπέχει δυνάμει μιᾶς ὁδηγίας.
Στηριζόμενοι στό σημείο αυτό, δύο θέματα πλέον χρήζουν πλησιεστέρας εξετάσεως.
Τό πρώτο εἶναι ὅτι ἡ ἰταλική κυβέρνηση ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη τό γεγονός ὅτι προσεπάθησε νά εφαρμόσει τήν ὁδηγία κατά τό μέτρο τῶν δυνατοτήτων τῆς καί εντός τῶν ὁρίων τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς ἐπί τοῦ θέματος, ἐν ἀναμονή τῆς ψηφίσεως τοῦ σχετικού νόμου. Όσον άφορᾶ τό ζήτημα κατά πόσο τό Δικαστήριο δύναται πράγματι νά δικαιώσει αυτήν τήν άποψη, σημασία 'έχει, κατά την γνώμη μου, νά διευκρινισθεί τό περιεχόμενο καί τό πεδίο εφαρμογῆς τῆς ὁδηγίας. Σύμφωνῶ μέ τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ή ὁδηγία ἀποβλέπει σέ πλήρη εναρμόνιση τῶν νομοθεσιών τῶν Κρατῶν μελῶν, πού ἀφοροῦν τά καλλυντικά, τόσον όσον άφορα τήν σύνθεση τους ὅσον καί τήν συσκευασία καί τίς ετικέτες τους. Τοῦτο προκύπτει, κατά τήν γνώμη μου, κυρίως ἀπό τό άρθρο 3, σύμφωνα μέ τό όποιο: «τά Κράτη μέλη λαμβάνουν ὅλα τά ενδεικνυόμενα μέτρα ώστε τά καλλυντικά νά μή δύνανται νά διατεθούν στην ἀγορά ἄν δέν ἀνταποκρίνονται στίς προδιαγραφές τῆς παρούσης ὁδηγίας καί τῶν παραρτημάτων της» καί ἀπό τό άρθρο 7, κυρίως ἀπό τήν πρώτη παράγραφό του, κατά τήν ὁποία: «τά Κράτη μέλη δέν δύνανται, γιά λόγους πού ἀφορούν τίς ἀπαιτήσεις τῆς παρούσης ὁδηγίας καί τῶν παραρτημάτων της, νά ἀρνηθούν, νά ἀπαγορεύουν ἡ νά περιορίσουν τήν διάθεση στην ἀγορά τῶν καλλυντικών πού ἀνταποκρίνονται στίς προδιαγραφές τῆς παρούσης ὁδηγίας καί τῶν παραρτημάτων της». Ἐπί πλέον, τό άρθρο 12 ἀναφέρει τους ὅρους ὑπό τους ὁποίους επιτρέπεται ἀκόμη στά Κράτη μέλη νά ἀπαγορεύουν προσωρινώς ἡ νά υποβάλλουν σέ ιδιαίτερους ὅρους τήν διάθεση στην ἀγορά τῶν ἐν λόγω προϊόντων όταν παρουσιάζουν κίνδυνο γιά τήν δημοσία υγεία, παρά τό γεγονός ὅτι εἶναι σύμφωνα μέ τίς προδιαγραφές τῆς παρούσης ὁδηγίας.
Ἀπό τήν οικονομία καί τό περιεχόμενο τῆς ὁδηγίας συνάγεται ὅτι, ἀπό τήν στιγμή τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας περί εφαρμογής, τά καλλυντικά ὀφείλουν νά ικανοποιούν τίς ἀπαιτήσεις τῆς ὁδηγίας. Λαμβανομένου ὑπ' ὄψη τοῦ ἄρθρου 3, νομίζω ὅτι γιά τά προϊόντα πού έχουν τεθεί σέ κυκλοφορία σ' ένα Κράτος μέλος, ἡ ὁδηγία, ἄν τό ἐν λόγω Κράτος μέλος κατέληξε νά θεσπίσει τά ἀναγκαία μέτρα εφαρμογής, δημιουργεί τεκμήριο ὅτι εἶναι σύμφωνα μέ τους ὅρους της.
Οἱ ἁρμόδιες ἀρχές στά Κράτη μέλη πρέπει συνεπώς νά έχουν τήν δυνατότητα νά υπολογίζουν τό γεγονός ὅτι τά προϊόντα προελεύσεως άλλων Κρατών μελών Ικανοποιούν τίς ἀπαιτήσεις τῆς ὁδηγίας. Μόνο κατ' αυτόν τόν τρόπο τά εμπόδια στίς συναλλαγές δύνανται κατ' ἀρχήν νά παραμείνουν περιορισμένα στίς περιπτώσεις πού προβλέπονται ἀπό τήν οδηγία, μέ τήν επιφύλαξη έλεγχων πού δέν εισάγουν διακρίσεις καί πραγματοποιούμενων δειγματοληπτικώς ἡ κατόπιν καταγγελιών. 'Ἀν, αντιθέτως, τά καλλυντικά εἰσάγονται ἀπό άλλο Κράτος μέλος στό ὁποῖο δέν έχει ἀκόμη εφαρμοσθεί ἡ ὁδηγία, τό ἄν τά ἐν λόγω προϊόντα εἰσαγωγῆς εἶναι σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῆς ὁδηγίας δύναται, κατ' ἀρχήν, νά ελέγχεται πάντοτε. Ἐξ άλλου, ἡ καλή λειτουργία τῆς ὁδηγίας εἶναι σημαντική επίσης καί στό μέτρο πού επιτρέπει στους κατασκευαστές καλλυντικών νά γνωρίζουν επακριβώς τους εφαρμοστέους κανόνες στά προϊόντα τους σ' ὁλόκληρη τήν Κοινότητα, κατά τρόπο πού νά δύνανται νά προσαρμόζουν σχετικά τίς μεθόδους κατασκευής. Τοῦτο ισχύει επίσης καί ἄν πωλούν τά προϊόντα τους μόνο στην εθνική ἀγορά.
Τέλος, ἡ σχολαστική τήρηση τῆς ὁδηγίας είναι πολύ σημαντική γιά τόν καταναλωτή επειδή ἡ ρύθμιση στον τομέα αυτόν έχει ὡς σκοπό νά προστατεύσει τήν δημοσία υγεία καί γι' αυτό, λεπτομερείς διατάξεις σχετικά μέ τήν σύνθεση καθώς καί μέ τίς ετικέτες καί τήν συσκευασία ἐνεσωματώθησαν στην ὁδηγία. Τό παράρτημα 2 τῆς ὁδηγίας, ἐπί παραδείγματι, ἀπαριθμεί 361 οὐσίες πού δέν δύνανται νά χρησιμοποιηθούν στά καλλυντικά.
Ὅλα αυτά συνεπάγονται τήν σχολαστική καί λεπτομερή μεταφορά τῶν κανόνων πού καθορίζει ἡ ὁδηγία στην έννομη τάξη τῶν Κρατών μελών καί τόν σχολαστικό έλεγχο τῆς τηρήσεως των. Ὅπως έχω ἤδη παρατηρήσει, ἡ ἰταλική έννομη τάξη προφανώς δεν γνωρίζει ειδική ρύθμιση τῶν καλλυντικῶν. Τά προσωρινά μέτρα πού έλαβε ἡ ἰταλική κυβέρνηση ἀπορρέουν ἀπό τίς ήδη υπάρχουσες ἀρμοδιότητες τῆς σέ θέματα δημοσίας υγείας. Ἐν τούτοις, κατά τήν ἀνάλυση τῆς Ἐπιτροπής, τά μέτρα αυτά συχνότατα δέν εἶναι σαφή καί, κατά τό μέρος πού εἶναι δυνατόν κανείς νά κρίνει, εἶναι πολύ ελλιπή. Ἡ ιταλική κυβέρνηση δέν τό ἀμφισβήτησε. Κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας, ετέθη περισσότερο ἀπό μία φορά τό θέμα ἄν τά ιταλικά μέτρα συνιστούν μερική εφαρμογή τῆς ὁδηγίας. Διερωτῶμαι ἄν εἶναι σωστός ἕνας τέτοιος χαρακτηρισμός ὅταν πρόκειται γιά μέτρα πού αποβλέπουν λιγότερο στό νά εφαρμόσουν πράγματι τήν ὁδηγία καί έχουν μάλλον τόν χαρακτήρα προσωρινών καί ἀτελών ρυθμίσεων ἐν ἀναμονή τῆς θέσεως σέ ἰσχύ τοῦ νόμου. Ἐν πάση περιπτώσει, νομίζω ὅτι τό Δικαστήριο δέν δύναται νά λάβει ὑπ' ὄψη τά νῦν ισχύοντα ιταλικά μέτρα δεδομένου ὅτι ή Ἐπιτροπή ζητεί νά αναγνωρισθεί ὅτι ή Ἰταλική Δημοκρατία δέν ἐθέσπισε τά ἀναγκαία μέτρα για τήν εφαρμογή τῆς οδηγίας τοῦ Συμβουλίου 76/768. Κατά συνέπεια, τό Δικαστήριο δύναται μόνο νά ἀναγνωρίσει ἄν, κατά τήν στιγμή τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, ἡ ὁδηγία εἶχε ἡ δέν εἶχε, τεθεί σά εφαρμογή. Ή ἀναγνώριση ἀπό τό Δικαστήριο ὅτι ἡ ὁδηγία δέν έχει εφαρμοσθεί δέν δύναται νά επηρεασθεί ἀπό μία μερική ή ὁποιαδήποτε άλλη εφαρμογή πού δέν εἶναι σύμφωνη μέ τήν ὁδηγία. Είναι σαφές άλλωστε, ὅπως ελέχθη προηγουμένως, ὅτι μόνο ἡ πλήρης εφαρμογή δύναται νά εγγυηθεί τήν καλή λειτουργία τῆς οδηγίας. Γι' αυτό καί θεωρώ ὅτι ἡ ιταλική κυβέρνηση δέν εφήρμοσε τήν ὁδηγία εντός τῶν προβλεπομένων προθεσμιών.
Δεύτερο θέμα πού χρήζει πλησιεστέρας εξετάσεως εἶναι τό αίτημα πού υπεβλήθη στό Δικαστήριο ἀπό τόν εκπρόσωπο τῆς ιταλικής κυβερνήσεως κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας, νά χορηγηθεί στην Ἰ*ταλική Δημοκρατία παράταση προθεσμίας γιά τήν εφαρμογή τῆς ὁδηγίας. Είμαι τῆς γνώμης ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει δεκτό αυτό τό αἴτημα, ὅπως εδέχθη τό Δικαστήριο καί στίς πρόσφατες ὑποθέσεις 28/81 καί 29/81, Ἐπιτροπή κατά Ἰταλικής Δημοκρατίας τῆς 10ης Νοεμβρίου 1981.
Ἐν τούτοις, ἄν ἀντελήφθην καλώς, ὁ εκπρόσωπος τῆς ιταλικής κυβερνήσεως επέμεινε αύτη τήν φορά στό γεγονός ὅτι δέν ἀπέβλεπε σέ προθεσμία πού εἶχε καθορισθεί ἀπό τήν Ἐπιτροπή στην ἠτιολογη-μένη γνώμη πού ἀναφέρεται στό άρθρο 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ ὁποία ἐξητάσθη κυρίως στίς ἀνωτέρω ἀποφάσεις.
Θεωρώ ὅμως ὅτι a fortiori, τό Δικαστήριο δέν έχει ἁρμοδιότητα νά χορηγήσει συμπληρωματική προθεσμία γιά τήν εφαρμογή τῆς ὁδηγίας, χωρίς νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη, γιά τόν σκοπό αυτόν, ἡ ύπαρξη ρητής διατάξεως ἐπ' αυτού στην 'ίδια τήν ὁδηγία. Ἀφ' ἧς ἡ Ἐπιτροπή, ἀπεφάσισε νά παραπέμψει τήν υπόθεση στό Δικαστήριο, μετά τήν λήξη τῆς προθεσμίας πού εἶχε καθορισθεί στην ἠτιολογημένη γνώμη, καθήκον τοῦ Δικαστηρίου στό πλαίσιο τῆς παρούσης διαδικασίας εἶναι νά ἀναγνωρίσει ἄν έχει γίνει παράβαση ἡ μή υποχρεώσεως πού ἀπορρέει ἀπό τήν συνθήκη. Σέ περίπτωση πού μιά ὁδηγία δέν ἐφηρμόσθη εμπροθέσμως, σημασία έχει, κατ' αυτή τήν στιγμή, μόνο ἡ διάταξη πού περιέχεται σχετικά στην ἴδια τήν ὁδηγία. Μόνο μία τροποποίηση τῆς τασσομένης ἀπό τήν 'ίδια τήν ὁδηγία προθεσμίας δύναται, κατά νόμο, νά έχει σημασία γιά τήν επίλυση τοῦ θέματος ἄν ἡ ὁδηγία ετέθη, ἡ ὄχι σέ εφαρμογή εντός τῆς προβλεπομένης προθεσμίας.
Προτείνω νά γίνει δεκτή ἡ προσφυγή τῆς Ἐπιτροπῆς καί νά καταδικασθεί ή Ἰταλική Δημοκρατία στά δικαστικά ἔξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy