ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 17 ΜΑΡΤΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην προκειμένη διαδικασία ἡ 'Επιτροπή ζητεί νά αναγνωρισθεί ὅτι ἡ Ἰταλική Δημοκρατία παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀπαιτώντας ἀπό τους έμπόρους τήν παροχή ἐγγυήσεως υπέρ τοῦ Ufficio Italiano dei Cambi (ιταλικής υπηρεσίας συναλλάγματος) σέ περίπτωση προπληρωμών γιά εισαγωγή εμπορευμάτων στην 'Ιταλία.
Τά ἐν λόγω μέτρα στηρίζονται στόν νόμο 1126 τῆς 20ῆς 'Ιουλίου 1952 (Gazzetta Ufficiale ἀριθ. 206 τῆς 5ης Σεπτεμβρίου 1952) τροποποιηθέντα ἀπό τόν νόμο 162 τῆς 2ας 'Απριλίου 1962 (Gazzetta Ufficiale ἀριθ. 111 τῆς 30ῆς 'Απριλίου 1962). Τό άρθρο 1 τοῦ νόμου τοῦ 1952, ὅπως ἐτροποποιήθη, προβλέπει ὅτι δύναται νά ζητηθεί ἀπό τους διενεργοῦντες προπληρωμές γιά εισαγωγές νά παράσχουν εγγύηση (cauzione). Τó άρθρο 4 προβλέπει ὅτι ἡ εγγύηση καταπίπτει ἄν ὁ έμπορος δέν ἀποδείξει ὅτι τά εμπορεύματα εισήχθησαν στην 'Ιταλία εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας καί ὅτι στην περίπτωση πού δέν ἀποδεικνύεται ή εμπρόθεσμη εισαγωγή μέρους μόνον των εμπορευμάτων, καταπίπτει ἀνάλογο τμήμα τῆς εγγυήσεως. Τό άρθρο 5 προβλέπει ὅτι ή εγγύηση δέν καταπίπτει, ἄν ἀποδειχθεί ὅτι ή μή εισαγωγή δέν ὠφείλετο σέ πταίσμα τοῦ έμπορου.
Σύμφωνα μέ εγκύκλιο τοῦ Υπουργείου 'Εξωτερικοῦ 'Εμπορίου, τῆς 25ης 'Ιουνίου 1976 (ἀριθ. V/206600/104), οἱ τράπεζες οἱ επιφορτισμένες μέ τίς προπληρωμές γιά τίς εισαγωγές υποχρεοῦνται νά καταθέσουν τήν εγγύηση (πού παρέχει ὁ έμπορος) σέ μή τοκοφόρο λογαριασμό, στό ὄνομα τοῦ έμπόρου, δεσμευμένο ὑπέρ τοῦ Ufficio Italiano dei Cambi.
Κατά τήν ημερομηνία πού ἡ Επιτροπή εξέδωσε τήν αιτιολογημένη γνώμη τῆς ἐπί τῆς υποθέσεως αὐτῆς, τό ποσό τῆς εγγυήσεως εἶχε ὁρισθεί σέ 5 ο/ο τῆς ἀξίας σέ λιρέτες, τοῦ προκαταβληθέντος ποσοῦ ή υποχρέωση παροχής τῆς ἐν λόγω εγγυήσεως ὑφίστατο, όταν τό ποσό της προπληρωμής υπερέβαινε τά 10 ἑκατομμύρια λιρέτες καί ἡ προθεσμία, εντός τῆς ὁποίας ὁ έμπορος ὑπεχρεοῦτο νά πραγματοποιήσει τήν εἰσαγωγή ἐπί ποινῆ καταπτώσεως τῆς εγγυήσεως ὡρίσθη σέ 120 ήμερες, ἀπό τῆς ημερομηνίας διενεργείας τῆς προπληρωμῆς: υπουργικές ἀποφάσεις της 12ης 'Ιουλίου 1978 (Gazzetta Ufficiale ἀριθ. 220 τῆς 8ης Αυγούστου 1978) καί τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1980. Μεταγενέστερος νόμος παρατείνει στην πράξη τήν ταχθείσα προθεσμία σέ 360 ήμερες, ὅταν ἡ προπληρωμή συνίσταται σέ προκαταβολή πού δέν υπερβαίνει τό 10 ο/ο τῆς συνολικῆς τιμής ἀγορᾶς καί αυξάνει σέ 100 ἑκατομμύρια λιρέτες τό ἀνώτατο ὅριο γιά τίς προπληρωμές, πού δύνανται νά διενεργηθούν χωρίς υποχρέωση παροχής εγγυήσεως υπέρ τοῦ Ufficio Italiano dei Cambi: υπουργική ἀπόφαση τῆς 12ης Μαρτίου 1981 (Gazzetta Ufficiale ἀριθ. 82 τῆς 24ης Μαρτίου 1981), άρθρα 12 καί 13.
Σύμφωνα μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις της ιταλικής κυβερνήσεως στίς συνεκδικα-σθεῖσες υποθέσεις 206 έως 210/80, Orlandi καί λοιποί (οἱ όποιες εἶχαν επίσης ὡς ἀντικείμενο τά μέτρα, τά όποια ἡ 'Επιτροπή προσβάλλει στην ὑπό κρίση υπόθεση), ή ἀπαίτηση παροχής εγγυήσεως ἀποσκοπεί στην πρόληψη διαταράξεως τοῦ ισοζυγίου των πληρωμῶν, πού προκαλείται, ὅταν έμποροι επισπεύδουν τήν ἡμερομηνία πληρωμής ἡ ἀναβάλλουν τήν ημερομηνία εισαγωγής, ούτως ώστε νά επωφεληθούν ἀπό μεσολαβούσα υποτίμηση τῆς ἀξίας τῆς λιρέτας.
Μέ τήν αιτιολογημένη γνώμη τῆς καί τήν ὑπό κρίση προσφυγή της, ἡ Ἐπιτροπή ισχυρίζεται ὅτι τό ἐν λόγω σύστημα ἀντιβαίνει πρός τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο ἀπαγορεύει κάθε μέτρο ἰσοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τῶν εισαγωγών καί τῆς πρώτης ὁδηγίας τοῦ Συμβουλίου, τῆς 11ης Μαΐου 1960, περί ἐφαρμογής τῆς ελευθέρας κινήσεως κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. ἔκδ. 10/001, σ; 4), ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τήν δευτέρα ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου ἐπί τοῦ θέματος αὑτοῦ, τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1962 (OJ sp. ed. 1963-64, σ. 5). Ούτε μέ τήν αιτιολογημένη γνώμη τῆς ούτε μέ τήν προσφυγή της ἐστηρίχθη ἡ Ἐπιτροπή στό άρθρο 106 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στην κατάργηση ὁρισμένων εμποδίων στίς πληρωμές πού συνδέονται μέ τήν ελευθέρα κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων. Κατά τήν συνεδρίαση, κατά τήν ὁποία ἀνεπτύχθησαν επιχειρήματα σχετικά μέ τίς συνεκδικα-σθεῖσες υποθέσεις 206 έως 210/80, (supra), ἀνεφέρθη ὅτι τά ἀμφισβητούμενα μέτρα ήταν επίσης ἀνίσχυρα βάσει τοῦ άρθρου 106.
Εἶναι δεδομένο ὅτι τό Δικαστήριο δέν ἀποφαίνεται ἐπί ἐρωτημάτων, τά ὁποῖα δέν ἀνέκυψαν μέ τήν ἀρχική προσφυγή ἤ μέ τήν αἰτιολογημένη γνώμη, διότι άλλως θά ἐστεροῦσε τά καθ' ὧν ἡ προσφυγή κράτη του, σημαντικών δικονομικών εγγυήσεων πού έχουν θεσπισθεί ἀπό τήν συνθήκη: βλ. παραδείγματος χάριν υπόθεση 123/76, 'Επιτροπή κατά Ἰταλίας (1977) ECR, σ. 1449, ιδίως σ. 1458. Συνεπώς ó ἰσχυρισμός αυτός δέν θά ληφθεί ὑπ᾿ ὄψη στην προκειμένη δίκη.
Ἐξ άλλου, κατά τήν προφορική διαδικασία ὑπεστηρίχθη ὅτι τά ἀμφισβητούμενα μέτρα δέν εμπίπτουν μέ κανένα τρόπο στό άρθρο 30, διότι εφαρμοστέες εἶναι οἱ διατάξεις τῆς συνθήκης πού ρυθμίζουν τό ισοζύγιο πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των άρθρων 104 καί 108. Πράγματι, ὑπεστηρίχθη ὅτι μιά περίπτωση δέν δύναται νά εμπίπτει συγχρόνως σέ δύο διαφορετικές διατάξεις. Δέν συμφωνῶ μέ τό τελευταίο αὐτό επιχείρημα. Παρ' ὅλον ὅτι στην υπόθεση 74/76 'lancili κατά Meroni (1977) ECR, σ. 557, ιδίως σ. 574, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι, «ὅσο καί ἄν εἶναι εκτεταμένο τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 30, δέν υπάγονται ὅμως σ' αυτό τά εμπόδια στίς συναλλαγές πού προβλέπονται ἀπό άλλες διατάξεις τῆς συνθήκης», αυτό πρέπει νά ερμηνευθεί βάσει τῶν συγκεκριμένων συνθηκῶν. Τό Δικαστήριο, διέκρινε μεταξύ εμποδίων οικονομικής φύσεως πού εμπίπτουν στά άρθρα 9 έως 16 καί 95 τῆς συνθήκης ἀπό τά εμπόδια πού εμπίπτουν στό άρθρο 30. 'Εν τούτοις τό Δικαστήριο εδέχθη ρητώς «περιπτώσεις πού εμπίπτουν συγχρόνως στό πεδίο εφαρμογής δύο ἡ περισσοτέρων διατάξεων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου». Βλέπε επίσης υπόθεση 27/74 Demag κατά Finanzamt Duisburg-Süd (197'4) ECR, σ. 1037.
Συνεπώς, ἀκόμη καί ἄν τά ἀμφισβητούμενα μέτρα ἀποσκοποῦν στην πρόληψη διαταράξεως τοῦ Ισοζυγίου πληρωμών καί, ἑπομένως, εμπίπτουν στό κεφάλαιο 2 τοῦ τίτλου II τῆς συνθήκης πού ἀναφέρεται στό «ισοζύγιο πληρωμών», ἀπομένει ἀκόμη νά ἐξετασθεί ἄν, επειδή ἀφοροῦν ειδικώς τίς προπληρωμές γιά εισαγόμενα εμπορεύματα καί θεωρείται ὅτι επηρεάζουν τίς ἐμπορικές συναλλαγές μεταξύ Κρατών μελῶν, εμπίπτουν ἐπίσης στό άρθρο 30 τῆς συνθήκης. Αὐτό σημαίνει ὅτι καί ἄν ἀκόμη εἶναι δυνατόν τά μέτρα αυτά νά ἀντιβαίνουν προς τό άρθρο 106, πρέπει νά εξετασθεί κατά πόσον ἀντιβαίνουν ἐπίσης πρός τό άρθρο 30. Πρέπει νά τηρούνται οἱ διατάξεις καί τῶν δύο άρθρων.
Τό πρῶτο ερώτημα εἶναι, ἑπομένως, ἄν τά ἐν λόγω μέτρα συνιστούν κατ᾿ ἀρχήν παράβαση τοῦ ἄρθρου 30 καί ἄν ναί, σέ ποια έκταση τό δεύτερο ερώτημα εἶναι ἄν άλλες διατάξεις τῆς συνθήκης καί ἰδίως τά άρθρα 104 καί 108 καλύπτουν τά ἀμφισβητούμενα μέτρα καί ἐπιτρέπουν παρέκκλιση ἀπό τίς υποχρεώσεις πού επιβάλλει τό άρθρο 30 τό τρίτο ερώτημα, τό όποιο ἐνδείκνυται νά εξετασθεί τελευταίο, ἄν καί ἀπό ἀπόψεως επιχειρηματολογίας συντάσσεται δεύτερο, είναι, ἄν ὑπό τό φῶς τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ιταλική κυβέρνηση δύναται νά επικαλεσθεί τό άρθρο 36.
Μέ την ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 8/74 Procureur du Roi κατά Dassonville (1974) ECR, σ. 837, ἰδίως σ. 852, ἀναφερόμενο, μεταξύ άλλων, στό άρθρο 30, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι:
«Κάθε εμπορική ρύθμιση τῶν Κρατών μελών, πού εἶναι ικανή νά παρεμβάλει εμπόδια ἀμέσως ἡ εμμέσως, πραγματικῶς ή δυνητικῶς στό ενδοκοινοτικό εμπόριο, θεωρείται ὡς μέτρο ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς.»
Τά μέτρα πού ἀπαγορεύονται εἶναι εκείνα τά όποια «εἶναι ικανά», νά προκαλέσουν εμπόδια στίς εισαγωγές (βλ. υπόθεση 82/77 Openbaar Ministerie of the Netherlands κατά Van Tiggele (1978) ECR, σ. 25, ἰδίως σ. 39). Ἐπομένως, τόν χαρακτήρα τοῦ ἐθνικοῦ μέτρου ἐν σχέσει πρός τό άρθρο 30 τό καθορίζει τό ἀποτέλεσμα καί ὄχι ὁ σκοπός του.
'Οπως παρετήρησε ὁ εκπρόσωπος τῆς Επιτροπής, οἱ έμποροι, οἱ όποιοι πραγματοποιοῦν τακτικώς εισαγωγές στην Ἱταλία υποχρεώνονται νά δεσμεύσουν τμήμα τοῦ κεφαλαίου κινήσεως τους σέ τραπεζικές καταθέσεις ή, ἄν τους χορηγηθούν εγγυητικές επιστολές ἐκ μέρους τῶν τραπεζών τους, επιβαρύνονται μέ τά έξοδα (πού υπολογίζονται στό 3-5 ο/ο τοῦ ετησίου κύκλου εργασιών ενός μέσου έμπορου) καί 'ίσως μειώνεται τό περιθώριο πιστώσεως πού διαθέτουν. Τό μειονέκτημα αυτό επιτείνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι τά χρήματα πού έχουν κατατεθεί σέ δεσμευμένους λογαριασμούς, δυνάμει τῆς υπουργικής εγκυκλίου τῆς 25ης Ἰουνίου 1976, δέν ἀποφέρουν τόκο. Τό κυριότερο δέ εἶναι ὅτι οἱ έμποροι διατρέχουν τόν κίνδυνο ἀπωλείας τῶν καταθέσεων τους στην περίπτωση καθυστερήσεως τῆς εισαγωγής τῶν εμπορευμάτων, γιά τήν ὁποία δέν δύνανται νά δώσουν επαρκείς εξηγήσεις στίς ἀρχές. Περαιτέρω, ὁ εκπρόσωπος τῆς ιταλικής κυβερνήσεως εξήγησε κατά τήν συνεδρίαση ὅτι πληρωμές «ἐπί τῆ παραδόσει έγγράφων», ὅπως εἶναι σύνηθες στην περίπτωση συμβάσεων cif τοῦ διεθνοῦς ἐμπορίου, θεωροῦνται πράγματι ὡς προπληρωμές πρός ἐφαρμογή τῆς ἐν λόγω ἰτα-λικῆς ρυθμίσεως. 'Αν συμβαίνει αυτό, τά ἀμφισβητούμενα μέτρα εἶναι ικανά νά δυσχεράνουν πολύ περισσότερες συναλλαγές, ἀπό ὅ,τι φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως.
Πρός υποστήριξη τοῦ επιχειρήματός τῆς ὅτι τά ἀμφισβητούμενα μέτρα εἶναι ἱκανά νά παρεμβάλουν εμπόδια στό εμπόριο, ἡ 'Επιτροπή υπεστήριξε ὅτι οἱ προπληρωμές συνιστοῦν «τόν κανόνα», στό διεθνές εμπόριο. Ή γαλλική κυβέρνηση μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις τῆς ἀμφισβήτησε τήν άποψη αυτή. Κατά τήν προφορική διαδικασία ὁ εκπρόσωπος τῆς γαλλικής κυβερνήσεως ἀνέφερε ὅτι σύμφωνα μέ στατιστικές τῶν γαλλικών ἀρχων, οἱ προπληρωμές, οἱ όποιες διενεργοῦνται έξι μῆνες πρίν ἀπό τήν παράδοση τῶν σχετικῶν προϊόντων, ἀποτελοῦν μόλις τό 8 % των πληρωμών γιά εισαγωγές. Οἱ ἀριθμοί αυτοί ὅμως εἶναι κατά προσέγγιση. 'Αφοροῦν τίς εισαγωγές στην Γαλλία ἀπό ὅλες τίς άλλες χώρες καί όχι μόνον ἀπό τά άλλα Κράτη μέλη τῆς Κοινότητος. 'Εγινε δεκτό ὅτι ἠδύναντο νά υπάρχουν σημαντικές διαφορές ὡς πρός αυτό τό σημείο μεταξύ τῶν διαφόρων τομέων τῆς οικονομίας. Κατά την γνώμη μου δέν υπάρχουν επαρκή στοιχεία βάσει τῶν ὁποίων νά ἐκτιμηθεῖ ἡ συ-χνότης τῶν προπληρωμών στην περίπτωση τῶν εισαγωγών ἀπό άλλα Κράτη μέλη στην Ἰταλία. 'Η ἐπίλυση τοῦ θέματος αὐτοῦ δέν είναι πάντως ἀναγκαία γιά την ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τοῦ ζητήματος ἀρχῆς, διότι, καί ἄν ἀκόμη ἀπεδεικνύετο ὅτι οἱ προπληρωμές εἶναι λιγότερο συχνές ἀπό ὅ, τι υποστηρίζει ἡ 'Επιτροπή, αυτό δέν θά ἀπέκλειε τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 30 στίς προπληρωμές αυτές, πού πράγματι ἀπαιτοῦνται γιά τίς εισαγωγές.
Βάσει τῶν λοιπών στοιχείων πού ἔχουν προσκομισθεί ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου στην ὑπό κρίση ὑπόθεση, δέν φαίνεται δυνατή ἡ συναγωγή άλλου συμπεράσματος, ἐκτος ἀπό τό ὅτι τά ἀμφισβητούμενα μέτρα εἶναι, κατ' ἀρχήν, ικανά νά παρεμβάλουν εμπόδια ἀμέσως ἡ έμμέσως πραγματικῶς ή δυνητικῶς στίς συναλλαγές μεταξύ Κρατών μελών.
Τό ὅτι ένα μέτρο ὅπως τό ἀναφερθέν, συνιστᾶ εμπόδιο στίς εισαγωγές συνάγεται ἀπό τό γεγονός ὅτι τό άρθρο 2, παράγραφος 3, (i) τῆς οδηγίας 70/50/ΕΟΚ τῆς 'Επιτροπής τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1969 (OJ sp. ed. 1970 (5), ἀριθ L/13/29), ἀναφέρεται σέ μέτρα, τά ὁποῖα «ἀπαιτοῦν μόνον γιά τήν εισαγωγή τήν παροχή εγγυήσεως ή προκαταβολής». (Στό ιταλικό κείμενο ή λέξη «cauzione» ἀντιστοιχεῖ στην λέξη «ἐγγύηση».)
Θεωρώ ἐξ άλλου ὅτι τό άρθρο 30 έχει ὡς σκοπό τήν ἀπαγόρευση τῶν περιορισμών ἐπί τῶν πραγματικών εισαγωγών δέν άφορα πράξεις πού συνιστούν τεχνάσματα ἀποκρύψεως τῆς κερδοσκοπίας ἐπί τῆς τιμής τοῦ συναλλάγματος, οἱ ὁποῖες δέν δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡς εμπορικές πράξεις. Ἐφ᾽ ὅσον μέτρα, ὅπως τά ἀμφισβητούμενα, καταπολεμούν τέτοιες πράξεις, δέν νομίζω ὅτι απαγορεύονται βάσει τοῦ άρθρου 30. Τό ελάττωμα τῶν ὑπό κρίση μέτρων έγκειται στό μέτρο κατά τό όποιο επιβάλλοντας ἐπιβαρύνσεις, δεσμεύοντας τό κεφάλαιο ἡ περιορίζοντας τήν ελευθερία ἑνός είσαγωγέως ὡς πρός τόν χρόνο πού δύναται νά ἐκτελωνίσει τά προϊόντα του, παρεμβάλλουν εμπόδια ἡ εἶναι ἱκανά νά παρεμβάλουν εμπόδια στίς συναλλαγές.
'Επανέρχομαι στό δεύτερο καί στό τρίτο ερώτημα, πού παρετέθησαν ἀνωτέρω.
Κατά τό άρθρο 104 τῆς συνθήκης, κάθε Κράτος μέλος ἀσκεῖ τήν ἀναγκαία οἰκονο-μική πολιτική γιά νά διασφαλίσει τήν εξισορρόπηση τοῦ συνολικοῦ ισοζυγίου πληρωμών του καί νά διατηρήσει τήν εμπιστοσύνη στό νόμισμά του. Τό ἐν λόγω άρθρο δέν τό ἐξουσιοδοτεῖ ρητώς νά λάβει μέτρα, τά όποια θά ἀντέβαιναν πρός τό άρθρο 30 ἡ πρός άλλα παρόμοια άρθρα καί κατά τήν γνώμη μου δέν έχει προβληθεί κανένα επιχείρημα, πού νά δικαιολογεί σιωπηρή εξουσία του νά ενεργεί βάσει τοῦ άρθρου 104 κατά παράβαση ἡ παρέκκλιση τοῦ ἄρθρου 30, μολονότι ἡ διατήρηση τῆς οικονομικής σταθερότητος εἶναι ουσιώδης γιά τήν Κοινότητα.
Τό συμπέρασμα αυτό φαίνεται ὅτι εἶναι σύμφωνο μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 6 καί 11/69 'Επιτροπή κατά Γαλλίας (1969) ECR, 523, ἰδίως 539, μέ τήν ὁποία ἀπέρριψε τό επιχείρημα ὅτι ὁ καθορισμός τοῦ επιτοκίου τῆς προτιμησιακῆς ἀναπροεξοφλήσεως «εντάσσεται ἀπ᾽ ευθείας στην νομισματική πολιτική ἡ ὁποία εμπίπτει στην ἀποκλειστική ἁρμοδιότητα τῶν Κρατών μελών». Παρετήρησε ὅτι, ἐνῶ βάσει τοῦ άρθρου 104 τῆς συνθήκης τά Κράτη μέλη ευθύνονται γιά την διασφάλιση τῆς ἐξισορροπήσεως τοῦ συνολικοῦ ισοζυγίου πληρωμών τους, ἀπό τίς υποχρεώσεις πού υπέχουν δυνάμει τῶν άρθρων 105 καί 107 καί ἀπό τίς ἐξουσίες πού διαθέτουν τά κοινοτικά θεσμικά όργανα βάσει τῶν άρθρων 108, παράγραφος 3, καί 109, παράγραφος 3, συνάγεται ὅτι τά Κράτη μέλη δέν εἶναι ελεύθερα, βάσει τοῦ ἄρθρου 104, νά παραβαίνουν τίς υποχρεώσεις πού υπέχουν βάσει άλλων διατάξεων τῆς συνθήκης. Ὅπως παρατηρούν οἱ Α. W. Η. Meij καί Ι. Α. Winter στό άρθρο τους ὑπό τόν τίτλο «Μέτρα ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς» (1976) 13 CML Rev. 79, σ. 89, οἱ σκέψεις τοῦ Δικαστηρίου στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 6 καί 11/69 περί τῆς σχέσεως μεταξύ τῶν άρθρων 104 καί 92 τῆς συνθήκης ΕΟΚ φαίνεται, κατ' ἀρχήν, ὅτι ισχύουν ἐπίσης περί τῆς σχέσεως μεταξύ τῶν άρθρων 103 ἑπ. καί 30.
Τό άρθρο 108 προβλέπει περί τῶν μέτρων πού πρέπει νά λάβει ἡ 'Επιτροπή καί ἐν συνεχεία τό Συμβούλιο σέ περίπτωση πού ένα Κράτος μέλος ἀντιμετωπίζει σοβαρή ἀπειλή δυσχερειών στό ισοζύγιο πληρωμών του. 'Η 'Επιτροπή δύναται, ἀφού ληφθούν ὑπ᾽ ὄψη, μεταξύ άλλων, τά μέτρα πού τό κράτος δύναται νά λάβει βάσει τοῦ άρθρου 104, νά υποδείξει τά μέτρα πού πρέπει νά ληφθοῦν: ἄν τά ἐν λόγω μέτρα καί ή παρασχεθείσα ἀπό τό Συμβούλιο ἀμοιβαία συνδρομή εἶναι ἀνεπαρκή, ἡ 'Επιτροπή δύναται νά επιτρέψει τήν λήψη μέτρων διασφαλίσεως, τά όποια καθορίζει. 'Επί τοῦ άρθρου αὐτοῦ τό Δικαστήριο ἔκρινε ὅτι: «Ἡ άσκηση τῶν εξουσιών πού διετήρησαν τά κράτη δέν δύναται ... νά επιτρέψει τήν μονομερή λήψη μέτρων, πού απαγορεύονται ἀπό τήν συνθήκη» (βλ. συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 6 καί 11/69, ἀνωτέρω, στή σελίδα 540, σκέψη πού ἀνεφέρθη καί ἠκολουθήθη προσφάτως ἀπό τόν γενικό εισαγγελέα Mayras στίς συνεκδικασθεῖσες ὑποθέσεις 16 καί 20/79 Ministère public κατά Joseph Danis, (1979) ECR, σ. 3342, ιδίως σ. 3346). Ή Ἐπιτροπή δύναται, βάσει τοῦ ἄρθρου 108, νά επιτρέψει παρέκκλιση ἀπό άλλες διατάξεις τῆς συνθήκης (ὅπως, παραδείγματος χάριν, ὅταν στην ἀπόφαση 74/287 τῆς 8ης Μαΐου 1974 (OJ 1974, ἀριθ. L 152/18 ἕva Κράτος μέλος ἀπαιτούσε άτοκο κατάθεση γιά ὁρισμένες εισαγωγές), ἀλλά στην προκειμένη περίπτωση δέν υπάρχει τέτοια άδεια.
Συνεπώς δέν ἀποδέχομαι τό ἐπιχείρημα ὅτι ή διατύπωση τῶν άρθρων 104 καί 108 επιτρέπει στην προκειμένη περίπτωση παρέκκλιση ἀπό τίς ἀρχές πού διέπουν τήν εἰσαγωγή εμπορευμάτων.
Ούτε ἀποδέχομαι ὅτι ἡ πρόληψη διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου πληρωμών ενδιαφέρει τήν δημοσία τάξη κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 36, τό όποιο επιτρέπει στά Κράτη μέλη νά διατηρήσουν ἀπαγορεύσεις ή περιορισμούς, πού, άλλως, θά ἀντέβαιναν πρός τό άρθρο 30. Στην υπόθεση 7/61, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας (1961) ECR, σ. 317, Ιδίως σ. 329, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι «τό άρθρο 36 άφορᾶ περιπτώσεις πού δέν έχουν οἰκονομικό χαρακτήρα». 'Αργότερα, στην υπόθεση 7/78, R. κατά Thompson (1978) ECR, σ. 2247, ἰδίως σ. 2281, ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Mayras συνεπέρανε ὅτι «ή δημοσία τάξη τοῦ ἄρθρου 36 δέν ἀναφέρεται στην νομισματική δημοσία τάξη». Πλέον πρόσφατα, μέ τήν ἀπόφαση 113/80, 'Επιτροπή κατά Ἰρλανοίας, τῆς 17ης 'Ιουνίου 1981, στην σκέψη 7 τό Δικαστήριο ἐπανέλαβε την άποψη ὅτι κάθε εξαίρεση τοῦ ἄρθρου 30 πρέπει νά ἑρμηνεύεται αυστηρώς καί ὅτι οἱ εξαιρέσεις πού απαριθμούνται στό άρθρο 36 δέν δύνανται νά επεκτείνονται πέραν τῶν περιπτώσεων πού ἀναφέρονται ειδικῶς. 'Υπό αὐτές τίς συνθῆκες δέν φαίνεται ὅτι εκτιμήσεις νομισματικού χαρακτηρος πού αναφέρονται στά άρθρα 104 καί 108 της συνθήκης ΕΟΚ παρέχουν τήν δυνατότητα παρεκκλίσεως ἀπό τό άρθρο 30 μέσω τοῦ άρθρου 36.
'Ανεφέρθη ἡ ὑπόθεση 120/78 Rewe κατά Bundesmonopolverwaltung Jur Branntwein, «Cassis de Dijon» (1979) ECR 649, ὅπού στην σελίδα 662 τό Δικαστήριο, ὅσον άφορᾶ τό άρθρο 30, έκρινε ὅτι :
«εμπόδια στην κυκλοφορία εντός τῆς Κοινότητος, τά όποια προέρχονται ἀπό διαφορές μεταξύ τῶν εθνικών νομοθεσιών περί εμπορίας τῶν ἐν λόγω προϊόντων, πρέπει νά γίνουν δεκτά κατά τό μέτρο πού οἱ διατάξεις αυτές δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡς ἀναγκαίες γιά τήν ικανοποίηση επιτακτικών ἀναγκών πού ἀφοροῦν ἰδίως τήν ἀποτελεσματικότητα τῶν φορολογικών έλεγχων, τήν προστασία τῆς δημοσίας υγείας, τήν εντιμότητα κατά τίς εμπορικές συναλλαγές καί τήν προστασία τοῦ καταναλωτοῦ».
Τό ἀπόσπασμα αυτό ἀναφέρεται ρητώς στά εμπόδια πού παρεμβάλλονται στό ἐμπόριο, τά όποια προκύπτουν ἀπό διαφορές μεταξύ τῶν εθνικών νομοθεσιών. Στην υπόθεση αυτή τό εμπόδιο προέκυψε ἀπό νομοθετικές διατάξεις, οἱ όποιες ἀπλώς ἐθέσπισαν προδιαγραφές πού έπρεπε νά τηρηθούν γιά τήν πώληση στό κοινό ὁρισμένων προϊόντων. Στην ὑπό κρίση υπόθεση, ἀντιθέτως, τά ἀμφισβητούμενα μέτρα ἀφοροῦν ειδικώς καί ἀποκλειστικώς τίς εισαγωγές καί δέν προέρχονται ἀπό διαφορές μεταξύ εθνικών νομοθεσιών. Δέν νομίζω ὅτι, ὅσον άφορᾶ τήν ὑπό κρίση υπόθεση, τό ἀπόσπασμα αυτό εφαρμόζεται ἀμέσως υπέρ τῆς ιταλικής κυβερνήσεως.
Είναι ἀναγκαία ἡ εξέταση τοῦ επιχειρήματος τῆς Ἐπιτροπῆς κατά τό όποιο τά ἀμφισβητούμενα ιταλικά μέτρα ἀντιβαίνουν πρός τήν πρώτη οδηγία περί τῆς εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 67 τῆς συνθήκης (ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τήν δεύτερη ὁδηγία). Τό επιχείρημα τῆς Ἐπιτροπής, συνοπτικῶς εκτιθέμενο, συνίσταται στό ὅτι τά ἀμφισβητούμενα μέτρα συνιστοῦν ἐμπόδια «στην χορήγηση καί ἐξόφληση βραχυπροθέσμων καί μεσοπροθεσμων πιστώσεων συνδεδεμένων μέ εμπορικές συναλλαγές, κατά τήν ἔννοια τοῦ παραρτήματος Ι τῆς πρώτης ὁδηγίας καί θά ἔπρεπε, γιά τόν λόγο αυτό, νά έχουν καταργηθεί βάσει τοῦ ὑπ᾽ ἀριθ. 1 ἄρθρου της.
Τό άρθρο 67 τῆς συνθήκης προβλέπει τήν προοδευτική κατάργηση τῶν περιορισμών στην ελευθέρα κίνηση τῶν κεφαλαίων. Ή ελευθέρα κίνηση τῶν κεφαλαίων δύναται νά συμπληρώνει τήν ελευθέρα κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων, υπηρεσιών καί προσώπων, άλλά διαφέρει ἀπ᾽ αυτήν. 'Οπως ἀνέφερε ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Capotorti στίς προτάσεις του τῆς 7ης 'Ιουλίου 1981 ἐπί τῆς υποθέσεως 203/80 Casati, ή πληρωμή ὡς ἀντιπαροχή γιά πραγματοποιηθείσα ἀγορά καί ἡ ἁπλή εισαγωγή συναλλάγματος μέ σκοπό τήν ἀγορά είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Τό προοίμιο τῆς ὁδηγίας ἀναφέρεται στό άρθρο 106, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης καί ὄχι στό άρθρο 106, παράγραφος 1, τό όποιο έχει εὐρύτερο ἀντικείμενο. Τό άρθρο 106, παράγραφος 2, προβλέπει τήν κατάργηση τῶν περιορισμών πού συνδέονται μέ τήν κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών καί μέ τήν κίνηση κεφαλαίων κατ' εφαρμογή, mutatis mutandis, τῶν διατάξεων τῶν κεφαλαίων περί καταργήσεως τῶν ποσοτικών περιορισμών, περί ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν εργαζομένων καί περί ελευθερίας κινήσεως τῶν κεφαλαίων. Οἱ διατάξεις αυτές πρέπει προφανώς νά ἑρμηνεύονται ἀναλόγως τοῦ θέματος, ώστε οἱ περιορισμοί τῶν πληρωμών πού συνδέονται μέ τήν κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων πρέπει νά καταργηθούν κατ' εφαρμογή τοῦ κεφαλαίου περί καταργήσεως τῶν ποσοτικῶν περιορισμῶν οἱ περιορισμοί τῶν πληρωμών πού συνδέονται μέ τά κεφάλαια πρέπει νά καταργησουν βάσει τοῦ κεφαλαίου πού ἀναφέρεται στην ελευθερία κινήσεως τῶν κεφαλαίων. Γιά τόν λόγο αυτό, ἐκ πρώτης ὄψεως, μία ὁδηγία πού ἐθε-σπίσθη πρός ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 67 άφορᾶ μόνον κινήσεις κεφαλαίων καί ὄχι πληρωμές πού συνδέονται μέ την κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων καί ἡ ἀναφορά στό άρθρο 106, παράγραφος 2, γίνεται μόνον ἐν σχέσει πρός τους περιορισμούς τῶν πληρωμών πού συνδέονται μέ κινήσεις κεφαλαίων.
Ή προκειμένη υπόθεση άφορᾶ κυρίως περιορισμούς τῶν πληρωμών πού συνδέονται μέ τήν κυκλοφορία τῶν ἐμπορευμάτων.
Κατά τήν γνώμη μου, ἡ φράση «βραχυπρόθεσμες καί μακροπρόθεσμες πιστώσεις, συνδεδεμένες μέ εμπορικές συναλλαγές» δέν δύναται, ἐν πάση περιπτώσει, νά ερμηνευθεί ὅτι περιλαμβάνει τίς προκαταβολές της τιμής ἀγοράς τῶν εμπορευμάτων. Ὁ ὅρός «πίστωση» εννοεί διευκόλυνση πού συνήθως παρέχεται ἀπό τράπεζα ἡ δανειοδοτικό ὀργανισμό ὥστε νά δύναται ὁ ἀγοραστής νά διαθέτει τά κεφάλαια γιά νά πληρώσει τόν πωλητή. 'Αν ὁ πωλητής παράσχει στόν ἀγοραστή τήν δυνατότητα νά πληρώσει μεταγενεστέρως, δύναται, ἀπό μία άποψη, αυτό νά θεωρηθεί ὡς χορήγηση πιστώσεως, παρ' ὅλον ὅτι δέν εἶναι ἀναγκαίο νά κριθεί ἄν συνιστά χορήγηση πιστώσεως κατά τήν ἔννοια τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας. Παρομοίως, ὁ ἀγοραστής δύναται νά θεωρηθεί ὅτι «διαθέτει πίστωση», ἄν τό ὑπόλοιπο στόν γενικό λογαριασμό μέ τόν πωλητή του εἶναι πιστωτικό. Ή ἀπαίτηση νά προπληρωθούν τά ἐμπορεύματα, χωρίς άλλη επεξήγηση, δέν φαίνεται ὅτι συνιστά χορήγηση πιστώσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀγοραστού πρός τόν πωλητή. Δέν νομίζω ὅτι οἱ πληρωμές αυτές συνιστούν «δάνεια» ή δάνεια «συνδεδεμένα μέ εμπορικές συναλλαγές, στίς όποιες δέν συμμετέχει κάτοικος» καί ὅτι, επομένως, εμπίπτουν στόν κατάλογο D τῆς πρώτης ὁδηγίας (ὅπως ἐννόησα ὅτι υποστηρίζει ἡ γαλλική κυβέρνηση), ἀλλά, κι ἄν αυτό συμβαίνει, δέν ὑπάρχει σχετική ρύθμιση.
Γιά τους ἀνωτέρω λόγους εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι τό Δικαστήριο θά έπρεπε νά ἀποφανθεί μέν ὅτι ἡ 'Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τοῦ ἄρθρου 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά ἀπορρίψει ὅμως την προσφυγή τῆς Ἐπιτροπής κατά τό μέτρο πού βασίζεται στήν πρώτη καί στην δεύτερη ὁδηγία περί εφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 67 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Μολονότι, κατά την γνώμη μου, ὁ ισχυρισμός τῆς Ἐπιτροπῆς πού βασίζεται στίς δύο ὁδηγίες πρέπει νά ἀπορριφθεί θεωρῶ ὅτι ἡ 'Ιταλική Δημοκρατία πρέπει νά φέρει τά έξοδα στά όποια υπεβλήθη ἡ 'Επιτροπή, δεδομένου ὅτι ἡ πρώτη ἡττήθη ὡς πρός τό κυριότερο ἀμφισβητούμενο σημεῖο. Ή 'Ιταλική Δημοκρατία καί ή Γαλλική Δημοκρατία πρέπει νά φέρουν έκάστη τά έξοδα στά όποια υπεβλήθησαν.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy