ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 5 ΜΑΪΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ἡ παρούσα υπόθεση ἀνέκυψε μετά ἀπό αίτηση του Bundesfinanzhof περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως καί άφορᾶ — ὅπως ἡ υπόθεση Polydor την ὁποία ἐδικάσατε πολύ προσφάτως (ἀπόφαση τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1982) — την ερμηνεία μιας διατάξεως τῆς συμφωνίας πού υπεγράφη στίς 22 'Ιουλίου 1972 στίς Βρυξέλλες μεταξύ της Ευρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς Κοινότητος καί τῆς Δημοκρατίας τῆς Πορτογαλίας, συμφωνία πού συνήφθη καί ενεκρίθη ἐξ ὀνόματος τῆς Κοινότητος μέ τόν κανονισμό 2844/72 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1972.
Τά πραγματικά περιστατικά εἶναι τά έξης:
Ή προσφεύγουσα στην κυρία δίκη, ἡ ετερόρρυθμος κατά μετοχάς εταιρία Christian Adalbert Kupferberg & Cie, ἑδρεύουσα στό Mainz, ἐξετελώνισε καί ἔθεσε σέ ελεύθερη κυκλοφορία στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, τόν Αὔγουστο τοῦ 1976, οίνους Πορτό πού προήρχοντο ἀπό τήν Πορτογαλία.
Τό προϊόν αυτό παράγεται μετά ἀπό διακοπή τῆς ζυμώσεως τῆς πρώτης ὕλης, δηλαδή τοῦ οἴνου, καί προσθήκη προϊόντων ἀποστάξεως οἴνου μέχρι συμπληρώσεως τῆς τελικῆς περιεκτικότητος σέ οινόπνευμα. Σύμφωνα μέ τόν ορισμό τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κανονισμού 948/70 τοῦ Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 1970, ὁ οἶνος Πορτό κατατάσσεται στους «οίνους λικέρ» κατά τήν ἔννοια τοῦ Branntweinmonopolgesetz (γερμανικοῦ νόμου περί μονοπωλίου οινοπνεύματος). Κατά τά άρθρα 151 καί 152 τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἡ εισαγωγή οἴνων λικέρ υπόκειται στην καταβολή εξισωτικού φόρου μονοπωλίου (Monopolausgleich) γιά τήν περιεκτικότητα σέ οινόπνευμα πού υπερβαίνει τό 14 % vol, ὁ φόρος δέ αυτός ἀντιστοιχεί πρός τόν φόρο οινοπνεύματος ή πρός τόν πρόσθετο φόρο οινοπνεύματος (Branntweinaufschlag), ὅπως είδατε σέ προηγούμενες υποθέσεις.
Σύμφωνα μέ τίς διατάξεις αὐτές, τό Hauptzollamt (Κεντρικό Τελωνείο) εισέπραξε γιά τήν περιεκτικότητα σέ οινόπνευμα των οἴνων Πορτό πού υπερέβαινε τό 14 ο/ο vol εξισωτικό φόρο ύψους 18013,80 DM (γερμανικῶν μάρκων), μέ βάση τόν τότε ισχύοντα συντελεστή 1650 DM ἀνά ἑκατόλιτρο οινοπνεύματος.
Κατόπιν προσφυγής τῆς ἑταιρίας Kypferberg, τό Finanzgericht, τῆς Ρηνανίας-Παλατινάτου τροποποίησε τήν ἀπόφαση επιβολής φόρου καί μείωσε τόν εξισωτικό φόρο μονοπωλίου σέ 16303,80 DM. Τό Finanzgericht έλαβε ὑπ᾽ ὄψη σχετικά τό γεγονός ὅτι τό ἀπόσταγμα φρούτων πού χρησιμοποιείται γιά τήν παραγωγή των γερμανικών οἴνων λικέρ υπόκειται σέ μειωμένο κατά 21 ο/ο πρόσθετο φόρο οινοπνεύματος, σύμφωνα μέ τό άρθρο 79, παράγραφος 2, τοῦ Branntweinmonopolgesetz (νόμου περί μονοπωλίου οινοπνεύματος), ἐφ᾽ ὅσον τό ἀπόσταγμα αυτό παράγεται ἀπό ἀποστακτήρια φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών πού έχουν επίσης τό δικαίωμα νά μεταποιούν οἶνο. Τό ερώτημα ἐάν κατά τήν ήμερα τῆς εισαγωγής τά ἀποστακτήρια τῶν γερμανικών φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών παρήγαν πράγματι προϊόντα ἀποστάξεως οἴνου εἶναι άνευ σημασίας, κατά τό Finanzgericht, δεδομένου ὅτι ἐν πάση περιπτώσει ὁ Branntweinmonopolgesetz προβλέπει τή δυνατότητα αυτή, γεγονός τό όποιο συνεπάγεται γιά τά ὁμοειδή εισαγόμενα ἀποστάγματα οἴνου δυσμενή διάκριση ἐκ τοῦ νόμου.
Κατόπιν τῆς ἀσκήσεως «Revision» ἀπό τό Hauptzollamt, τό Bundesfinanzhof, μέ διάταξη τῆς 24ης Μαρτίου 1981, ἀνέβαλε τήν έκδοση ὁριστικῆς ἀποφάσεως. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, σᾶς υποβάλλει τό ερώτημα ἐάν ἡ ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων πού θέτει τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας εἶναι διάταξη πού έχει ἀπ᾽ ευθείας εφαρμογή, τήν ὁποία δύναται νά επικαλεσθεί ἡ προσφεύγουσα. Τό Bundesfinanzhof κρίνει ὅτι σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως τίθεται τό συμπληρωματικό ερώτημα ἐάν ἡ διάταξη αυτή έχει τό ίδιο περιεχόμενο μέ τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί ἐάν εφαρμόζεται ἐπί τῆς εισαγωγής οἴνων Πορτό.
Μόνο δέ σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως στά ερωτήματα αυτά τό Bundesfinanzhof επιθυμεί νά πληροφορηθεί ἄν τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἡ τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας εφαρμόζεται ἀκόμη καί σέ περίπτωση πού υφίσταται δυνητική μόνο διάκριση, δηλαδή ὅταν, ἀπό αυστηρώς νομικής ἀπόψεως, υφίσταται δυνατότης διακρίσεως, ἡ ὁποία ὅμως ἀποκλείεται στην πραγματικότητα, επειδή τά προς σύγκριση εγχώρια προϊόντα υπόκεινται ἀνεξαιρέτως στόν ἴδιο φόρο ὅπως τά εισαγόμενα προϊόντα. Τό Bundesfinanzhof, ξεκινώντας ἀπό τό γεγονός ὅτι τό γερμανικό φορολογικό σύστημα προβαίνει σέ συμπληρωματική διάκριση μεταξύ τῶν οἴνων στους ὁποίους προστίθεται οινόπνευμα ἀφ᾽ ενός, καί τῶν οἴνων τῶν ὁποίων ἡ υψηλή περιεκτικότης σέ οινόπνευμα προέρχεται ἀπό φυσική ζύμωση ἀφ᾽ έτερου, σᾶς έρωτᾶ ἐάν, ἐν ὄψει τῆς συγκρίσεως τῶν φόρων πού επιτάσσει τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης, ὁ οίνος Πορτό είναι ὁμοειδής ὄχι μόνο πρός τους γερμανικούς οίνους λικέρ, άλλά πρέπει νά συγκριθεί επίσης πρός τους οίνους τῶν ὁποίων ὁ ἀλκοολικός τίτλος προέρχεται ἀπό φυσική ζύμωση.
Ι —
Τό VII τμήμα τοῦ Bundesfinanzhof ὀρθώς καί λογικώς θέτει πρώτο τό ερώτημα ἄν τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας έχει ἀπ᾽ εὐθείας εφαρμογή, ἄν δηλαδή οἱ επιχειρηματίες δύνανται νά ἐπικαλοθνται ενώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων τή διάταξη αυτή, ή ὁποία εἶναι διατυπωμένη ὡς έξῆς:
«Τά συμβαλλόμενα μέρη ἀπέχουν ἀπό κάθε μέτρο ἡ πρακτική ἐσωτερικής φορολογικής φύσεως, πού εισάγει άμεσα ἡ έμμεσα διάκριση μεταξύ τῶν προϊόντων τοῦ ἑνός συμβαλλομένου μέρους καί τῶν ὁμοίων [ὁμοειδῶν] προϊόντων καταγωγῆς τοῦ άλλου συμβαλλομένου μέρους.»
Καθώς γνωρίζετε, στην υπόθεση Polydor, τό London Court of Appeal εἶχε ήδη θέσει τό ζήτημα τοῦ ἀμεσου ἀποτελέσματος μιας διατάξεως τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας. Στην υπόθεση εκείνη, επρόκειτο γιά τήν υποχρέωση καταργήσεως τῶν ποσοτικών περιορισμών τῶν εισαγωγών, τήν ὁποία προβλέπει τό άρθρο 14, παράγραφος 2. Στην ἀπόφαση σας τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1982 δέν θίξατε τό ζήτημα αυτό, λόγω τῆς ἀπαντήσεως πού δώσατε στά διαφορετικά ερωτήματα πού εἶχαν τεθεί. Στην προκειμένη περίπτωση ὅμως, συμφωνώ μέ τίς κυβερνήσεις τῆς Δανίας, τῆς Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, τῆς Γαλλίας καί τοῦ Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς καί μέ τήν 'Επιτροπή, καί έχω τήν γνώμη ὅτι εἶναι δυσχερές νά μή λάβετε θέση ὡς πρός τό ζήτημα ἄν τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας παρέχει δικαιώματα τά όποια δύνανται νά προβληθούν ενώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων.
Καθώς ήδη έχω λάβει θέση ὡς πρός τό θέμα αυτό, στίς προτάσεις μου στην υπόθεση Polydor, θά περιορισθώ στους κυρίους λόγους πού, κατά τήν γνώμη μου, ἐπιβάλλουν ἀρνητική ἀπάντηση στό ερώτημα αὐτό.
Κατ' ἀρχάς, τίποτε δέν εἶναι δυνατό νά συναχθεί, ὅσον άφορᾶ τό ἀποτέλεσμα τῶν διαφόρων διατάξεων τῆς συμφωνίας αυτής, ἀπό τόν τύπο τῆς νομικής πράξεως μέ τήν ὁποία τό Συμβούλιο συνήψε καί ενέκρινε τήν συμφωνία ἐξ ὀνόματος τῆς Κοινότητος.
'Ομοίως, ὁπως ὀρθώς τονίζει τό παρα-πέμπον δικαστήριο, οἱ μέχρι σήμερα εκδοθείσες ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου πού ἀφοροῦν τό άμεσο ἀποτέλεσμα τῶν συνα-φθεισῶν μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῶν τρίτων χωρών συμφωνιών δέν ὁδηγούν σέ συγκεκριμένα συμπεράσματα. "Ετσι, ἀναγνωρίσατε τέτοιο άμεσο ἀποτέλεσμα σέ διάφορες διατάξεις τῆς συμφωνίας Γιαουντέ τοῦ 1973, επειδή ἡ συμφωνία αυτή δέν ἐβα-σίζετο στην ἀμοιβαιότητα, άλλά ἀπέβλεπε στην παροχή ειδικών πλεονεκτημάτων σέ ὁρισμένα ἀφρικανικά κράτη καί στή Μαδαγασκάρη. Ἀπεναντίας, δέν εἶναι δυνατό νά γίνεται λόγος γιά τέτοια ἀσυμμετρία στην περίπτωση τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας ἡ ὁποία βασίζεται στην ἀρχή τῆς πλήρους ἰσότητος.
Στην υπόθεση Haegeman (181/73, ἀπόφαση τῆς 30ής 'Απριλίου 1974, Recueil σ. 449), κάνατε σαφώς δεκτό ὅτι ἡ συμφωνία συνδέσεως μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς 'Ελλάδος ἀποτελούσε ἀναπόσπαστο τμήμα τῆς κοινοτικής έννόμου τάξεως καί ἀναγνωρίσατε συνεπώς άμεσο ἀποτέλεσμα σέ ὁρισμένες διατάξεις τῆς συμφωνίας αυτής. Στίς προτάσεις μου στην υπόθεση Pabst & Richarz, έκρινα επίσης ὅτι τό άρθρο 53, παράγραφος 1, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ— 'Ελλάδος παρήγε τέτοιο ἀποτέλεσμα, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη τόσο τῶν στόχων καί τοῦ περιεχομένου τῆς συμφωνίας συνδέσεως, ὅσο καί τοῦ γράμματος τῆς διατάξεως αυτής, ἡ ὁποία δύναται νά συγκριθεί πρός τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 95, παράγραφος 1 τῆς συνθήκης. Στην προκειμένη υπόθεση ὅμως ἀφ᾽ ενός μέν ἡ συμφωνία ελευθέρου εμπορίου μέ τήν Πορτογαλία είναι περισσότερο περιορισμένη στους στόχους καί στό περιεχόμενο τῆς ἀπό τήν συμφωνία συνδέσεως, ἀφ᾽ έτερου δέ ἡ διατύπωση τοῦ ἄρθρου 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας διαφέρει αισθητώς, ὅπως θά δοῦμε, ἀπό τίς ἀντίστοιχες διατάξεις τοῦ άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, τῆς συνθήκης.
Ἀντιθέτως τέλος πρός αυτό πού ὑποστηρίζει ἡ προσφεύγουσα στην κυρία δίκη, δέν εἶναι δυνατή επίσης ἡ επίκληση τῆς ἀποφάσεως σας τῆς 13ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση Hansen (91/78, Recueil σ. 935). Ή διάταξη την ὁποία ερμηνεύει ἡ ἀπόφαση αύτή, δηλαδή τό άρθρο 5, παράγραφος 1, τῆς ἀποφάσεως 70/549, τῆς 29ης Σεπτεμβρίου 1970, βεβαίως ταυτίζεται σχεδόν πρός τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας, άλλα ἀποτελεί ἀναπόσπαστο τμῆμα μιᾶς μονομερούς νομικῆς πράξεως, μέ την ὁποία ἡ Κοινότης ἀπεφάσισε νά παραχωρήσει ὁρισμένα πλεονεκτήματα στίς συνδεδεμένες χώρες καί υπερπόντια εδάφη πού ἀναφέρονται στην πράξη αυτή. Στην ἀπόφαση αυτή συναντοῦμε επίσης τήν ἀσυμμετρία πού προανέφερα, ἡ ὁποία είναι καί τό μόνο πού δύναται νά δικαιολογήσει τήν αναγνώριση ἀμεσου ἀποτελέσματος.
'Αντιθέτως, στην ἀπόφαση σας International Fruit Company, τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1972 (συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 21 έως 24/72, Recueil σ. 1219), δέν δεχθήκατε τήν ἀπ᾽ εὐθείας εφαρμογή τοῦ ἄρθρου ΧΙ της GATT — τό όποιο άφορᾶ τήν κατάργηση των ποσοτικῶν περιορισμῶν — επειδή οἱ διατάξεις τῆς GATT, οἱ όποιες ρητώς ἀπευθύνονται στά κράτη ὡς «συμβαλλόμενα μέρη», χαρακτηρίζονται ἀπό μεγάλη ελαστικότητα.
Κατά τήν γνώμη μου, τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τή συμφωνία ΕΟΚ — Πορτογαλίας: οἱ διατάξεις τῆς — ὅπως καί οἱ διατάξεις τῆς GATT — εἶναι λιγότερο αυστηρές ἀπό τίς διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἡ συμφωνία αυτή περιέχει σειρά ρητρών παρεκκλίσεως μέ μεγάλη ευρύτητα καί, τέλος, δύναται νά καταγγελθεί, ἡ καταγγελία δέ αυτή παράγει τά ἀποτελέσματα τῆς ένα έτος μετά τήν κοινοποίηση τῆς καταγγελίας (άρθρο 37). Ὡς πρός τίς διαφορές πού υφίστανται μεταξύ τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας καί πού ἀφοροῦν τό περιεχόμενο, τή δομή καί τους στόχους, ἄς μοῦ επιτραπεί νά ἀναφερθώ στίς προτάσεις πού ἀνέπτυξα στην υπόθεση Polydor. Νομίζω ὅτι εἶναι ιδιαιτέρως σημαντικό ὡς πρός τό σημείο αυτό ὅτι ή συμφωνία EΟΚ—Πορτογαλίας — ὅπως ἀκριβώς καί οἱ άλλες συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου — δέν προβλέπει καμμία δικαστική ἀρχή γιά τήν επίλυση τῶν διαφορών, ἀλλά παραπέμπει ἀποκλειστικώς στην πολιτική διαδικασία τῆς «Μικτῆς Επιτροπής» (άρθρα 32 ἑπ.). Συνεπώς, ἡ ἀναγνώριση ἀμεσου ἀποτελέσματος σέ μία διάταξη τῆς συμφωνίας χωρίς τήν εγγύηση ὅτι οἱ ιδιώτες θά δύνανται νά επικαλεσθούν τήν ίδια αυτή διάταξη στην Πορτογαλία ὑπό τίς ίδιες συνθήκες καί μέ τίς ίδιες συνέπειες σέ περίπτωση πού ζητήσουν δικαστική προστασία θά ἀπέβαινε, λόγω τῆς ελλείψεως ἀμοιβαιότητος, εἰς βάρος της Κοινότητος, πράγμα τό όποιο δέν ἀνταποκρίνεται στην βούληση τῶν συμβαλλομένων μερών, ὅπως προκύπτει ἀπό τή συμφωνία.
Στην ἀπόφαση σας τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1982 ἐπί τῆς ὑποθέσεως Polydor, τονίσατε τους διαφορετικούς στόχους τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας, ἡ ὁποία «ἀποσκοπεί στή φιλελευθεροποίηση τοῦ εμπορίου μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς Πορτογαλίας», καί τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ ὁποία «επιδιώκει τή συγχώνευση τῶν εθνικών ἀγορών σέ ἑνιαία ἀγορά, πού νά έχει τά χαρακτηριστικά ἐγχωρίας ἀγορᾶς». Μέ τήν ευκαιρία αυτή, τονίσατε ὅτι ἐπεβάλλετο κατά μείζονα λόγο νά γίνει διάκριση ἀφού «τά μέσα, τά όποια διαθέτει ἡ Κοινότης γιά νά επιτύχει, εντός τῆς κοινῆς ἀγορᾶς, τήν ὁμοιόμορφη εφαρμογή τοῦ κοινοτικού δικαίου καί τήν προοδευτική κατάργηση τῶν νομοθετικών διαφορών δέν ευρίσκουν κάτι ισοδύναμο στό πλαίσιο τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς Πορτογαλίας». Κατά συνέπεια, κρίνατε ὅτι, παρά τήν ὁμοιότητα τοῦ γράμματος ἀφ᾽ ενός μέν τῶν άρθρων 14, παράγραφος 2, καί 23 τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας, ἀφ᾽ έτερου δέ τῶν άρθρων 30 καί 36 τῆς συνθήκης, δέν ὑφίσταντο επαρκείς λόγοι γιά τήν ἀνάλογη εφαρμογή ἐπί τοῦ συστήματος τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας τῆς νομολογίας τῆς σχετικῆς πρός τίς τελευταίες αυτές διατάξεις.
Τό αυτό συμβαίνει ὅσον άφορᾶ την σύγκριση μεταξύ τοῦ ἄρθρου 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας καί τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης. Τό Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία ἀπό τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως Lütticke της 16ης 'Ιουνίου 1966 (υπόθεση 57/65, Recueil σ. 293), ἀνεγνώρισε άμεσο ἀποτέλεσμα στό άρθρο 95 τῆς συνθήκης, ἄν καί, σύμφωνα μέ τό γράμμα της, ἡ διάταξη αύτη ἀπευθύνεται μόνο πρός τά κράτη μέλη. Ή ἀπόφαση αὐτή τονίζει σαφῶς ὅτι τό άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, σύμφωνα μέ τό όποιο τά εισαγόμενα προϊόντα ἀπό τά άλλα κράτη μέλη δέν εἶναι δυνατό νά επιβαρύνονται μέ εσωτερικούς φόρους ἀνώτερους ἀπό αὐτούς πού επιβαρύνουν τά ομοειδή εθνικά προϊόντα, έχει σκοπό τήν εξασφάλιση τῆς ἰσότητος τῶν υπηκόων τῆς Κοινότητος έναντι τῶν εθνικῶν νομοθεσιών καί συνιστά, ἀπό τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, «τό ἀναγκαίο θεμέλιο τῆς κοινής ἀγοράς» στό φορολογικό τομέα. Ἀπό τή διαπίστωση αυτή συνάγεται ὅτι ἡ σημασία τῆς νομολογίας αὐτῆς πρέπει νά εκτιμηθεί ὑπό τό πρίσμα τῶν στόχων καί τῆς δράσεως της Κοινότητος, ὁπως ὁρίζονται στά άρθρα 2 καί 3 τῆς συνθήκης. Ή διαπίστωση αυτή λαμβάνει κυρίως ὑπ᾽ ὄψη τό γεγονός ὅτι, ὅπως ήδη δεχθήκατε στή υπόθεση Costa κατά Enel (6/64, ἀπόφαση τῆς 15ης 'Ιουλίου 1964, Recueil σ. 1158), «ή συνθήκη της ΕΟΚ, σέ ἀντίθεση πρός τίς συνήθεις διεθνείς συνθῆκες, καθιέρωσε μιά ιδιαίτερη έννομη τάξη, ἡ ὁποία κατέστη ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ νομικοῦ συστήματος τῶν κρατών μελών κατά τήν έναρξη της ἰσχύος τῆς συνθήκης καί τῆς ὁποίας ή εφαρμογή ἐπιβάλλεται στά δικαστήριά τους».
"Οπως ἀπέδειξα, ἡ ἀντίληψη αύτη δέν έχει ἀνάλογη εφαρμογή ἐπί τῆς συμφωνίας μέ τήν Πορτογαλία, ἡ ὁποία διαφέρει ὡς πρός τόν στόχο καί τή φύση τῆς ἀπό τή συνθήκη ΕΟΚ καί ἀποβλέπει μόνο στή δημιουργία ζώνης ελευθέρου εμπορίου μεταξύ τῶν συμβαλλομένων μερών.
II —
Ἐρχόμεθα, έτσι, στό δεύτερο ἐρώτημα πού ὑπέβαλε τό Bundesfinanzhof, ἄν δηλαδή τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας περιέχει ἀπαγόρευση διακρίσεων ἀντίστοιχη πρός εκείνη τοῦ ἄρθρου 95, πρώτη παράγραφος, τῆς συνθήκης. Λόγω τῆς προτεινομένης ἀρνητικῆς ἀπαντήσεως στό πρώτο ερώτημα, τό δεύτερο πρέπει νά εξετασθεί μόνο επικουρικώς, ἀλλά ἡ απάντηση σέ αυτό παρέχει ένα νέο επιχείρημα κατά τοῦ ἀμεσου ἀποτελέσματος τοῦ άρθρου 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ—Πορτογαλίας.
1.
'Από τήν ἀπόφαση Lütticke δέχεσθε κατά πάγια νομολογία ὅτι τό άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, περιέχει ἀπαγόρευση διακρίσεων πού θεμελιώνει σαφή καί ἀνεπιφύλακτη υποχρέωση, γιά τήν εκτέλεση ἡ τά ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας δέν χρειάζεται καμμία πράξη τῶν κοινοτικών ὀργάνων ἡ τῶν κρατών μελών καί ἡ ὁποία δύναται, κατά συνέπεια, νά παράγει άμεσα ἀποτελέσματα στίς έννομες σχέσεις μεταξύ τῶν κρατών μελών καί τῶν πολιτών τους. Ἐπί πλέον, στην ἀπόφαση πού ἐξεδόθη ἐπί τῆς υποθέσεως Fink-Fruit τῆς 4ης 'Απριλίου 1968 (27/67, Recueil σ. 327), ἀναγνωρίσατε τέτοιο ἀποτέλεσμα επίσης στό άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, τῆς συνθήκης, τό όποιο «καθιερώνει μιά απλή ἀπαγόρευση προστασίας, πού συνιστά τό ἀναγκαίο συμπλήρωμα τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς πρώτης παραγράφου». 'Ως πρός τό σημεῖο αὐτό, τονίσατε σαφώς ὅτι ἡ διάταξη αυτή περιέχει βεβαίως στοιχεία πού ἀφοροῦν τήν ἐκτίμηση οικονομικών δεδομένων, άλλά ὅτι τό γεγονός αυτό δέν ἀποκλείει τό δικαίωμα καί τήν υποχρέωση τοῦ ἐθνικοῦ δικαστοῦ νά εξασφαλίζει τήν τήρηση τῶν κανόνων τῆς συνθήκης. Τέλος, στις ἀποφάσεις πού ἐξεδόθησαν στίς 27 Φεβρουαρίου 1980 ἐπί τῶν ὑποθέσεων 168/78 ('Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Recueil σ. 347), 169/78 (Ἐπιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας, Recueil σ. 385) καί 171/78 (Ἐπιτροπή κατά Βασιλείου τῆς Δανίας, Recueil σ. 447), οἱ όποιες ἀφορούσαν τά ἀνάλογα χαρακτηριστικά τῆς φορολογίας τῶν οινοπνευματωδῶν ποτών, ἀφήσατε εκκρεμές, λόγω των υφισταμένων δυσχερειῶν ὡς πρός τά ουσιαστικά κριτήρια τῆς διαφοροποιήσεως, τό ζήτημα ἄν τά ἐν λόγω ποτά ήσαν, ἐν ὅλω ἡ ἐν μέρει, προϊόντα ὁμοειδή κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 95, πρώτη παράγραφος. Δεχθήκατε ὅτι τά εισαγόμενα ποτά εὑρίσκοντο σέ ἀνταγωνιστική σχέση, τουλάχιστον μερικώς, πρός τά σχετικά εγχώρια προϊόντα καί ὅτι ἄρα ὑπήρχε λόγος νά ἀναγνωρισθεί ἡ ύπαρξη παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 95, δεύτερη παράγραφος.
Σέ μία άλλη σειρά ἀποφάσεων (συγκεκριμένα στίς ἀποφάσεις τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1976, Rewe-Zentrale, Recueil σ. 181, της 22ας 'Ιουνίου 1976, Bobie, Recueil σ. 1079, καί τῆς 10ης 'Οκτωβρίου 1978, Hansen & Balle, Recueil σ. 1787), δεχθήκατε τήν ύπαρξη παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 95, πρώτη παράγραφος, ἐφ' ὅσον τό εθνικό φορολογικό σύστημα παρείχε στά εγχώρια προϊόντα, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, πλεονεκτήματα πού δέν ίσχυαν γιά τά εισαγόμενα προϊόντα.
Ή νομολογία αυτή εξηγείται ἀπό τό στόχο τοῦ ἄρθρου 95, ὁ όποιος, ὁπως ἐπεβεβαιώθη ἀπό τό Δικαστήριο στην υπόθεση 169/78, συνίσταται «στην εξασφάλιση τῆς πλήρους οὐδετερότητος τῶν εσωτερικών φόρων έναντι τοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξύ εγχωρίων καί εισαγομένων προϊόντων».
2.
Συνεπώς, ἄν γίνει σύγκριση, ὑπό τό φῶς τῆς νομολογίας αυτής, τοῦ ἄρθρου 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας πρός τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει κατ' ἀρχάς νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ συμφωνία ΕΟΚ — Πορτογαλίας δέν ἀποσκοπεί στην καθιέρωση ενός χώρου «πλήρως ουδετέρου ἔναντι τοῦ ἀνταγωνισμού» στό πλαίσιο μιᾶς ενοποιημένης οικονομίας. Κατά συνέπεια, μιά σχετική πρός τίς φορολογικές διακρίσεις διάταξη τῆς συμφωνίας αυτής δέν εἶναι επίσης δυνατό νά ἑρμηνευθεί ὅτι ἀποβλέπει σέ τέτοιο σκοπό, ἀκόμη καί ἄν ἡ διατύπωση της εἶναι ἡ ίδια ἡ ανάλογη πρός τή διατύπωση τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν πλέον περιορισμένων στόχων τῆς συμφωνίας αυτής, όταν εμφανίζεται μια τέτοια ρήτρα περί ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων, τό μόνο σημαντικό ζήτημα εἶναι ἄν μέ τά φορολογικά μέτρα ἀσκείται πράγματι προστατευτισμός, ὅσον άφορᾶ τίς εισαγωγές εμπορευμάτων, ὁ όποιος θέτει μέ τόν τρόπο αυτό σέ κίνδυνο τήν εξάλειψη τῶν εμποδίων στό εμπόριο.
Ή ερμηνεία αυτή ἀνταποκρίνεται πρός τίς ἀπαγορεύσεις διακρίσεων πού προβλέπει τό άρθρο III, παράγραφος 2, τῆς GATT καί τό άρθρο 6 τῆς συμφωνίας ΕΖΕΣ τοῦ 1959 (σύμβαση τῆς Στοκχόλμης), οἱ όποιες λαμβάνουν ὑπ' ὄψη τόν προστατευτισμό πού ἀπορρέει ἀπό τό φορολογικό σύστημα.
"Οταν εξετάζεται τό ερώτημα ἄν υφίσταται ἕνα τέτοιο προστατευτικό ἀποτέλεσμα, ὑπάρχουν σημαντικά περιθώρια εκτιμήσεως πού κατ' ἀνάγκη προϋποθέτουν τήν προσφυγή σέ κριτήρια οικονομικῆς καί φορολογικής πολιτικής. Συνεπώς, ἄν ἀναγνωρισθεί άμεσο ἀποτέλεσμα στό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας, οἱ δικαστικές αποφάσεις θά δύνανται νά προδικάζουν τίς ἀποφάσεις τῆς Μικτής 'Επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή, ἡ διαδικασία τῆς λήψεως πολιτικών ἀποφάσεων, τήν ὁποία επέλεξαν τά συμβαλλόμενα μέρη, θά μετετίθετο στό δικαστικό πεδίο καί οἱ διαφορετικές ἀποφάσεις πού θά ἐξέδιδαν τά εθνικά δικαστήρια θά ήταν συνεπώς δυνατό νά ἀνατρέψουν τήν ισορροπία κατά τήν εκτέλεση τῆς συμφωνίας, πράγμα επίσης ἀσυμβίβαστο μέ τό χαρακτήρα τῆς ἀμοιβαιότητος πού έχει ή συμφωνία ΕΟΚ — Πορτογαλίας.
'Ακόμη καί ἄν ὑπεστηρίζετο ἡ άποψη ὅτι τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας δέν χρησιμοποιεί τό κριτήριο τοῦ προστατευτισμοῦ των φορολογικῶν μέτρων καί ὅτι ἡ διάταξη αύτη έχει περιεχόμενο ταυτόσημο πρός τό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 95, πρώτη παράγραφος, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καί πάλι θά έπρεπε νά διατυπωθοῦν οἱ ίδιες επιφυλάξεις, ἀφοῦ ὁπως προκύπτει ἀπό τή νομολογία σχετικά μέ τό άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ έννοια τοῦ ὁμοειδούς ἀφήνει ἐπίσης σημαντικά περιθώρια εκτιμήσεως, πράγμα το όποιο ὁδηγεί στην μή ἀναγνώριση ἀμεσου ἀποτελέσματος στήν ἀπαγόρευση τῶν φορολογικών διακρίσεων τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας, σύμφωνα μέ τή νομολογία σας.
3.
'Εάν οἱ διατάξεις διαφόρων διεθνών συμφωνιών πού εἶναι διατυπωμένες κατά τόν 'ίδιο τρόπο δέν έχουν κατ' ἀνάγκη τήν ίδια έννοια, αυτό συμβαίνει κατά μείζονα λόγο γιά τίς διατάξεις οἱ όποιες, ὁπως ἐν προκειμένω, παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές στην διατύπωσή τους. Τό άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀφορᾶ τήν ἰσότητα τῶν φορολογικών επιβαρύνσεων, ἐνῶ τό άρθρο 21 τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας άφορᾶ «τά μέτρα καί τήν πρακτική εσωτερικῆς φορολογικῆς φύσεως» πού εισάγουν «διακρίσεις». Ή έμφαση πού δίδεται στό τελευταίο αυτό σημείο δείχνει ἐν πάση περιπτώσει ὅτι τά συμβαλλόμενα μέρη ηθέλησαν νά προσδώσουν μεγαλύτερη σημασία, ἀπό ὅ,τι στην περίπτωση τοῦ ἄρθρου 95, πρώτη παράγραφος, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, στίς πραγματικές οικονομικές συνέπειες τῆς διακρίσεως ἀντί νά δεχθούν ὡς κριτήριο μόνο τή διαφορά τῶν επιβαρύνσεων.
Σέ σχέση μέ τή συνθήκη ΕΟΚ, παρατηρούμε ἐπί πλέον ὅτι τά συμβαλλόμενα μέρη, ἀφού δέν συμφώνησαν νά θεσπισθεί διάταξη ἀντίστοιχη πρός τό άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, ηθέλησαν σαφώς νά υιοθετήσουν λύση πού νά έχει μικρότερο πεδίο εφαρμογῆς, καί ἐθέσπισαν τήν ἀπαγό-ρευση τῶν διακρίσεων πού περιέχεται στήν συμφωνία ΕΟΚ — Πορτογαλίας. Ἔπειτα, τό γεγονός ὅτι τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας περιορίζεται στά ὁμοειδή ἐμπορεύματα έχει κατ' ἀνάγκη μεγαλύτερη σημασία ἀπό ὅ,τι στην περίπτωση τοῦ ἄρθρου 95, γιά τό όποῖο δυνάμεθα ἐν ἀνάγκη νά προστρέξουμε στην γενική διάταξη τῆς δευτέρας παραγράφου.
4.
Τέλος, ἡ γένεση τοῦ ἄρθρου 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας, ὅπως περιγράφεται λεπτομερώς ἀπό τήν 'Επιτροπή, δείχνει ὅτι, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη τῶν πλέον περιορισμένων στόχων τῆς συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου, τά συμβαλλόμενα μέρη ηθέλησαν νά προσδώσουν στή διάταξη αυτή πλέον περιορισμένη σημασία ἀπό ὅ,τι στην ἀντίστοιχη ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων πού προβλέπει τό άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
ΙΙΙ —
'Εν ὄψει τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν, δέν πρέπει νά εἶναι πλέον ἀναγκαίο νά ἐξε-τασθοῦν τά λοιπά ερωτήματα. Θά διατυπώσω πάντως, ὅλως επικουρικώς, τίς ἀκόλουθες παρατηρήσεις ἐπ᾽ αὐτών.
1.
Τό παραπέμπον δικαστήριο σᾶς θέτει τό ερώτημα ἄν τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη τῶν ειδικών ὅρών τοῦ συνημμένου στή συμφωνία πρωτοκόλλου 8, ἐφαρμόζεται ἐπί της εισαγωγῆς οἴνων Πορτό.
Ή ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό προκύπτει ἀπό τό ἄρθρο 2 τῆς συμφωνίας, τό ὁποῖο ὁρίζει, κατά γενικό τρόπο, τό καθ' ύλη πεδίο εφαρμογῆς της. Κατά τή διάταξη αυτή, ἡ συμφωνία εφαρμόζεται μεταξύ άλλων στά προϊόντα πού περιλαμβάνονται στά πρωτόκολλα 2 καί 8 — αγροτικά προϊόντα καί μεταποιημένα προϊόντα — «λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη τῶν ειδικών ὅρών πού προβλέπονται ἀπό αὐτά». 'Αλλά ἡ απαγόρευση τῶν φορολογικών διακρίσεων πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τους ειδικούς ὅρούς τῶν πρωτοκόλλων 2 καί 8, πού ἀφοροῦν την μείωση των εισαγωγικῶν δασμών, μέ συνέπεια τά περιλαμβανόμενα στό πρωτόκολλο 8 προϊόντα νά διέπονται ἀπό τίς γενικές διατάξεις τῆς συμφωνίας. Κατά τά λοιπά, τό πρωτόκολλο αυτό δέν προδικάζει τό πεδίο εφαρμογῆς πού πρέπει νά θεωρηθεῖ ὅτι ἔχει τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος.
2.
Τό παραπέμπον δικαστήριο επιθυμεί ἐν συνεχεία νά μάθει ἄν ἡ ευνοϊκή μεταχείριση πρέπει νά ισχύσει καί γιά τά εισαγόμενα εμπορεύματα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ἤ τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας, δηλαδή ἄν ἡ εὐνοϊκή φορολογική μεταχείριση πού κατά τόν γερμανικό Branntweinmonopolgesetz (νόμο περί μονοπωλίου οινοπνεύματος) ισχύει θεωρητικώς γιά τά εγχώρια προϊόντα πρέπει νά ισχύει καί γιά τά εισαγόμενα ὁμοειδή προϊόντα. Ὡς πρός τό σημείο αυτό, συμφωνώ μέ τό Bundesfinanzhof καί θεωρώ ὅτι, ὁπως προκύπτει ἀπό τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθώς καί ἀπό τή νομολογία σας — ἰδίως ἀπό τίς αποφάσεις πού ἐξεδόθησαν στίς υποθέσεις 45/75, 148/77, 26/80 (ἀπόφαση τῆς 30ης 'Οκτωβρίου 1980, Firma Schneider-Import GmbH & Co. KG κατά Hauptzollamt Mainz, Recueil 1980, σ. 3469) καί 153/80 (ἀπόφαση τῆς 7ης Μαΐου 1981, Rumhaus Hansen GmbH & Co. κατά Hauptzollamt Flensburg, Συλλογή 1981, σ. 1165) — μόνο μετά ἀπό συγκεκριμένη σύγκριση τῶν φορολογικών επιβαρύνσεων εἶναι δυνατόν νά λυθεί τό ζήτημα ἄν υφίσταται φορολογική διάκριση κατά τήν έννοια τῆς διατάξεως αυτής. Δέν πρέπει ἑπομένως νά λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψη, επειδή καί μόνον προβλέπεται ἀπό διάταξη νόμου, ή ενδεχόμενη ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση πού προβλέπει μέν θεωρητικώς γιά τά ὁμοειδή εγχώρια προϊόντα ἕνας εθνικός νόμος, ἡ όποια ὅμως δέν εἶναι δυνατό νά υλοποιηθεί στην πράξη.
Αυτό ισχύει ἰδίως γιά τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας, τοῦ ὁποίου τό πεδίο εφαρμογής, ὅπως ἀνέφερα, εἶναι περιορισμένο καί τό όποιο ἀποβλέπει μόνο στην παρεμπόδιση τῆς παροχής προστατευτικών πλεονεκτημάτων στά εγχώρια προϊόντα. Κατά συνέπεια, στό πλαίσιο τῆς διατάξεως αυτής, πρέπει μόνο νά εξακριβωθεί ἄν ένα φορολογικό πλεονέκτημα επιδρά πράγματι ἀρνητικώς ἐπί τῆς εισαγωγής τῶν παρομοίων προϊόντων, πράγμα τό όποιο είναι δυνατό νά διαπιστωθεί μόνο κατόπιν εξετάσεως τοῦ πραγματικού ὄγκου τῆς ευνοούμενης εγχωρίου παραγωγής καί τῆς εκτάσεως τῶν συνεπαγομένων επιπτώσεων ἀπό ἀπόψεως ἀνταγωνισμού. Όπως ὅμως γνωρίζουμε ἀπό τή δικογραφία, ἡ ευνοϊκή μεταχείριση τῶν «οἴνων λικέρ» πού παράγονται ἐντός τῆς Κοινότητος σέ σχέση μέ τους οἴνους Πορτό — ἐφ᾿ ὅσον υποτεθεί ὅτι τά προϊόντα αυτά εἶναι δυνατό νά συγκριθούν — ή ὁποία ὀφείλεται στή δυνατότητα παρασκευής τῶν οἴνων λικέρ αυτών μέ οινόπνευμα ἀπηλλαγμένο φόρου, είναι καθαρώς θεωρητική, ἀφοῦ στό πρός σύγκριση εθνικό προϊόν επιβάλλεται στή συγκεκριμένη περίπτωση στην πράξη ὁ ίδιος φόρος ὁπως καί στό εισαγόμενο προϊόν, γεγονός τό όποιο ἀποκλείει τήν ὕπαρξη οιασδήποτε διακρίσεως.
3.
Τέλος, προσήκει ἀρνητική επίσης ἀπάντηση στό τελευταίο ερώτημα περί τοῦ ἄν ἡ ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων πού προβλέπεται στό άρθρο 21 τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας ἀποκλείει διαφοροποιήσεις ἀναλόγως πρός τή σύσταση τῶν προϊόντων. Τό Bundesfinanzhof θέτει τό ερώτημα αυτό σέ σχέση μέ τό γεγονός ὅτι ὁ γερμανός νομοθέτης προβαίνει στή διάκριση μεταξύ ἀφ᾿ ενός μέν τῆς φορολογίας πού επιβάλλεται στους οίνους στους ὁποίους έχει προστεθεί οινόπνευμα, στους ὁποίους περιλαμβάνονται οἱ οἶνοι λικέρ καί οἱ οίνοι Πορτό, ἀφ᾿ έτερου δέ τῆς φορολογίας τῶν οἴνων ὑψηλοῦ ἀλκοολικοῦ τίτλου, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ περιεκτικότης σέ οινόπνευμα προέρχεται ἀπό φυσική ζύμωση.
"Αρα, ὅπως κρίνατε στην υπόθεση Bobie (Recueil 1976, σ. 1079) ὡς πρός τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ διάταξη αύτη δέν περιορίζει την ελευθερία τῶν κρατών μελών νά θεσπίζουν ὅποίο σύστημα φορολογίας κρίνουν κατάλληλο σέ σχέση μέ κάθε προϊόν. 'Επί πλέον, στίς υποθέσεις Schneider-Import (Recueil 1980, σ. 3469), Rumhaus Hansen (Συλλογή 1981, σ. 1165) καί στίς υποθέσεις Chemial Farmaceutici (140/79, ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιανουαρίου 1981, Συλλογή 1981, σ. 1) καί Vinal (46/80, ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιανουαρίου 1981, Συλλογή 1981, σ. 77), κάνατε σαφώς δεκτό ὅτι ή διαφοροποιημένη φορολογία προϊόντων πού εἶναι δυνατό νά έχουν τήν ίδια χρήση καί νά χρησιμοποιούνται πρός τόν ίδιο σκοπό δέν ἀποτελεί ἀπό τή φύση τῆς διάκριση κατά τήν ἔννοιa τοῦ ἄρθρου 95 της συνθήκης ΕΟΚ, ἄν ἡ διαφορετική μεταχείριση ὀφείλεται σέ νόμιμα κριτήρια, πού νά δικαιολογούνται ἀντικειμενικώς, ὅπως ή διαφορά τῆς φύσεως τῶν χρησιμοποιουμένων πρώτων ὑλών ἡ τῆς χρησιμοποιημένης μεθόδου παραγωγής. Ή σκέψη αυτή πρέπει νά εφαρμοσθεί κατά μείζονα λόγο στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 21 τῆς συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας. Όπως ὀρθώς εκθέτει τό Bundesfinanzhof, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη τῶν κριτηρίων αυτών, δέν πρέπει νά ὑπάρχει καμμία επιφύλαξη γιά τή διαφοροποιημένη φορολογική μεταχείριση τῶν οἴνων στους ὁποίους προστίθεται οινόπνευμα ἀφ᾽ ενός καί τῶν κανονικών οἴνων ἀφ᾽ έτερου.
ΙV —
Στά ὑποβληθέντα ερωτήματα προτείνω νά ἀπαντήσετε ὅτι τό άρθρο 21, πρώτη παράγραφος, τῆς συμφωνίας τῆς 22ας Ιουλίου 1972 μεταξύ τῆς Ευρωπαϊκῆς Οικονομικῆς Κοινότητος καί τῆς Δημοκρατίας τῆς Πορτογαλίας — τό πεδίο εφαρμογῆς τοῦ ὁποίου εἶναι μικρότερο ἀπό τό πεδίο τοῦ ἄρθρου 95, πρώτη παράγραφος, τῆς συνθήκης ΕΟΚ — δέν έχει ἀπ᾽ ευθείας εφαρμογή εντός της κοινοτικῆς έννομου τάξεως καί δέν παρέχει στους ιδιώτες κανένα δικαίωμα πού νά δύνανται νά ἐπικαλεσθούν ενώπιον τῶν ἐθνικῶν δικαστηρίων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy