ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 4 ΜΑΡΤΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ προσφεύγουσα, στην δίκη πού μᾶς απασχολεί σήμερα, εἶναι υπάλληλος τοῦ Ευρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, έπεσε θῦμα δέ στίς 25 Μαΐου 1977 τροχαίου ἀτυχήματος, στό όποιο υπέστη διάφορες κακώσεις (θλάσεις στά γόνατα μέ εκδορές, θλάσεις τοῦ ἀριστεροῦ ἀγκῶνος καί τοῦ ἀριστεροῦ ισχίου, στρέβλωση τῶν αυχενικῶν σπονδύλων καί θραύση ἑνός δοντιοῦ). Ἐπί τρεις εβδομάδες μετά τό ἀτύχημα ἦταν ἀνίκανη προς εργασία.
Τήν 1η Ἰουλίου 1977 ἡ προσφεύγουσα υπέγραψε ένα έντυπο, σύμφωνα μέ τό όποιο οἱ Κοινότητες θά ὑποκαθίσταντο στίς ἀξιώσεις τῆς κατά τοῦ τρίτου ενεχομένου στά ἀτύχημα, ἐφ' οσον τῆς κατέβαλλαν λόγω τοῦ ἀτυχήματος τίς παροχές τῶν άρθρων 72, 73 καί 75 του κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως. Ή υποκατάσταση αύτη προ-εβλέπετο τότε ἀπό τό άρθρο 8 τῶν κανόνων περί τῆς καλύψεως τῶν υπαλλήλων των Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων κατά των κινδύνων ἀτυχημάτων καί επαγγελματικῶν ἀσθενειών, μετά δέ τήν έναρξη τῆς ισχύος τοο κανονισμοί) 912/78 (ABl. Nr. L 119 τῆς 3ης Μαΐου 1978, σ. 1) ρυθμίζεται στό ίδιο τό άρθρο 73, παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως.
Ή προσφεύγουσα ὅμως προέβαλε — καί μάλιστα χωρίς νά πληροφορήσει σχετικῶς τό Κοινοβούλιο — κατά τήν δίκη τοῦ ευθυνόμενου γιά τό ἀτύχημα τρίτου, ενώπιον τοϋ δικαστηρίου τοῦ Λουξεμβούργου, ἀξιώσεις πρός ἀποζημίωση λόγω προκληθέντων πόνων καί λόγω προσβολής τῆς σωματικής ἀκεραιότητος, καθώς καί αξιώσεις περί επιστροφής τῶν εξόδων γιατροῦ καί νοσηλείας. Τό λουξεμβουργιανό δικαστήριο ανέθεσε τόν καθορισμό τοῦ ὕψους τῶν ἀξιώσεων αυτών στον πραγματογνώμονα δρα Neuen, ὁ όποιος, ἀφοῦ ἐξήτασε τήν προσφεύγουσα τόν Νοέμβριο τοῦ 1978, ἀπεφάνθη στην έκθεση του τῆς 13ης Φεβρουαρίου 1979 ὅτι ἡ ηθική βλάβη λόγω προκληθέντων πόνων έπρεπε νά υπολογισθεί σέ 15000 φράγκα Λουξεμβούργου. Ἐπειδή ὅμως δέν υπήρχαν καθαυτό λειτουργικές συνέπειες, δέν ὑφίστατο μερική μόνιμη ἀναπηρία καί στην προσφεύγουσα έπρεπε επομένως νά επιδικασθεί — ἐν ὄψει τῶν παροδικών συνεπειών ἀπό τά τραύματα καί τῶν μικρών διαρκών επιπλοκών — μόνο ἀποζημίωση 50000 φράγκων λόγω προσβολής τῆς σωματικής ἀκεραιότητος. Τά ποσά αὐτα κατεβλήθησαν στην προσφεύγουσα προφανώς ἀπό τήν ἀσφάλεια τοῦ ευθυνόμενου τρίτου.
'Επειδή ἡ προσφεύγουσα, ὅπως ὅλοι οἱ υπάλληλοι τῶν Κοινοτήτων, εἶναι ἀσφαλισμένη έναντι κάθε είδους ἀτυχημάτων, σύμφωνα μέ τό άρθρο 73 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως σέ συνδυασμό μέ τους ήδη ἀναφερθέντες κανόνες περί τῆς καλύψεως κατά τῶν κινδύνων ἀτυχημάτων, οἱ συνέπειες τοῦ ἀτυχήματος ἐξητάσθησαν καί εντός τοῦ πλαισίου αὐτοῦ. Κατόπιν τῆς εξετάσεως αυτής ὁ ἰατρός-σύμβουλος τοῦ Κοινοβουλίου κατέληξε τόν 'Οκτώβριο τοῦ 1979 στό συμπέρασμα ὅτι οἱ συνέπειες τοῦ ατυχήματος εἶχαν προκαλέσει μερική μόνιμη ἀναπηρία κατά 6% Αυτό ἐγνωστοποίησε στην προσφεύγουσα ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος «κοινωνικών υποθέσεων» μέ επιστολή του τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1980, μέ τήν ὁποία τήν ἐρωτοῦσε επίσης ἄν συμφωνοῦσε μέ τό ποσό τῆς ἀποζημιώσεως, τό όποιο εἶχε υπολογισθεί σέ 292582 βελγικά φράγκα, καί ἄν εἶχε λάβει ἀποζημίωση ἀπό τήν ἀσφάλεια τοῦ ευθυνομένου τρίτου. Ή προσφεύγουσα δήλωσε, μέ επιστολή τῆς τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1980, ὅτι συμφωνεί καί ἐπί πλέον άφησε νά γίνει ἀντιληπτό ὅτι δέν εἶχε λάβει ἀπό τόν «ἀντίδικο» καμμία ἀποζημίωση λόγω ἀναπηρίας, άλλά μόνο ἀποζημίωση λόγω προκληθέντων πόνων καί λόγω προσβολής τῆς σωματικής ἀκεραιότητος.
Ὅταν τόν 'Ιούνιο τοῦ 1980 ἡ διοίκηση τοῦ Κοινοβουλίου έμαθε, μέσω τῆς ἀσφάλειάς της καί τῆς ἀσφάλειας τοῦ ευθυνόμενου τρίτου, ποιες ἀποζημιώσεις είχε καταβάλει ή τελευταία αυτή στην προσφεύγουσα, ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος «κοινωνικών υποθέσεων» γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα, μέ επιστολή τῆς 24ης 'Ιουλίου 1980, ὅτι εἶχε δώσει ὁδηγίες νά πιστωθεί ὁ λογαριασμός τῆς μόνο μέ τό ποσό τῶν 242582 βελγικών φράγκων, διότι ἀπό τήν ἀρχική ἀποζημίωση (ὕψους 292582 βελγικών φράγκων) έπρεπε νά ἀφαιρεθεί ἡ ἀποζημίωση πού είχε καταβληθεί στην προσφεύγουσα ἀπό τήν ἀσφάλεια τοῦ ευθυνόμενου γιά τό ἀτύχημα τρίτου λόγω προσβολής τῆς σωματικής τῆς άκεραιότητος.
Κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής ἡ προσφεύγουσα υπέβαλε στίς 2 'Οκτωβρίου 1980 ένσταση κατά τόν προσήκοντα τύπο, μέ τήν ὁποία εξέφραζε την άποψη ὅτι ἡ ανωτέρω έκπτωση δέν ἐδικαιολογεῖτο, επειδή δέν εἶχε χωρήσει ὑποκατάσταση τῶν Κοινοτήτων, ἀφοῦ ἀπό τήν ἀσφάλιση τοῦ ευθυνομένου γιά τό ἀτύχημα τρίτου δέν τῆς εἶχε καταβληθεί ἀποζημίωση γιά μόνιμη μερική ἀναπηρία, άλλα μόνο ἀποζημίωση λόγω προσβολής τῆς σωματικής ἀκεραι-ότητος.
'Οταν μέ ἀπόφαση τῆς 29ης 'Ιανουαρίου 1981 ἀπερρίφθη ἡ ἔνσταση τῆς αυτή, ή Chaumont-Barthel προσέφυγε στίς 28 'Απριλίου 1981 στό Δικαστήριο, μέ αιτήματα τήν ἀκύρωση τῆς πράξεως τῆς 24ης 'Ιουλίου 1980 καί τήν καταδίκη τοῦ Κοινοβουλίου νά τῆς καταβάλει 50000 βελγικά φράγκα εντόκως, μέ ετήσιο επιτόκιο 6 %, ἀπό τίς 24 Ἰουλίου 1980.
'Επί τῶν αιτημάτων αυτών, τά όποια τό Κοινοβούλιο, καθ' οὗ, θεωρεί ὡς ἀβάσιμα, ή άποψη μου εἶναι ἡ έξῆς:
1.
Ευθύς ἐξ ἀρχής πρέπει νά υπενθυμισθεί ή ἀπόφαση στην υπόθεση 152/77 ( 2 ), στην ὁποία επίσης επρόκειτο περί τῆς εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως καί τῆς παροχής ἀποζημιώσεως γιά τίς συνέπειες ἀτυχήματος, ἀφοῦ ἐγένετο λόγος περί τῆς ἀποφάσεως αυτής στην δίκη καί ἀφοθ μάλιστα παίζει σημαντικό ρόλο στην επιχειρηματολογία τοῦ Κοινοβουλίου.
Στην ἀπόφαση αύτη ἀναγνωρίζεται κατ' ἀρχάς ὅτι τό άρθρο 73 δέν δύναται νά ερμηνευθεί ἐν ἀναφορά πρός ἀντίστοιχες διατάξεις τοῦ ἐσωτερικοῦ οικαίον, άλλά μόνο αυτόνομα κατά κάποιο τρόπο. 'Επομένως εἶναι σαφές ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά έχει ἀποτέλεσμα ὁ δεύτερος λόγος ἀκυρώσεως, μέ τόν όποιο ἡ προσφεύγουσα ισχυρίζεται ὅτι ἡ εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 73 κατά τήν προσβαλλομένη ἀπόφαση δέν συνάδει προς ορισμένες κοινές ἀρχές τοῦ δικαίου τῶν Κρατών μελών, ἀπό τίς όποιες ἐνε-πνεύσθη τό κοινοτικό δίκαιο στην διάταξη αύτη.
Αυτή ὅμως ἡ απόφαση τοῦ Δικαστηρίου παρέχει καί μία σημαντική, γιά τήν προκειμένη υπόθεση, ἑρμηνεία τῶν ὅρων τοῦ άρθρου 73 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Κατόπιν τῶν προτάσεων μου, στίς όποιες εξέθεσα ὁρισμένα συμπεράσματα πού συνάγονται ἀπό τό εθνικό δίκαιο, ἀνεφέρθην δέ περαιτέρω σέ ένα ὁρισμό, ὁ όποιος ευρίσκεται στόν κανονισμό 574/72 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138), δηλαδή στό δίκαιο τῆς κοινωνικής ἀσφαλίσεως τῶν διακινουμένων ἐργαζομένων, καί στίς όποιες τέλος κατέδειξα ὄχι μόνο ὅτι στό άρθρο 73 θεσπίζεται κάποια σχέση πρός τήν εργασία — ἀφοῦ μάλιστα ἡ συμμετοχή στην ἀσφάλιση καί οἱ παροχές ἀπό τήν ἀσφάλιση υπολογίζονται μέ κριτήριο τόν βασικό μισθό τοῦ ενδιαφερομένου υπαλλήλου, ἀλλα καί ὅτι ὁ πίνακας τῆς εκτελεστικής τοῦ ἄρθρου 73 ρυθμίσεως σαφώς άφορᾶ τήν ικανότητα βιοπορισμού, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι πρέπει κατ' ἀρχήν νά ἀναγγωρισθεῖ ὅτι ο βαθμός ἀνικα-νότητος πρός εργασία δέν έχει σημασία γιά τό άρθρο 73 καί ὅτι ἀποζημίωση παρέχεται ἀνεξαρτήτως τῆς ικανότητος πρός ἐξακολούθηση τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων. Ό ὅρός ὅμως «άναπηρία» τῆς διατάξεως αὐτής νοείται κατ' ἀρχήν ὑπό τήν εξής έννοια, ὅτι δηλαδή πρόκειται γιά σωματικές ἡ ψυχικές βλάβες πού έχουν ὡς ἀποτέλεσμα ὁ παθών «νά μήν εἶναι πλέον, ἐν ὅλω ἡ ἐν μέρει σέ θέση νά ἀναλάβει τίς συνήθεις δραστηριότητές του» (σκέψη 10).
Ἀπό τά ἀνωτέρω συνάγεται ὅτι ἡ ἀποζημίωση ἀναπηρίας νοείται κυρίως ὡς ἀντιστάθμιση ζημίας πού πρέπει νά χαρακτηρισθεί ὡς υλική, ἀκόμη καί ἄν δέν συνδέεται ἡ δέν συνδέεται ἀμέσως μέ ζημία ἀπό ἀπόψεως περιουσιακοί) δικαίου. 'Από τά ἀνωτέρω συνάγεται επίσης ὅτι ή απάντηση τοῦ Κοινοβουλίου, — γιά την ὁποία τό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι δύναται νά στηριχθεί στην προαναφερθείσα ἀπόφαση — ὅτι ἡ ἀναπηρία σημαίνει, ἀνεξαρτήτως τῆς ικανότητος πρός εργασία, μόνο προσβολή τῆς σωματικής ἀκεραιότητος, δέν δύναται νά γίνει δεκτή.
Ἑπομένως πρέπει νά τεθεί ὡς ἀφετηρία τό ὅτι ἡ ἀποζημίωση κατά τό άρθρο 12 των κανόνων περί τῆς καλύψεως κατά τῶν κινδύνων ἀτυχημάτων, ἡ ὁποία χορηγείται σέ περίπτωση μονίμου μερικής ἀναπηρίας, ἀποτελεί ἀποζημίωση λόγω προσβολής τῆς ικανότητος βιοπορισμοί). Ὑπέρ τῆς ἀπόψεως αυτής συνηγορεί άλλωστε καί τό άρθρο 14 τῶν κανόνων αὐτῶν, σύμφωνα μέ τό όποιο καταβάλλεται — κατ᾿ ἀνάλογη εφαρμογή τοῦ πίνακα τοῦ ἄρθρου 12 — ἀποζημίωση καί σέ περίπτωση ἁπλής προσβολής τῆς σωματικής ἀκεραιότητος, ή ὁποία δέν ἐπηρεάζει την ικανότητα πρός ἐργασία, ἐφ᾿ ὅσον ὁ τραυματισμός προεκάλεσε ἕνα πραγματικό μειονέκτημα γιά τίς κοινωνικές σχέσεις.
2.
Κεντρικό ζήτημα τῆς δίκης εἶναι τό ἄν τό Κοινοβούλιο νομίμως επικαλείται τήν υποκατάσταση ὡς πρός τίς παροχές πού έλαβε ἡ προσφεύγουσα ἀπό τήν ἀσφάλεια τοῦ έτερου ἐνεχομένου στό ἀτύχημα.
Ή υποκατάσταση αὐτή ρυθμίζεται πλέον, μετά τήν έναρξη τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοί) 912/78, στό άρθρο 73, παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, τό όποιο ὁρίζει τά έξῆς:
«Οἱ Κοινότητες ὑποκαθίστανται αυτοδικαίως, ἐντός τῶν ὁρίων τῶν υποχρεώσεων πού υπέχουν ἐκ τῶν άρθρων 72, 73 καί 75, στίς ἀξιώσεις τοῦ ὑπαλλήλου ἡ τῶν λοιπών δικαιούχων κατά τοῦ τρίτου πού ευθύνεται γιά τό ἀτύχημα πού προεκάλεσε τόν θάνατο ἡ τόν τραυματισμό τοῦ υπαλλήλου ή τῶν προσώπων πού καλύπτονται ἀπό τήν δική του ἀσφάλιση».
Προηγουμένως ίσχυε σχετικῶς τό άρθρο 8 τῶν επανειλημμένως ήδη ἀναφερθέντων κανόνων περί τῆς καλύψεως κατά τῶν κινδύνων ἀτυχημάτων.
Τό άρθρο αυτό ὅριζε τά έξῆς:
«Οἱ παροχές καί ἀποζημιώσεις καί οἱ ἐπιστροφές τῶν ιατρικών εξόδων πού προβλέπονται ἀπό τους παρόντες κανόνες καταβάλλονται στόν υπάλληλο ἡ στους λοιπούς δικαιούχους, μόνο ἐφ᾿ ὅσον συναινέσουν στην υποκατάσταση τῶν Κοινοτήτων, μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν ἀνωτέρω παροχών, ἀποζημιώσεων καί ἐπιστροφών, στά δικαιώματα καί τίς ἀξιώσεις τους κατά τῶν τρίτων πού ενδεχομένως ευθύνονται».
Ἀπό τό γράμμα καί τόν σκοπό τῆς ρυθμίσεως — ἀποφυγή διπλών παροχών γιά τήν ίδια ζημία — εἶναι σαφές ὅτι ἡ ὑποκατάσταση καλύπτει μόνο τίς παροχές πού εἶναι τῆς ιδίας φύσεως μέ τίς παροχές πού καταβάλλει στον ζημιωθέντα λόγω τοῦ σχετικοί) ἀτυχήματος ὁ εργοδότης του βάσει τοῦ άρθρου 73 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως καί τῶν κανόνων πού ἐξεδόθησαν σέ εκτέλεση του.
Κατά τήν άποψη τῆς προσφευγούσης δέν ὑπάρχει τέτοια ὁμοιότης ἐν προκειμένω. 'Ισχυρίζεται ὅτι ἡ ἀποζημίωση πού τῆς κατέβαλε, βάσει πραγματογνωμοσύνης πού διετάχθη κατά τήν δίκη ἐνώπιον δικαστηρίου τοῦ Λουξεμβούργου, ἡ ἀσφάλεια τοῦ ευθυνόμενου τρίτου ἀποτελεί ἀποζημίωση λόγω ἠθικῆς βλάβης ὑπό τήν εὐρύτάτη τοῦ ορού έννοια, ὄχι ὅμως — ὁπως ἡ ἀποζημίωση λόγω ἀναπηρίας τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως — ἀποζημίωση λόγω βλάβης τῆς ἱκανότητος βιοποριομοῦ. Γιά νά στηρίξει τήν άποψη της δέ, παραπέμπει σέ ένα πληροφοριακό σημείωμα τοῦ προϊσταμένου τῆς Γενικής Διευθύνσεως «Διοίκηση» τοῦ Κοινοβουλίου, τῆς 18ης Φεβρουαρίου 1980, μέ τό όποιο διεσαφηνίζετο, ὡς πρός τό ζήτημα τῆς υποκαταστάσεως σέ περίπτωση ἀτυχήματος, ὅτι ὁ ζημιωθείς ὑπάλληλος δύναται νά ἀποζημιωθεί ἀπ᾿ εὐθείας ἀπό τόν ευθυνόμενο τρίτο, ὅσον άφορᾶ ὁρισμένες υλικές ζημίες, ὁπως βλάβη τῆς ενδυμασίας ἡ τοῦ αυτοκινήτου, ἡ ἀποζημίωση λόγω προκληθέντων πόνων, καθώς καί ἠθικές βλάβες.
'Αντιθέτως, τό Κοινοβούλιο, καθ' οὗ, υποστηρίζει ὅτι τόσο ἡ ἀποζημίωση πού κατεβλήθη ἀπό την ἀσφάλεια τοῦ ἑτερου ενεχομένου στό ἀτύχημα, ὅσο καί ἡ ἀποζημίωση την ὁποία χορήγησε τό ἴδιο ἀποτελούν ἀποζημίωση ἁπλῶς λόγω προσβολής τῆς σωματικής ἀκεραιότητος. Γιά τόν λόγο αυτό ὀρθώς προέβη στην ἀφαίρεση τῆς πρώτης κατά τήν καταβολή τῆς δεύτερης.
α)
Καθόλου βεβαίως δέν συντελεί στην λύση τοῦ ζητήματος αὐτού ἡ ἀναφορά τοῦ Κοινοβουλίου στον ὁρισμό τῆς εννοίας «ἀτύχημα» τοῦ ἄρθρου 2 τῶν προαναφερθέντων κανόνων, ὁ όποιος έχει ὡς έξῆς:
«Ὡς ἀτύχημα νοείται κάθε εξωτερικό καί αιφνίδιο ἡ βίαιο ἡ ἀνώμαλο γεγονός πού έχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν προσβολή τῆς σωματικής ἡ ψυχικής ἀκεραιότητος τοῦ υπαλλήλου».
Ἐπ᾽ ευκαιρία ενός ἀντιστοίχου επιχειρήματος, πού προεβλήθη στην υπόθεση 152/77, ὑπεγράμμισα ήδη τότε στις προτάσεις μου γιά τήν ὑπόθεση εκείνη ὅτι ἡ διάταξη αυτή δίνει ἀπλώς ένα ὁρισμό τῆς εννοίας «ατύχημα» καί εἶναι φυσικό νά θέτει σχετικώς ὡς κριτήριο τήν προσβολή τῆς σωματικῆς ἡ ψυχικής ἀκεραιότητος, ὁ ὁρισμός ὄμως αυτός δέν καθορίζει γιατί καταβάλλεται ἡ παροχή πού χορηγείται κατά τό άρθρο 73 (Sig. 1979, σ. 2850). Κατ' αυτό τόν τρόπο επομένως δέν αποδεικνύεται ὅτι οἱ ἀποζημιώσεις λόγω ἀτυχήματος καταβάλλανται μόνο λόγω προσβολής τῆς σωματικής ἀκεραιότητος.
β)
Γιά τήν παρούσα υπόθεση έχει κατ' ἀρχάς σημασία πώς θά χαρακτηρισθεί, σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού μᾶς έχουν γίνει γνωστά, ἡ ἀποζημίωση πού ἐπεδι-κάσθη κατά τήν δίκη ενώπιον τοῦ δικαστηρίου τοῦ Λουξεμβούργου. Τό ὅτι τό δίκαιο τοῦ Λουξεμβούργου παίζει σχετικῶς ἀποφασιστικό ρόλο εἶναι ὁπωσδήποτε αυτονόητο. Σύμφωνα μέ τό δίκαιο αυτό, ἄν καταλαβαίνω καλά, γίνεται λόγος γιά ἀναπηρία, ἐφ᾽ ὅσον υπάρχει «perte ou une entrave dans les moyens d'action» («ἀπώλεια ή κάποιο κώλυμα τῶν μέσων δράσεως»), καί ή ἀναπηρία μετρεῖται αναλόγως τῆς μειώσεως τῆς ἱκανότητος πρός εργασία, ανεξαρτήτως τῆς μειώσεως τοῦ εισοδήματος (Thiry, Actions et recours des assurances sociales devant des juridictions répressives, σ. 114). Μέ ἀφετηρία τήν νομική αύτη κατάσταση καί επειδή δέν ὑπήρχαν «καθαυτό λειτουργικές συνέπειες», ὁ προσκληθείς πραγματογνώμονας ἀνεγνώρισε ρητώς ὅτι δέν δύναται νά γίνει λόγος γιά μόνιμη μερική ἀναπηρία. Ἐπειδή ὅμως ἐθεώρησε ὅτι ἐπεβάλλετο ἀποζημίωση ύψους 50000 φράγκων Λουξεμβούργου λόγω τῶν «παροδικών συνεπειών ἀπό τά τραύματα καί τῶν μικρών διαρκών επιπλοκών» (ελαφρά νευραλγία στην ινιακή χώρα, ουλές στην περιοχή τῆς ἐπιγονατίδος τοῦ ἀριστεροῦ γόνατος, οἱ όποιες είναι ευαίσθητες στίς ἀλλαγές τοῦ καιροῦ καί κάπως δυσάρεστες στήν ὄψη), ἡ ἀποζημίωση αυτή δύναται πράγματι νά ἀποτελεί, ὅπως υποστηρίζει καί ἡ προσφεύγουσα, ἁπλώς καί μόνο ἀντιστάθμιση ἠθικῆς βλάβης ὑπό ευρύτερη έννοια.
γ)
'Αν τεθεί ἐξ άλλου τό ἐρώτημα πώς πρέπει νά χαρακτηρισθεί ἡ ἀποζημίωση τήν ὁποία χορήγησε τό Κοινοβούλιο, τό μόνο ζήτημα πού τίθεται, μετά ἀπό ὅσα διε-πιστώθησαν κατά τήν δίκη, εἶναι ή υπαγωγή στό άρθρο 12 τῶν κανόνων περί τῆς καλύψεως κατά τῶν κινδύνων ἀτυχημάτων.
Σημασία έχει σχετικώς ὅτι ὁ ἰατρός-σύμ-βουλος, στην γνωμάτευση του ὡς πρός τίς συνέπειες τοῦ ἀτυχήματος, διαπιστώνει ἁπλώς τά έξης: «Ὑφίσταται αναπηρία κατά 6 %». Καί ὁ εκπρόσωπος άλλωστε τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπαντώντας σέ μία ερώτηση τοῦ Δικαστηρίου κατά τήν προφορική διαδικασία, ἁπλώς ἐδήλωσε ὅτι εἶχε καταβληθεί ἀποζημίωση λόγω ἀναπηρίας. Όμως ἀπό τήν κατ' ἀρχάς ἀναφερθείσα επιστολή τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματος «κοινωνικών ὑποθέσεων» τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1980, μέ τήν ὁποία ἐγνωστοποιεῖτο τό ἀποτέλεσμα τῆς εξετάσεως καί στην ὁποία ἐγένετο λόγος γιά «μερική μόνιμη ἀναπηρία κατά 6 %», δέν διαφαίνεται καθόλου ὅτι τό ποσό πού προέκυπτε σύμφωνα μέ τό ἀνωτέρω ποσοστό ἦταν δυνατόν νά εἶχε καθορισθεῖ κατ᾽ ἀνάλογη εφαρμογή τοῦ πίνακος πού ἀναφέρεται στό άρθρο 12 τῶν κανόνων, δηλαδή βάσει τοῦ ἄρθρου 14 τῶν κανόνων αυτῶν.
Κατά συνέπεια πρέπει νά τεθεί ὡς ἀφετηρία τό γεγονός ὅτι ἡ ἀποζημίωση πού κατέβαλε τό Κοινοβούλιο ἐχορηγήθη λόγω μιᾶς — έστω καί ελαχίστης — μειώσεως της Ικανότητος βιοπορισμοῦ, δηλαδή ὅτι δέν πρόκειται γιά ἀντιστάθμιση ηθικών, άλλά υλικών ζημιών.
δ)
Τό συναγόμενο τελικό συμπέρασμα είναι σαφές καί δεσμευτικό: επειδή τό Κοινοβούλιο δέν ἠδυνήθη νά ἀποδείξει ὅτι υφίστανται οἱ προϋποθέσεις τῆς υποκαταστάσεως — ὁμοιότης τῶν παροχών τίς όποιες κατέβαλαν τό Κοινοβούλιο καί ἡ ἀσφάλεια τοῦ εὐθυνομένου τρίτου βάσει τῆς λουξεμ-βουργιανῆς διαδικασίας, εσφαλμένως τό Κοινοβούλιο εξέπεσε τήν τελευταία αὐτή παροχή. Ή προσβαλλομένη πράξη πρέπει ἑπομένως νά ἀκυρωθεί καί πρέπει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἡ προσφεύγουσα έχει έναντι τοῦ Κοινοβουλίου ἀξίωση ἐπί τῆς παροχής τοῦ πλήρους ποσοῦ ἀποζημιώσεως, δηλαδή 295582 βελγικών φράγκων.
3.
Βάσιμο μοῦ φαίνεται επίσης καί τό αἴτημα τῆς προσφευγούσης νά τῆς επιδικασθοῦν τόκοι ἐπί τοῦ υπολοίπου ποσού ἀπό τό χρονικό σημείο τῆς εκπτώσεως.
Σχετικώς δέν χρειάζεται νά ἀνατρέξουμε καί τόσο πολύ στην νομολογία ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ὡς πρός τήν ἀποζημίωση λόγω ἀτυχήματος καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό κριτήριο έγκειται στό ἄν υπάρχει, κατά τήν καθυστέρηση τῆς καταβολής, παράνομη συμπεριφορά πού νά θεμελιώνει εὐθύνη (υπόθεση 152/77) ἡ στό ἄν ἡ καταβολή καθυστέρησε αδικαιολογήτως (υποθέσεις 156/80 ( 3 ) καί 186/80 ( 4 )). Πράγματι, οἱ λεπτομέρειες τῶν υποθέσεων αυτών, ὅπως άλλωστε καί τῆς ὑποθέσεως 115/76 ( 5 ) καθιστούν σαφές τό ὅτι ἐκεῖ τό ζήτημα ήταν ἀντιστοίχως ἄν ἡ διαδικασία περί ἀναπηρίας εἶχε ἐξελιχθεί ἀρκετά ἐγκαίρως καί ποιός — σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως — φέρει τήν εὐθύνη γιά τό ὅτι δέν ἐρευνήθη εγκαίρως μετά τήν σταθεροποίηση τῶν συνεπειών τοῦ ἀτυχήματος ὁ βαθμός τῆς ἀναπηρίας καί ἑπομένως δέν ἐγεννήθη ἡ υποχρέωση καταβολής.
'Εδώ ὅμως πρόκειται μόνο γιά τό πρόβλημα τοῦ νομίμου τῆς εκπτώσεως τοῦ ποσού πού εἶχε καταβάλει ἡ ἀσφάλεια τοῦ εὑθυνομένου τρίτου ἀπό τό ποσό τῆς ἀποζημιώσεως πού χορήγησε τό Κοινοβούλιο, επομένως εἶναι σκόπιμη ἡ ἀναδρομή μόνο στην νομολογία ἐπί ομοίων προβλημάτων — ἡ ἐν λόγω νομολογία ἀφορούσε συντάξεις επιζώντων, πού κατέστησαν ἀπαιτητές μετά ἀπό ἀτύχημα (συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 63 καί 64/79 ( 6 )). Ἐφ᾽ ὅσον καί ἐκεῖ, σέ συσχετισμό μέ τήν ἀναγνώριση τοῦ παρανόμου χαρακτῆρος μιας εκπτώσεως, ἐπεδικάσθησαν τόκοι ἀπό τό χρονικό σημείο τῆς εκπτώσεως, τό ἴδιο θά έπρεπε νά γίνει καί στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή νά επιδικασθούν, ὅπως ἀκριβώς στην ὑπόθεση 185/80 ( 7 ), ἀντικείμενο της ὁποίας ήταν ἡ καταβολή τοῦ ἐπιδόματος ἀποδημίας, τόκοι υπερημερίας, ὥστε ή προσφεύγουσα νά ἀποκατασταθεῖ στην θέση στην ὁποία θά ήταν, ἄν τῆς είχε καταβληθεί εγκαίρως ὅλο τό ποσό τῆς ἀποζημιώσεως.
4.
Κατά συνέπεια, προτείνω νά γίνει δεκτή ἡ προσφυγή, νά ἀκυρωθεῖ ἡ πράξη τῆς 24ης 'Ιουλίου 1980 καί νά καταδικασθεί τό Κοινοβούλιο νά καταβάλει 50000 βελγικά φράγκα εντόκως, μέ ἐτήσιο ἐπιτόκιο 6 %, ἀπό τίς 24 Ἰουλίου 1980. Λόγω αυτής τῆς ἐκβάσεως τῆς δίκης, τό Κοινοβούλιο, καθ' οὗ, πρέπει ἐπίσης νά φέρει καί τα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) 'Απόφαση τῆς 2ας 'Οκτωβρίου 1979 στην υπόθεση 152/77, Β. κατά 'Επιτροπῆς, Slg. σ. 2819.
( 3 ) Ἀπόφαση τῆς 21ης Μαΐου 1981 στην υπόθεση 156/80, Giorgio Morbelli κατά 'Επιτροπής, Slg. σ. 1357.
( 4 ) Ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιουλίου 1981 στην υπόθεση
186/80, Benoît Suss κατά 'Επιτροπῆς, δέν ἔχει δημοσιευθεί ἀκόμη στήν Συλλογή.
( 5 ) Ἀπόφαση τῆς 16ης Μαρτίου 1978 στην ὑπόθεση 115/76, Leonardo Leonardini κατά 'Επιτροπής, Slg. 1978, σ. 735.
( 6 ) Ἀπόφαση τῆς 16ης 'Οκτωβρίου 1980 στίς συνεκδικασθεῖσες ὑποθέσεις 63 καί 64/79, Lieselotte Herber, χήρα Boizard, καί Martine Boizard κατά 'Επιτροπής, Slg. 1980, σ. 2975.
( 7 ) 'Απόφαση τῆς 2ας 'Ιουλίου 1981 στην ὑπόθεση 185/80, Cosimo Garganese κατά 'Επιτροπής, δέν ἔχει ἀκόμη δημοσιευθεῖ στην Συλλογή.
Full & Egal Universal Law Academy