ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 9 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
1.
Ή παρούσα υπόθεση εισήχθη κατά τοῦ Συμβουλίου καί τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπό μία γερμανική ἐπιχείρηση — τήν ἑταιρία Kind —, ἡ ὁποία ἀσχολείται μέ τήν εισαγωγή καί τό εμπόριο νωπῶν κρεάτων, προερχομένων ἀπό τήν Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί τό Ήνωμένο Βασίλειο. Ή επιχείρηση Kind ζητεί τήν ἀποκατάσταση τῆς ζημίας, τήν ὁποία Ισχυρίζεται ὅτι υπέστη λόγω ενός εἰδικοῦ μέτρου επιβολῆς εισφορᾶς λόγω εξαγωγῆς πού ἐθε-σπίσθη μέ τόν κανονισμό 1837/80 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 27ης 'Ιουνίου 1980, καθώς καί λόγω τοῦ ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν ἀνέστειλε τό ἐν λόγω μέτρο.
Πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι ὁ ἀνωτέρω κανονισμός ἐθέσπισε τήν κοινή ὀργάνωση ἀγορας στον τομέα τοῦ πρόβειου καί αἰγείου κρέατος, ὀργάνωση πού βασίζεται κυρίως στην ρύθμιση τῶν τιμῶν (κοινοτική τιμή βάσεως κατά περιοχή, τιμές ἀναγωγής καί τιμές πού σημειώνονται στίς ἀντιπροσωπευτικές αγορές τῆς Κοινότητος), στην χορήγηση πριμοδοτήσεων στους παραγωγούς γιά τήν ἀντιστάθμιση τῆς τυχόν ἀπωλείας εισοδήματος πού θά προέκυπτε ἀπό την θέσπιση τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς καί σέ άλλες μορφές παρεμβάσεως πού ἀποσκοποῦν στην καλή λειτουργία τῆς ἀγοράς. Μεταξύ τῶν μέτρων τῆς τελευταίας αὐτής κατηγορίας πρέπει νά ἀναφερθούν οἱ ἀγορές, στίς όποιες προβαίνουν οἱ ὀργανισμοί παρεμβάσεως ἐάν ή διαπιστουμένη τιμή κατέρχεται σέ ένα ὁρισμένο επίπεδο πού καθορίζεται στό άρθρο 7 παράγραφος 2 καί ἡ καταβολή μιας «μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής» πού ρυθμίζεται στό άρθρο 9. Ή ἐν λόγω πριμοδότηση δύναται νά χορηγηθεί ἀπό τό ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ὅταν οἱ τιμές πού διαπιστώνονται στην ἀντιπροσωπευτική ἀγορά του εἶναι κατώτερες ἀπό ἕνα «κατευθυντήριο ἐπίπεδο» πού ἀντιστοιχεί στό 85 % τῆς τιμής βάσεως, ὑπό τήν προϋπόθεση πάντως ὅτι στό κράτος αὐτό δέν εφαρμόζονται τά μέτρα ἐνισχύσεως πού συνίστανται σέ ἀγορές ἐκ μέρους των ὀργανισμών παρεμβάσεως. Ἀλλά τό ευεργέτημα τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής θά ἠδύνατο νά προκαλέσει στρεβλώσεις τοῦ ἀνταγωνισμοῦ ὅταν τά σφάγια προορίζονται γιά εξαγωγή έκτος τοῦ εδάφους τοῦ ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Γιά νά ἀποφευχθεί ἡ ἀρνητική αύτη συνέπεια, τό άρθρο 9 παράγραφος 3 προβλέπει τήν λήψη τῶν ἀναγκαίων μέτρων «ὥστε σέ περίπτωση πληρωμής τῆς πριμοδοτήσεως (σφαγής) ..., νά εισπράττεται ένα ποσό ισοδύναμο πρός ἐκεῖνο τῆς ἐν λόγω πριμοδοτήσεως γιά τά (ἴδια) προϊόντα ... κατά τήν έξοδό τους ἀπό τό έδαφος τοῦ ενδιαφερομένου κράτους μέλους». Ή εφαρμογή αυτής ἀκριβώς τῆς ειδικής εισφοράς λόγω εξαγωγής προεκά-λεσε κατά τους ισχυρισμούς τῆς ἐναγούσης επιχειρήσεως τήν ζημία, τήν ὁποία επικαλείται, μία αισθητή δηλαδή μείωση τοῦ κύκλου εργασιῶν τῆς μεταξύ Όκτωβρίου 1980 καί Μαρτίου 1981.
Οἱ λεπτομέρειες τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής ἐρρυθμίσθησαν μεταγενεστέρως μέ τόν κανονισμό 2661/80 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 17ης Όκτωβρίου 1980. Ειδικότερα, έστω καί ἄν ἡ ἀπόφαση γιά τήν χορήγηση τῆς πριμοδοτήσεως λαμβάνεται ἀπό τίς κρατικές ἀρχές ὅταν πληροῦνται οἱ σχετικές προϋποθέσεις, εναπόκειται στην Ἐπιτροπή νά καθορίζει κάθε εβδομάδα, γιά κάθε κράτος μέλος, τό ποσό τῆς πριμοδοτήσεως (βλ. άρθρο 3) καί τό εἰσπρακτέο ποσό κατά τήν έξοδο ἀπό τό έδαφος του τῶν ἐν λόγω προϊόντων (βλ. άρθρο 4).
Κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου εμπορίας 1980 - 1981, ἡ τιμή ἀγοράς τοῦ προβειου κρέατος στό Ήνωμένο Βασίλειο κατήλθε κάτω τοῦ «κατευθυντηρίου ἐπιπέδου». Κατά συνέπεια, οἱ βρετανικές ἀρχές ἐχορήγησαν τήν πριμοδότηση σφαγής. Κατά τό αυτό χρονικό διάστημα προ-εβλέφθη ἡ είσπραξη ἐπί τοῦ εξαγομένου πρόβειου κρέατος ποσοῦ ἀντιστοίχου προς τήν πριμοδότηση, σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 3 τοῦ ὡς άνω ἄρθρου 9. Όσον άφορᾶ τήν μετά τόν μήνα Νοέμβριο 1981 περίοδο, τά στοιχεία πού παρέσχε τό Συμβούλιο (μέ έγγραφο τῆς 14ης Μαΐου 1982) δεικνύουν ὅτι ἡ κατάσταση τῆς ἀγοράς δέν επέτρεψε τήν χορήγηση τῆς πριμοδοτήσεως, ἡ τήν επέτρεψε σέ ἀρκετά περιορισμένη κλίμακα, ώστε νά μήν ἐπηρεασθοῦν αισθητά τόσο οἱ εσωτερικές ὅσο καί οἱ ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
Ἐν ὄψει τῆς ζημιογόνου καταστάσεως, στην ὁποία ευρέθη ἡ επιχείρηση Kind τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1981, ἐζήτησε ἀπό τήν Ἐπιτροπή νά προτείνει στό Συμβούλιο υπουργών τήν τροποποίηση τοῦ ὡς άνω άρθρου 9 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, ἡ τουλάχιστον νά διατάξει τήν ἀναστολή τῆς εἰσπράξεως τῆς εισφοράς λόγω εξαγωγής. Τό τελευταίο αυτό αίτημα ἐβασίζετο στό άρθρο 33 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, κατά τό όποιο «προκειμένου νά διευκολυνθεί ἡ μετάβαση ἀπό τό σύστημα πού υπήρχε πρίν ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ παρόντος κανονισμοῦ σέ κάθε ένα ἀπό τά κράτη μέλη στό σύστημα πού εισάγεται ἀπό τόν παρόντα κανονισμό, ή Ἐπιτροπή δύναται νά λάβει τά κατάλληλα μέτρα». Ἀλλά ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐπιτροπής υπήρξε ἀρνητική, καί αυτό ὁδήγησε τήν επιχείρηση Kind νά ἀσκήσει τήν 4η Μαΐου 1981 τήν ἀγωγή στην ὁποία ἀναφέρονται οἱ προτάσεις μου.
2.
Πρός υποστήριξη τῆς ἀγωγής της, ή επιχείρηση Kind προβάλλει κατά πρώτον ὅτι ἡ διάταξη περί τῆς εἰσπράξεως εισφορᾶς λόγω εξαγωγῆς, πού περιλαμβάνεται στό ὡς άνω άρθρο 9 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, δέν εἶναι νόμιμη λόγω ελλείψεως αἰτιολογήσεως. Παραβαίνει, δηλαδή, τό άρθρο 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο ὁρίζει ὅτι οἱ κανονισμοί, ὅπως οἱ ὁδηγίες καί οἱ ἀποφάσεις, πρέπει νά αιτιολογοῦνται. Ἀλλά ἡ αιτίαση αύτη στερείται βάσεως. Πράγματι, ἡ δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ ὑπό εξέταση κανονισμοί) ἀναφέρει τους λόγους, ἐπί τῶν ὁποίων βασίζονται τά μέτρα παρεμβάσεως καί ειδικότερα ἡ χορήγηση τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής στίς περιοχές ὅπου δέν εφαρμόζεται τό σύστημα ἀγοράς ἐκ μέρους των ὀργανισμῶν παρεμβάσεως, διευκρινίζοντας ὅτι τά μέτρα αὐτα εἶναι ἀναγκαία γιά την επίτευξη τῶν στόχων τοῦ ἄρθρου 39 τῆς συνθήκης καί, ἰδίως, γιά τήν σταθεροποίηση τῶν ἀγορών καί τήν εξασφάλιση δικαίου βιοτικοῦ επιπέδου στόν ενδιαφερόμενο ἀγροτικό πληθυσμό. Ἐν συνεχεία, τό τελευταίο τμήμα τῆς αἰτιολογικῆς σκέψεως εξηγεί γιατί ἐθεσπίσθη εισφορά λόγω εξαγωγής, ἀναφέροντας ὅτι σέ περίπτωση εξαγωγής κρεάτων έκτός τοῦ εδάφους τοῦ κράτους μέλους πού χορηγεί τήν πριμοδότηση σφαγής, «προκειμένου νά ἀποφευχθούν στρεβλώσεις τοῦ ἀνταγωνισμοῦ», πρέπει νά ἀνακτᾶται ποσό ισοδύναμο προς τήν πριμοδότηση.
Είμαι τῆς γνώμης ὅτι οἱ ἀνωτέρω ενδείξεις, ἄν καί έχουν κατ' ἀνάγκη χαρακτήρα συνθέσεως, παρέχουν επαρκή εξήγηση των λόγων, ἐπί τῶν ὁποίων βασίζεται τό μέρος τοῦ κανονισμοί) πού μας ενδιαφέρει καί συνεπώς ἀνταποκρίνονται πλήρως πρός τήν υποχρέωση πού τίθεται ἀπό τό άρθρο 190 τῆς συνθήκης. Πρέπει νά ὑπομνησθεῖ σχετικώς ὅτι κατά τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ὅταν πρόκειται γιά πράξεις γενικής ισχύος καί ἰδίως γιά κανονισμούς, ή προϋπόθεση πού τίθεται ἀπό τόν κανόνα αυτόν πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι πληροῦται ὅταν ἡ αιτιολογία διασαφηνίζει τά κύρια σημεία τῶν μέτρων πού έλαβαν τά κοινοτικά όργανα «θά ήταν υπερβολικό νά ἀπαιτείται ἡ εἰδική αἰτιολόγηση ὅλων τῶν λεπτομερειών, ἐφ' ὅσον αυτές ευρίσκονται σέ ἁρμονία πρός τό μέτρο στό σύνολό του» (ἀπόφαση τῆς 12ης Ἰουλίου 1979 ἐπί τῆς υποθέσεως 166/78, 'Ιταλική Δημοκρατία κατά Συμβουλίου, Racc. 1979, σ. 2575). Ἐν προκειμένω, νομίζω ὅτι τό προοίμιο τοῦ κανονισμοί) 1837/80 τό όποιο περιλαμβάνει δέκα ὀκτώ αιτιολογικές σκέψεις, δύναται νά θεωρηθεί ἀρκούντως εὐρύ καί αναλυτικό.
3.
Κατά δεύτερο λόγο, ἡ ενάγουσα υποστηρίζει ὅτι τό άρθρο 9 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 εισήγαγε μία πραγματική επιβάρυνση, ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός τελωνειακούς δασμούς, ἀντίθετη πρός τά άρθρα 9, 12, 13 καί 16 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Γιά νά ἀποδείξουν τό βάσιμο τῆς αιτιάσεως αυτής, ἡ υπεράσπιση τῆς εταιρίας Kind επικαλείται τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 20ής Ἀπριλίου 1978 ἐπί τῶν συνεκδι-κασθεισῶν ὑποθέσεων 80-81/77, Commissionnaires Réunis κατά Receveur des douanes (Racc. 1978, σ. 927). Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο νά κριθεί κατά πόσο μία κοινοτική διάταξη πού επέτρεπε στά οινοπαραγωγά κράτη μέλη νά καθορίζουν καί εἰσπράττουν στίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές προϊόντων ἀμπελουργίας επιβαρύνσεις ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός δασμούς ήταν σύμφωνη πρός τό ὡς άνω άρθρο 13 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πού προβλέπει τήν κατάργηση, πρίν ἀπό τό τέλος τῆς μεταβατικής περιόδου, τῶν επιβαρύνσεων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς. Τό Δικαστήριο εδέχθη, ὀρθώς, ὅτι ἡ κατάργηση μεταξύ τῶν κρατών μελών τῶν δασμών καί τῶν επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος συνιστά θεμελιώδη κανόνα τῆς κοινής ἀγορᾶς, ἀπό τόν όποιο δέν επιτρέπεται παρέκκλιση. Ἀλλά ἡ ἀναφορά σέ αυτό τό προηγούμενο δέν ενισχύει τήν θέση τῆς ἐναγούσης. Πράγματι, στην υπόθεση, ἐπί τῆς ὁποίας εξεδόθη ἡ ἀνωτέρω ἀπόφαση, ή διαφορά συνίστατο στην πληρωμή επιβαρύνσεως στην Γαλλία ἐπί τῶν εισαγωγών επιτραπέζιων οἴνων (ή οἴνων πού ἠδύναντο νά καταστοῦν επιτραπέζιοι). Ή φορολογική αύτη επιβάρυνση εἶχε επιβληθεί, ὅπως ἀνέφερα, βάσει κοινοτικῆς κανονιστικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία την επέτρεπε. Στην προκειμένη περίπτωση, ἀντιθέτως, ευρισκόμεθα ἁπλῶς πρό ενός μηχανισμοῦ ἀνακτήσεως, κατά τήν στιγμή τῆς εξαγωγής, μιᾶς κοινοτικής ενισχύσεως, ἡ ὁποία χορηγείται γιά τήν παραγωγή καί ἡ ὁποία ἔχει επινοηθεί ὡς υποστήριξη προοριζομένη νά παράγει ἀποτελέσματα ἀποκλειστικώς στην εσωτερική ἀγορά τοῦ ἐνδιαφερομένου κράτους. Πράγματι, ἡ εισφορά λόγω εξαγωγής συνδέεται στενῶς πρός τήν φύση τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής. Δεδομένου ὅτι ή πριμοδότηση προορίζεται νά συμβάλει στην ισορροπία τῶν τιμῶν σέ μία δεδομένη ἀγορά, επιδιώκεται νά ἀποφευχθεί ή παραγωγή ἀποτελεσμάτων ἀπό τήν πριμοδότηση καί έκτος τῆς συγκεκριμένης ἀγορᾶς καί, κατά συνέπεια, το ποσό πού ήδη κατεβλήθη ἀνακτᾶται κατά τήν έξοδο τοῦ πρόβειου κρέατος ἀπό τό έδαφος τοῦ ενδιαφερομένου κράτους. Μέσω τοῦ μηχανισμοῦ αὐτοῦ λοιπόν, ἀποκαθίσταται ἁπλώς καί μόνον τό επίπεδο τῆς κανονικής τιμής ἐν ὄψει τῶν εξωτερικών σχέσεων καί περιορίζονται στην εσωτερική ἀγορά τά ἀποτελέσματα τοῦ μέτρου παρεμβάσεως.
Ἀφ' έτέρου, έστω καί ἄν ἐγίνετο δεκτή ή άποψη, κατά τήν οποία ἡ ἐν λόγω εισφορά θεωρείται ὡς ἐπιβάρυνση ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός δασμούς, νομίζω ὅτι ή ὑπό εξέταση αιτίαση θα ἀπεδεικνύετο επίσης ἀβάσιμη. Πράγματι, εἶναι γνωστό ὅτι, κατά τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ευθύνη τῆς Κοινότητος γιά κανονιστικές πράξεις, οἱ ὁποίες, ὅπως ἐν προκειμένω, συνεπάγονται επιλογές οικονομικής πολιτικής, γεννᾶται μόνον ἐάν υφίσταται κατάφωρη παραβίαση ὑπέρτερου κανόνος δικαίου πού προστατεύει τους ιδιώτες (βλ. ιδίως τήν ἀπόφαση τῆς 25ης Μαΐου 1978 ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 83 καί 94/76, 4, 15 καί 40/77, Bayerische HNL Vermehrungsbetriebe καί λοιποί, Race. 1978, σ, 1209). Τό Δικαστήριο διευκρίνισε προσφάτως τήν άποψη αυτή, δεχόμενο (ἀπόφαση τῆς 4ης Όκτωβρίου 1979 ἐπί τῆς υποθέσεως 238/78, Ireks-Arkady, Race. 1979, σ. 2955, ιδίως σκέψη 9) ὅτι «σέ ένα κανονιστικό πλαίσιο πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν άσκηση ευρείας διακριτικής εξουσίας, ἀπαραιτήτου γιά τήν εφαρμογή τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής, ευθύνη τῆς Κοινότητος γεννάται μόνον κατ' εξαίρεση, ἐάν τό συγκεκριμένο κοινοτικό όργανο υπερέβη κατά τρόπο προφανή καί βαρύ τά όρια πού επιβάλλονται στήν άσκηση τῶν εξουσιών του». Δέν εἶναι βεβαίως δυνατό νά φθάσουμε μέχρι τοῦ σημείου νά δεχθοῦμε ὅτι τό μέτρο πού μᾶς ἀπασχολεί χαρακτηρίζεται ἀπό βαρεία αυθαιρεσία. Ή θέσπιση τῆς εισφοράς λόγω εξαγωγής πού προβλέπεται στό άρθρο 9 τοῦ κανονισμού 1837/80 υπήρξε ἐν πάση περιπτώσει μία ἀπόφαση πού δικαιολογείται ἀπό ἀντικειμενικές συνθήκες καί πού εμπίπτει στήν σφαίρα διακριτικής εξουσίας ἐπί θεμάτων οικονομικής πολιτικής. Ἀρκεί νά ὑπομνησθεῖ εκείνο πού ἐτόνισε κυρίως ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς ὅσον άφορᾶ τίς ἀνάγκες πού ὁδήγησαν στην θέσπιση τόσο τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής, ὅσο καί τῆς ἀνακτήσεως τοῦ ποσοῦ τῆς σέ περίπτωση εξαγωγής. Ή ιδιαίτερη κατάσταση τοῦ Ήνωμένου Βασιλείου (πού εἶναι συγχρόνως ὁ μεγαλύτερος παραγωγός καί ὁ μεγαλύτερος καταναλωτής πρόβειου κρέατος), υπήρξε ἐπ᾽ αὐτοῦ καθοριστικής σημασίας.
Πρό τῆς δημιουργίας τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς, στον τομέα πού μᾶς ενδιαφέρει, οἱ παραγωγοί τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου ελάμβαναν δημοσία επιδότηση, ποσοῦ 'ίσου πρός τήν διαφορά μεταξύ τῆς τιμής ἀγορᾶς καί μιᾶς τιμής πού καθορί-ζετο ἀπό τήν διοίκηση. Τό σύστημα αυτό, τό όποιο ἀπεκαλεῖτο «deficiency payment», ἐνῶ ἀποσκοποῦσε στην διατήρηση σέ σχετικῶς χαμηλό επίπεδο τῆς τιμής τῆς εσωτερικῆς ἀγορᾶς, συνιστοῦσε συγχρόνως ενίσχυση τῶν εξαγωγών, ἐφ᾽ ὅσον ἡ επιδότηση ἐχορηγεῖτο επίσης γιά τά κρέατα πού παρήγοντο στό Ἡνωμένο Βασίλειο καί κατόπιν ἐξήγοντο. 'Όταν ἐτέθη σέ ἐφαρμογή τό σύστημα τῆς κοινής ὀργανώσεως αγοράς, ἡ ἐν λόγω πριμοδότηση σφαγής ἔλαβε την θέση τοῦ deficiency payment, διότι έπρεπε νά ἀποφευχθεί ἡ εκδήλωση αιφνίδιας καί σημαντικής αυξήσεως των τιμῶν στην εσωτερική ἀγορά, πού θά συ-νεπήγετο μείωση τῆς καταναλώσεως ἡ των εισαγωγῶν ἀπό τρίτες χώρες. Ἐπ᾽ αὐτοῦ, σημειωτέον ὅτι κάθε αισθητή μείωση τῶν εισαγωγών ἀπό τρίτες χώρες θά συνεπή-γετο περιπλοκές επίσης στά πλαίσια τῆς GATT, ἐφ᾽ ὅσον θά ἠδύναντο νά τεθούν πάλι ὑπό συζήτηση οἱ συμφωνίες πού είχαν συναφθεί περί τοῦ ύψους τῶν δασμών κατά τήν είσοδο στην Κοινότητα.
Οἱ συνθήκες ὑπό τίς όποιες εἶχε προβλεφθεί ή πριμοδότηση σφαγής καθιστοῦν συνεπώς ἀντιληπτό ὅτι δέν επρόκειτο καθόλου γιά αυθαίρετο μέτρο, ούτε ὁ περιορισμός του στην εσωτερική ἀγορά τοῦ κράτους πού τό χορηγεί, περιορισμός πού εξασφαλίζεται, ὅπως ελέχθη, μέ τόν μηχανισμό τῆς εισφορᾶς κατά τήν εξαγωγή, είχε αὐθαίρετο χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, δέν δύναται προφανώς νά γίνει λόγος, ὅσον άφορᾶ στό άρθρο 9 τοῦ κανονισμού 1837/80, γιά κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κοινοτικού κανόνος. Πράγματι, ὁ κανόνας αυτός ήταν τό ἀποτέλεσμα επιλογής οικονομικής πολιτικής ἡ ὁποία ἐδικαιολογεῖτο ἀπό τίς ἀντικειμενικές συνθήκες τῆς ἀγορᾶς, καί πρό πάντων τῆς ἀγορᾶς τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, στόν τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος.
4.
Ή τρίτη αιτίαση πού ἡ επιχείρηση Kind διατυπώνει κατά τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 συνίσταται στό ὅτι ἡ πριμοδότηση σφαγής καί ἡ ἀνάκτηση τῆς σέ περίπτωση εξαγωγής ἀντιβαίνουν πρός τό άρθρο 40 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο τῆς συνθήκης ΕΟΚ, κατά τό όποιο ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς «πρέπει νά περιορίζεται στην επιδίωξη τῶν στόχων τοῦ ἄρθρου 39 καί νά ἀποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ἡ καταναλωτών εντός τῆς Κοινότητος». Ή καθιέρωση μιᾶς πριμοδοτήσεως σφαγής προοριζομένης νά εφαρμόζεται σέ περιφερειακή κλίμακα, συνιστᾶ κατά τους ισχυρισμούς τῆς ἐναγούσης άνιση μεταχείρηση, ἐφ᾽ ὅσον εξασφαλίζει ευνοϊκό καθεστώς στους καταναλωτές καί τους παραγωγούς ὁρισμένων χωρών (ἐν προκειμένω τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου) ἐν σχέσει πρός άλλες χώρες τῆς Κοινότητος, τῶν ὁποίων οἱ συνθήκες τῆς ἀγορᾶς δέν επιτρέπουν τήν εφαρμογή τέτοιου τύπου παρεμβάσεων.
Ἐπ᾽ αυτού παρατηρώ ὅτι πολυάριθμες πλευρές τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος βασίζονται σέ περιφερειακά κριτήρια. Ειδικότερα, ὁ καθορισμός τῶν τιμών ἀναγωγής (άρθρο 3 παράγραφος 1 τοῦ προαναφερθέντος κανονισμού 1837/80), ἡ χορήγηση στους παραγωγούς τῆς πριμοδοτήσεως πού προορίζεται νά ἀντισταθμίσει τήν ἀπώλεια εισοδήματός τους μετά τήν εισαγωγή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς (άρθρο 5 παράγραφος 1), ἡ λήψη μέτρων παρεμβάσεως (άρθρα 6, 7, 9). Μήπως πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι μέ ὅλες τίς ἀνωτέρω διατάξεις παρε-βιάσθη ἡ ἀρχή τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων μεταξύ παραγωγών καί καταναλωτών τῆς Κοινότητος; Κατά τήν άποψη μου, ἡ ἀπάντηση πρέπει νά εἶναι ἀρνητική, διότι ἡ διαφοροποίηση τῆς μεταχειρίσεως σέ περιφερειακή κλίμακα, στον ἐν λόγω τομέα, δικαιολογείται ἀπό τίς ἀντικειμενικές συνθήκες τῆς ἀγορᾶς, ἡ οποία παρουσιάζει πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά στίς διάφορες ζώνες πού ἀπαριθμούνται στό προαναφερθέν άρθρο 3 παράγραφος 1. Αυτές οἱ διαφορές, βέβαια, πρέπει νά ἐξαλειφθοῦν σταδιακά. Ή προοπτική, σύμφωνα μέ τους γενικούς στόχους τῆς Κοινότητος, πρέπει νά εἶναι ἡ επίτευξη ἑνιαίας ρυθμίσεως εντός ευλόγου χρονικοῦ διαστήματος. Ἀλλά ἡ ουσιώδης αύτη προϋπόθεση ἐτηρήθη ἀπό τόν ὑπό εξέταση κανονισμό, δεδομένου ὅτι τά κατά περιοχή εφαρμοζόμενα μέτρα ἐπενοήθησαν ως λύσεις μεταβατικού χαρακτῆρος. Ό χαρακτήρας αυτός εμφανίζεται κυρίως στην διάταξη τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 4 πού ἀναφέρεται στην τιμή ἀναγωγής (καί, συνεπῶς, στό στοιχείο μέ τό όποιο συνδέονται άμεσα ἡ ἔμμεσα ὅλα τά υπόλοιπα). Ή διάταξη αύτη προβλέπει ὅτι ἐντός τεσσάρων ετῶν πρέπει νά επιτευχθεί σύγκλιση τῶν εθνικών τιμών καί, κατά συνέπεια, καθορισμός ενιαίας τιμής ἀναγωγής μέ ἰσχύ γιά ὅλη τήν Κοινότητα. Μία άλλη ένδειξη αὐτοῦ τοῦ μεταβατικού χαρακτῆρος ἀποτελεί στην συνέχεια, ἡ διάταξη τοῦ άρθρου 34, κατά τήν ὁποία ἡ Ἐπιτροπή ὀφείλει νά υποβάλει στό Συμβούλιο μέχρι τῆς 1ης Όκτωβρίου 1983 έκθεση ἐπί τῆς λειτουργίας τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς καί, ἰδίως, ἐπί τῶν συστημάτων παρεμβάσεων καί πριμοδοτήσεων, ὥστε τό Συμβούλιο νά δυνηθεί νά εξετάσει αὐτά τά συστήματα καί νά λάβει τά κατάλληλα μέτρα μέχρι τῆς 1ης Ἀπριλίου 1984.
Τέλος, δέν ἐπιθυμώ νά παραλείψω νά επισημάνω ὅτι ἡ κατά περιοχές διαφοροποίηση πού προβλέπεται στόν κανονισμό 1837/80, ὅσον άφορᾶ τά μέτρα παρεμβάσεως, διενεργείται ὄχι ὑπό μορφή ευεργετήματος (ή συνόλου ευεργετημάτων) πού παρέχεται σέ μία ὁρισμένη περιοχή, ἡ ὁποία κατά τόν τρόπο αυτό θά ἠδύνατο νά θεωρηθεί ὡς ευνοούμενη έναντι τῶν άλλων, άλλά μέ τήν πρόβλεψη μέτρων πού υπόκεινται σέ ἀντικειμενικές προϋποθέσεις, οι όποιες πράγματι δύνανται νά συντρέξουν άλλοτε σέ μία καί άλλοτε σέ άλλη περιοχή. Ή χορήγηση, ἰδίως, τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής προϋποθέτει, ὅπως ήδη εἶχα τήν ευκαιρία νά διευκρινίσω, ὅτι οἱ τιμές πού διαπιστώνονται στην ἀντιπροσωπευτική ἀγορά ενός κράτους μέλους εἶναι κατώτερες ἀπό ένα επίπεδο πού ἀντιστοιχεί σέ 85 % τῆς τιμής βάσεως. Ἐφ᾿ ὅσον έτσι έχουν τά πράγματα, δέν πιστεύω ὅτι υφίσταται κάποια βάση γιά νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ ἐν λόγω διάταξη εἰσάγει διακρίσεις.
5.
Ή τετάρτη αἰτίαση πού διατυπώνει ή ἐνάγουσα ἑταιρία κατά τοῦ κανονισμού 1837/80 εἶναι ἡ παράβαση τοῦ ἄρθρου 43 παράγραφος 3 στοιχείο β) τῆς συνθήκης, κατά τό ὁποῖο ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς δύναται νά ἀντικαταστήσει τίς εθνικές ὀργανώσεις «ἄν ... εξασφαλίζει στίς συναλλαγές στό εσωτερικό τῆς Κοινότητος ὅρούς ἀνάλογους μέ εκείνους πού υπάρχουν σέ μία εθνική ἀγορά». Ή επιχείρηση Kind υποστηρίζει ὅτι ἡ θέσπιση τοῦ συστήματος ἀνακτήσεως τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής ὅταν τά κρέατα εξάγονται, έθιξε βαρέως τήν λειτουργία τῶν συναλλαγών μεταξύ τοῦ Ήνωμένου Βασιλείου καί τῆς Ὁμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, μή καθιστώντας πλέον συμφέρουσες (ή τουλάχιστον πολύ ὀλιγότερο συμφέρουσες) τίς εισαγωγές στην Γερμανία προβειου κρέατος προελεύσεως Ήνωμένου Βασιλείου.
Ἐπ᾿ αὐτοῦ, εἶναι ἀναγκαίο νά ὑπομνησθεῖ ὅτι οἱ εισαγωγές πρόβειου κρέατος ἀπό τό Ήνωμένο Βασίλειο στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας πρό τῆς θεσπίσεως τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορας ήταν συμφέρουσες — ὅπως ἀναγνωρίζουν ὅλα τά μέρη — κυρίως λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ βρετανικές ἀρχές χορηγοῦσαν πριμοδότηση τῆς παραγωγής επίσης γιά τά πρόβεια κρέατα τά όποια ἐξήγοντο. Κατά συνέπεια, ὄχι μόνον ἡ τιμή στην βρετανική ἀγορά διετηρεῖτο τεχνητῶς σέ χαμηλό επίπεδο, άλλά καί οἱ γερμανοί εισαγωγείς ὠφελοῦντο ἀπό τήν κατάσταση αυτή. Έτσι, ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς ἁπλώς καί μόνον κατήργησε μία ενίσχυση τῶν εξαγωγών, διορθώνοντας κατά τόν τρόπο αυτό μία ἀνώμαλη κατάσταση πού προκαλοῦσε στρεβλώσεις στόν ἀνταγωνισμό. Ἀφ' έτερου, οἱ 'ίδιες οἱ βρετανικές ἀρχές θά ἠδύναντο νά καταργήσουν ανά πᾶσα στιγμή την ἐπιδότηση πού χορηγούσαν, ἀνατρέποντας ἔτσι τήν ἰσορροπία τῆς ἀγορας πού αυτή ἡ επιδότηση εἶχε καθορίσει. Πράγματι, δέν υπήρχε τίποτε τό σταθερό στην ευνοϊκή κατάσταση στην ὁποία εὑρίσκοντο οἱ γερμανοί εισαγωγείς καί ή ὁποία συνεδέετο μέ ένα μέτρο υποστηρίξεως, στην ἀπεριόριστη διατήρηση τοῦ ὁποίου δέν ἠδύναντο ἐν πάση περιπτώσει νά επαφίενται.
'Ἀς σημειωθεί, τέλος, ὅτι ὁ περιφερειακός χαρακτήρας τῶν πριμοδοτήσεων σφαγής δύναται πράγματι νά επιδράσει κατά τρόπο ώστε ἡ κατάσταση τῶν εθνικών ἀγορών νά είναι διάφορη ἀπό τήν κατάσταση των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Οἱ σκέψεις ὅμως πού ἀνέπτυξα ήδη ὅσον άφορᾶ τήν κατά περιοχές ἐμφάνιση ὁρισμένων ἐκφάνσεων τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορας στον τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος μέ ὁδηγούν νά θεωρήσω ὅτι πρόκειται γιά διαφοροποίηση πού δικαιολογείται ἀπό ἀντικειμενικούς λόγους.
6.
Ή υπεράσπιση τῆς ἐναγούσης προέβαλε επίσης — κυρίως κατά τήν προφορική διαδικασία — ὅτι τό σύστημα πού ἐθεσπίσθη μέ τό άρθρο 9 τοῦ κανονισμού 1837/80 δέν είναι νόμιμο, καθ' ὅσον επιτρέπει τόν καθορισμό σέ υπερβολικά υψηλό επίπεδο τοῦ ποσοῦ τῶν πριμοδοτήσεων σφαγής καί τῆς ἀντιστοίχου εἰσφορᾶς λόγω εξαγωγής.
Όσον ἀφορᾶ τήν ἀνωτέρω θέση, ἀρκεῖ κατά τήν άποψη μου νά υπογραμμισθεί ὅτι ὁ καθορισμός τοῦ ύψους τῆς πριμοδοτήσεως, λαμβανομένων ὑπ᾿ ὄψη τῶν ἀπαιτήσεων τῆς γεωργικής πολιτικῆς, ἀποτελεί τυπική εκδήλωση τῆς διακριτικῆς εξουσίας τεχνικής φύσεως, ἡ ὁποία, τουλάχιστον κατά κανόνα, διαφεύγει τοῦ δικαστικοί) έλεγχου. Βάσει τοῦ ἀνωτέρω κανονισμού 2661/80 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 17ης Όκτωβρίου 1980 (άρθρο 3 παράγραφος 1), τό όργανο αυτό καθορίζει ἑβδομαδιαίως γιά κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τό ὕψος τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής καί τῆς ἀντιστοίχου εισφοράς λόγω ἐξαγωγής. Ἡ Ἐπιτροπή έλαβε, συνεπῶς, ὑπ᾿ ὄψη τήν ἀνάγκη ἀντιστοιχίας τοῦ ποσοῦ αυτού πρός τίς συνθήκες τῆς ἀγορας καί τῶν διακυμάνσεων πού προκαλούνται ἐκεῖ. Ἀφ' έτερου, δέν εἶναι δυνατό νά συναχθοῦν κατάλληλα στοιχεία εκτιμήσεως ἀπό τήν μείωση τοῦ κύκλου εργασιών, τήν ὁποία προβάλλει ὅτι υπέστη ἡ ενάγουσα επιχείρηση, διότι ή μείωση αυτή ὀφείλεται ουσιαστικά στην κατάργηση τῶν ενισχύσεων πού οἱ βρετανικές ἀρχές χορηγούσαν, πρό τῆς εφαρμογής τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς, επίσης κατά τήν εξαγωγή πρόβειου κρέατος. Όφείλεται δηλαδή, ὅπως πρό ὀλίγου ἀνέφερα, στην ἐξάλειψη μιᾶς ευνοϊκής καταστάσεως, στην διατήρηση τῆς ὁποίας δέν ἠδύναντο νά επαφίενται οἱ επιχειρηματίες.
7.
Ἡ ενάγουσα προσάπτει τέλος στην Ἐπιτροπή ὅτι δέν ἀνέστειλε τήν εφαρμογή τοῦ προαναφερθέντος ἄρθρου 9 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, ἀσκώντας τήν δυνατότητα, πού τῆς παρέχει τό άρθρο 33 πρώτη παράγραφος τοῦ ἐν λόγω κανονισμοί), νά λάβει τά κατάλληλα μέτρα γιά νά διευκολυνθεί ἡ μετάβαση ἀπό τό προϋπάρχον σύστημα στό σύστημα τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς. Ή ενάγουσα τονίζει ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, βασιζόμενη ἀκριβώς στό άρθρο 33, ὅρισε μέ τόν κανονισμό 3191/80 τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1980 ὅτι τό ποσό τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής δέν ἀνακτάται κατά τήν ἐξαγωγή πρόβειου καί αἰγείου κρέατος έκτος τῆς Κοινότητος. Τό προηγούμενο αὐτό θά έπρεπε νά ὁδηγήσει σέ ἀνάλογη ἀναστολή τῆς εισπράξεως τῶν ἐν λόγω εισφορών στίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
Ἡ πρώτη ἀντίρρηση πού νομίζω ὅτι πρέπει νά διατυπωθεί ἐπ᾽ αὐτοῦ εἶναι ὅτι ή εκτίμηση τῶν μέτρων πού πρέπει νά θεωρηθούν ως «κατάλληλα» γιά τόν σκοπό πού ἀναφέρεται στό ὡς άνω άρθρο 33 ἀπόκειται προφανῶς στην ἴδια την Ἐπιτροπή. Ἐάν αύτη ἐθεώρησε πρόσφορη μία προσωρινή παρέκκλιση (βλ. την δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ ὡς άνω κανονισμού 3191/80) ἀπό τό άρθρο 9 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμού 1837/80 μόνον γιά τήν περίπτωση εξαγωγής έκτός τῆς Κοινότητος, δέν βλέπω πως ἀπό τήν ρύθμιση αυτή δύναται νά γεννηθεί δικαίωμα γιά νά ζητηθεί ευρύτερα παρέκκλιση. Ὡς λόγο τῆς παρεκκλίσεως αυτής ἡ Ἐπιτροπή προέβαλε τίς «σοβαρές δυσκολίες εφαρμογής» τίς όποιες προεκάλεσε τό ὡς άνω άρθρο 9 παράγραφος 3 σέ περίπτωση εξαγωγής έκτός τῆς Κοινότητος. Πρέπει νά υποτεθεί ὅτι ἀνάλογες δυσκολίες δέν ενεφανίσθησαν στίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Κατά τήν άποψη μου, ἡ κατά τό άρθρο 33 ἐκτίμηση δέν υπόκειται σέ δικαστικό έλεγχο.
Θά ήθελα ἐν συνεχεία νά προσθέσω ὅτι παρά τήν ἀναφορά στό άρθρο 33 πού περιλαμβάνεται στό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ 3191/80, έχω σοβαρές ἀμφιβολίες περί τοῦ κατά πόσο κανόνες περιλαμβανόμενοι σέ κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ὁ κανονισμός 1837/80, δύνανται νά παραλύσουν, έστω καί προσωρινά, ἀπό ένα μέτρο πού ἀποσκοπεί νά διευκολύνει τήν μετάβαση ἀπό τό προϋπάρχον σύστημα στό σύστημα τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς. Ή νομιμότης τοῦ ὡς άνω κανονισμού 3191/80 δέν εμπίπτει βεβαίως στό ἀντικείμενο τῆς παρούσης διαφοράς. Αυτό όμως δέν μέ εμποδίζει νά πω ὅτι, κατά τήν άποψη μου, τά «κατάλληλα μέτρα» πού ἀπόκεινται στην διακριτική εξουσία τῆς Ἐπιτροπής πρέπει νά παραμείνουν εντός των ὁρίων τῆς εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, διατηρώντας συνεπώς τήν υποδεέστερη τάξη τους ἐν σχέσει πρός τους κανόνες, στων ὁποίων τήν εφαρμογή ἀποσκοποῦν, ἐνῶ μία παρέκκλιση ἀπό τους κανόνες αυτούς φαίνεται ὅτι υπερβαίνει τίς ἁρμοδιότητες τῆς Ἐπιτροπής, ἀκόμη καί ὑπό τό πρίσμα τῆς γενικής ἀρχής τοῦ άρθρου 155 τῆς συνθήκης ΕΟΚ (κατά τό όποιο «ή Ἐπιτροπή ἀσκεῖ τίς ἁρμοδιότητες πού τῆς ἀναθέτει τό Συμβούλιο γιά τήν εκτέλεση τῶν κανόνων πού θεσπίζει.»).
8.
Ἐν συμπεράσματι, βάσει τῶν εκτεθέντων λόγων, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπορρίψει τό αίτημα ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας πού υπέβαλε μέ ἀγωγή τῆς 4ης Μαΐου 1981 ἡ επιχείρηση Julius Kind KG κατά τοῦ Συμβουλίου καί τῆς Ἐπιτροπής τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων. Βάσει τῆς ἀρχής ὅτι ὁ ἡττηθείς διάδικος φέρει τά δικαστικά έξοδα, ἡ ενάγουσα πρέπει νά καταβάλει στά εναγόμενα κοινοτικά ὄργανα τά έξοδα, στά όποια υπεβλήθησαν.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy