ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHLΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ὁ προσφεύγων στην παρούσα υπόθεση εισήλθε στην υπηρεσία τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς δόκιμος υπάλληλος μέ τόν βαθμό Α 7 ἀπό τήν 1η 'Οκτωβρίου 1979. Ἐτοποθετήθη στην Γενική διεύθυνση ΧΙV (ἁλιεία), διεύθυνση Β (αγορές καί διαρθρώσεις) τμήμα 2 (διαρθρωτική πολιτική).
'Αρκετό ήδη χρόνο πρίν ἀπό τήν λήξη τῆς περιόδου δοκιμασίας του — ἡ ὁποία, σύμφωνα μέ τό άρθρο 34 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων έληγε τήν 30ή 'Ιουνίου 1980 — οἱ προϊστάμενοι του τόν ἐπέπληξαν προφορικῶς λόγω τῆς ἀποδόσεως του καί τῆς συμπεριφοράς του. Ό προϊστάμενος τοῦ τμήματος στό όποιο εἰργάζετο τοῦ έκανε επίσης γραπτώς παρατήρηση μέ υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 20ής Μαΐου 1980. Σ' αυτό ἀνεφέρετο, ἀφ' ἑνός μέν ὅτι ὁ προσφεύγων δέν προσε-πάθησε επαρκῶς νά προσαρμοσθεί στά νέα του καθήκοντα, ὅτι δέν ἐξεπλήρωσε πάντοτε κατά ικανοποιητικό τρόπο τά καθήκοντα πού τοῦ ἀνετέθησαν καί ὅτι, ἐπί πλέον, δέν ἠκολούθη τίς ὁδηγίες πού τοῦ ἐδίδοντο. Ἀφ' έτερου στόν προσφεύγοντα προσήπτετο ὅτι δέν ἐτήρησε τήν ιεραρχική τάξη — επειδή ἀπηυθύνθη στόν προϊστάμενο τῆς διευθύνσεως Β, σχολιάζοντας τόν άμεσο προϊστάμενο του καί ἐπί πλέον, ὅτι ή συμπεριφορά του έναντι τῶν άλλων υπαλλήλων ἤγειρε προβλήματα. Τό σημείωμα κατέληγε μέ τήν παρατήρηση ὅτι δέν ήταν δυνατό νά προταθεί γιά μονιμοποίηση κατά τήν λήξη τῆς περιόδου δοκιμασίας καί μέ τήν μνεία ὅτι, ήδη πρίν ἀπό τό Πάσχα τοῦ 1980, τοῦ είχε γίνει σύσταση νά ἀπευθυνθεί στην 'Επιτροπή γιά εξεύρεση άλλης ἀπασχολήσεως.
Ό προσφεύγων εξέφρασε τίς ἀπόψεις του ἐπί τοῦ θέματος, λεπτομερώς, μέ επιστολή τῆς 9ης Ἰουνίου 1980. Παρέσχε εμπεριστατωμένες εξηγήσεις σχετικά μέ τίς εργασίες πού τοῦ εἶχαν ἀνατεθεί καί παρετήρει ὅτι ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματός του τοῦ έδιδε ὁδηγίες στην γαλλική γλῶσσα, της ὁποίας ὁ προσφεύγων εἶχε στοιχειώδεις γνώσεις καί ὅτι γιά ὁρισμένα καθήκοντα, πού τοῦ εἶχαν ἀνατεθεῖ — (σχετικά μέ τό «Norway pout box») — ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματός του δέν τοῦ είχε δώσει λεπτομερείς ὁδηγίες.
Λίγο χρόνο μετά, στίς 19 'Ιουνίου 1980, ὁ διευθυντής τῆς διευθύνσεως Β συνέταξε, κατόπιν συνενοήσεως μέ τόν διευθυντή τοῦ τμήματος, προϊστάμενο τοῦ προσφεύγοντος, τήν έκθεση κατά τό πέρας τῆς δοκιμασίας, πού προβλέπεται στό άρθρο 34 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, τήν ὁποία ὑπέγραψε επίσης ὁ προϊστάμενος τῆς γενικής διευθύνσεως XIV. Σέ επτά ἀπό τίς δέκα εκτιμήσεις, ή ἐν λόγω έκθεση περιείχε — μέ σύντομα σχόλια — τήν κρίση «ἀνεπαρκής» οἱ γνώσεις τοῦ προσφεύγοντος εκρίθησαν ὡς «λίαν καλές» καί στά θέματα «πρωτο-βουλία» καί «ἀκρίβεια» ἡ έκθεση περιείχε τήν βαθμολογία «καλώς». Στή γενική εκτίμηση, ὁ προσφεύγων ἐκρίνετο ὡς «rigide» (άκαμπτος) καί «presque dogmatique» (σχεδόν δογματικός) στον τρόπο ἀντιμετωπίσεως τῶν προβλημάτων καί γι' αυτό εἶναι καταλληλότερος γιά ἀκαδημαϊκά καθήκοντα παρά γιά υπαλληλική σταδιοδρομία, ἐπροτείνετο δέ ἡ ἀπόλυση του μετά τήν λήξη τῆς περιόδου δοκιμασίας, επειδή δέν εἶχε τά ἀναγκαία προσόντα γιά νά ἀκολουθήσει σταδιοδρομία υπαλλήλου.
Τήν 26η 'Ιουνίου, ὁ προσφεύγων υπέβαλε τίς παρατηρήσεις του ἐπί τῆς ἐν λόγω εκθέσεως, ἡ ὁποία τοῦ εἶχε διαβιβασθεί στίς 22 'Ιουνίου 1980. Παρεπονεῖτο ὅτι ἡ έκθεση δέν ἀνέφερε ὅλα τά καθήκοντα πού έπρεπε νά εκπληρώσει καί εἶχε εκπληρώσει κατά τρόπο ἐν μέρει ἱκανοποιητικό καί σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες καί παρέπεμπε γιά τά λοιπά στην ἀπάντηση του στό σημείωμα τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματός του, τῆς 20ης Μαΐου 1980. Ἀφοῦ τήν υπέγραψε, επέστρεψε τήν έκθεση στίς 27 'Ιουνίου 1980.
Τήν 1η 'Ιουλίου 1980, τό ἁρμόδιο μέλος τῆς 'Επιτροπής εξέδωσε ἀπόφαση περί λήξεως τῆς υπηρεσιακής σχέσεως τοῦ προσφεύγοντος μέ αυθημερόν ισχύ.
Ό προσφεύγων προσέβαλε τήν ἐν λόγω ἀπόφαση μέ ένσταση τῆς 26ης Σεπτεμβρίου 1980, στην ὁποία υπεστήριξε κυρίως ὅτι ή έκθεση δέν έδιδε πλήρη εικόνα τῶν καθηκόντων τά όποια τοῦ εἶχαν ἀνατεθεί καί στην ὁποία ἀνέφερε επίσης ὅτι μιά άλλη τοποθέτηση στην 'Επιτροπή ήταν ήδη δυνατή τόν 'Ιούλιο 1980.
Δεδομένου ὅτι δέν εδόθη ἀπάντηση στην ένσταση εντός τῆς προβλεπομένης προθεσμίας — δέν ἀπερρίφθη ρητώς παρά τήν 21η Μαΐου 1981 — ὁ προσφεύγων προσέφυγε τελικά στό Δικαστήριο, τήν 24η 'Απριλίου 1981, ζητώντας νά ἀκυρώσει τήν ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980 καί νά διατάξει την ἀποκατάσταση τῆς σταδιοδρομίας του.
Ἤδη ἀπό την άνοιξη τοῦ 1980, ὁ προσφεύγων, ἀκολουθώντας την συμβουλή πού τοῦ εδόθη ἀπό τόν προϊστάμενό του, προ-σεπάθησε νά ἀνεύρει μιά θέση στις άλλες υπηρεσίες τῆς 'Επιτροπής. Δέν κατώρθωσε ὅμως νά μεταφερθεί ὡς δόκιμος υπάλληλος ἤ ὡς μόνιμος πρίν τη λήξη τοῦ ἀναφερθέντος μέτρου τῆς ἀπολύσεως. Μεταγενέστερα — δηλαδή ἀπό τήν 1η Δεκεμβρίου έως τίς 30 Δεκεμβρίου 1980 καί, ἐν συνεχεία, ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1981 έως τήν 31η Δεκεμβρίου 1981 — προσελήφθη στην διεύθυνση Α τῆς γενικής διευθύνσεως VΙ ὡς εμπειρογνώμων πού, κατά τήν σχετική ρύθμιση πού έχει θεσπισθεί ἀπό τήν 'Επιτροπή, δέν δικαιούνται παρά ημερησίας ἀποζημιώσεως καί, μιά φορά τό μήνα, ἀπόδοση τῶν εξόδων ταξιδιού στόν τόπο καταγωγής. Στην διεύθυνση «analyse de la situation des exploitations agricoles — information agricole» (ἀνάλυση τῆς καταστάσεως τῶν γεωργικῶν εκμεταλλεύσεων — γεωργική πληροφόρηση), ἠσχολεῖτο, σέ συνεργασία μέ ένα υπάλληλο Α6 πρός πλήρη, ὡς φαίνεται, ικανοποίηση τοῦ προϊσταμένου του, μέ εργασίες ἀνάλογες πρός αυτές στό Πανεπιστήμιο Aarhus, μέ τήν επεξεργασία δηλαδή ἑνός δικτύου πληροφοριών γιά τήν γεωργική λογιστική.
Προς υποστήριξη τῆς προσφυγής του, ὁ προσφεύγων προέβαλε τρεις λόγους, ἐπί τῶν ὁποίων ἡ γνώμη μου έχει ὡς έξῆς:
1. Παράβαση τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων
Τό άρθρο 34 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων προβλέπει ὅτι τό ἀργότερο ένα μήνα πρίν ἀπό τή λήξη τῆς περιόδου δοκιμασίας, συντάσεται έκθεση περί τῶν Ικανοτήτων τοῦ δοκίμου υπαλλήλου νά ἀνταποκριθεί στά καθήκοντα πού συνεπάγεται ἡ θέση του καθώς καί περί τῆς ἀποδόσεως καί συμπεριφοράς του στην υπηρεσία. Στην προκειμένη περίπτωση, ἡ ἐν λόγω διάταξη δέν ἐτηρήθη. Ή επίδικος έκθεση συνετάγη στίς 19 'Ιουνίου 1980, τήν έλαβε δέ ὁ προσφεύγων στίς 22 'Ιουνίου καί τήν επέστρεψε μέ τίς παρατηρήσεις του στίς 27 'Ιουνίου ἡ ἀπόφαση σχετικά μέ τόν τερματισμό τῆς ὑπηρεσιακής σχέσεως τοῦ προσφεύγοντος ελήφθη ήδη τήν 1η 'Ιουλίου 1980, μέ αυθημερόν ἰσχύ.
'Αν καί ὁ προσφεύγων τονίζει κατά πρώτο λόγο τό γεγονός αυτό, δέν θέτει ἐν τούτοις — ὅπως σαφώς προκύπτει ἀπό τήν ἀπάντηση του — θέμα ἐγκνρόνηνος τῆς εκθέσεως, ὡς πρός τήν ὁποία ἡ 'Επιτροπή ἀναφέρεται στην ἀπόφαση ἐπί τῶν συνεκ-δικασθεισῶν υποθέσεων 10 καί 47/72 ( 2 ), σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ μή τήρηση τῆς προθεσμίας πού καθορίζεται στό άρθρο 34 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων δέν εἶναι φύσεως πού νά θέτει ὑπό ἀμφισβήτηση «τό ουσιαστικό κύρος τῆς εκθέσεως» άλλά μάλλον θεωρεί ὅτι — ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι μία ἀρνητική έκθεση συνιστά ἀποφασιστικό στοιχείο γιά τήν λήξη τῆς ὑπηρεσιακής σχέσεως — πρέπει νά διασφαλισθεῖ ὅτι ὁ ενδιαφερόμενος έχει τήν δυνατότητα νά υποβάλει τίς σχετικές παρατηρήσεις του. Ἐξ άλλου, ή ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή πρέπει, καί ἡ ἴδια, νά έχει ἀρκετό χρόνο γιά νά εκτιμήσει τήν έκθεση καί τίς παρατηρήσεις πού διετυπώθησαν ἐπ' αυτής, ώστε ἡ ἀπόφαση πού πρέπει νά ἐκδοθεί κατά τό πέρας τῆς περιόδου δοκιμασίας νά έχει ἀσφαλή βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν ημερομηνιών πού ἀνεφέρθησαν, δέν εἶναι πάντως δυνατόν νά υποστηριχθεί τούτο, καί ήδη γι' αυτό τόν λόγο, ἡ ἀπόλυση θά έπρεπε νά θεωρηθεῖ ὡς πάσχουσα ελάττωμα.
Ἐπί τοῦ πρώτου αυτού σημείου, δύσκολα δύναται νά υἱοθετηθεῖ ἡ επιχειρηματολογία τοῦ προσφεύγοντος, έστω καί ἄν πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι, ἐν προκειμένω, οἱ κρίσιμες προθεσμίες ήταν εξαιρετικά σύντομες καί δέν άφηναν ὁπωσδήποτε τόσο περιθώριο ὅσο στην περίπτωση, πού εκρίθη στίς συ-νεκδικασθεῖσες υποθέσεις 10 καί 47/72.
'Η 'Επιτροπή ἐξήγησε ὅτι διεμορφώθη έτσι ή διαδικασία γιά νά ληφθούν ὑπ' ὄψη τά συμφέροντα τοῦ προσφεύγοντος, δηλαδή ἀφ' ἑνός μέν φαίνεται ὅτι ηθέλησαν νά περιμένουν ἀκόμη την ὁλοκλήρωση μιας μελέτης ἡ ὁποία είχε ἀνατεθεί στόν προσφεύγοντα στίς 20 Μαΐου καί ἡ ὁποία δέν εἶχε τελειώσει εγκαίρως, ἀφ' έτερου δέ, ή ἀπόφαση καθυστέρησε επίσης, επειδή ἠλπί-ζετο ὅτι — ὅπως είχε συσταθεί σ' αυτόν — ὁ προσφεύγων θά εύρισκε κάποια άλλη θέση στην Ἐπιτροπή εγκαίρως, πρίν ἀπό τό πέρας τῆς περιόδου δοκιμασίας.
Σ' αυτό προστίθεται ἀφ' ενός τό γεγονός ὅτι ὁ προσφεύγων εἶχε ἀρκετό χρόνο γιά νά εκφέρει γνώμη μετά τήν διαβίβαση τῆς ἐκθέσεως (22 Ἰουνίου) καί μέχρι τήν επιστροφή τῆς (27 'Ιουνίου). Πρέπει νά εκτιμηθεί σχετικώς ὅτι τοῦ ἐγένοντο συστάσεις ήδη στό σημείωμα τοῦ προϊσταμένου του, τῆς 20ῆς Μαΐου, ὅτι ὁ προσφεύγων είχε λάβει θέση ἐπί τοῦ θέματος κατά τρόπο λεπτομερή σέ επιστολή τῆς 9ης Ἰουνίου, στην ὁποία καί παραπέμπει ουσιαστικά, ἐκφράζοντας τήν άποψη του γιά τήν έκθεση κατά τό πέρας τῆς δοκιμασίας. Ἀφ' έτερου, δύναται κάλλιστα νά γίνει δεκτή ή άποψη ὅτι ὁ χρόνος, πού ἀπέμενε μετά τήν ἐπιστροφή τῆς εκθέσεως, ήταν ἀρκετός γιά νά τήν εκτιμήσει δεόντως ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, ὅπως καί τίς παρατηρήσεις τοῦ προσφεύγοντος. 'Εν πάση περιπτώσει, δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι, ἄν ἡ ἐν λόγω ἀρχή εἶχε κάποιο λόγο ἀμφιβολίας καί ἐσκόπει νά προβεί σέ έρευνα, ἀσφαλώς δέν θά ἐδίσταζε νά παρατείνει σιωπηρώς τήν περίοδο δοκιμασίας, ὅπως συνέβη στίς υποθέσεις πού μόλις ἀνέφερα.
Θεωρώ επομένως ὅτι δέν συντρέχει λόγος ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως ἀπολύσεως λόγω παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ἄν καί δέν εἶναι δυνατόν νά μήν εκφρασθεί δυσαρέσκεια γιά μία κάποια ἀνωμαλία ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ἐν λόγω διάταξη δέν ἐφηρ-μόσθη μέ μεγάλη προσοχή στή συγκεκριμένη περίπτωση.
2. 'Εσφαλμένη αἰτιολογία τῆς ἀποφάσεως ἀπολύσεως
Ή προσβαλλομένη ἀπό τόν προσφεύγοντα πράξη ἀναφέρεται στην έκθεση κατά τό πέρας τῆς δοκιμασίας, πού συνετάγη σύμφωνα μέ τό άρθρο 34 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων καί παραθέτει τά σημεία στά όποια ἐδόθη ὁ βαθμός «ἀνεπαρκής». 'Ως πρός αυτό, ὁ προσφεύγων προβάλλει, μέ τό δεύτερο λόγο ἀκυρώσεως, ὅτι ἡ έκθεση, ἡ ὁποία προδήλως ἐχρησιμοποιήθη ὡς βάση τῆς ἀποφάσεως ἀπολύσεως, δέν ήταν ἀκριβής στά προπαρατεθέντα σημεῖα, κυρίως διότι δέν έλαβε ὑπ' ὄψη στοιχεία πού ήταν υπέρ αὐτοῦ. Θεωρεί επίσης ὅτι ἡ έκθεση δέν ήταν ἀντικειμενική γιατί, παραθέτοντας όλες τίς εργασίες τοῦ προσφεύγοντος δέν έδωσε ἀκριβή εἰκόνα τῆς ἐξελίξεως τῆς περιόδου δοκιμασίας, άλλά περιωρίσθη σέ συγκέντρωση τῶν ἀρνητικών στοιχείων.
α)
Όσον άφορᾶ τόν λόγο αυτό, ἀκριβέστερη εἰκόνα τῆς κρίσεως γιά τόν προσφεύγοντα διεμορφώθη στην διάρκεια τῆς διαδικασίας, κυρίως χάρις στίς ἀπαντήσεις ἐπί τῶν ερωτήσεων πού ἀπηύθυνε τό Δικαστήριο.
Ἀνεγνωρίσθη ὅτι ὁ προσφεύγων ἐξεπλήρωσε μία σειρά καθηκόντων κατά τρόπο Ικανοποιητικό καί ἀκόμη, οἱ πνευματικές του ικανότητες κυρίως δέ τά επιστημονικά του προσόντα ὑπεγραμ-μίσθησαν μέ κάθε σαφήνεια.
Τοῦ προσάπτεται ὅμως ὅτι προσεπάθησε νά επιλύσει τά προβλήματα πού τοῦ ἀνετέθησαν κατά τρόπο πολύ θεωρητικό καί σχοινοτενή, πού δέν συμβιβαζονταν μέ τίς ἀνάγκες τῆς καθημερινής λειτουργίας τῆς υπηρεσίας καί μέ τήν πραγματοποίηση τῆς πολιτικής τῆς 'Επιτροπής, γιά τήν ὁποία έπρεπε νά συνάγονται πρακτικές συνέπειες.
Ἐπί πλέον, σέ διάφορες περιπτώσεις, κατά τήν εκτέλεση τῶν εργασιών, ήθελε νά ἐπιβάλλει τίς δικές του ἀπόψεις εναντίον τῶν ὀδηγιών τῶν προϊσταμένων του, ὅπως κατά την εργασία του κυρίως γιά τό «Norway pout box», ἡ ὁποία ήταν πραγματικά επικίνδυνη γιά την πολιτική διατηρήσεως τοῦ ἁλιευτικοῦ πλούτου. Τέλος, σέ πολλές περιπτώσεις δέν ἐσεβάσθη τήν ιεραρχική τάξη καί υπέπεσε σέ ἀπαράδεκτη έλλειψη εχεμύθειας, λόγω ἀνεπιθύμητων επαφῶν μέ άλλες υπηρεσίες τῆς Ἐπιτροπής.
6)
Πρέπει ἀμέσως νά υπογραμμισθεί ὅτι μία, κατά τό άρθρο 34 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, έκθεση δέν δύναται φυσικά νά περιλαμβάνει ὅλες τίς λεπτομέρειες τῆς περιόδου δοκιμασίας. Ὅπως έχει διευκρινισθεί καί στή νομολογία (υπόθεση 99/77) ( 3 ) άρκεῖ ή περιγραφή στην έκθεση τῶν κνριωτέρων δραστηριοτήτων. Μιά ἁπλή ματιά στην επίδικο έκθεση ἀποδεικνύει ὅτι οἱ ἐν λόγω δραστηριότητες εἶχαν ληφθεί ὑπ' ὄψη ἐν προκειμένω. 'Ακόμη δέν εἶναι δυνατό νά λεχθεί ὅτι περιωρίσθη σέ παράθεση τῶν ἀρνητικών πλευρών — τό όποιο θά ήταν ἀντίθετο πρός τήν ἀρχή τῆς ἀντικειμενι-κότητος — άλλα ἀντιθέτως επιτρέπει νά διαφανεί ὅτι οἱ ικανότητες τοῦ προσφεύγοντος δύνανται ἀπό πολλές πλευρές νά θεωρηθούν ὡς καλές ἡ καί πολύ καλές, ούτε δέ καί ἀποσιωπᾶ τα επιστημονικά του προσόντα.
'Από τήν άλλη πλευρά, εἶναι προφανές οτι, στό μέτρο πού εκφράζεται περί τῆς ικανότητος ἑνός υπαλλήλου νά ἀναλάβει τά καθήκοντα πού τοῦ ἀνατίθενται, ἡ έκθεση κατά τό πέρας τῆς δοκιμασίας περιέχει κατά κύριο λόγο ἀξιολογικές κρίσεις. Στην συγκεκριμένη περίπτωση τούτο, πρέπει ἐν πάση περιπτώσει νά γίνει δεκτό ἐν σχέσει μέ τά σημεία Α. 2. 4. καί 5, καθώς καί Β. 1., ἐνῶ ὀλιγώτερον ἀλλα σαφῶς ισχύει καί ὅσον άφορᾶ τήν ἐκτίμηση περί της ταχύτητος κατά τήν εκτέλεση τῆς εργασίας — Β. 1. — καθώς καί τήν εκτίμηση τῶν σχέσεων εντός τῆς υπηρεσίας καί μέ τρίτους — C. 1. καί 2. Σχετικά, ἀποστολή τοῦ Δικαστηρίου δέν εἶναι νά ἀντικαταστήσει τίς ἐν λόγω ἀξιολογικές κρίσεις μέ τίς δικές του, ιδιαίτερα ὅσον άφορα τίς εκτελεσθείσες ἀπό τόν προσφεύγοντα εργασίες, πού ἀνεφέρθησαν λεπτομερώς κατά τήν διαδικασία καί τήν σημασία τους, γιά τό σχηματισμό συνολικής κρίσεως. Δυνατόν, ενδεχομένως, νά υπάρξει θέμα διαπιστώσεως προδήλων σφαλμάτων, ὅπως σαφώς ἐση-μείωσε, αρκετά νωρίς, ἡ σχετική μέ τά θέματα επαγγελματικής ικανότητος νομολογία (υποθέσεις 1/55 ( 4 ) καί 10/55 ( 5 ), πού πρόκειται ὅμως μόνο γιά τόν έλεγχο περί τοῦ ἄν οἱ τρόποι καί νά μέσα πού οδήγησαν σέ μιά κρίση, δίδουν λαβή γιά αιτιάσεις.
γ)
Ὑπ' αυτές τίς περιστάσεις, πρέπει ιδιαίτερα νά γίνουν οἱ ἀκόλουθες παρατηρήσεις ὅσον άφορᾶ τους ισχυρισμούς τοῦ προσφεύγοντος:
αα)
Κατά τό μέτρο πού δημιουργείται ή εντύπωση ὅτι ἡ ἀρνητική κρίση γι' αὐτόν ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι οἱ σχέσεις μέ τόν ἄμεσο προϊστάμενο του εἶχαν χειροτερεύσει, κρίσιμο στοιχείο εἶναι, ἀφ' ἑνός μέν, ὅτι ἡ έκθεση δέν συνετάγη ἀπ' αυτόν, άλλά ἀπό τόν προϊστάμενο τῆς διευθύνσεως Β, ὁ όποιος χάρις στίς συχνές επαφές πού εἶχε μέ τόν προσφεύγοντα, ἠδύνατο νά σχηματίσει ίδία ἀντίληψη καί ἀφ' έτερου, ὅτι ἡ έκθεση φέρει επίσης τήν συναίνεση τοῦ ἁρμοδίου γενικού διευθυντού ὁ όποιος επίσης — ὅπως ὑπεστηρίχθη χωρίς νά ἀντι-κρουσθεῖ — ὤφειλε νά παρεμβαίνει ἔναντι τοῦ προσφεύγοντος κατά τήν εκτέλεση τῶν εργασιών του.
ββ)
'Η άμυνα τοῦ προσφεύγοντος στηρίζεται ἀφ' ενός μέν, ὅσον άφορᾶ ὁρισμένες εργασίες πού ἡ εκτέλεση τους ἀπετέλεσε ἀντικείμενο ἀρνητικῆς κρίσεως, στόν ἰσχυρισμό ὅτι ὁ προσφεύγων δέν είχε νά λάβει σαφείς ὁδηγίες, ἀφ' έτερου δέ, στόν ισχυρισμό περί ὑπάρξεως γλωσσικών προβλημάτων στίς σχέσεις του μέ τόν άμεσο προϊστάμενό του καθώς καί στην ἀπουσία εἰδικενμένων συνεργατών στην υπηρεσία του. 'Ορισμένες ἀπό τίς ἀνεπάρκειες πού τοῦ προσάπτονται πρέπει νά ἀποδοθούν στά ἐν λόγω γεγονότα, τά όποια παρελήφθησαν ἀπό την έκθεση.
Ὡς πρός αυτό τό θέμα, πρέπει πάντως, νά σημειωθεί ὅτι ὁ προσφεύγων δέν ἠδυνήθη νά ἀποδείξει μετά πειστικότητος την έλλειψη συγκεκριμένων ὁδηγιών, ιδιαίτερα γιά μιά σειρά ἐργασιῶν πού ἐξετέλεσε κατά τρόπο ικανοποιητικό, σύμφωνα μέ την εκτίμηση τῶν προϊσταμένων του. 'Εξ άλλου, εδόθη ἡ εντύπωση ὅτι ὅσον άφορᾶ συγκεκριμένα την εργασία, πού συνεζητήθη εἰς βάθος περισσότερο — τό «Norway pout box» — οἱ ἀναγκαίες διευκρινήσεις ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο επιμελούς φροντίδος κατά τίς συχνές επαφές τοῦ προσφεύγοντος μέ τόν προϊστάμενο τῆς διευθύνσεως Β, στην διάρκεια τῶν ὁποίων, επειδή ὁ τελευταίος ὁμιλοῦσε ἀγγλικά, δέν ήταν δυνατόν νά ὑπάρχουν δυσκολίες συνεννοήσεως.
Σχετικά μέ αυτό, κατά τους μή ἀντικρου-σθέντες ισχυρισμούς τῆς 'Επιτροπής, πρέπει νά σημειωθεί ἐπί πλέον ὅτι, ἄν καί ὁ προσφεύγων δέν εἶχε στην υπηρεσία τοῦ ένα αρμόδιο συνεργάτη τοῦ ἰδίου βαθμού, ἐν τούτοις, προφανῶς συνειργάσθη, κατά τή μισή περίοδο τῆς δοκιμασίας του μέ έναν άγγλο συνάδελφο.
Ὅσον άφορᾶ τά προβλήματα επικοινωνίας μέ τόν άμεσο προϊστάμενό του, δέν πρέπει νά ὑπερεκτιμηθοῦν, γιατί, ὁπως ἀκούσαμε, ὁ προσφεύγων έχει παθητική γνώση της γαλλικής γλώσσας καί ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματός του, παθητική γνώση τῆς ἀγγλικής γλώσσας, τό όποιο εμφανίζει την ικανοποιητική συνεννόηση ὡς ἀπολύτως δυνατή.
γγ)
Ώς πρός τήν βραδύτητα κατά την εκτέλεση ὁρισμένων εργασιών, πού τοῦ ἀποδίδεται, ὁ προσφεύγων περιωρίσθη νά εκθέσει τόν ἀριθμό τῶν εργασιών τίς όποιες ἐξετέλεσε καί νά ἀναφερθεί σέ μία τελευταία έκθεση 40 σελίδων πού συνέταξε ἀπό τίς 20 Μαΐου έως τίς 17 'Ιουνίου.
Σχετικά μέ αὐτό τό θέμα, πρέπει νά λεχθεί, ἀφ' ενός, ὅτι ὁ προσφεύγων δέν κατώρθωσε νά ἀποδείξει ὅτι ἐξεπλήρωσε τά καθήκοντα πού τοῦ ἐνεπιστεύθησαν μέ τήν ἀναγκαία ταχύτητα σέ κάθε περίπτωση. Ἀφ' έτερου, ἐν σχέσει μέ τήν ἐν λόγω έκθεση, πού εἶναι μιά μελέτη των οικονομικών συνεπειών τῶν ενισχύσεων, πού χορηγοῦνται στίς βιομηχανίες σαρ-δέλλας καί ἀντζούγιας, ἡ 'Επιτροπή ἐξήγησε κατά τρόπο πειστικό ὅτι ὁ προσφεύγων καί σ' αυτή τήν περίπτωση, δέν κατενόησε ἀκριβώς τά καθήκοντά του, τά όποια ἀφοροῦσαν μιά πρώτη εκτίμηση τῆς τάξεως τῶν μεγεθών, πού δέν ἀπαιτοῦσε μέ κανένα τρόπο ἐκτεταμένη καί χρονοβόρα εργασία.
δδ)
Τέλος, ὅσον άφορᾶ τήν ἔλλειψη σεδασμοῦ τῆς ιεραρχικῆς τάξεως πού προσάπτεται στόν προσφεύγοντα καί τήν αιτίαση ὅτι, — γιά ὁρισμένες εργασίες, ἦλθε σε ἀπαράδεκτες επαφές με άλλες υπηρεσίες τῆς 'Επιτροπής, πρέπει νά σημειωθεί σχετικά, ὅτι δέν ἀμφισβητοῦνται τά πραγματικά περιστατικά. Πράγματι, ὁ προσφεύγων παραδέχεται ὅτι σέ πολλές περιπτώσεις ήλθε σέ επαφή μέ τόν προϊστάμενο τῆς διευθύνσεως Β, «κατά παραμερισμό» τοῦ ἀμεσου προϊσταμένου του, επίσης δέ δέχεται ὅτι, σέ σχέση μέ ὁρισμένες εργασίες καί καταφανῶς εναντίον των σαφών ὁδηγιών, εἶχε ἀνταλλαγή ἀπόψεων μέ συναδέλφους άλλων υπηρεσιών, πού ἀπό τήν πλευρά τῆς δικής του υπηρεσίας καί τῆς πολιτικής πού ἠκολουθεῖτο σ' αύτη, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς έλλειψη εχεμύθειας.
Εἶναι δύσκολο νά ἀκολουθήσουμε τόν προσφεύγοντα στην προσπάθειά του νά μειώσει τήν σημασία τῶν ἐν λόγω συμβάντων, τά ὁποια παρουσιάζει σαν ἁπλή ἀδεξιότητα ἀρχαρίου. Πρέπει νά ἀναγνωρισθεί μάλλον ὅτι καί ἡ τήρηση αυτῶν τῶν «κανόνων τοῦ παιχνιδιού» έχει τήν σημασία τῆς καί ὅτι, ἐφ' ὅσον ένας δόκιμος υπάλληλος ἀμελεί νά συμμορφωθεί μέ αυτούς, ενδείκνυται ἀπολύτως — Ιδίως ὅταν ρητές ὁδηγίες εδόθησαν πρός αυτή τήν κατεύθυνση — νά ληφθεί ὑπ' ὄψη παρόμοια συμπεριφορά κατά τήν διαμόρφωση της γενικής κρίσεως.
δ)
'Επειδή, στό πλαίσιο τῶν δυνατοτήτων έλεγχου τίς όποιες διαθέτει τό Δικαστήριο σχετικά μέ τά θέματα καταλληλότητος καί Ικανότητος τῶν υπαλλήλων, δέν συνάγεται καμμία βάσιμος κριτική τῆς αἰτιολογίας τῆς ἀποφάσεως ἀπολύσεως, δέν δύναται παρά νά διαπιστωθεί ὁριστικά ὅτι ἡ επιχειρηματολογία πού ἀνεπτύχθη στό πλαίσιο τοῦ δευτέρου λόγου δέν συνιστά καί αυτή, λόγο ἀκυρώσεως τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως.
3. Κατάχρηση εξουσίας
'Οσον άφορᾶ τόν προβαλλόμενο λόγο περί καταχρήσεως εξουσίας, ὁ προσφεύγων ἀνέφερε ὅτι τοῦ εἶχε γίνει σύσταση νά προσπαθήσει νά ἀνεύρει άλλη ἀπασχόληση στην Ἐπιτροπή. Οἱ προϊστάμενοι του, ὅμως, προεκάλεσαν τήν ἀποτυχία τῶν σχετικών του προσπαθειών, οἱ ὁποίες θά ἐπε-τύγχαναν ἄν τοῦ εἶχε επιτραπεί μετάταξη μέ τήν κατεχόμενη ἀπό αυτόν θέση. 'Επέμειναν γιά τήν ἀπόλυση του, γιατί δέν ήταν διατεθειμένοι νά διαθέσουν τήν θέση πού κατείχε ὁ προσφεύγων ἡ νά δεχθοῦν ἀνταλλαγή. Σχετικά μ' αυτό, στην ἀπάντηση του, ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται συμπληρωματικά ὅτι ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ήταν υποχρεωμένη νά τόν συνδράμει στίς προσπάθειες του νά επιτύχει άλλη τοποθέτηση. Δέν ἐξεπλήρωσε ὅμως τήν ἐν λόγω υποχρέωση άλλά μᾶλλον παρεκώλυσε τίς προσπάθειες τοῦ προσφεύγοντος μέ τήν ἀρνητική έκθεση τῆς 19ης 'Ιουνίου 1980, εμπόδισε δέ ἐπίσης κάθε επιτυχία λύοντας ἀπότομα τήν υπηρεσιακή σχέση, ἀντί νά ἀναβάλλει τήν ἀπόφαση τῆς μέχρι τῆς ἀνευρέσεως άλλης θέσεως, ἡ ὁποία ἐφαί-νετο ήδη δυνατή τόν 'Ιούλιο. Σχετικά, ὁ προσφεύγων ἀνέφερε τήν μεταγενέστερη τοποθέτηση του ὡς εμπειρογνώμονος στην γενική διεύθυνση VΙ καί ὅτι οἱ υπηρεσίες του εκρίθησαν ὡς ἀπολύτως Ικανοποιητικές.
Δέν εἶναι δυνατόν βέβαια νά γίνει λόγος γιά κατάχρηση εξουσίας τῆς ἁρμοοίας γιά τούς διορισμούς αρχής, επειδή οἱ προϊστάμενοι τοῦ προσφεύγοντος, οἱ όποιοι δέν ταυτίζονται μέ τήν ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, συνετέλεσαν στην ἀποτυχία πραγματοποιήσεως τῆς μεταφοράς τοῦ προσφεύγοντος μέ τήν κατεχόμενη ἀπό αυτόν θέση, γιατί έκριναν ὅτι δέν ἠδύνατο νά διατεθεί αυτή ἡ θέση ἀπό τήν υπηρεσία τους καί, επειδή, ἐπί τῆ βάσει μιᾶς ἀρνητικής εκθέσεως γιά τήν δυνατότητα ὁριστικής τοποθετήσεως τοῦ προσφεύγοντος στην θέση πού εἶχε, ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή συνῆγε τήν συνέπεια πού προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, έλυσε, δηλαδή, τήν ὑπηρεσιακή σχέση.
Καθ' ὅσον, στην ἀπάντηση του, ὁ προσφεύγων ἀναφέρεται, ἐξ άλλου, στην υποχρέωση ἀρωγῆς τῆς ἁρμοδίας γία τους διορισμούς ἀρχής, ἡ υποχρέωση αυτή δέν φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νά καλύπτει καί παράταση τῆς περιόδου δοκιμασίας — πού δέν προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως — γιά νά παρασχεθεί στόν προσφεύγοντα ἡ ευκαιρία νά τοποθετηθεί σέ άλλη θέση στην Ἐπιτροπή. 'Εν σχέσει πρός αυτό, δεν πρέπει νά λησμονείται ιδιαίτερα ὅτι, ἀρκετά νωρίς, πολλούς δηλαδή μήνες πρίν ἀπό τό πέρας τῆς περιόδου δοκιμασίας, εδόθησαν συμβουλές πρός τό σκοπό αυτό, στόν προσφεύγοντα καί ὅτι αυτός δέν τίς ἀκολούθησε προφανώς μέ τόν κατάλληλο τρόπο, ερχόμενος σέ επαφή μέ τήν ἁρμοδία γενική διεύθυνση διοικητικοί), ἀλλά προτίμησε νά ἀπευθυνθεί στό γραφείο τοῦ Δανοῦ 'Επιτρόπου καί σέ υπαλλήλους άλλων υπηρεσιῶν της 'Επιτροπῆς. Δέν πιστεύω ὅτι ἡ ὑποχρέωση ἀρωγῆς, πού ἐπικαλείται ὁ προσφεύγων, πρέπει νά ἐννοηθεί κατά τρόπο πού, σέ παρεμφερῆ μέ την παρούσα κατάσταση, ή σύνταξη τῆς εκθέσεως κατά τό πέρας τῆς δοκιμασίας, σύμφωνα μέ τό άρθρο 34 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως των υπαλλήλων, ἡ ὁποία ἤδη εἶχε καθυστερήσει έπρεπε νά καθυστερήσει περισσότερο γιά νά μήν δυσχερανθούν οἱ προσπάθειες τοῦ προσφεύγοντος νά τοποθετηθεί σέ άλλη θέση. 'Επί πλέον, δέν δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι οἱ προϊστάμενοι ἑνός δοκίμου υπαλλήλου, τοῦ ὁποίου οἱ Ικανότητες ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο ἀρνητικής εκτιμήσεως, εἶναι υποχρεωμένοι, γιά νά ἀποφύγουν τήν κατηγορία περί καταχρήσεως εξουσίας, νά προσπαθήσουν νά ἀνεύ-ρουν άλλη τοποθέτηση καί δέν είναι δυνατόν νά προσαφθεί στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ὅτι δέν ἐφρόντισε γιά μιά άλλη τοποθέτηση.
Όσον ἀφορᾶ τήν ἀναφορά τοῦ προσφεύγοντος στην μεταγενέστερη ἀπασχόληση του ὡς εμπειρογνώμονος, ἡ ὁποία προδήλως εκρίθη ὡς Ικανοποιητική, πρέπει να τονισθεῖ ὅτι γιά τους ἐμπειρογνώμονες ἰσχύουν διαφορετικοί ὅροι ἀπό τους υπαλλήλους, Ιδίως ὅσον άφορᾶ τά καθήκοντα πού τους ἀνατίθενται καί ὅτι, ἀνεξάρτητα ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ προσφεύγων εἰργάσθη ὡς ἐμπειρογνώμων σέ άλλη υπηρεσία ἡ ὁποία φαίνεται νά ἀνταποκρίνεται καλλίτερα στίς ἐπιστημονικές του κλίσεις, δέν πρέπει φυσικά νά ἀποκλεισθεί ὅτι, ἐν τω μεταξύ, ἐσημείωσε σημαντική πρόοδο στίς προσπάθειές του νά προσαρμοσθεί στίς Ιδιαίτερες ἀπαιτήσεις μιᾶς διοικήσεως.
Διαπιστοῦται ἑπομένως ὅτι καί ὁ τρίτος λόγος δέν επιβάλλει ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως ἀπολύσεως.
4.
Προτείνω επομένως νά ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή τοῦ Munk ὡς ἀβάσιμος καί νά καταδικασθεῖ ὁ προσφεύγων στά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) 'Απόφαση τῆς 12ης 'Ιουλίου 1973 στίς συνεκδικα-σθεῖσες υποθέσεις 10 καί 47/72 — Nunzio di Pillo κατά Ἐπιτροπῆς —, Slg. 1973, σελ. 763, 779.
( 3 ) Ἀπόφαση τῆς 1ης 'Ιουνίου 1978 στην υπόθεση 99/77 — Dr. Denis d'Auria κατά Ἐπιτροπῆς —, Slg. 1978, σ. 1267, 1273.
( 4 ) 'Απόφαση τῆς 19ης 'Ιουλίου 1955 στην υπόθεση 1/55 — Antoine Kergall κατά Κοινής Συνελεύσεως τῆς ΕΚΑΧ —, Slg. 1955-56, σ. 9, 24.
( 5 ) 'Απόφαση τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1956 στην υπόθεση 10/55 — Miranda Mirossevich κατά 'Ανωτάτης 'Αρχῆς τῆς ΕΚΑΧ —, Slg. 1955-56, σ. 379, 402.
Full & Egal Universal Law Academy