ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
'Ορισμένες γερμανικές επιχειρήσεις ἁλιείας ανοικτής θαλάσσης, δηλαδή ἡ επιχείρηση «Nordsee» Deutsche Hochseefischerei GmbH, οἱ ἀνήκουσες στην ὁμάδα Nordstern εφοπλιστικές επιχειρήσεις Mond Hochseefischerei Nordstern AG & Co. KG καί Friedrich Busse Hochseefischerei Nordstern AG & Co. KG, καθώς καί ἡ ἐφοπλιστική επιχείρηση Sohle, ἔδωσαν στά πλαίσια ἑνός κοινοῦ προγράμματος, πρίν ἀπό τίς 31 Δεκεμβρίου 1970 παραγγελίες γιά την ναυπήγηση 13 σκαφων ἁλιείας καί κατεργασίας ιχθύων τοῦ ίδιου τύπου. Οἱ παραγγελίες αυτές ἐξετελέσθησαν καί τά πλοῖα ἐτέθησαν σέ υπηρεσία ἀπό τόν Σεπτέμβριο 1972 μέχρι τόν 'Οκτώβριο 1973.
'Οταν τήν άνοιξη τοῦ 1973 οἱ παραγγελεῖς ἔλαβον γνώση περί τῆς δυνατότητος λήψεως συνδρομών ἀπό τό Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμοῦ καί 'Εγγυήσεων σύμφωνα μέ τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 17/64 τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1964 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/001, σ. 93) υπέβαλαν ἀντίστοιχες αιτήσεις ενισχύσεως γιά τέσσερα πλοία, ήτοι ἡ ἐπιχείρηση «Nordsee» γιά δύο πλοῖα, ἡ επιχείρηση Sohle γιά ένα πλοίο καί ἡ ὁμάδα Nordstern επίσης γιά ένα πλοίο. 'Αφ' ὅτου, στίς ἀρχές τοῦ 1973 ἔγινε γνωστό ὅτι γιά τήν μετατροπή στόν τομέα τῆς αλιείας μουρούνας θά ἐλαμβάνοντο μέτρα προωθήσεως σύμφωνα μέ τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 2722/72, τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1972, (ABl. L 291 τῆς 28ης Δεκεμβρίου 1972, σ. 30 ἑπ.) υπέβαλαν οἱ ἀνωτέρω παραγγελεῖς κατά τήν άνοιξη τοῦ 1973 στά πλαίσια αὐτοῦ τοῦ προγράμματος ἐπί πλέον αιτήσεις γιά άλλα πέντε πλοία — ή επιχείρηση «Nordsee» γιά δύο πλοῖα, ή εφοπλιστική ἐπιχείρηση Sohle επίσης γιά δύο πλοία καί ἡ ὁμάδα Nordstern γιά ένα πλοῖο. Γιά τίς ἀναφερθείσες υπόλοιπες τέσσερεις ναυπηγήσεις, δύο πλοῖα τῆς επιχειρήσεως «Nordsee» καί ἀπό ένα πλοίο τῆς εφοπλιστικής επιχειρήσεως Sohle καί τῆς ὁμάδος Nordstern, οἱ ἐπιχειρήσεις δέν υπέβαλαν αιτήσεις γιά ενίσχυση ἀπό κοινοτικά κονδύλια.
Οἱ ὑποβληθείσες αιτήσεις ἐν μέρει ἱκανοποιήθησαν. 'Ετσι, ἐνεκρίθησαν καί κατεβλήθησαν ὁρισμένα ποσά τόν Ἰούλιο καί τόν Αύγουστο τοῦ 1974 ἀπό τήν 'Επιτροπή βάσει τοῦ κανονισμού 17/64 στην επιχείρηση «Nordsee», στην εφοπλιστική ἐπιχείρηση Sohle καί στην ὁμάδα Nordstern. 'Εξ άλλου, ἡ Ἐπιτροπή τόν 'Ιούνιο τοῦ 1974 ενέκρινε από τό ειδικό πρόγραμμα γιά τόν τομέα τῆς αλιείας μουρούνας ορισμένα ποσά γιά τρία πλοῖα, καί δή ἀπό ένα γιά τήν επιχείρηση «Nordsee», τήν ἐφοπλιστική επιχείρηση Sohle καί τήν ὁμάδα Nordstern, τά όποια καί κατέβαλε τό 1975. Μία αἴτηση ἐνισχύσεως γιά ένα πλοίο τῆς ἐπιχειρήσεως «Nordsee» ἀπεσύρθη. Δύο αἰτήσεις γιά ἀντιστοίχως ένα πλοίο τῆς επιχειρήσεως «Nordsee» καί ένα τῆς ἐφοπλιστικής επιχειρήσεως Sohle ἀπερρίφθησαν.
Μετά τήν υποβολή ὅλων τῶν αιτήσεων έγινε γνωστό — ἄν ἀντιλαμβάνομαι ὀρθώς, μέ επιστολή ενός ὑπαλλήλου τοῦ γερμανικού ὁμοσπονδιακού υπουργείου γεωργίας καί δασῶν ἀπό 10ης Μαΐου 1973 πρός τόν σύνδεσμο τῶν γερμανικών αλιευτικών επιχειρήσεων ἀνοικτής θαλάσσης, ἀντίγραφο τῆς ὁποίας περιήλθε στην επιχείρηση «Nordsee» ὅτι δέν υπήρχαν επαρκή κοινοτικά κονδύλια γιά τήν ικανοποίηση ὅλων τῶν ὑποβληθεισῶν αιτήσεων. Ὕστερα ἀπό αυτό, ἡ επιχείρηση «Nordsee» , ἡ εφοπλιστική ἐπιχείρηση Sohle καί τρεις εφοπλιστικές επιχειρήσεις, πού ἀνήκουν στην ὁμάδα Nordstern κατέληξαν στίς 27 'Ιουνίου 1973 σέ σύναψη συμφωνίας κατά τήν ὁποία, οἱ συνδρομές ἀπό κονδύλια ΕΟΚ θά κατενέμοντο μεταξύ τῶν συμβαλλομένων κατά τρόπο, ὥστε σέ ένα ἀπό τά ἀνωτέρω 13 σκάφη ἀλιείας καί κατεργασίας ιχθύων νά ἀντιστοιχούσε τό 1/13 τῶν συνολικών συνδρομών. Ή συμφωνία προβλέπει επίσης ὅτι τά σχετικώς προκύπτοντα ζητήματα θά ρυθμίζονται ἀπό τους συμβαλλόμενους μέ ἀμοιβαία συνεννόηση καί οτι, σέ περίπτωση μή επιτεύξεως συνεννοήσεως, ἀποκλείοντας τήν δικαστική ὁδό θά ἀποφαίνεται ὁριστικά διαιτητής, ὁ όποιος, ἐάν οἱ συμβαλλόμενοι δέν δύνανται νά συμφωνήσουν ὡς πρός αὐτόν, θά ὡρίζετο ἀπό τό Βιομηχανικό καί 'Εμπορικό 'Επιμελητήριο τῆς Βρέμης. 'Ομοίως, στίς 27 'Ιουνίου 1973 επήλθε μεταξύ τῶν ἀνωτέρω επιχειρήσεων μία πρόσθετη συμφωνία, ἡ οποία, γιά την περίπτωση πού ἕνας ἡ περισσότεροι ἀπό τους συμβαλλομένους θα ἠναγκάζετο λόγω της υπάρξεως καί τῆς εκτελέσεως τῆς ἀνωτέρω πρώτης συμφωνίας νά επιστρέψει πλήρως ἡ ἐν μέρει συνδρομές, προβλέπει την διενέργεια μιας νέας κατανομῆς μέ βάση τίς συνδρομές πού δέν υπόκεινται σέ επιστροφή σύμφωνα μέ τά ὁριζόμενα στην πρώτη ἀνωτέρω συμφωνία.
Ὅταν τό 1976 προέκυψαν ἀμφιβολίες, κατά πόσο οἱ προβλεπόμενες ἐξισωτικές καταβολές δέν ἐδημιοῦργουν κίνδυνο επιστροφής τῶν συνδρομών στην 'Επιτροπή καί γιά τόν λόγο αυτό ἡ ομάδα Nordstern επέμεινε σέ μία διευκρίνηση τῆς καταστάσεως, ἡ επιχείρηση «Nordsee» ήρθε κατά τό δεύτερο ἑξάμηνο τοῦ 1976 σέ σχετικές επαφές μέ υπηρεσίες τῆς Ἐπιτροπής. Κατά τίς επαφές αυτές οἱ εκπρόσωποι τῆς ἐπλη-ροφορήθησαν ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἐθεώρει ώς μή επιτρεπομένη τήν θέση συνδρομῶν ὑπό κοινοπραξία καί ὅτι θά επεδίωκε νά ἀνακτήσει τίς συνδρομές, οἱ όποιες έτυχαν τέτοιας χρησιμοποιήσεως.
Κατά συνέπεια, ένας υπάλληλος τοῦ Ὁμοσπονδιακού υπουργείου τροφίμων, γεωργίας καί δασών ἀνεκοίνωσε στην εφοπλιστική επιχείρηση Sohle ὅτι ἡ 'Επιτροπή δίνει βάρος στην παροχή μιᾶς δηλώσεως περί τοῦ ὅτι ούτε ἐτέθησαν, ούτε επρόκειτο νά τεθούν συνδρομές ὑπό κοινοπραξία. Σ' ένα τηλετύπημα, τό όποιο ἡ εφοπλιστική επιχείρηση Sohle, ἐξ ὀνόματος επίσης τῆς επιχειρήσεως «Nordsee», έστειλε στίς 25 Νοεμβρίου 1976 στό ἀνωτέρω υπουργείο, εδόθη στην συνέχεια ἡ διαβεβαίωση ὅτι δέν εἶχαν τεθεί συνδρομές ἀπό κονδύλια τῆς ΕΟΚ ὑπό κοινοπραξία, ὅτι δέν υφίσταται επίσης καμμία παρόμοια υποχρέωση, ούτε καί καμμία σχετική πρόθεση. Ή ανακοίνωση αυτή προωθήθη περαιτέρω στίς υπηρεσίες τῆς 'Επιτροπής. Παρόμοια δήλωση έκανε ἐξ άλλου καί ένας ἐκπρόσωπος τής ὁμάδος Nordstern πρός ἕνα υπάλληλο τοῦ 'Ομοσπονδιακοῦ υπουργείου τροφίμων, γεωργίας καί δασών.
Ή επιχείρηση «Nordsee», ἐν τούτοις, επέμεινε στην τήρηση τῆς συμφωνίας τῆς 27ης 'Ιουνίου 1973 καί ἀπήτησε ἀπό τίς εφοπλιστικές επιχειρήσεις Mond καί Friedrich Busse πού ἀνήκουν στην ομάδα Nordstern εξισωτικό ποσό, τό ὕψος τοῦ ὁποίου δέν ἀμφισβητείται, καθώς καί τήν καταβολή τόκων ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου 1975. Ή ἀπαίτηση αυτή ἀπεκρούσθη ἀφ' ἑνός μέ τόν ισχυρισμό ὅτι ἡ σύμβαση κοινοπραξίας ήταν άκυρη σύμφωνα μέ τό άρθρο 134 τοῦ γερμανικοῦ άστικοῦ κώδικος, επειδή δέν εὑρίσκετο σέ συμφωνία μέ τό δίκαιο περί επιδοτήσεων ΕΟΚ κατά τό όποιο οἱ συνδρομές συνδέονται μέ τήν ύπαρξη σχετικοῦ σχεδίου, καί επειδή ἡ ἀπαίτηση αυτή παραβαίνει τό άρθρο 242 τοῦ γερμανικού ἀστικοῦ κωδικός, καθ' ὅσον ἡ επιχείρηση «Nordsee» πρέπει νά επιστρέψει στην Ἐπιτροπή τίς εξισωτικές αυτές καταβολές.
Ἐν ὄψει αυτής τῆς καταστάσεως παρέστη ή ἀνάγκη προσφυγῆς στόν διαιτητή, ὁ όποιος προβλέπεται ἀπό τήν συμφωνία καί ὁ όποιος ὁρίσθη ἀπό τό Βιομηχανικό καί 'Εμπορικό 'Επιμελητήριο τῆς Βρέμης, επειδή τά μέρη δέν ἠδυνήθησαν νά καταλήξουν σχετικώς.
Κατά τήν εξέταση τῆς υποθέσεως ὁ διαιτητής κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι ὁ προβαλλόμενος ἰσχυρισμός ἐξαρτάται ἀπό τήν ἀπάντηση στό ερώτημα ἄν ἡ προβλεπόμενη κοινοπραξία συμβιβάζεται μέ τό δίκαιο επιδοτήσεων ΕΟΚ, ὅπως προκύπτει ἀπό τους δύο ἀνωτέρω κανονισμούς 17/64 καί 2722/72, καθώς καί τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 729/70 τῆς 21ης 'Απριλίου 1970 (ΕΕ είδ. ἔκδ. 03/005, σ. 93). Σέ περίπτωση πού δύναται νά γίνει λόγος, παρά τήν εκπλήρωση τοῦ κυρίου σκοποῦ τῶν συνδρομών — πραγματοποίηση τοῦ προβλεπομένου σχεδίου — γιά μία «πλημμέλεια», ἰδίως κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ κανονισμοῦ 729/70, επειδή δηλαδή συνδρομές ΕΟΚ δέν επιτρέπεται νά διοχετεύονται περαιτέρω ἀλλά νά συνδέονται μέ τήν ύπαρξη προγράμματος κατά τήν έννοια ὅτι πρέπει νά εὐνοοῦν μόνο ειδικώς προαγόμενα σχέδια, ἡ ενάγουσα στην διαιτησία, ή επιχείρηση «Nordsee», δέν έχει πράγματι καμμία απαίτηση. Σέ μία τέτοια περίπτωση τά Κράτη μέλη ὀφείλουν ἀντιθέτως νά λάβουν μέτρα γιά την ἐπανείσπραξη των συνδρομών. Ὁμοίως, δέν ἀποκλείεται άμεση ἐπανείσπραξη ἀπό την 'Επιτροπή. Ἐξ άλλου, οἱ προηγουμένως ἀναφερθείσες δηλώσεις τῶν ἐπιχειρήσεων πού συμμετέχουν στην κοινοπραξία, οἱ ὁποίες ἀνεκοινώθησαν στην 'Επιτροπή, πρέπει νά ἐκληφθούν ὑπό τήν έννοια ὅτι ἀποσυνεδέθησαν ἀπό τήν συμφωνία περί κοινοπραξίας. Κατά τά λοιπά, στην περίπτωση πού γίνεται δεκτή ή ὕπαρξη πλημμελείας δέν δύναται νά συναχθεί ὕπαρξη ἀξιώσεως ούτε ἀπό τήν πρόσθετη συμφωνία τῆς 27ης 'Ιουνίου 1976. Πράγματι, ἄν ήδη ἡ κοινοπραξία συνιστά πλημμέλεια, πρέπει καί ἡ συμφωνία περί νέας κοινοπραξίας νά θεωρηθεί ὡς παράβαση τοῦ δικαίου επιδοτήσεων ΕΟΚ καί ὡς άκυρη κατά τό άρθρο 134 τοῦ γερμανικού ἀστικού κωδικός. 'Επειδή ὅμως ὁ διαιτητής έχει ἀμφιβολίες ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ δικαίου επιδοτήσεων καί ὡς πρός τό ζήτημα τί πρέπει νά εννοείται μέ τόν ὅρο «πλημμέλεια», θεωρεί ὅτι ἐν προκειμένω ενδείκνυται έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου.
Σ' αὐτό τό πλαίσιο προσκρούει φυσικά ὁ ἀνωτέρω διαιτητής καί στό πρόβλημα ἄν ένα διαιτητικό δικαστήριο έχει ἐξουσία υποβολής προδικαστικού ερωτήματος κατά τό άρθρο 177. Ό διαιτητής θεωρεί ὅτι δύναται νά δοθεί καταφατική ἀπάντηση σ᾿ αυτό τό ζήτημα, ἄν καί στην μέχρι τώρα νομολογία έχει ληφθεί ὡς δεδομένη μόνον ή δυνατότης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος ἀπό δικαστήρια τοῦ ἐθνικοῦ συστήματος ὀργανώσεως δικαστηρίων. Ό διαιτητής λαμβάνει ὡς βάση τό ὅτι ὑπό τήν ιδιότητά του αυτή εἶναι ὕποχρεωμένος νά εφαρμόσει τό ουσιαστικό δίκαιο καί τό κοινοτικό δίκαιο μέ τήν ίδια ἀκρίβεια ὅπως τά τακτικά δικαστήρια, ὅτι πρέπει νά τηρήσει μία διαδικασία κατά τους δικονομικούς κανόνες καί ὅτι εἶναι ἀνεξάρτητος ὡς πρός τήν ἀπόφαση πού θά εκδώσει, πράγμα γιά τό ὁποῖο έχει σημασία ὁ διορισμός του ἀπό τό Βιομηχανικό καί 'Εμπορικό 'Επιμελητήριο. Περαιτέρω αναφέρει ὄτι ἡ ἀπόφαση του εἶναι ὁριστική λόγω ἀποκλεισμοί) τῆς δικαστικής ὁδοῦ καί ἔχει ἀποτελέσματα ἀποφάσεως μέ δύναμη δεδικασμένου σύμφωνα μέ τό άρθρο 1040 τοῦ γερμανικοῦ κωδικος πολιτικής δικονομίας, καθώς επίσης ὅτι παρόμοιες ἀποφάσεις υπόκεινται κατά τήν διαδικασία περί κηρύξεως τῆς ἐκτελεστότητος ἡ κατά τήν διαδικασία τής ακυρώσεως τῆς κατά τό άρθρο 1041 καί 1042 τοῦ κωδικός πολιτικής δικονομίας μόνο σέ περιορισμένο ἔλεγχο. Δέν υπόκειται ὅμως σέ έλεγχο ὡς πρός τήν ἐφαρμογή τοῦ δικαίου, ὁπως συμβαίνει ενώπιον τοῦ ἀκυρωτικοῦ δικαστηρίου. 'Επί πλέον ὁ διαιτητής τονίζει ἐν προκειμένω τήν έννοια καί τόν σκοπό τῆς διαδικασίας ὑποβολής προδικαστικού ερωτήματος, δηλαδή τήν εξασφάλιση ἑνιαίας εφαρμογής τοῦ δικαίου, πράγμα πού σέ περίπτωση περιορισμού τῆς δυνατότητος υποβολής προδικαστικοῦ ερωτήματος κατά τήν διαδικασία περί εκτελέσεως καί ἀκυρώσεως, δέν ἐξασφαλίζεται κατά τόν ἴδιο τρόπο λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων έλεγχου πού ισχύουν ἐν προκειμένω γιά τίς διαιτητικές ἀποφάσεις.
Συνεπῶς, ὁ διαιτητής μέ διάταξη τῆς 22ας 'Απριλίου 1981 ανέβαλε τήν ενώπιον του δίκη καί υπέβαλε πρός έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως τά ἀκόλουθα ερωτήματα:
«1.
'Εχει ένα γερμανικό διαιτητικό δικαστήριο, πού πρέπει νά ἀποφασίζει ὄχι κατά τήν ἀρχή τῆς επιεικείας, άλλά σύμφωνα μέ τόν νόμο, καί τοῦ ὁποίου ή ἀπόφαση έχει μεταξύ τῶν διαδίκων ἰσχύ δεδικασμένου (άρθρο 1040 ZPO — τοῦ γερμανικοῦ κωδικός πολιτικής δικονομίας) εξουσία υποβολής ερωτημάτων στό Δικαστήριο τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 δεύτερη παράγραφος τῆς συνθήκης ΕΟΚ;
2.
'Αποτελεί πλημμέλεια, πού ὁδηγεί σέ ὁλική ἡ μερική ἐπανείσπραξη, κατά τήν έννοια τοῦ κοινοτικού δικαίου, Ιδιαίτερα τῶν κανονισμών τοῦ Συμβουλίου 17/64/ΕΟΚ τῆς 5. 2. 1964, 729/70 τής 21. 4. 1970 καί 2722/72 τῆς 19. 12. 1972, ὅταν συμφωνοῦν οἱ λήπτες συνδρομών ἀπό τό τμήμα προσανατολισμού τοῦ Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού καί 'Εγγυήσεων γιά ὁμοειδῆ σχέδια (νέες ναυπηγήσεις πλοίων ἁλιείας καί κατεργασίας), μετά ἀπό την αίτηση συνδρομῶν ΕΟΚ, ἀλλά πρίν ἀπό την έγκριση τους, ὅτι οἱ συνδρομές πού χορηγοῦνται μετά την έναρξη τῆς εκμεταλλεύσεως καί την πληρωμή τῶν πλοίων θά κατανέμονται μεταξύ τους ἀνάλογα μέ τόν ἀριθμό ὅλων τῶν ὁμοειδών ἀντικειμένων πού κατασκεύασαν καί χρησιμοποιούν, δηλαδή μέ συνυπολογισμό καί των ὁμοειδῶν ἀντικειμένων γιά τά όποια δέν χορηγούνται συνδρομές καί στην συνέχεια οἱ συνδρομές κατανέμονται σύμφωνα μέ τήν συμφωνία αυτή;»
Ή γνώμη μου ἐπί τῆς παρούσης ὑποθέσεως εἶναι ἡ έξῆς:
Ι —
Προηγουμένως πρέπει νά εξετασθεί τό παραδεκτό τῆς αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, δηλαδή ή αἴτηση ενός διαιτητού πρός τό Δικαστήριο, ὁ όποιος έχει κληθεί νά κρίνει ἐπί διαφοράς βάσει ιδιωτικής συμφωνίας.
Ή εξέταση αυτού τοῦ ζητήματος πρέπει νά γίνει αυτεπαγγέλτως καί τελείως ἀνεξάρτητα ἀπό τό ὅτι, τό πρώτο ερώτημα πού μας θέτει ὁ διαιτητής έχει επίσης ὡς ἀντικείμενο αυτό τό θέμα. 'Εξ άλλου ἐδῶ πρόκειται — περισσότερα δέν χρειάζονται γιά τήν κυρία δίκη — μόνο γιά τήν διευκρίνιση τῆς εξουσίας τοῦ δικαστού, ὁ όποιος συγκεκριμένα ἀπευθύνθηκε σέ μᾶς. Δέν πρέπει συνεπώς, νά προβούμε ἁπλώς σέ μία γενική ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 177 σέ ἀναφορά μέ τήν διαιτησία, ἡ ὁποία — ὅπως καταφαίνεται σαφώς ἀπό τίς ἀπόψεις πού διετυπώθησαν στην προκειμένη δίκη — εμφανίζεται μέ ποικίλες μορφές.
1.
Στην παρούσα υπόθεση έχει σημασία ὅτι ὁ παραπέμπων διαιτητής ὀφείλει νά εκδώσει ἀπόφαση ὄχι κατά τήν ἀρχή της επιεικείας, άλλά κατά τόν νόμο καί τό δίκαιο καί ὅτι τέτοιες περιπτώσεις ρυθμίζονται ποικιλοτρόπως στή γερμανική πολιτική δικονομία (άρθρο 1025 ἑπ.). Ἔτσι, τό άρθρο 1034 περιέχει μερικές στοιχειώδεις δικονομικές διατάξεις μέ δικαιοκρατικές εγγυήσεις. Σύμφωνα μέ τά ἀνωτέρω, ὁ διαιτητής ὀφείλει πρίν ἀποφανθεί νά ἀκούσει τους διαδίκους καί νά ἐρευνήσει τά πραγματικά περιστατικά πού συνιστούν τήν διαφορά. Ἐπί πλέον, δέν πρέπει νά ἀποκλείονται οἱ δικηγόροι ὡς δικαστικοί πληρεξούσιοι. Τό άρθρο 1039 ὁρίζει ὅτι ή διαιτητική ἀπόφαση πρέπει νά εκδοθεί στό κατάστημα τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου. Στό άρθρο 1040 προβλέπεται ὅτι ἡ διαιτητική ἀπόφαση έχει μεταξύ τῶν διαδίκων τά ἀποτελέσματα ἀποφάσεως μέ ἰσχύ δεδικασμένου. Ἐδῶ πρέπει πάντως νά τονισθεί ὅτι τά ἀποτελέσματα αυτά υπολείπονται τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀποφάσεων τῶν κρατικών δικαστηρίων επειδή λαμβάνονται ὑπ᾽ ὄψη ὄχι αυτεπαγγέλτως άλλά μόνο κατόπιν ενστάσεως τοῦ διαδίκου (πρβλ. τήν δημοσιευθείσα στην Neue Juristische Wochenschrift 1958, σ. 950 ἀπόφαση τοῦ Bundesgerichtshof, τῆς 11ης 'Απριλίου 1958) καί επειδή οἱ διάδικοι κατόπιν συμφωνίας δύνανται νά εξαλείψουν τήν δύναμη δεδικασμένου τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως (πρβλ. τήν δημοσιευθείσα στην Neue Juristische Wochenschrift 1957, σ. 1035 ἀπόφαση τοῦ Oberlandesgericht τῆς Βρέμης τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1956). Τό άρθρο 1041 ορίζει, περαιτέρω, γιά ποιους λόγους δύναται νά ἀκυρωθεί μία διαιτητική ἀπόφαση, ἐδῶ δέ πρέπει ιδιαιτέρως νά τονισθεί ὅτι στην περίπτωση αυτή δέν γίνεται κανένας πλήρης έλεγχος περί τῆς ὀρθής εφαρμογής τοῦ δικαίου ἀλλά — ὡς πρός τό περιεχόμενο τῆς διαιτητικής ἀποφάσεως — ελέγχεται μόνο τό ἄν προσκρούει στά χρηστά ήθη ἡ στή δημοσία τάξη. Τό άρθρο 1042, τέλος, ὁρίζει ἀκόμη ὅτι βάσει τῆς διαιτητικής ἀποφάσεως, ἐάν κηρυχθεί εκτελεστή, διενεργείται ἀναγκαστική εκτέλεση. 'Η ἀναγκαία κήρυξη τῆς ἐκτελεστότητος γίνεται ἀπό τό τακτικό δικαστήριο, ή ἁρμοδιότητα τοῦ οποίου καθορίζεται κατά τά άρθρα 1045 καί 1046 τῆς πολιτικής δικονομίας, δέν πρέπει δέ νά γίνει ἐάν συντρέχει ένας ἀπό τους λόγους ἀκυρώσεως πού ἀναφέρεται στό άρθρο 1041.
2.
Τό παραδεκτό μιᾶς αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό μία τέτοια δίκη διαιτησίας δέν δύναται νά συναχθεί ἀπό την μέχρι τώρα νομολογία, ἡ ὁποία έχει ήδη ἀσχοληθεί μερικές φορές μέ αιτήσεις μή κρατικών δικαστηρίων. Πράγματι, όπως είναι φανερό, στην προκειμένη περίπτωση δέν ἀπαντώνται ὅλα τά κριτήρια, τά όποια ἐθεωρήθησαν ουσιώδη στίς σχετικές υποθέσεις 61/65 ( 2 ) καί 246/80 ( 3 ).
α)
Ὅσον άφορᾶ τήν ἀπόφαση στην υπόθεση 61/65, πρέπει νά παραδεχθούμε ὅτι ὁρισμένα στοιχεία, τά όποια τότε είχαν σημασία γιά νά γίνει δεκτή ἡ ἰδιότης τοῦ δικαστηρίου καί ἡ εξουσία υποβολής αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, υπάρχουν καί στην προκειμένη περίπτωση. Καί ἐδῶ τό παραπέμπον όργανο ὀφείλει νά ἐκδόσει ἀπόφαση σύμφωνα μέ τους κανόνες τοῦ δικαίου, ἡ δέ διαδικασία εξελίσσεται ενώπιόν του βάσει διατάξεων, οἱ όποιες ἀντιστοιχούν πρός τίς διατάξεις πού διέπουν τά κοινά δικαστήρια. 'Επίσης, τό δικάζον όργανο έχει συγκροτηθεί κανονικώς σύμφωνα μέ τό εθνικό δίκαιο, πράγμα πού πρέπει νά γίνεται δεκτό γιά τά διαιτητικά δικαστήρια, επειδή προβλέπονται ἀπό τό γερμανικό δικονομικό δίκαιο ὡς δικαιοδοτοῦντα όργανα.
Στην ἀνωτέρω, όμως, ἀπόφαση ἐθεωρήθη ἀκόμη σημαντικό ότι επρόκειτο γιά ένα dιαρκές όργανο καί ὅτι στό όργανο αυτό εἶχαν ἀνατεθεί δημόσιες εξουσίες εξαναγκαστικού χαρακτήρα περί δικαιοδοσίας ἐπί γενικώς καθοριζομένων διαφορών. Ὡς γνωστό, ἡ Ἐπιτροπή θεωρεί ἐν προκειμένω ότι δύναται νά γίνει δεκτό ότι στό όργανο αυτό ἀντιστοιχούν επίσης καί διαιτητικά δικαστήρια τοῦ είδους πού μᾶς ενδιαφέρει ἐδῶ, ὑπό τήν προϋπόθεση μόνο ότι δέν λαμβάνεται ὑπ᾽ όψη τό συγκεκριμένο διαιτητικό δικαστήριο ἀλλά ότι ἡ διαιτησία αυτή καθ᾽ ἑαννή ἀποτελεῖ διαρκή θεσμό τῆς δικαιοδοσίας, πού προβλέπεται ἀπό τήν έννομη τάξη, ότι συνεπώς ἡ έννομη τάξη επιφυλάσσει στην διαιτησία ἕνα γενικό πλαίσιο αρμοδιοτήτων, χωρίς τό όποιο συμφωνίες ἰδιωτικοῦ δικαίου περί προσφυγής στην διαιτησία θά ήταν χωρίς σημασία.
'Εν τούτοις, δύναται κανείς νά ἀμφιβάλλει γιά τό ἄν μία τέτοια ἀντίληψη δικαιολογείται ἀντικειμενικώς. Πάντως εἶναι ἀπολύτως βέβαιο ότι στην προκειμένη περίπτωση ελλείπουν τά στοιχεία, τά όποια στην υπόθεση 61/65 ἐθεωρήθησαν ὁπωσδήποτε σημαντικά, δηλαδή ἡ συμμετοχή κρα-τικοῦ φορέως, ενός ὑπουργοῦ, ὡς πρός τήν συγκρότηση τοῦ διαιτητικοῦ δικαστηρίου καί ἡ ἀντίστοιχη άσκηση ἐπιρροής ὡς πρός τόν καθορισμό τῆς διαδικασίας.
β)
Τά ἴδια ισχύουν, περαιτέρω, ἐν όψει τῆς εσχάτως ἐκδοθείσης ἀποφάσεως στην υπόθεση 246/80, στην ὁποία επρόκειτο γιά τήν υποβολή αιτήσεως στό Δικαστήριο ἀπό ἕνα όργανο — τήν, ὁπως ἀποκαλείται, επιτροπή διαφορών — μία ένωση ἰδιωτικοῦ δικαίου τῶν ὀλλανδών ιατρών. Πράγματι γιά τό παραδεκτό αυτής τῆς αιτήσεως σημασία δέν εἶχε μόνο τό ὅτι ἡ 'Επιτροπή συγκροτείται κάθε φορά γιά πέντε χρόνια, δηλαδή δέν πρόκειται γιά όργανο πού καλείται νά ἀποφανθεί ἐπ᾽ εὐκαιρία μιᾶς συγκεκριμένης διαφοράς. Ὅπως είναι φανερό, σημασία έχει επίσης τό ότι στην περίπτωση αυτή διακρίνεται ευκρινώς ή κρατική επίδραση, ἀφ᾽ ἑνός επειδή τό καταστατικό τῆς ενώσεως μόνο σέ συμφωνία μέ τόν αρμόδιο υπουργό δύναται νά τροποποιηθεί, καί, ἀφ᾽ ἑτερου, επειδή ή συγκρότηση τῆς επιτροπής διαφορών γίνεται μέ σύμπραξη τόσο τῆς ιατρικής σχολής όσο καί τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ.
3.
Συνεπώς τό πρόβλημα πού έχει ἀποφασιστική σημασία έγκειται στό ἄν κατά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 εἶναι δυνατό νά προχωρήσει κανείς σημαντικά περισσότερο ἀπό όσο στίς ἀνωτέρω υποθέσεις, καί ἄν διαιτητικά δικαστήρια τοῦ ἀνωτέρω εἴδους, πού συνιστώνται βάσει συμβάσεων κατά τό ιδιωτικό δίκαιο, δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡς δικαστήρια κατά την έννοια αυτής τῆς διατάξεως.
Σχετικῶς μέ τό πρόβλημα αυτό — τό όποιο καί στην θεωρία επίσης ἀμφισβητείται σφοδρῶς — έγινε κατά την διάρκεια της δίκης λεπτομερής ἀντιπαράθεση ἐπιχειρημάτων ἀπό ποικίλες ἀπόψεις. Ἡ εναγομένη στην κυρία δίκη καί ἡ 'Επιτροπή ἐτάχθησαν υπέρ μιᾶς καταφατικῆς ἀπαντήσεως, ἐνῶ οἱ κυβερνήσεις τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, τῆς 'Ιταλικῆς Δημοκρατίας καί τοῦ Βασιλείου τῆς Δανίας εξέφρασαν, μέ ἐν μέρει διαφορετική κατηγορηματικότητα, ἀμφιβολίες. Κατά συνέπεια τῶν ἀνωτέρω, εἶναι φανερό ὅτι ἡ λύση τοῦ τεθέντος προβλήματος κάθε άλλο παρά εύκολη εἶναι, θά έχει δέ μεγάλη σημασία γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, γιά τήν ἐργασία τοῦ Δικαστηρίου, καί τήν βάσει συμβάσεων ἰδιωτικοῦ δικαίου διαιτησία.
α)
Εἶναι λογικό ἡ εξέταση αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νά ἀρχίσει ἀπό τό γράμμα τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Στό γράμμα τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ στηρίζεται, πρό πάντων, ἡ άποψη τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου. Ή κυβέρνηση αύτη θεωρεί ὅτι ἡ φράση «δικαστήριο ενός Κράτους μέλους» καί οἱ ἀντίστοιχες φράσεις στα κείμενα τῶν άλλων γλωσσῶν, καθώς καί ἡ χρησιμοποίηση τοῦ ὅρου «ἀπόφαση» καί οἱ ἀντίστοιχοι ὅροί στά κείμενα τῶν άλλων γλωσσών συνηγορούν υπέρ τοῦ ὅτι ή διάταξη αυτή περιλαμβάνει μόνο επίσημα όργανα τῶν κρατών, τά όποια εἶναι εξοπλισμένα μέ ἰδία δημοσία εξουσία, ὄχι ὅμως καί διαιτητικά δικαστήρια, τά όποια δέν εκδίδουν απόφαση άλλά διαιτητική κρίση, καί τά όποια ὀφείλουν τήν ἐξουσία τους σέ μία συμφωνία μεταξύ τῶν μερών, ή δέ κρίση τους λαμβάνει χροιά δημοσίας εξουσίας μόνο μέ πράξεις δικαστηρίων τοῦ κράτους.
Πράγματι, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀρνηθεί κανείς ὅτι ἡ άποψη αυτή — ἰδίως ή παρατήρηση ἐπί τοῦ ὅρου «ἀπόφαση» — ἔχει μία κάποια ὀρθότητα καί εἶναι πειστική. 'Από τήν άλλη μεριά, ὅμως, δέν αποκλείεται — ὅπως τό ἐτόνισε ὁ εκπρόσωπος της Ἐπιτροπῆς — ὅτι τό πρόβλημα τῆς διαιτησίας δέν εἶχε τεθεί κατά τήν επεξεργασία τῆς συνθήκης, ἐξ αιτίας δέ αὐτοῦ δέν δύναται άνευ ἑτερου νά γίνει δεκτό ὅτι οἱ ἀνωτέρω ὅροι επελέγησαν μέ τήν καθαρή πρόθεση νά ἀποκλεισθούν ἀκριβώς τά διαιτητικά δικαστήρια ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 177. 'Επιθυμώ καί ἐγώ νά υπενθυμίσω ὅτι — ὅπως εξέθεσα καί στίς προτάσεις μου ἐπί τῆς υποθέσεως 246/80 — εἶναι ἀπολύτως δυνατή ἡ άποψη ὅτι οἱ συντάκτες τῶν συνθηκών ηθέλησαν μέ τίς ἀνωτέρω διατυπώσεις νά ἀποκλείσουν, ἀφ' ενός δικαστήρια τρίτων κρατών ἤ διεθνή δικαστήρια, ἀφ' ἑτέρου τους οιαοίκονς μιᾶς δίκης, καθώς καί τά Κράτη μέλη καί τίς μή δικαονικές τονς ἀρχές ἀπό τήν δυνατότητα παραπομπής στό Δικαστήριο.
Θά θεωροῦσα συνεπώς ὅτι μόνη ἡ επίκληση τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου 177 δέν προσφέρει κανένα σίγουρο στήριγμα γιά τήν λύση τοῦ προβλήματος πού μας ετέθη κατά τήν έννοια πού προτείνει ἡ βρετανική κυβέρνηση.
β)
'Ερωτᾶται περαιτέρω, τί δύναται νά συναχθεί ἀπό τήν έννοια καί νό σκοπό τοῦ ἄρθρου 177 σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 164 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, κατά τά όποια ένα σημαντικό καθήκον τοῦ Δικαστηρίου έγκειται στην φροντίδα τῆς ὀρθής καί ἑνιαίας εφαρμογής τοῦ κοινοτικού δικαίου ἀναφορικά μέ μία δίκη ενώπιον ἀθνικοῦ δικαστηρίου.
'Εν προκειμένω, ὑπεστηρίχθη ὅτι ενδείκνυται κατά τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 177 νά δοθεί τό βάρος λιγότερο στην ἰδιόνηνα τοῦ δικαιοδοτικοῦ ὀργάνου καί μάλλον στίς ἐξονσίες του. Κατά αυτήν ὅμως τήν αντίληψη θά πρέπει νά συμπεριληφθούν στό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 177 καί ιδιωτικά διαιτητικά δικαστήρια, ἐν πάση περιπτώσει ἐφ' ὅσον αὐτά εφαρμόζουν κανόνες διαδικασίας ὅπως τά δικαστήρια τοῦ κράτους, εκδίδουν τίς ἀποφάσεις τους ὄχι κατά την ἀρχή τῆς επιεικείας άλλά σύμφωνα μέ τό δίκαιο καί τόν νόμο καί ἐφ' ὅσον οἱ ἀποφάσεις αυτές παράγουν ἀποτελέσματα ὅπως μία ἀπόφαση δικαστηρίου, δηλαδή έχουν ἰσχύ δεδικασμένου καί εἶναι εκτελεστές, καί ἐφ' ὅσον τά δικαστήρια τοῦ κράτους έχουν μόνο μία πολύ περιορισμένη δυνατότητα προσθέτων έλεγχων. Θά έπρεπε μάλιστα νά θεωρείται ως ἀπαράδεκτο τό ὅτι αυτός ὁ σπουδαίος τομεύς τής δικαιοδοσίας, ὁ όποιος υποκαθιστᾶ τήν λειτουργία τῶν δικαστηρίων τοῦ κράτους καί στόν όποιο τό κοινοτικό δίκαιο δέν παίζει καθόλου υποδεέστερο ρόλο, εξοστρακίζεται ἀπό τό σύστημα τοῦ άρθρου 177 καί έτσι γίνεται ἀναγκαστικά δεκτό ὅτι ἕνα σημαντικό μέρος τῆς νομικής πραγμα-τικότητος εξελίσσεται ἐνδεχομένως κατ' ἀπόκλιση ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο.
αα)
Κανείς δέν δύναται νά ἀρνηθεί ὅτι έτσι διαφαίνεται μία σημαντική βάση γιά νά δοθεί θετική ἀπάντηση στό ζήτημα πού έχει ἀνακύψει. 'Ορισμένες ἀντιρρήσεις δύνανται πάντως νά παραμερισθοῦν σχετικά εύκολα.
i)
Αυτό ισχύει γιά τήν άποψη τῆς βρετανικής κυβερνήσεως ὅτι ἡ έννοια τοῦ άρθρου 177 εἶναι νά εξασφαλισθεί ὅτι οἱ στόχοι της σννθήκης δέν πρέπει νά παραβλέπονται στίς δίκες ενώπιον εθνικών δικαστηρίων. Εἶναι ὅμως πολύ ἀπίθανο νά ἀνακύπτουν ζητήματα ἐπί σημαντικών στόχων τῆς συνθήκης κατά τήν διάρκεια ιδιωτικών διαιτησιών. 'Αντιθέτως, έπρεπε νά γίνει δεκτό ὅτι στίς διαιτησίες αυτές διατάξεις πού ἀναφέρονται στους περιορισμούς των εισαγωγών, στίς ενισχύσεις, στην ελεύθερη κυκλοφορία, στό δικαίωμα εγκαταστάσεως καί στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, μόνο κατ' εξαίρεση θά έχουν σημασία.
Ή ἀντίρρηση αύτη παραβλέπει πράγματι ὅτι στό άρθρο 177 δέν πρόκειται μόνο γιά ουσιώδεις στόχους τῆς συνθήκης άλλά γενικώς γιά τό κοινοτικό δίκαιο. 'Ορισμένοι τουλάχιστον τομείς τοῦ κοινοτικού δικαίου — ὅπως, κατά τίς παρατηρήσεις τῆς εναγομένης, παραδείγματος χάριν, προβλήματα σχετικά μέ τά άρθρα 30 καί 85 — δύνανται κάλλιστα νά έχουν σημασία σέ μία διαιτησία. Ἐπίσης δύσκολα δύναται νά λεχθεί ὅτι ἐδώ πρόκειται γιά μεμονωμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, πού δέν χρειάζεται νά δοθεί ιδιαίτερη σημασία, ἀφού μία τέτοια ποσοτική θεώρηση, ἡ ὁποία δύναται εύκολα νά μεταβληθεί ἀπό τήν εξέλιξη, φαίνεται ἀπόλυτα δυνατή κατά τήν ερμηνεία τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης.
ii)
Τά ἴδια ισχύουν ὡς πρός τόν φόβο ὅτι οἱ διδόμενες διευκρινίσεις περί τοῦ κοινο-τικοῦ δικαίου κατόπιν αιτήσεως Ιδιωτικῶν διαιτητικών δικαστηρίων θά ἠδύναντο νά θεωρηθοῦν ὡς άνευ ἀξίας, επειδή δέν θά ελαμβάνοντο ὑπ' ὄψη, καθώς καί ὡς πρός τήν παρατήρηση ὅτι προδικαστικές ἀποφάσεις έχουν νόημα μόνο έναντι γνησίων δικαστηρίων, επειδή οἱ ἀποφάσεις τους δημοσιεύονται καί συνεπώς ἀσκοῦν ἐπίδραση στην εξέλιξη τοῦ δικαίου, ἐν̲, αντιθέτως, δέν δύναται νά γίνει λόγος γιά κάτι τέτοιο ὡς πρός τά ιδιωτικά διαιτητικά δικαστήρια, ιδίως ὅταν αυτά δέν έχουν διαρκή χαρακτήρα.
'Εδώ, πράγματι, πρέπει νά ἀσχοληθοῦμε μόνο μέ ένα δικαστήριο, τό ὁποῖο ἀποφασίζει σύμφωνα μέ τό δίκαιο καί τόν νόμο. Αυτό λοιπόν τό δικαστήριο πρέπει επίσης νά τηρεί τό κοινοτικό δίκαιο, τό ὁποῖο κατατάσσεται στό δημόσιο δίκαιο καί έχει επιτακτικό χαρακτήρα, ἀπό τό γεγονός δέ αυτό δύναται ἀπολύτως νά γίνει δεκτό ὅτι δεσμεύεται ἀπό τήν προδικαστική ἀπόφαση περί τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Βέβαια, οφείλουμε μέν νά παραδεχθοῦμε ὅτι ένα διαιτητικό δικαστήριο πού συνεστήθη γιά μία περίπτωση εκδίδει μία ἀπόφαση, ή ὁποία κατ' ἀρχήν εἶναι γνωστή μόνο στους διαδίκους καί σαφώς δέν ἀσκεῖ καμμία επίδραση στην εξέλιξη τοῦ δικαίου, ἐν τούτοις ὅμως δέν πρέπει νά παραβλέπεται ὅτι τό ίδιο ισχύει καί γιά πολλές ἀποφάσεις δικαστηρίων τοῦ κράτους. 'Εξ άλλου δικαίως έτονίσθη ὅτι μέ τήν παρεμβολή τοϋ Δικαστηρίου μας τά ουσιώδη ἀποτελέσματα ὡς πρός τό κοινοτικό δίκαιο ἀπορρέουν ἀπό την προδικαστική ἀπόφαση, ή ὁποία βεβαίως δημοσιεύεται σέ κάθε περίπτωση.
iii)
Περαιτέρω, δέν επιτρέπεται νά γίνει δεκτό τό επιχείρημα ὅτι δέν υφίσταται καμμία ἀνάγκη νά δοθεί στά διαιτητικά δικαστήρια ἡ εξουσία παραπομπής πρός τό Δικαστήριο, επειδή ἡ διευκρίνιση ζητημάτων κοινοτικοῦ δικαίου, τά όποια ἀνέκυψαν ἐδω, δύναται πάντοτε νά προκαλείται κατόπιν πρωτοβουλίας τοῦ τακτικοῦ δικαστηρίου, τό όποιο στά πλαίσια τῆς διαδικασίας τῆς κηρύξεως τῆς ἐκτελεστότητος ὀφείλει νά διενεργήσει ὁρισμένο έλεγχο ή ἀπό τό όποιο ενδεχομένως ζητείται ή ἀκύρωση τῆς διαιτητικής ἀποφάσεως.
'Εν προκειμένω υπογραμμίζεται πράγματι δικαίως ὄχι μόνο ἡ ἀρχή τῆς οικονομίας τῆς δίκης, ἡ ὁποία ὁδήγησε στά πλαίσια τῆς λειτουργίας τῶν δικαστηρίων τοῦ κράτους στην διευκόλυνση τῆς υποβολής αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ἀπό κατώτερα δικαιοδοτικά όργανα. Σημαντικό εἶναι επίσης ὅτι — ὅπως ἐδηλώθη πειστικῶς — οἱ διαιτητικές ἀποφάσεις κατά κανόνα ἀναγνωρίζονται καί εκτελοῦνται ὥστε νά μή χρειάζεται κάν ή παρεμβολή τῶν τακτικών δικαστηρίων. Ἐξ άλλου δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι ó έλεγχος τοῦ περιεχομένου τῶν διαιτητικών ἀποφάσεων κατά τό γερμανικό δίκαιο — ὅπως προφανῶς καί κατά τίς άλλες έννομες τάξεις — περιορίζεται στην «ἀντίθεση προς τά χρηστά ήθη» καί στην «παράβαση τής δημοσίας τάξεως». Ἐπί πλέον, δηλαδή ὡς προς τήν τήρηση συνηθισμένων διατάξεων ἐπιτακτικοῦ χαρακτῆρος τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου, δέν ελέγχεται ἡ ὀρθότης των διαιτητικών ἀποφάσεων, έτσι ώστε νά δύναται νά ληφθεί ὡς βάση ὅτι μόνο ἕνα — ίσως ὄχι ιδιαίτερα σημαντικό — μέρος τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, τό όποιο παίζει ἕνα ρόλο σέ μία διαιτησία, δύναται νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο συζητήσεως στά πλαίσια μιᾶς επακολουθούσης δίκης.
iv)
Δέν μέ πείθει, στή συνέχεια, ούτε ή παρατήρηση τοῦ ἐκπροσώπου τῆς βρετανικής κυβερνήσεως ὅτι ὅλα τά Κράτη μέλη δεσμεύονται ἀπό τό πρωτόκολλο περί ρητρών διαιτησίας τῆς 29ης Σεπτεμβρίου 1923 ἡ ἀπό τή συμφωνία τῆς 10ης 'Ιουνίου 1958 περί ἀναγνωρίσεως καί εκτελέσεως ἀλλοδαπών διαιτητικών ἀποφάσεων, ἀπό τό ὁποιο ἀπορρέει ἡ υποχρέωση ἀναγνωρίσεως συμφωνιών μέ ρήτρες διαιτησίας καί ή συνέπεια ὅτι ἐν προκειμένω άλλα όργανα δέν έχουν δικαιοδοτική εξουσία.
Πράγματι, δέν πρέπει νά λησμονείται — ἄν ἐδῶ λαμβάνονται ὑπ' ὄψη καί προδικαστικές ἀποφάσεις αὐτοθ τοῦ Δικαστηρίου — ὅτι ἡ ἀναγνώριση τῆς δυνατότητος υποβολής αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως δέν σημαίνει μετάθεση τῆς εξουσίας περί εκδόσεως ἀποφάσεως ἐπί τῶν εκάστοτε διαφορών, ἡ ὁποία εξουσία σέ κάθε περίπτωση παραμένει στόν δικαστή τῆς κυρίας δίκης. Γιά τόν λόγο αὐτό δέν φαίνονται νά έχουν γεννηθεί ἀμφιβολίες λόγω τῆς ἀνωτέρω διατάξεως ἀκριβώς ὡς πρός τήν ἀκολουθούμενη βρετανική νομική πρακτική, κατά τήν ὁποία μέχρι τό 1979 τακτικά δικαστήρια ἠδύ-ναντο σέ σημαντική έκταση νά επιληφθούν, κατόπιν αιτήσεως τῶν διαδίκων, τῆς διευκρινίσεως ὁρισμένων προδικαστικών ζητημάτων σέ μία διαιτητική δίκη καί κατά τήν ὁποία πρακτική αυτό είναι ἀκόμη σέ ορισμένη έκταση επιτρεπτό παρά τήν νομοθεσία τοῦ έτους 1979 πού επέφερε περιορισμούς.
ν)
Τέλος, δέν μέ εντυπωσίασε ούτε ή επίσης ἀπό τήν βρετανική κυβέρνηση ύπο-στηριχθεῖσα σκέψη ὅτι σέ περίπτωση εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 177 σέ διαιτησίες θά υπήρχε φόβος υπάρξεως πρακτικών επιδράσεων ἐπί τῶν διαιτητικών δικαστηρίων, τά όποια υφίστανται σέ ὁρισμένες μεγάλες πόλεις τῆς Κοινότητος. Ή βρετανική κυβέρνηση ἐννοοῦσε ἐν προκειμένου ὅτι — ἐπειδή πολλά ἀπό τά μετέχοντα στή διαιτησία μέρη δέν θά ήταν σύμφωνα μέ μία παρεμβολή τοῦ Ευρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου — θά έπρεπε νά ἀναμένεται μετατόπιση αυτών τῶν διαιτητικών δικαστηρίων έκτός τῆς Κοινότητος, τό όποιο θά συνεπήγετο ἐν μέρει ἀνυπολόγιστη ἀπώλεια ἐξαγωγών, καθώς καί μία σμίκρυνση τῆς επιδράσεως τῶν ἐννόμων τάξεων των Κρατών μελῶν, στίς όποιες ποικιλοτρόπως γίνεται παραπομπή στίς συμφωνίες περί διαιτησίας, πρός ὄφελος τῆς επιρροής έννόμων τάξεων, ξένων πρός τήν Κοινότητα.
Νομίζω ὅτι ἕνας κάποιος ενδεχόμενος κίνδυνος, πού υφίσταται ἐδῶ πράγματι ὑπε-ρεκτιμᾶται ευρέως τό δεύτερο, πάντως, διεθνές συνέδριο διαιτησίας στό Ρότερνταμ τό 1966 ἐξεφράσθη υπέρ τῆς δυνατότητος υποβολής αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως — καί είμαι συνεπώς τό ἴδιο λίγο πρόθυμος, ὅπως καί ἡ πλειοψηφία των συμμετασχόντων σ' αὐτό τό συνέδριο νά ἀποδώσω ἀποφασιστική σημασία σέ παρόμοιες σκέψεις.
ββ)
Ἐδῶ, ὅμως, γεννούνται ἀμφιβολίες, τό βάρος τῶν όποιων εἶναι πολύ μεγαλύτερο καί οἱ όποΐες ἀναμφιβόλως προκαλούν δισταγμό νά γίνει δεκτό ὅτι ἰδιωτικά διαιτητικά δικαστήρια δύνανται νά υποβάλουν αίτηση περί ἐκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως στό Δικαστήριο κατά τό άρθρο 177.
i)
Ἐν ὄψει ενός όχι ἀπολύτως σαφοῦς κειμένου ευρισκόμεθα πρό τοῦ ζητήματος ἄν πράγματι πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι οἱ συντάκτες τῆς συνθήκης έλαβαν ὡς βάση τήν ἀναγκαιότητα μιᾶς επεκτάσεως τοῦ άρθρου 177 στά διαιτητικά δικαστήρια καί ἐδέχθησαν ὅτι καί σέ αυτό τό πεδίο πρέπει νά εξασφαλισθεί ενιαία καί ὀρθή εφαρμογή τοῦ κοινοτικού δικαίου.
Αυτό δύναται βασίμως νά ἀμφισβητηθεί όχι μόνο ἀπό τήν σκοπιά τῶν έννομων τάξεων, οἱ όποιες ἀποκλείουν εντελώς έλεγχο τῶν διαιτητικών ἀποφάσεων άλλα καί ἀπό τήν σκοπιά τῶν έννόμων τάξεων οἱ όποιες — ὅπως τό γερμανικό δίκαιο — επιτρέπουν μόνο περιορισμένο έλεγχο τῶν διαιτητικών ἀποφάσεων σέ ἀναφορά μέ τήν ordre public (δημοσία τάξη) καί τήν προσβολή τῶν χρηστών ηθών. 'Οταν ἐδῶ γίνεται ἀποδεκτό τό ὅτι σέ διαιτητικές ἀποφάσεις δέν εφαρμόζεται ὀρθώς τό εθνικό ουσιαστικό δίκαιο, ὅταν δηλαδή δέν διακρίνεται κανένας κίνδυνος γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ δικαίου ἀπό τό γεγονός ὅτι δέν έχει ληφθεί καμία πρόνοια γιά μία γενικώς ὀρθή ἐφαρμογή τοῦ δικαίου, δύσκολα δύναται, κατά τήν γνώμη μου, νά ληφθεί ὡς βάση τό ὅτι ἀπαιτοῦνται αυστηρότερες προϋποθέσεις ἀναφορικά μέ τό κοινοτικό δίκαιο. Πάντως, εἶναι βεβαίως δανατόν, καθ' ὅσον οἱ διαιτητικές ἀποφάσεις δάνανται νά τύχουν ἐλεγχου, ἀπό τίς δύο ἀνωτέρω ἀπόψεις, νά εκλείπει κάθε ἀνησυχία, επειδή μέ αυτόν τόν τρόπο εξασφαλίζεται ἡ τήρηση ουσιωδών ἀρχων τοῦ κοινοτικού δικαίου καί ἐν προκειμένω δύναται νά ζητηθεῖ ερμηνεία μέσω αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως ἀπό τά τακτικά δικαστήρια στήν φάση τῆς διαδικασίας περί εκτελέσεως ή ακυρώσεως.
'Αμφιβολίες γεννώνται, ἐν τούτοις, ἀπό τήν σκοπιά έννόμων τάξεων, οἱ όποιες ἐπιτρέπουν πλήρη έλεγχο τῶν διαιτητικών ἀποφάσεων ἀπό τήν τακτική δικαιοσύνη. Πράγματι, σέ περίπτωση πού εἶναι έτσι ὀργανωμένη ἡ δικαστική οδός, δύναται άνευ έτερου νά σχηματισθεί ἡ γνώμη ὅτι δέν υπάρχει καμμία επιτακτική ἀνάγκη γιά υποβολή αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως κατά τό στάδιο τῆς διαιτησίας, επειδή ὁ επιδιωκόμενος κατά αυτόν τόν τρόπο σκοπός δύναται νά επιτευχθεί καί κατά τό στάδιο τῆς διαδικασίας ενώπιον τῶν τακτικών δικαστηρίων, γιά τήν έναρξη τῆς ὁποίας φροντίζουν βεβαίως κατά κανόνα οἱ διάδικοι, οἱ όποιοι αισθάνονται ὅτι βλάπτονται ἀπό μία εσφαλμένη εφαρμογή τοῦ κοινοτικοί) δικαίου.
Είμαι πεπεισμένος ὅτι δέν δύναται κανείς νά ἀρνηθεῖ ὅτι οἱ σκέψεις αυτού τοῦ είδους σαφώς προσφέρονται γιά νά κλονίσουν μία επιχειρηματολογία, ἡ ὁποία ἀντιθέτως πρός τό γράμμα τοῦ ἄρθρου 177 στηρίζεται ουσιωδώς στην έννοια καί τόν σκοπό του.
ii)
Τά ίδια ἀποτελέσματα συνεπάγεται καί ἡ ἀντίληψη — ἡ ὁποία ἀπαντάται ἐδῶ καί ἐκεῖ στά συγγράμματα —, ὅτι ή υπαγωγή τῶν διαιτητικών δικαστηρίων, τά όποια ὀφείλουν νά ἀποφασίζουν σύμφωνα μέ τό δίκαιο καί τόν νόμο, στό πεδίο ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 177, συνεπάγεται σέ πολλές περιπτώσεις τήν ἀναγνώριση καθήκοντος ὑποβολῆς προδικαοτικοῦ ερωτήματος αυτών τῶν δικαστηρίων. Αυτό σαφῶς ισχύει στην περίπτωση πού ὁ έλεγχος διαιτητικῶν ἀποφάσεων ἀπό τακτικά δικαστήρια ἀποκλείεται τελείως. Αυτό ὅμως θά έπρεπε νά γίνει δεκτό καί εκεῖ ὅπού ὁ έλεγχος εἶναι τόσο περιορισμένος ώστε κατά τήν διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου μόνο ένα μικρό μέρος τοῦ κοινοτικού δικαίου — δηλαδή αυτό πού κατατάσσεται στην ordre public — δύναται νά προβληθεί. Δέν βλέπω επίσης πώς είναι δυνατόν νά παρακαμφθεί αυτό τό συμπέρασμα μέσω τῆς απόψεως ὅτι τό ολο σύστημα τοῦ ἄρθρου 177 έχει ὑπ' ὄψη κρατικά δικαστήρια ώστε μόνο γιά αυτά νά υφίσταται καθήκον υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, καθώς καί μέσω της παρατηρήσεως ὅτι ένδικα μέσα, στά πλαίσια τῆς τακτικής δικαιοσύνης, συνεπάγονται συχνά μόνο περιορισμένο έλεγχο χωρίς αυτό νά καταλήγει εμμέσως σέ καθήκον υποβολής προδικαστικοῦ ερωτήματος. Πράγματι, ἄν τό άρθρο 177 εφαρμοσθεί γενικώς σέ διαιτητικά δικαστήρια, τότε πρέπει αὐτό νά γίνει πλήρως, δέν πρέπει δηλαδή, καθ' ὅσον πρόκειται γιά καθῆκον υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, νά λησμονείται ὁ σκοπός καί ή έννοια αυτής τῆς διατάξεως ὡς πρός τήν ενιαία καί ὀρθή εφαρμογή τοῦ δικαίου. Ἀπό τήν άλλη μεριά, ὅσον άφορα τά ένδικα μέσα πού ισχύουν στά πλαίσια τῆς τακτικής δικαιοσύνης, έχω τήν εντύπωση ὅτι κατά κανόνα δέν συνεπάγονται μόνο περιορισμένο νομικό έλεγχο. Όπου ὅμως αὐτό συμβαίνει, πρέπει κατά τήν γνώμη μου καί ἐδῶ νά τεθεί ὁπωσδήποτε τό ζήτημα τῆς εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 177 παράγραφος 3.
'Αν γίνονται δεκτά τά ἀνωτέρω, πρέπει πάντως νά θεωρηθεί ὡς ἀπολύτως ἀδιανόητο ὅτι τό ἀποτέλεσμα αυτό — ἐξουσία υποβολής καί καθήκον υποβολής προδικαστικού ερωτήματος τῶν διαιτητικών δικαστηρίων — ήταν πράγματι ηθελημένο. Ἐν προκειμένω, πρέπει νά ἀναλογισθεί κανείς τόν κίνδυνο ὑπερφορτώσεως τοῦ Δικαστηρίου μέ εργασία πού εἶναι δύσκολο νά ὑπολογισθεί, τό όποιο μέ αυτόν τόν τρόπο, προς όφελος συχνά ελάχιστα σημαντικών ιδιωτικών διαφορών μέ στοιχεία κοινοτικού δικαίου, δέν θά ἠδύνατο νά ἀνταποκριθεί στά κύρια καθήκοντά του. Πρέπει ὅμως επίσης νά παραδεχθούμε ὅτι τό ἀποτέλεσμα αυτό συνιστά πολύ βαρεία επέμβαση στον θεσμό τῶν διαιτητικών δικαστηρίων. Πράγματι, εἶναι χαρακτηριστικό αυτών τῶν δικαστηρίων ὅτι οἱ διάδικοι ἀποκτούν έτσι τήν δυνατότητα, μέ ἀποκλεισμό τῶν δικαστηρίων, νά επιτυγχάνουν ἀπόφαση ἐπί τῆς διαφοράς τους ταχέως, ἀποφεύγοντας τήν δημοσιότητα καί μέ σχετικώς μικρά έξοδα. Τά πλεονεκτήματα αυτά θά ἐξεμηδενίζοντο ἀναμφιβόλως σέ περίπτωση υποχρεωτικής παραπομπής πρός έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως, ἀκόμη καί ἄν πρέπει νά παραδεχθούμε ὅτι λόγω τῆς συντομίας τῆς διαδικασίας ἐκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως καί τῆς κατά προτίμηση διεξαγωγής τῆς παρατηρούνται ἀνάξιες λόγου καθυστερήσεις.
iii)
Υπέρ τῆς γνώμης ὅτι κατά τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 177 πρέπει τό βάρος νά τεθεί λιγότερο στό ἄν πρόκειται γιά δικαιοδοτικές κρίσεις μέ κύρος δημοσίας εξουσίας, οἱ όποιες ἐξεδόθησαν στά πλαίσια διαδικασίας διαμορφωμένης κατά τους κανόνες τοῦ κράτους δικαίου — πρᾶγμα πού, ὁπως τόνισε ὁ εκπρόσωπος τῆς ιταλικής κυβερνήσεως, δύναται πράγματι νά λεχθεί καί γιά μία σειρά γνησίων διοικητικῶν ἀποφάσεων — άλλά ἀντιθέτως νά τεθεί στό προσκήνιο ἡ ἰδιότης τοῦ φορέως δημοσίας εξουσίας τοῦ ὀργάνου, πού δύναται νά υποβάλει προδικαστικό ερώτημα, έτσι ώστε μόνο δικαστήρια τοῦ κράτους ή, ἐν πάση περιπτώσει, δικαιοδο-τικά όργανα μέ έντονη χροιά δημοσίας ἐξουσίας νά θεωρούνται ὅτι καλύπτονται ἀπό τό άρθρο 177, συνηγορεί περιαιτέρω ή σκέψη ὅτι σέ περίπτωση τέτοιας ερμηνείας υφίσταται σημαντική εγγύηση ὅτι θά ὑποβά-λονται ἔλλογα καί ἀναγκαία ερωτήματα. Πράγματι, γιά νά τηρηθεί ἡ έννοια καί ὁ σκοπός τοῦ ἄρθρου 177, δέν δύναται κανείς νά παραιτηθεί ἀπό μία τέτοια εγγύηση — ὡς ἐάν νά προετάσσετο ένα ἀποτελεσματικό φίλτρο.
Ἐν προκειμένω, ὅμως, ἀνακύπτουν σαφώς σημαντικές ἀμφιβολίες ὡς πρός πολλά ad-hoc διαιτητικά δικαστήρια — γιάδιαρκῆ διαιτητικά δικαστήρια, αυτό ισχύει λιγότερο. 'Επειδή τά διαιτητικά αὐτά δικαστήρια συχνά συγκροτούνται ἀπό μή νομικούς καί οἱ διάδικοι συχνά δέν ἔχουν ἐκπροσώπους μέ νομική κατάρτιση, δέν δύναται νά ἀναμένεται άνευ ετέρου ὅτι ἀκριβώς ἐπί τοῦ κοινοτικού δικαίου θά θέτουν ερωτήματα κρίσιμα γιά τήν ἔκδοση τῆς ἀποφάσεως τους καί σαφώς διατυπωμένα. 'Εδώ πιθανολογείται επίσης ὁ κίνδυνος καταστρατηγήσεως τῆς διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως. Θά ήταν δυνατόν νά κατασκευασθούν διαφορές οἱ όποιες θά ὁδηγούσαν στην έκδοση προδικαστικῶν ἀποφάσεων καθαρά ἀκαδημαϊκού ενδιαφέροντος, αυτό δέ δέν δύναται σαφώς νά ἀντιμετωπισθεί ἀποτελεσματικά μέσω αὐστηρών προϋποθέσεων ὡς πρός τήν πειστική παρουσίαση τῆς κρισιμότητος τῶν γιά τήν έκδοση ἀποφάσεως υποβληθέντων ερωτημάτων στην διάταξη περί παραπομπής.
iν)
Τέλος, ὁ εκπρόσωπος τῆς βρετανικής κυβερνήσεως παρατήρησε ἀκόμη ὅτι ἡ επιλεγείσα στό άρθρο 177 διατύπωση — «δικαστήριο Κράτους μέλους» — ἀπαιτεί τό νά υπάγεται ὀργανικῶς σέ ένα Κράτος μέλος. Αυτό ὅμως θά ἠδύνατο, ὁπωσδήποτε, νά συνεπάγεται σημαντικά προβλήματα γιά ένα διαιτητικό δικαστήριο πού συνεστήθη γιά μία μεμονωμένη περίπτωση, τό ὁποῖο παρουσιάζει διεθνή χαρακτήρα. 'Εδώ, θά ἠδύνατο νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ὁ τόπος τῆς έδρας, ὁ όποιος — ἐάν υπάρχει ελευθερία εκλογής δέν χρειάζεται βεβαίως νά εἶναι ἑνιαίος. Ὡς πρός τόν τοπικό προσδιορισμό θά ἠδύνατο νά σκεφθεί κανείς τό — κατά τήν επιθυμία τῶν διαδίκων — εφαρμοστέο δικονομικό δίκαιο ἡ τό ἐπί τῆς ἐπιδίκου συμφωνίας εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο καί ενδεχομένως νά ληφθεί ὡς βάση — έκτός ἀπό τήν εθνικότητα τῶν διαδίκων — πού εκδίδεται ή διαιτητική ἀπόφαση ἡ ποιό δικαστήριο εἶναι ἁρμόδιο γιά τήν κήρυξη τῆς ἐκτελε-στότητος.
Δέν ξέρω ἄν αυτά τά προβλήματα, ὅπως ἐπαρουσιάσθησαν ἀνωτέρω, εἶναι δυνατό νά ὑπεραπλουστευθοῦν καί νά συμβιβαστούμε μέ τό ὅτι τέτοιες «ἀσαφείς περιπτώσεις», ὅπως ἐθεώρησε ὁ εκπρόσωπος τῆς 'Επιτροπής κατά τήν προφορική διαδικασία, ὁλοένα καί θά διευκρινίζονται. Κατ' ἐμέ εἶναι ἀπόλυτα δυνατό νά υποστηριχθεί ή άποψη ὅτι ἐν όψει αυτών τῶν δυσχερειών πρέπει μάλλον νά ληφθεί ὡς βάση ὅτι οἱ συντάκτες τῆς συνθήκης μέ τίς επιλεγείσες γιά τό άρθρο 177 διατυπώσεις, δέν θέλησαν νά περιλάβουν καί διαιτητικά δικαστήρια.
γ)
Ἐν ὄψει ὅλων αυτών δέν ἀπομένει πράγματι, κατά τήν γνώμη μου, παρά τό συμπέρασμα οτι, κατά βάση, περισσότερα είναι τά κατά παρά τά υπέρ ὡς πρός νά θεωρηθεί ἡ συγκεκριμένη αίτηση πού μας υπεβλήθη ὡς παραδεκτή. Είναι ὅμως αυτονόητο — ἀκριβώς επειδή τό ἀνακυψαν πρόβλημα εντόνως στασιάζεται καί ἀσφαλώς θά στασιάζεται — ὅτι δέν θά τελειώσω τίς παρατηρήσεις μου μέ αυτό τό συμπέρασμα άλλα επικουρικώς θά ἀναπτύξω τί πρέπει κατά τήν γνώμη μου νά ισχύσει ὡς πρός τό οὐσιαστικό πρόβλημα τῆς προδικαστικῆς αιτήσεως.
II —
Ὁ διαιτητής ζητεί ἀπό ουσιαστικής ἀπόψεως νά πληροφορηθεί ἄν συμφωνίες, ὅπως ἡ ὑπό κρίση στην κυρία δίκη καί ή εφαρμογή τους συνιστούν «πλημμέλειες» κατά τήν έννοια τῶν κανονισμών 17/64, 729/70 καί 2722/72, οἱ όποιες συνεπάγονται τήν πλήρη ἡ μερική επιστροφή συνδρομών, οἱ όποιες χορηγούνται γιά τήν γεωργία ἀπό τό τμήμα προσανατολισμού τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Γεωργικού Ταμείου Προ-σανατολισμοῦ καί 'Εγγυήσεων.
Οἱ ἀναφερθείσες στην ἀρχή επιχειρήσεις τῆς γερμανικής ἁλιείας ἀνοικτής θαλάσσης είχαν συμφωνήσει ἀφοῦ υπέβαλαν αίτηση γιά συνδρομές ΕΟΚ, άλλά πρίν ἀπό τήν έγκριση τους, νά κατανείμουν μεταξύ τους τίς συνδρομές πού θά ἐχορηγοῦντο μετά ἀπό τήν θέση σέ υπηρεσία καί ἀποπληρωμή τῶν πλοίων βάσει τοῦ ἀριθμοῦ ὅλων τῶν ομοειδών σκαφών ἁλιείας καί κατεργασίας ιχθύων, τά όποια ἐναυπήγησαν καί άρχισαν νά εκμεταλλεύονται, συμπεριλαμβάνοντας άρα καί ἀντικείμενα τά ὁποία δέν έτυχαν ενισχύσεως γιά τά όποια δέν υπεβλήθησαν αιτήσεις ἡ ἀπεσύρθησαν ἡ ή ενίσχυση τους έτυχε ρητής ἀρνητικής ἀπαντήσεως. Ὅπως προκύπτει ἀπό τήν διάταξη περί παραπομπής, κατά τόν χρόνο τῆς υποβολής τῆς αιτήσεως τά ἐν λόγω πλοῖα, πλην τριῶν περιπτώσεων, δέν είχαν ἀκόμη τεθεί σέ υπηρεσία.
1.
Πρίν ἀπό την εξέταση αὐτοῦ τοῦ ζητήματος θά ἀναφερθῶ ἐν συντομία στό περιεχόμενο τῶν ἀνωτέρω κοινοτικών ρυθμίσεων.
α)
Ό κανονισμός 17/64 περί τῶν ὅρών συνδρομής τοῦ Ευρωπαϊκοί) Γεωργικοῦ Ταμείου προσανατολισμοί) καί Ἐγγυήσεων ὁρίζει στό άρθρο 13 ὅτι χορηγούνται συνδρομές ἀπό το Ταμείο γιά προγράμματα βελτιώσεως τῆς γεωργικής διαρθρώσεως γιά τά όποια έχουν υποβληθεί αἰτήσεις στην Ἐπιτροπή. Τά ἐπί μέρους στοιχεία πού πρέπει νά δηλώνονται στίς αιτήσεις ἀναφέρονται στό παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ τῆς 'Επιτροπής 45/64 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/001, σ. 102). Σύμφωνα μέ τόν κανονισμό αυτό, πρέπει, μεταξύ άλλων, νά προσδιορίζεται μέ ἀκρίβεια ὁ αἰτών καί ὁ δικαιούχος σέ συνδυασμό μέ τους κυρίους τομείς εργασίας καί τήν οἰκονομική κατάσταση. Περαιτέρω, πρέπει νά γίνεται περιγραφή τῶν προβλεπομένων μέτρων — μέ προϋπολογισμό τῶν γενικών εξόδων, μέ πρόγραμμα εκτελέσεως καί μέ τά ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα — καί νά δίδονται λεπτομερή στοιχεία γιά κάθε περίπτωση ὡς πρός τήν προβλεπομένη χρηματοδότηση.
Στό άρθρο 14 τοῦ κανονισμού 17/64 καθορίζονται τά γενικά κριτήρια, στά όποια πρέπει νά ἀνταποκρίνονται τά σχέδια πού ἀξίζει νά τύχουν ενισχύσεως. 'Εδώ αναφέρεται μεταξύ ἄλλων ὅτι ένα σχέδιο πρέπει νά προσφέρει «επαρκή εγγύηση πρός τό μακροχρόνιο οἰκονιμικό ἀποτέλεσμα τῆς πραγματοποιουμενης βελτιώσεως τῶν γεωργικών διαρθρώσεων». Ἐξ άλλου, τίθεται ὁ ὅρός ὅτι τό ἐν λόγω σχέδιο πρέπει νά ἀποσκοπεί «στό νά καταστήσει ἤ νά διατηρήσει οικονομικά βιώσιμες γεωργικές εκμεταλλεύσεις καί νά εξασφαλίσει τήν ἀνάπτυξη τῆς ἀνταγωνιστικής τους ικανότητος».
Τό άρθρο 17 τοῦ κανονισμοῦ ορίζει ὡς προς τήν βάσει επιδοτήσεων σέ κεφάλαιο συμμετοχή τοῦ Ταμείου ὅτι δέν πρέπει αὐτή νά μεταβάλει τίς συνθήκες ἀνταγωνισμοῦ κατά τρόπο πού δέν συμβιβάζεται μέ τίς ἀρχές πού περιέχονται στίς σχετικές διατάξεις τῆς συνθήκης.
Στό άρθρο 18 ὁρίζεται ὅτι, ἀναφορικά μέ τά κονδύλια πού διαθέτονται γιά ἕνα ὁρισμένο σχέδιο, δέν πρέπει οἱ επιδοτήσεις νά υπερβαίνουν τό 25 ο/ο, ὅτι ἡ οἰκονομική συμμετοχή τοῦ δικαιούχου πρέπει νά ἀνέρχεται τουλάχιστον σέ 30 ο/ο καί ὅτι τό Κράτος μέλος, στό έδαφος τοῦ ὁποίου πραγματοποιείται τό σχέδιο, συμμετέχει στην χρηματοδότηση του.
Τό άρθρο 21 ορίζει ὅτι ἡ Ἐπιτροπή ἀποφασίζει περί τῆς χορηγήσεως τῶν συνδρομών ἀφοῦ λάβει τήν γνώμη τῆς ἐπιτροπής τοῦ Ταμείου ἀπό οικονομικής ἀπόψεως, ἰδίως δέ ὡς πρός τά διαθέσιμα μέσα χρηματοδοτήσεως. Ή ἀπόφαση αυτή «κοινοποιείται στό ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος καί στους δικαιούχους».
Τό άρθρο 22, τέλος, ὁρίζει ὅτι χορηγοῦνται ενισχύσεις στά πρόσωπα, τά όποια φέρουν σέ τελευταία ἀνάλυση πλήρως ἡ ἐν μέρει τό οικονομικό βάρος τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σχεδίου. Περαιτέρω ὁρίζει ὅτι οἱ ἀρχές πού καθορίζονται ἀπό τά Κράτη μέλη παρέχουν στην 'Επιτροπή καθ' ὅλη τήν διάρκεια τῆς συμμετοχής τοῦ Ταμείου ὅλα τά ἀποδεικτικά ἡ λοιπά έγγραφα, ἀπό τά όποια προκύπτει ὅτι οἱ οικονομικές ἡ λοιπές υποχρεώσεις γιά κάθε σχέδιο έχουν τηρηθεί καί ὅτι ἡ 'Επιτροπή δύναται νά διενεργήσει έλεγχο ἐπί τόπου, ἄν ἀπαιτείται. Ἐξ άλλου, ορίζεται ἐδῶ ὅτι σέ περίπτωση μή εκπληρώσεων τῶν ὑποχρεώσεων ἡ συμμετοχή τοῦ Ταμείου δύναται νά ἀνασταλεί, περιορισθεί ἡ νά σταματήσει τελείως καί ὅτι ἡ 'Επιτροπή λαμβάνει ἀπόφαση ἐπί τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους.
β)
Ὁ ανωτέρω, δεύτερος, κανονισμός 729/70 περί τῆς χρηματοδοτήσεως της κοινῆς γεωργικής πολιτικής (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/005, σ. 93) ὁρίζει στό άρθρο 8, ὅτι τά Κράτη μέλη πρέπει νά λάβουν τά ἀναγκαία μέτρα γιά νά εξασφαλίσουν ὅτι οἱ χρηματοδοτούμενες ἀπό τό Ταμείο πράξεις διενεργήθησαν πράγματι καί κανονικῶς, γιά νά προλάβουν καί πατάξουν «πλημμέλειες» καί γιά νά ἀνακτήσουν τά ποσά πού ἀπωλέσθησαν συνεπεία πλημμελειών ή ἀμελειῶν. Τό ἄρθρο 9 παράγραφος 1 αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ προβλέπει ὅτι τά Κράτη μέλη ὀφείλουν νά λάβουν μέτρα, τά όποια εἶναι κατάλληλα γιά νά διευκολύνουν ἐνδεχομένους ἐλεγχους — στους ὁποίους συμπεριλαμβάνονται έλεγχοι ἐπί τόπου — την διενέργεια τῶν ὁποίων θεωρεῖ ἡ 'Επιτροπή στά πλαίσια τῆς κοινοτικής χρηματοδοτήσεως ὡς ἀναγκαία.
γ)
Ἀπό τό άρθρο 2 τοῦ επίσης σημαντικού κανονισμοῦ 2722/72 περί τῆς χρηματοδοτήσεως ἑνός μέτρου προσαρμογής στόν τομέα τῆς ἁλιείας μουρούνας ἀπό τό Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού καί 'Εγγυήσεων τμήμα προσανατολισμού, συνάγεται, μεταξύ άλλων, ὅτι σχέδια εἶναι άξια ενισχύσεως μόνο, ἐάν παρέχουν επαρκή εγγύηση περί διαρκών οικονομικών ἀποτελεσμάτων γιά την προβλεπομένη διαρθρωτική βελτίωση.
Στό άρθρο 5 ὁρίζεται γιά ὁρισμένες εγκαταστάσεις, πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1 παράγραφος 3 στοιχείο α, ποιες τεχνικές προϋποθέσεις πρέπει νά πληρούν.
Τό άρθρο 4 ὁρίζει ὅτι σέ κάθε αίτηση — ὡς πρός τό περιεχόμενο τῆς ὁποίας ἐξ άλλου τό παράρτημα 1 τοῦ κανονισμοῦ 1462/73 (ABl. L 1145 τῆς 2ας 'Ιουνίου 1973, σ. 11) ἀπαιτεί ὁρισμένα στοιχεία, μεταξύ άλλων, ἀπόδειξη περί τῆς ἀποδοτικότητος — πρέπει νά επισυνάπτεται οικονομική ἀνάλυση τοῦ σχεδίου. Τό άρθρο 6 ὁρίζει ὅτι γιά κάθε αίτηση περί χορηγήσεως συνδρομής τό ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος υποβάλλει στην 'Επιτροπή οικονομική έκθεση πρός ἀπόδειξη τοῦ ὅτι κατά τήν πραγματοποίηση τοῦ σχεδίου υφίσταται σωστή ἀναλογία μεταξύ τῆς παραγωγής τῶν ἐν λόγω ἁλιευτικῶν προϊόντων καί τῆς δυνατότητος διαθέσεως τους.
Τό άρθρο 11 περιέχει ἀντίστοιχες πρός τά άρθρα 17 καί 18 τοῦ κανονισμοῦ 17/64 διατάξεις, ὅπως επίσης τό άρθρο 13 ἀντιστοιχεί στό άρθρο 22 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμοῦ.
Κατά τό άρθρο 14 ἡ 'Επιτροπή ἀποφασίζει ἐπί τῶν ὑποβληθεισῶν αἰτήσεων. 'Η σχετική ἀπόφαση κοινοποιείται βάσει τοῦ άρθρου 15 στό ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος καί στόν δικαιοῦχο.
Στό άρθρο 18 προβλέπεται ὅτι οἱ ἀρχές, πού έχουν καθορισθεί ἀπό τά Κράτη μέλη, διαβιβάζουν στην Ἐπιτροπή κατόπιν αιτήσεως τῆς καθ' ὅλη τήν διάρκεια τῆς συμμετοχής τοῦ Ταμείου ὅλα τά ἀποδεικτικά καί λοιπά έγγραφα, ἀπό τά όποια συνάγεται ὅτι έχουν πληρωθεί οἱ οικονομικές ἡ λοιπές υποχρεώσεις γιά κάθε σχέδιο.
Τέλος, τό άρθρο 19 ὁρίζει γιά τήν περίπτωση πού ένα σχέδιο, πού έτυχε συνδρομής, δέν ἐφηρμόσθη, ὅπως εἶχε προβλεφθεῖ ἡ ὅτι ὁρισμένες υποχρεώσεις δέν ἐκπληροῦνται, οἱ συνδρομές ἀπό τό Ταμείο δύνανται νά ἀνασταλοῦν, περιορισθοῦν ή καταργηθοῦν. Ή 'Επιτροπή ἀποφασίζει, κατόπιν λήψεως γνώμης τῆς επιτροπής τοῦ Ταμείου, ἐπί τῶν οικονομικών πλευρών. Ἐξ άλλου, ὁρίζεται ἐδῶ ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἀνακτᾶ τα ποσά τά όποια κατεβλήθησαν χωρίς νόμιμη αιτία.
2.
'Από τίς διατάξεις αυτές συνάγονται οἱ ἀκόλουθες ἀρχές:
—
'Επιδοτήσεις τοῦ είδους πού ενδιαφέρει ἐδῶ χορηγοῦνται μόνο κατόπιν αιτήσεως, συνδέονται, συνεπώς, — ὅπως διε-τυπώθη κατά τήν δίκη, μέ υποβολή αιτήσεως.
—
Δέν προβλέπονται γιά ὁλόκληρους τομείς ἡ περιοχές, ἀλλά μόνο γιά ἀκριβώς καθορισμένα προγράμματα ὁρισμένων επιχειρήσεων καί, συνεπῶς, δύναται νά γίνει λόγος γιά «συσχετισμό μέ πρόγραμμα».
—
Ή Ἐπιτροπή ἀποφασίζει γιά τό ποῦ πρέπει νά διοχετευθούν τά κοινοτικά κονδύλια, συνεπώς δύναται νά γίνει λόγος γιά μονοπώλιο λήψεως ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπής.
'Αν ληφθῆ μόνο αυτό ὑπ' ὄψη τότε πρέπει άνευ έτερου νά γίνει δεκτό ὅτι μία συμφωνία μεταξύ τῶν αιτούντων πρίν ἀπό τήν ἔκδοση τῶν ἀποφάσεων περί επιδοτήσεων τῆς 'Επιτροπής, κατά τήν ὁποία συμφωνία τά κοινοτικά κονδύλια θά χρησιμοποιηθοῦν ὄχι κατά τά κριτήρια τῆς 'Επιτροπής ἀλλά — επειδή λαμβάνονται ὑπ' ὄψη καί προγράμματα, γιά τά ὁποια δέν ἔχουν υποβληθεῖ αιτήσεις — κατά τά κριτήρια τῶν επιχειρήσεων πού συμμετέχουν στην συμφωνία, εἶναι ἀσνμβίβαστη μέ τίς ἀνωτέρω ἀρχές. Αυτό δέν σημαίνει τίποτε άλλο παρά μία ἐκ τῶν προτέρων ἀναθεώρηση τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπής καί συνεπώς επέμβαση στό μονοπώλιο λήψεως ἀποφάσεως τῆς 'Επιτροπής. Δέν πρέπει, πράγματι, νά λησμονείται ὅτι οἱ υποβληθείσες αιτήσεις χρησιμεύουν ὡς μία ὁρισμένη βάση γιά τίς ἀποφάσεις τῆς 'Επιτροπής. Μέ τίς αιτήσεις αυτές προσδιορίζονται οἱ αιτούντες καί δίδονται ἀκριβή στοιχεία γιά τά συγκεκριμένα σχέδια. Αὐτή ή βάση, ἡ ὁποία περιλαμβάνει επίσης τό συνολικό ποσό τῆς επιδοτήσεως, μεταβάλλεται σαφώς μέ συμφωνίες τοῦ προκειμένου είδους καί ἡ ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής εκδίδεται τότε, ἄν — ὅπως στήν προκειμένη περίπτωση — δέν τῆς γίνει καμμία σχετική ἀνακοίνωση, ἐπί μή ὀρθής βάσεως.
3.
Ἐν ὄψει αυτών τῶν βασικών διαπιστώσεων δέν δύναται νά ὁδηγήσουν σέ κανένα άλλο ἀποτέλεσμα οἱ προσπάθειες δικαιο-λογήσεως τῆς προσφευγούσης κατά τήν προφορική διαδικασία.
Ή προσφεύγουσα ὑπεγράμμισε ὅτι ó σκοπός μιᾶς επιδοτήσεως ἔγκειται στό νά δοθοῦν κίνητρα πρός μία ὀρισμένη ενέργεια. Ό σκοπός αυτός ὅμως δέν παίζει προφανώς κανένα ρόλο πλέον ἄν — ὅπως στην προκειμένη περίπτωση — εγκρίνονται οἱ ενισχύσεις πολύ καιρό μετά ἀπό τήν θέση σέ υπηρεσία καί ἀποπληρωμή τῶν πλοίων γιά τά όποια δίδονται. Σ' αυτήν τήν περίπτωση πρόκειται, επειδή τά ποσά — ὅπως ἐπληροφορήθη ἡ 'Επιτροπή — δέν ἠδυνήθησαν πλέον νά διατεθούν γιά τήν ναυπήγηση τῶν πλοίων, γιά συνδρομές, πού δέν ἐκπληροῦν τήν λειτουργία τῆς επιδοτήσεως καί, συνεπώς, δέν δύναται πλέον νά γίνει λόγος γιά συσχετισμό μέ ὁρισμένα σχέδια καί επίσης δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί ἡ ελευθερία τοῦ λήπτου περί διαθέσεως τῶν ενισχύσεων. Κατά τήν άποψη τῆς προσφευγούσης δέν δύναται στην προκειμένη υπόθεση νά γίνει λόγος οὄτε γιά επέμβαση στό μονοπώλιο λήψεως ἀποφάσεως τῆς 'Επιτροπής. Πράγματι, τό μονοπώλιο αὐτό τελειώνει μέ τήν καταβολή τῆς συνδρομής καί τήν κατάρτιση τοῦ σχεδίου, συνεπώς ὅταν έχει επιτευχθεί ὁ σκοπός τῆς επιδοτήσεως. 'Επομένως, δέν δύναται λογικώς νά υπάρχει μονοπώλιο λήψεως ἀποφάσεως ὡς πρός τήν διάθεση τῶν κατατεθέντων κονδυλίων οὄτε καμμία δεύσμευση, επειδή μετά τήν κατάρτιση καί πληρωμή τῶν σχεδίων τά χορηγηθέντα κοινοτικά κονδύλια δέν δύνανται νά χρησιμοποιηθούν διαφορετικά παρά σύμφωνα μέ τους κανόνες τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Τέλος, ή προσφεύγουσα δέν θεωρεί μόνο ὅτι δέν δύναται νά υπάρξει καμμία ἀμφιβολία ὅτι μία συμφωνία μεταξύ τῶν ληπτών τῆς συνδρομής μετά τήν καταβολή τῶν συνδρομών είναι δυνατή, ἀκριβώς ὅπως μία εκποίηση τῶν πλοίων πού έτυχαν ενισχύσεως μέσω περαιτέρω διαθέσεως τῶν επιδοτήσεων. Θεωρεί δέ, επιπλέον, ὅτι δύναται νά δικαιολογήσει τήν συμφωνία επικαλούμενη τόν επιδιωκόμενο σκοπό — παρεμπόδιση στρεβλώσεων τοῦ ἀνταγωνισμού — γιά τό όποιο γίνεται λόγος καί στό άρθρο 11 τοῦ κανονισμού 2722/72, καθώς καί μέ τήν παρατήρηση ὅτι κατά τίς προθέσεις τῶν γερμανικών άρχων ενήργησε ώστε οἱ ενισχύσεις νά δοθούν ἐξ ίσου γιά ὅλα τά πλοῖα.
Πράγματι, ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω ἐτονίσθη δικαίως ὅτι δέν πρέπει νά παραβλέπεται ὅτι ὁ τρόπος διαθέσεως τῶν ποσῶν πού θά ελάμβαναν οἱ λήπτες τῶν συνδρομῶν, ἀναφέρεται στην συμφωνία τῆς 27ης 'Ιουνίου 1973 καί ὅτι κατά τόν χρόνο εκείνο καθόλου δέν είχαν πραγματοποιηθεί ὅλα τά σχέδια.
Περαιτέρω, κατά τό σύστημα τῆς κοινοτικῆς ρυθμίσεως — καί αυτό εἶναι ἀκόμη σπουδαιότερο — δέν εἶναι καθόλου ἀδιάφορο τό πώς χρησιμοποιοῦνται τά κονδύλια μετά την καταβολή, μέ τήν προϋπόθεση μόνο ὅτι τά τελικά σχέδια πράγματι ὁλοκληρώνονται. Είδαμε ὅτι ἀπόφαση περί χορηγήσεως συνδρομών λαμβάνεται έχοντας επίσης ὑπ᾽ ὄψη τήν μελλοντική ἐξέλιξη τοῦ σχεδίου, τό όποιο — καί γι᾽αὐτό έχει ἀσφαλώς σημασία τό εἶδος τῆς χρηματοδοτήσεως — πρέπει νά προσφέρει εγγυήσεις γιά τό ὅτι τά οικονομικά ὠφελήματα θά διαρκέσουν. Προβλέπεται επίσης ὅτι ή εφαρμογή τῶν σχεδίων ελέγχεται καθώς καί ἡ τήρηση τῶν υποχρεώσεων. Σχετικώς ὁρίζεται ρητώς στό άρθρο 19 τοῦ κανο-νισμοῦ 2722/72 ὅτι ἔχει σημασία ὡς πρός τήν ἀναστολή, περιορισμό ἤ κατάργηση τῆς ενισχύσεως τό ἄν ένα σχέδιο ἐφηρ-μόσθη «ὅπως εἶχε προβλεφθεί», καί ἐδῶ ἀνήκει, ἀναμφιβόλως, ἡ τήρηση τοῦ χρηματοδοτικοῦ προγράμματος.
Γιά τόν λόγο αυτό δέν δύναται σαφώς νά ὁδηγήσει σέ κανένα άλλο συμπέρασμα ούτε ὁ ισχυρισμός τῆς προσφευγούσης περί τῆς δυνατότητος συνάψεως συμφωνίας ὅπως ἡ ἐν προκειμένω μετά τή χορήγηση τῆς ενισχύσεως, τελείως ἀσχέτως ἀπό τό ὅτι ἡ συμφωνία αύτη — ὡς σύμβαση περί κινδύνου — κατά τό χρονικό αυτό σημείο θά ἔχανε τήν σημασία της. Ἐξ άλλου ἀμφιβάλλω ἄν πράγματι ἡ άμεση εκποίηση ἑνός πλοίου πού έτυχε ενισχύσεως μέσω περαιτέρω διαθέσεως τῆς χορηγηθείσης επιδοτήσεως ἡ ἡ βραχυπρόθεσμη ἀπόσυρση του ἀπό τήν κυκλοφορία θά ήταν δυνατή χωρίς νά παραβιασθεί ὁ σκοπός τῆς επιδοτήσεως.
Όσον ὅμως άφορᾶ τήν μέ τήν συμφωνία επιδιωκομενη πρόθεση νά παρεμποδισθοῦν δήθεν στρεβλώσεις στόν ανταγωνισμό καί έτσι νά επιτευχθεί προσαρμογή πρός τήν ἀκολουθούμενη γερμανική πρακτική στίς επιδοτήσεις, δέν εἶναι μόνο σημαντικό τό ὅτι οἱ χορηγούμενες ἐδῶ γερμανικές συνδρομές κατανέμονται προφανώς βάσει άλλων κριτηρίων. Σημασία έχει, ιδίως, ὅτι είναι καθήκον τῆς Ἐπιτροπῆς νά λαμβάνει πρόνοια κατά τήν έκδοση τῶν περί χορηγήσεως συνδρομών ἀποφάσεων τῆς ὅτι οἱ συνθήκες ἀνταγωνισμοῦ δέν θά μεταβληθοῦν κατά τρόπο πού δέν συμβιβάζεται μέ τίς σχετικές ἀρχές πού περιέχονται στην συνθήκη (άρθρο 17 τοῦ κανονισμοῦ 17/64 καί άρθρο 11 τοῦ κανονισμοῦ 2722/72): Ή 'Επιτροπή ὀφείλει ἐδῶ νά λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψη της τίς συνθήκες ἀνταγωνισμοῦ στην Κοινότητα, πράγμα πού — επειδή σχέδια εὑρίσκονται ὑπό κρίση επίσης καί σέ άλλα Κράτη μέλη — φυσικά συνεπάγεται άλλο κριτήριο ἀπό ὅτι τό τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου περί ἀνταγωνισμοῦ. 'Αν ἡ Ἐπιτροπή καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι ἡ συνδρομή πρός ορισμένες επιχειρήσεις φαίνεται δυνατή κατά τό κοινοτικό δίκαιο, αυτό σημαίνει συγχρόνως ὅτι δέν διαπιστώνεται στρέβλωση τοῦ ἀνταγωνισμοῦ καί συνεπώς δέν επιτρέπεται νά μεταβληθεί αυτό μέσω ιδιωτικών συμφωνιών.
4.
'Αν, συνεπώς, ἡ σύμβαση κοινοπραξίας, ἐπί τῆς ὁποίας ὀφείλει νά ἀποφανθεί ὁ διαιτητής, συνιστά «πλημμέλεια» κατά τήν έννοια τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, επειδή βεβαίως δέν δύναται νά γίνει λόγος περί πλημμελείας μόνο σέ περίπτωση συνδρομής τῶν προϋποθέσεων στοιχειοθετήσεως ενός εγκλήματος καί επειδή δέν ενδιαφέρει σχετικώς ἡ ἀρχική στάση τῶν γερμανικών ἀρχων, οἱ όποιες κατά τήν περαιτέρω διάθεση τῶν ποσών τῶν συνδρομών δέν ἀνέφεραν τίποτε γιά τήν συμφωνία πού ἐγνώριζαν οὔτε ενήργησαν πρός μεταβολή τῶν αιτήσεων, πρέπει ἐπί τοῦ σκέλους τοῦ δευτέρου ερωτήματος τοῦ διαιτητοῦ, στό όποιο γίνεται λόγος γιά ανάκτηση τῶν συνδρομών, νά παρατηρηθοῦν ἐν συντομία καί τά ἀκόλουθα.
Ἐν προκειμένω εφαρμόζονται τά άρθρα 22 τοῦ κανονισμοί) 17/64 καί 19 τοῦ κανο-νισμοῦ 2722/72, τά ὁποία έχω ήδη ἀναφέρει. Κατά τίς διατάξεις αυτές, ἄν τά σχέδια δέν εφαρμόζονται ὅπως εἶχαν προβλεφθεί ἡ οἱ υποχρεώσεις δέν ἐκπλη-ροῦνται, οἱ ενισχύσεις δύνανται νά ἀναστέ-λονται, περιορίζονται ἡ καταργοῦνται. Ή Ἐπιτροπή ἀποφασίζει τότε ὡς πρός τό οικονομικό μέρος καί ἀνακτά τά χωρίς νόμιμη αιτία καταβληθέντα ποσά.
Ή 'Επιτροπή ἀντιλαμβάνεται αυτό, κατά τήν γνώμη μου ὀρθῶς, κατά τήν έννοια ὅτι ἐν προκειμένω διαθέτει διακριτική εξουσία ή ὁποία σαφώς επιτρέπει νά γίνεται διάκριση ἀναλόγως τοῦ εἴδους τῆς παραβιάσεως τοῦ δικαίου — τυπική παράβαση ή εξαπάτηση — καί επίσης νά λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψη κατά ποῖο τρόπο ἐπραγματοποιήθησαν τά επίμαχα σχέδια. Ή 'Επιτροπή έχει βεβαίως ρητώς δηλώσει ὅτι ισόποσες καταβολές πρός εκπλήρωση συμβάσεως κοινοπραξίας ἀποτελοῦν ἐν πάση περιπτώσει λόγο κινήσεως τῆς διαδικασίας περί ἀνακτήσεως, δέν έδωσε ὅμως κανένα στοιχείο ὡς πρός τήν έκταση μιᾶς ενδεχομένης ἀνακτήσεως.
Δέν είμαι ἀπολύτως βέβαιος, ἄν αυτό ἀρκεῖ στόν παραπέμποντα δικαστή γιά τήν ἀπόφαση του ἐπί τῆς ενώπιόν του ὑποθέσεως, επειδή κατά τό ὅλο περιεχόμενο τῆς περί παραπομπής διατάξεως δέν εἶναι ἀπολύτως σαφές ἄν τόν ενδιαφέρει τό ὅτι ἡ ἀνάκτηση εἶναι ἡ ἀναγκαία συνέπεια μιας πλημμελείας ἡ ἄν ἀρκεῖ ὅτι εἶναι δυνατή μία τέτοια συνέπεια. 'Εν πάση περιπτώσει ὡς πρός αυτή τήν πλευρά τῆς υποθέσεως δέν χρειάζεται, ὅσον άφορᾶ ἐμάς, νά λεχθούν περισσότερα.
III —
Περαίνοντας καταλήγω στό ἀκόλουθο συμπέρασμα:
Κατά την ἄποψή μου υπάρχουν σοβαροί λόγοι γιά νά θεωρηθεί ἡ αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως, τήν ὁποία μᾶς ἀπηύθυνε ὁ πρόεδρος τοῦ Hanseatisches Oberlandesgericht, ὑπό τήν ιδιότητά του ὡς διαιτητοῦ, ὡς μή παραδεκτή.
'Αν δέν γίνει δεκτή ἡ ἄποψη μου, τότε πρέπει νά δοθεί στό ὑποβληθέν ερώτημα ή ἀκόλουθη ἀπάντηση :
Κατά την έννοια τοῦ κανονισμοῦ 17/64 καί τοῦ κανονισμοί) 2722/72 υφίσταται πλημμέλεια ὅταν λῆπτες συνδρομῶν ἀπό τό τμήμα προσανατολισμοῦ τοῦ Ευρωπαϊκοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου Προσανατολισμοί) καί Ἐγγυήσεων γιά ὁμοειδῆ σχέδια, κατόπιν αιτήσεως χορηγήσεως συνδρομών ΕΟΚ, άλλά πρίν ἀπό τήν έγκριση τους, συμφωνούν ὅτι οι χορηγούμενες μετά ἀπό τήν θέση σέ υπηρεσία καί ἀποπληρωμή τῶν πλοίων ενισχύσεις κατανέμονται μεταξύ τους βάσει τοῦ ἀριθμοῦ ὅλων τῶν ὁμοειοῶν ἀντικειμένων, τά όποια κατασκεύασαν καί ἤρχισαν νά ἐκμεταλεύονται, συνεπῶς συμπεριλαμβάνοντας καί τά ἀντικείμενα, τά όποια δέν έτυχαν ενισχύσεως, καί στην συνέχεια κατανέμουν τίς ενισχύσεις σύμφωνα μέ αύτη τήν συμφωνία. Μία τέτοια πλημμέλεια δύναται νά ὁδηγήσει στην ἀνάκτηση τῶν καταβληθεισών ενισχύσεων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) 'Απόφαση τῆς 30ης 'Ιουνίου 1966 στην υπόθεση 61/65 — Χήρα G. Vaassen-Göbbels κατά διευθύνσεως τοῦ Beambtenfonds voor het Mijnbedrijf —, Slg. 1966, σ. 583.
( 3 ) Ἀπόφαση τῆς 6ης 'Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 246/80 — Broekmeulen κατά Huisarts Registratie Commissie — πού δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή.
Full & Egal Universal Law Academy