ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 6 ΜΑΪΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ή παροῦσα υπόθεση ἀποτελεί τόν δικαστικό επίλογο μιᾶς διαφορᾶς μεταξύ της Ἐπιτροπῆς καί τῆς Tereska Porta, τό γένος Pace, σχετικά μέ τήν εκπαιδευτική δραστηριότητα πού ἡ τελευταία ἤσκησε στά πλαίσια τῆς Ευρωπαϊκῆς Κοινότητος Ἀτομικῆς Ἐνεργείας ἐπί 17 έτη.
Συγκεκριμένα, ἡ προσφεύγουσα παρέδιδε μαθήματα γενικής μορφώσεως καί ιταλικής γλώσσας στό πλαίσιο τῶν «μαθημάτων επαγγελματικής καταρτίσεως» τοῦ Κοινού Κέντρου Έρευνας τῆς Ispra ἀπό την ἀρχή τοῦ σχολικού ἔτους 1963-64 έως τό τέλος τοῦ σχολικού έτους 1979-80. Ἐνῶ ὅμως κατά τα πρώτα πέντε έτη ἡ διδασκαλία ἐγίνετο χωρίς έγγραφη κατάρτιση συμβάσεως, στην συνέχεια, ἀπό τό 1969 έως τό 1975, ὀ διευθυντής τοῦ Κέντρου προσδιόριζε κατ' έτος μέ επιστολή πού ἀπέστελλε στην ενδιαφερόμενη τόσο τόν χρόνο διδασκαλίας πού ἀντιστοιχούσε σέ ὁλόκληρο τό σχολικό έτος (δηλαδή ἀπό τίς 15 Σεπτεμβρίου ως τίς 15 Ίουλίου τοῦ ἑπομένου έτους, ὅσο καί την ὡριαία ἀμοιβή της. Ἀργότερα, ἀπό τό σχολικό έτος 1976-77, ἡ σχέση μεταξύ τῆς προσφευγούσης καί τοῦ Κέντρου τῆς Ispra ἐβασίζετο σέ λεπτομερέστερη σύμβαση (συντεταγμένη στά γαλλικά καί υπογεγραμμένη ἀπό τους δύο ἀντισυμβαλλόμενους), ἡ ὁποία στό σημείο 6 ἐχα-ρακτηρίζετο ὡς σύμβαση «prestazione d'opere» (παροχῆς υπηρεσιών). Ἀλλη ρήτρα προέβλεπε ὅτι ἡ σύμβαση θά διέπεται ἀπό τήν ιταλική νομοθεσία. Ή προσφεύγουσα ἀνεγνώρισε πάντως ὅτι έλαβε γνώση ὅτι ἐναπόκειτο σ' αυτήν νά εναρμονίσει τήν κατάσταση τῆς πρός τήν ιταλική καί κοινωνική νομοθεσία, «χωρίς τό θεσμικό όργανο να υπέχει οιαδήποτε συναφή ὑποχρέωση ἐν ὄψει τῆς νομικής φύσεως της παρούσης συμβάσεως». Τέλος, δυνάμει τοῦ σημείου 8, οἱ συμβαλλόμενοι, ἀναφερόμενοι στά άρθρα 42 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, 181 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί 153 τῆς συνθήκης ΕΚΑΕ, ἐδήλωναν ὅτι τό Δικαστήριο τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων «εἶναι ἀρμόδιο νά ἀποφαίνεται ἐπί ὅλων των διαφορῶν ὡς πρός τό κύρος, τήν ερμηνεία ἡ τήν εκτέλεση τῆς παρούσης συμβάσεως».
Στίς 16 Ίουλίου 1980 ἡ ενδιαφερόμενη έστειλε στόν διευθυντή τοῦ Κέντρου επιστολή μέ τήν ὁποία, ἀφοῦ υπενθύμιζε ὅτι ή σχέση εργασίας διείπετο ἀπό τήν ιταλική νομοθεσία, ζητοῦσε νά θεωρηθεί ὅτι ἀπό τό 1963 συνιστοῦσε ενιαία σχέση ἐξηρτη-μένης εργασίας ἀορίστου χρόνου, πού τῆς παρείχε τό δικαίωμα σέ ἀποδοχές κατά τους θερινούς μήνες πού ἡ σχολή παρέμενε κλειστή κατά τίς διακοπές καί στην ἀντίστοιχη ἀντισταθμιστική αποζημίωση, στίς εισφορές κοινωνικής ἀσφαλίσεως καί προνοίας καί στό συνταξιοδοτικό καθεστώς πού συνεπάγεται.
Στίς 12 Σεπτεμβρίου τοῦ ιδίου ἔτους, ὁ διευθυντής τοῦ Κέντρου ἀνέφερε σέ σχετική ἀπάντηση του ὅτι οἱ προσωρινές συμβάσεις πού συνήπτε τό Κέντρο μέ τήν προσφεύγουσα κάθε έτος ὁδήγησαν σέ σχέση πού δέν ενέπιπτε στην κατηγορία τῆς «ἐξηρτη-μένης εργασίας» ἀλλά τῆς «ἀνεξάρτητης», πράγμα πού συνάγεται καί ἀπό τους ἵδιους τους ὅρούς τῶν συμβάσεων. Κατόπιν αυτών, ἡ ενδιαφερόμένη, μέ υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 2ας Όκτωβρίου 1980 πού ἀπηύθυνε στον πρόεδρο τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Κοινοτήτων, υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά τῆς απορριπτικής ἀποφάσεως πού περιελαμβάνετο στην προαναφερθείσα ἐπιστολή τῆς 12ης Σεπτεμβρίου. Ἐπειδή δέν έλαβε ἀπάντηση, ἡ Porta, άσκησε στίς 6 Μαΐου 1981 προσφυγή μέ τήν ὁποία ζητεί νά επιτύχει τήν ἀκύρωση τῆς σιωπηρής ἀπορριπτικής τῆς προαναφερθείσης ενστάσεως ἀποφάσεως.
Μέ τά αιτήματά τῆς ἡ προσφεύγουσα ζητοῦσε, κατ' ἀρχάς καί σύμφωνα μέ τήν διαδικασία περί προσωρινών μέτρων τοῦ άρθρου 186 τῆς συνθήκης ΕΟΚ (πού ἀντιστοιχεί στό άρθρο 158 τῆς συνθήκης ΕΚΑΕ), ἀπό τό Δικαστήριο νά διατάξει τήν Ἐπιτροπή νά προβεί στην καταβολή τῶν ἀποδοχών πού ἐδικαιοῦτο γιά τό τρέχον σχολικό έτος, στην ἀπάντηση τῆς ὅμως ἀναγνώρισε ὅτι ἡ καταβολή εἶχε ἐν τῶ μεταξύ πραγματοποιηθεί. Ἀπομένουν τά κύρια αιτήματα: νά υποχρεωθεί ἡ Ἐπιτροπή νά παράσχει στην προσφεύγουσα νόμιμη καί οικονομική μεταχείριση ὁμοία προς τήν προβλεπομένη ἀπό τήν συλλογική σύμβαση εργασίας πού ισχύει στην Ίταλία γιά τήν ιδιωτική εκπαίδευση καί ἐπί πλέον νά τῆς ἀναγνωρισθεί, μετά τήν λήξη της σχέσεως εργασίας, τό συνταξιοδοτικό καθεστώς πού ισχύει γιά τό προσωπικό πού υπηρετεί ὑπό τήν ιδιότητα τοῦ υπαλλήλου τῆς Κοινότητος. Μέ τό τελευταίο αἴτημά τῆς ἡ προσφεύγουσα ζητεί νά καταδικασθεί ἡ καθ' ἧς στά δικαστικά έξοδα.
2.
Πρέπει κατ' ἀρχάς νά διευκρινισθεί ὅτι ή ἁρμοδιότης τοῦ Δικαστηρίου νά επιληφθεί τῆς προσφυγής τῆς Porta ἀπορρέει ἀπό τήν ρήτρα διαιτησίας πού ἀναφέραμε καί πού περιλαμβάνεται σέ ὅλες τίς συμβάσεις πού συνήψαν ἡ προσφεύγουσα καί ή καθ' ἧς ἀπό τό σχολικό έτος 1976-77, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη την διάταξη τοῦ άρθρου 153 τῆς συνθήκης ΕΚΑΕ πού καθιστά ἁρμόδιο τό Δικαστήριο «νά λαμβάνει ἀποφάσεις δυνάμει ρήτρας διαιτησίας πού περιέχεται σέ σύμβαση δημοσίου ἤ ιδιωτικοί) δικαίου, ἡ ὁποία συνάπτεται ἀπό τήν Κοινότητα ἡ γιά λογαριασμό της». Πάντως, προτού φέρει τήν υπόθεση ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἡ προσφεύγουσα ἀκολούθησε τήν διαδικασία πού προβλέπει τό άρθρο 90, παράγραφοι 1 καί 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Ή καθ' ης ἤγειρε μέ τό υπόμνημα ἀντικρούσεως τῆς ἔνσταση ἀπαραδέκτου, υποστηρίζοντας ὅτι ἡ προσφεύγουσα ενήργησε βάσει τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τό όποιο δέν άφορᾶ παρά τους μονίμους καί λοιπούς κοινοτικούς υπαλλήλους, ἐνῶ τό αίτημα πού ἀπορρέει ἀπό συμβατική σχέση τοῦ ιδιωτικού δικαίου εἶναι τελείως άσχετο πρός τόν κανόνα αὐτό.
Στην ένσταση αύτη ἡ Porta ἀπάντησε ὅτι, έχοντας εργασθεί μέ σχέση ἐξηρτημένης εργασίας στην υπηρεσία τῆς Κοινότητος, δικαιοῦται νά επικαλεσθεί τήν τήρηση τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται στό λοιπό προσωπικό, τό άρθρο 46 τοῦ ὁποίου καθίστα τίς διατάξεις τοῦ τίτλου VII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως περί προσφυγῶν, εφαρμοστέες κατ' ἀναλογία.
Κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας διευκρινίσθηκε πάντως ὅτι ἡ προσφεύγουσα δέν ζητεί νά θεωρηθεί ὡς «μή μόνιμος υπάλληλος» τῆς Κοινότητος κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως, ἀλλ' ἁπλώς νά επιτύχει ὅλα τά πλεονεκτήματα πού τῆς ἀναγνωρίζει τό ιταλικό εργατικό δίκαιο, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι άσκησε δραστηριότητα ἐξηρτημένης εργασίας στην υπηρεσία τῆς Ἐπιτροπής. Ἐξ άλλου, πρός ἀντίκρουση τῆς ενστάσεως ἀπαραδέκτου, ἀρκεῖ νά διαπιστωθεί ὅτι, ἀκόμη καί ἄν ἡ προσφεύγουσα δέν ἐδι-καιοῦτο νά επικαλεσθεί τό άρθρο 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, θά είχε πάντως τό δικαίωμα, βάσει τῆς προαναφερθείσης ρήτρας διαιτησίας, νά προσφύγει στό Δικαστήριο για κάθε διαφορά ὡς πρός τό κύρος, τήν ερμηνεία ἡ τήν εκτέλεση τῆς συμβάσεως εργασίας πού συνήψε μέ τό Κοινό Κέντρο Ἔρευνας. Δέν εἶναι κἄν ἀναγκαίο νά προστεθεί ὅτι τό γεγονός ὅτι στην προσφυγή γίνεται ἐσφαλμένη επίκληση μιᾶς διατάξεως τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δέν ἀρκεῖ γιά νά καταστήσει ἀπαράδεκτη μιά προσφυγή πού εἶναι βέβαιο ὅτι δικαιούται νά ἀσκήσει ὁ προσφεύγων.
Δύναται επίσης νά τεθεί τό ερώτημα ἄν τό γεγονός ὅτι ἡ ρήτρα περί ἀπονομής ἁρμοδιότητος δέν περιέχεται στίς συμβάσεις πού συνήφθησαν ἀπό τό 1977 ἐμποδίζει τό Δικαστήριο νά εκτιμήσει τήν φύση τῆς σχέσεως πού ὑφίστατο μεταξύ τῶν συμβαλλομένων κατά τήν διάρκεια τοῦ χρονικοῦ διαστήματος πού προηγήθηκε ἀπό τό 1963 ἔως τό 1977. Ή ἀπάντηση πρέπει νά εἶναι ἀρνητική ἀπό τήν στιγμή πού ἡ διαφορά εγείρει τό ερώτημα ὡς πρός τόν συνεχή ἡ ὄχι χαρακτήρα καί, επομένως, ὡς πρός τό ενιαίο τῆς σχέσεως εργασίας στό πλαίσιο τῆς ὁποίας ἡ προσφεύγουσα ἐδίδασκε στό Κοινό Κέντρο Ἔρευνας ἀπό τό 1963 ἕως τό 1980.
Συνεπῶς, ουδείς λόγος υφίσταται ὅσον άφορα τό παραδεκτό τῆς προσφυγής.
3.
Ή διαφορά εντοπίζεται στον νομικό χαρακτηρισμό τῆς σχέσεως εργασίας πού ὑφίσταται μεταξύ τῆς ενδιαφερομένης καί τοῦ Κοινοῦ Κέντρου Ἔρευνας στην Ispra. Ἀναφερομένη στην ιταλική νομοθεσία καί νομολογία, ἡ προσφεύγουσα υποστηρίζει ὅτι ἡ δραστηριότης πού ἤσκησε γιά λογαριασμό τοῦ Κέντρου ἀπό τό 1963 ἕως τό 1980 ὁδήγησε σέ μία σχέση ἐξηρτημένης εργασίας ἀορίστου χρόνου. Ἀπό αὐτήν ἀπορρέει τό δικαίωμά τῆς ἐπί τῶν ἀποδοχών πού ἀπολαύουν οἱ ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί καί στην ὁποία περιλαμβάνεται ή καταβολή ἀποδοχών κατά τους θερινούς μήνες πού παραμένει κλειστή ἡ σχολή, τό επίδομα ἀκρίβειας, οἱ περιοδικές αυξήσεις λόγος ἀρχαιότητος, ὁ δέκατος τρίτος μισθός, ἡ χρηματική παροχή λόγω λήξεως της εργασιακής σχέσεως (παροχή κατά τήν ἀποχώρηση λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου) καθώς καί κάθε άλλη οικονομική καί νομική παροχή πού προβλέπεται ἀπό τήν συλλογική σύμβαση εργασίας τῆς 11ης Σεπτεμβρίου 1978 για τό εκπαιδευτικό προσωπικό πού ἐξαρτᾶται ἀπό σχολές πού διευθύνουν ιδιώτες ἤ νομικά πρόσωπα.
Δέν χωρεῖ ἀμφιβολία (καί οἱ διάδικοι τό ἀναγνωρίζουν) ὅτι εἶναι ἐφαρμοστέο τό ιταλικό δίκαιο: συνεπώς, μέ βάση τήν ἔννομη αυτή τάξη πρέπει νά λυθεί κατ' ἀρχάς τό ζήτημα τῆς ἐξηρτημένης ἡ μή φύσεως τῆς ἐπιδίκου σχέσεως. Ἀναμφισβήτητα, κατά τό ιταλικό ἐργατικό δίκαιο, ἡ ὁρολογία πού χρησιμοποίησαν οἱ συμβαλλόμενοι στό κείμενο τῆς συμβάσεως δέν δύναται νά τροποποιήσει τήν φύση τῆς σχέσεως ἄν αυτή καθορίζεται νομοθετικά. Πράγματι, ὁπως επιβεβαίωσε τό Corte di Cassazione μέ τήν ἀπόφαση του 2730 τῆς 24ης Ἀπριλίου 1980, «γιά τόν νομικό χαρακτηρισμό τῆς σχέσεως εργασίας ὡς ἀνεξάρτητης ἡ ἐξηρτημένης πρέπει νά ερευνᾶται, πέρα ἀπό τό nomen turis πού χρησιμοποίησαν οἱ συμβαλλόμενοι, ἀκόμα καί ἄν εξαγγέλλεται ρητά σέ έγγραφο συμφωνητικό, ἡ πραγματική φύση καί τό ἀληθινό περιεχόμενο τῆς ἵδιας τῆς σχέσεως, καθώς καί οἱ λεπτομέρειες ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων πού συνιστούν τό ἀντικείμενο τῆς παρεχόμενης εργασίας». Μέ τήν απόφαση 3353 τῆς 14ης Ίουνίου 1979, τό ἵδιο Δικαστήριο έκρινε ὅτι γιά τόν ἐν λόγω χαρακτηρισμό «ὁ δικαστής δέν δεσμεύεται ἀπό κανένα τυπικό κριτήριο, ἀλλ' ὀφείλει νά συγκεντρώσει κυρίως τήν προσοχή του στό θεμελιώδες κριτήριο διαφοροποιήσεως, σύμφωνα μέ τό όποιο, ὅταν πρόκειται γιά αυτόνομη εργασία, ἀντικείμενο τῆς παροχῆς εἶναι τό opus, δηλαδή τό ἀποτέλεσμα τῆς δραστηριότητος, ἐνῶ, ὅταν πρόκειται γιά ἐξηρτημένη εργασία, τό ἀντικείμενο τῆς παροχής συνίσταται στίς ενέργειες (operae) πού καταβάλλει ὁ εργαζόμενος καί θέτει στην διάθεση τοῦ εργοδότου καί στίς όποιες προβαίνει ὑπό τήν επιτήρηση καί σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες τοῦ τελευταίου.
Ή καθ' ἧς ὑποστηρίζει ὅτι ἡ νομολογία αυτή άφορᾶ μόνο τήν ιδιωτική εκπαίδευση καί εξηγείται σέ συνάρτηση μέ τήν ἀνάγκη προστασίας τῆς καταστάσεως τοῦ ἀσθενέστερου συμβαλλομένου έναντι εργοδοτών πού ενδιαφέρονται κυρίως γιά τήν πρόσκτηση κέρδους. Τά κριτήρια αυτά δέν πρέπει νά εφαρμόζονται έναντι εκπαιδευτικοί) ιδρύματος πού διευθύνει ἡ Ἐπιτροπή των Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, δεδομένου ὅτι αυτή επιδιώκει ἀποκλειστικά σκοπό δημοσίας ωφελείας καί δέν δύναται, ἑπομένως, νά θεωρηθεί ὡς ένας ὁποιοσδήποτε ιδιωτικός επιχειρηματίας. Γιά τόν λόγο αυτό ἡ καθ' ἧς θεωρεί ὅτι εἶναι προσφορότερη ἡ ἀναφορά στην διοικητική νομολογία πού άφορᾶ τήν ἀπασχόληση στόν δημόσιο τομέα.
Ή άποψη αυτή πάντως δέν φαίνεται νά συνάδει πρός τήν σημασία πού ἡ καθ' ἧς ἀποδίδει στόν ιδιωτικό χαρακτήρα τῆς σχέσεως ἐργασίας πού ὑφίστατο μεταξύ αυτής καί τῆς προσφευγούσης. Ἐξ άλλου, δέν εἶναι εμφανές πῶς τά κριτήρια καθορισμοῦ τοῦ έξηρτημένου ἡ οχι χαρακτήρα τῆς καταστάσεως τοῦ εργαζομένου έναντι τοῦ εργοδότη δύναται νά διαφέρουν ἀνάλογα μέ τόν δημόσιο ἡ ιδιωτικό χαρακτήρα τοῦ τελευταίου.
Στην πραγματικότητα, ἡ νομολογία παρέχει ἀκριβή κριτήρια γιά τόν καθορισμό, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ὁρολογία πού χρησιμοποίησαν οἱ συμβαλλόμενοι, τοῦ ἐξηρτημένου ἡ μή χαρακτήρα τῆς ἐργασιακής σχέσεως. Ὑπό τήν έννοια αυτή, τό καθοριστικό στοιχείο προσδιορίζεται ἀπό τήν κατάσταση στην ὁποία ευρίσκεται ὁ υπάλληλος έναντι τοῦ εργοδότη κατά τήν ενάσκηση τῶν δραστηριοτήτων του. Ειδικότερα, ὅταν ὁ υπάλληλος ἀσκεί τίς δραστηριότητες του ὑπό τήν επιτήρηση καί σύμφωνα μέ τίς οδηγίες τοῦ εργοδότη, ή νομολογία προσανατολίζεται σαφώς προς τήν ἀντίληψη ὅτι στην περίπτωση αὐτή υφίσταται σχέση ἐξηρτημένης ἐργασίας.
Ἐπ' αὐτοῦ δύναται νά γίνει ἀναφορά σέ δύο ἀποφάσεις τοῦ Corte di Cassazione πού ἀφορούν ειδικά την εκπαιδευτική δραστηριότητα: πρόκειται γιά τίς ἀποφάσεις 1412 τῆς 16ης Ίουνίου 1967 καί 653 τῆς 26ης Μαρτίου 1973. Στην πρώτη τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι «είναι εὔλογο νά ὑφίσταται σχέση ἐξηρτημένης εργασίας καί νά ἀποκλείεται ἡ παροχή ανεξάρτητης ἐργασίας ἀπό τήν εκπαιδευτική δραστηριότητα πού ἀσκεῖ γιά πολλά συνεχή έτη εκπαιδευτικός σέ ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, ὅταν συμβαίνει ἡ ἐν λόγω δραστηριότης κατά τήν ενάσκηση τῆς νά συνεπάγεται τήν ἐκπλήρωση τῶν υποχρεώσεων, ὅπως ἡ υλοποίηση τῶν προγραμμάτων καί ἡ τήρηση προκαθορισμένου ωραρίου, πού υπόκεινται σέ ἔλεγχο καί ενδεχομένως σέ πειθαρχικές κυρώσεις». Ή δεύτερη εκκινεί ἀπό τήν προϋπόθεση ὅτι «στην σχέση ἐξηρτημένης ἐργασίας τό ἀντικείμενο τῆς παροχής συνίσταται στην δραστηριότητα πού ὁ εργαζόμενος θέτει στην διάθεση τοῦ εργοδότη ἀπό τόν όποῖο ἀμείβεται καί τήν ἀσκεῖ ὡς στοιχείο πού εντάσσεται στήν ὅλη ὀργάνωση τῆς επιχειρήσεως ὑπό τήν ἐπιτήρηση καί σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες τοῦ επιχειρηματία» γιά νά συμπεράνει: «πάντως συντρέχει περίπτωση ἐξηρτημένης εργασίας, ὅταν πρόκειται γιά καθηγητές ξένων γλωσσών πού ἀσκοῦν τήν εκπαιδευτική δραστηριότητά τους σέ ιδιωτική σχολή μέ συνεχείς υπηρεσίες πού παρέχονται ἐπί μακρά χρονική περίοδο, ὑπό τήν ἐξάρτηση τοῦ διευθυντή τῆς σχολής, καί γιά τίς όποιες καταβάλλονται μηνιαίες ἀποδοχές».
Στην προκειμένη περίπτωση, στό σημείο 3 της τελευταίας συμβάσεως πού συνήψαν οἱ συμβαλλόμενοι στίς 7 Σεπτεμβρίου 1979 (καί πού περιελαμβάνετο καί στίς προγενέστερες συμβάσεις πού συνήψαν ἀπό τό 1976) ὁρίζεται ὅτι «ὁ καθηγητής ἀσκεί τό έργο του καί ὀργανώνει τήν διδασκαλία του ὑπ' ευθύνη του καί τό πράττει σέ συνάρτηση μέ τόν επιδιωκόμενο παιδαγωγικό σκοπό, ὅπως προκύπτει ἀπό τό πρόγραμμα τῶν μαθημάτων επαγγελματικής καταρτίσεως». Ὑπό τήν έποψη αυτή, ἡ θέση τῆς προσφευγούσης δέν φαίνεται νά διαφοροποιείται ἀπό εκείνη στην ὁποία ευρίσκονται γενικά οἱ εκπαιδευτικοί είτε είναι προσωρινοί εἴτε εἶναι μόνιμοι στίς δημόσιες ἡ ιδιωτικές σχολές. Πράγματι, κάθε εκπαιδευτικός εἶναι υπεύθυνος γιά τά μαθήματα πού παραδίδει, ἐνῶ δεσμεύεται καί ἀπό τίς ὁδηγίες τῶν υπευθύνων τῆς σχολής, ὅσον άφορᾶ τό πρόγραμμα πού πρέπει νά τηρηθεί καί τόν επιδιωκόμενο παιδαγωγικό σκοπό. Ό βαθμός ελευθερίας πού διαθέτει, ὅταν παραδίδει τά μαθήματά του, δέν ἀντίκειται στόν ἐξηρτημένο χαρακτήρα τῆς εργασίας του πού ἀπορρέει ειδικότερα ἀπό τήν ὑποχρέωση του νά υπόκειται σέ ἐλέγχους, ὅσον άφορᾶ τήν ὀρθή εξέλιξη των προγραμμάτων πού τοῦ επιβάλλονται καί τήν επιδίωξη τῶν παιδαγωγικῶν σκοπών πού έχουν προκαθορισθεί.
Ἡ προαναφερθείσα σύμβαση τῆς 7ης Σεπτεμβρίου 1979 ὅριζε στό σημείο 5 ὅτι «οἱ λεπτομέρειες πού ἀφοροῦν τήν υλοποίηση των μαθημάτων καί ἰδίως τίς ημερομηνίες ενάρξεως καί λήξεως τῶν μαθημάτων, τίς ώρες διδασκαλίας, τίς ἀργίες κλπ. καθορίζονται μέ κοινή συμφωνία μεταξύ τοῦ καθηγητοῦ καί τοῦ ὀργάνου σέ συνάρτηση μέ τίς υπηρεσιακές ἀνάγκες τοῦ ἐν λόγω ὀργάνου». Ὅταν πρόκειται γιά σχολή πού περιλαμβάνει έναν κύκλο σπουδών, ὁ όποιος κατανέμεται σέ διαφορετικά μαθήματα πού παραδίδουν διάφοροι καθηγητές γιά κάθε ὕλη, εἶναι φυσικό οἱ ώρες διδασκαλίας τῶν ἐπί μέρους μαθημάτων νά καθορίζονται κατά τό δυνατό μέ κοινή συμφωνία μεταξύ τῶν υπευθύνων γιά την λειτουργία τοῦ σχολικού ιδρύματος καί των καθηγητών. Ἀντιθέτως, οἱ ἡμερομηνίες ἐνάρξεως καί λήξεως τῶν μαθημάτων, καθώς καί οἱ ἀργίες γενικά προκαθορίζονται καί ισχύουν ἀνεξάρτητα γιά ὅλους όσους εργάζονται στην σχολή. Στην παρούσα υπόθεση, κατά τήν καθ' ἧς, ἀκόμα καί τά τελευταία αυτά θέματα δύνανται νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο συμφωνίας μεταξύ τοῦ καθηγητή καί τῆς σχολής. Δέν γνωρίζουμε τί ἀκριβῶς συνέβη στην πραγματικότητα. Πάντως, τό γεγονός ὅτι τά ἐν λόγω θέματα έπρεπε νά καθορίζονται «σέ συνάρτηση μέ τίς υπηρεσιακές ἀνάγκες τοῦ ὀργάνου ἀπό τό ὁποῖο εξαρτᾶται ἡ σχολή», ἐπιβεβαιώνει καί ἀπό τήν άποψη αύτη τόν ἐξηρτημένο χαρακτήρα τῆς καταστάσεως τοῦ εκπαιδευτικοῦ σέ σχέση μέ τόν ἀντισυμβαλλόμενο του.
4.
Ἀπομένει νά καθορισθεί ἄν ἡ σύμβαση γιά τήν ὁποία πρόκειται πρέπει νά θεωρηθεί ὡς σύμβαση ὁρισμένου ἡ ἀορίστου χρόνου.
Ἐπ' αὐτοῦ πρέπει νά σημειωθεί ὅτι κατά τόν ιταλικό νόμο 230 τῆς 18ης Ἀπριλίου 1962, ὁ όποιος ρυθμίζει τήν σύμβαση εργασίας ὁρισμένου χρόνου, ἡ σύμβαση ἐργασίας θεωρείται γενικά ὡς σύμβαση αορίστου χρόνου, ἐκτός ἀπό ἁρισμένες εξαιρέσεις πού ἀπαριθμοῦνται περιοριστικῶς στό άρθρο 1 τοῦ νόμου. Ή ἐν λόγω διάταξη προβλέπει ὅτι «είναι δυνατό νά καθορισθεί χρονική διάρκεια τῆς συμβάσεως:
α)
ὅταν τό ἀπαιτεί ἡ ειδική φύση τῆς εργασίας πού ἀπορρέει ἀπό τόν ἐποχιακό της χαρακτήρα,
β)
ὅταν ἡ πρόσληψη γίνεται γιά τήν ἀντικατάσταση ἀπόντων ἐργαζομένων, οἱ όποιοι δικαιοῦνται νά διατηρήσουν τήν θέση τους,
γ)
ὅταν ἡ πρόσληψη γίνεται μέ σκοπό τήν εκτέλεση εργασίας ἡ υπηρεσίας ὁρισμένης ἡ καθορισμένης ἐκ τῶν προτέρων διαρκείας, εξαιρετικού ἡ ἐπο-χιακοῦ χαρακτήρα,
δ)
γιά εργασίες ἐκτελούμενες σέ διαφορετικές φάσεις πού ἀπαιτούν λόγω ειδικεύσεως προσωπικό διαφορετικό ἐκείνου πού χρησιμοποιείται συνήθως,
ε)
στίς προσλήψεις καλλιτεχνικού καί τεχνικού προσωπικοῦ γιά τήν παραγωγή θεαμάτων».
Ή ἐπίδικη σύμβαση ἐργασίας δέν δύναται νά υπαχθεί σέ καμμία ἀπό τίς ἀνωτέρω περιπτώσεις. Ή καθ' ἧς ἀποδίδει σημασία στό γεγονός ὅτι ἡ ενδιαφερόμενη ἀσκούσε τήν δραστηριότητά τῆς ἐπί ένα ὁρισμένο ἀριθμό ὡρών (ἀρχίζοντας ἀπό ένα ελάχιστο 36 ωρών κατά μήνα γιά τό σχολικό έτος 1969-70, μέχρι ένα μέγιστο 63 ωρών κατά μήνα γιά τό σχολικό έτος 1979-80), ἐνῶ ἡ προσφεύγουσα ἀναφέρει μεγαλύτερους αριθμούς, ἀμφισβητώντας τήν μέθοδο υπολογισμοῦ πού ἀκολούθησε ἡ καθ' ἧς μέ βάση τους 12 μήνες τοῦ έτους καί ὄχι μέ βάση τό συντομότερο χρονικό διάστημα πού διαρκεί τό σχολικό έτος. Ἐπί πλέον, ή καθ' ἧς ὑποστηρίζει ὅτι ἡ εργασία ήταν καθαρά περιοδική καί ἐπραγματοποιεῖτο σέ ὁρισμένα περιοδικά καί προκαθορισμένα διαστήματα γιά καθαρά εσωτερικούς λόγους τῆς σχολής (λόγοι διοικητικοί καί ὀργανωτικοί τῶν μαθημάτων). Πάντως, δέν εἶναι ἐμφανές πώς εἶναι δυνατό νά χαρακτηρισθεί ὡς περιοδική μιά εργασία πού ἐπεκτείνετο σ' ὅλο τό σχολικό έτος σύμφωνα μέ συγκεκριμένο εβδομαδιαίο ωράριο καί ἀφοροῦσε τήν εφαρμογή ἑνός μέρους τοῦ κανονικοῦ προγράμματος πού προεβλέπετο γιά τόν πρώτο κύκλο σπουδών τῆς σχολής.
Κατά συνέπεια, τό ἀνωτέρω επιχείρημα τῆς καθ' ἧς, μέ τό όποιο ζητείται ἡ υπαγωγή τῆς επίδικης εργασιακής σχέσεως στίς περιπτώσεις πού προβλέπει τό άρθρο 1 ὑπό γ) τοῦ νόμου τῆς 18ης Ἀπριλίου 1962 πού ἀναφέρθηκε δέν δύναται νά γίνει δεκτό.
Μιά εκπαιδευτική δραστηριότητα πού πραγματοποιήθηκε σέ τακτικά χρονικά διαστήματα καί ἀδιάλειπτα ἐπί δεκαεπτά έτη (έκτός ἀπό τά συνήθη διαλείμματα πού ὀφείλονται στίς σχολικές διακοπές, κοινές γιά ὅλους τους εκπαιδευτικούς), δέν δύναται νά θεωρηθεῖ ὡς εργασία ἐξαιρετικοί) ἤ ἐποχιακοῦ χαρακτήρα. Ό χρονικός προσδιορισμός τῆς διάρκειας κάθε συμβάσεως πού οι διάδικοι συνῆπταν κατ' ἔτος δέν ἀρκεῖ γιά νά υπερισχύσει τοῦ νόμιμου τεκμηρίου πού περιλαμβάνεται στό άρθρο 1, πρώτο ἐδάφιο, τοῦ νόμου 230/1962 ὅτι υφίσταται εργασιακή σχέση ἀορίστου χρόνου.
Τό συμπέρασμα αυτό ευρίσκει έρεισμα στην ιταλική νομολογία τόσο προγενέστερη ὅσο καί μεταγενέστερη τοῦ προαναφερθέντος νόμου τῆς 18ης Ἀπριλίου 1962. Ειδικότερα, κατά τήν μεταγενέστερη τοῦ 1962 νομολογία, «ὁ εκπαιδευτικός πού προσλαμβάνεται επίσης γιά τό χρονικό διάστημα τῶν διακοπῶν καί γιά περισσότερα συνεχή έτη συνδέεται μέ σχέση ἀορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, δικαιούται αποδοχῶν γιά τή θερινή περίοδο καθώς καί γιά παροχή κατά τήν ἀποχώρηση λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου» (ἀπόφαση τοῦ εφετείου τῆς Κατάνης τῆς 19ης Νοεμβρίου 1970, πού ἀναφέρει ἡ προσφεύγουσα στην σελίδα 16-17). Ἀκόμη περισσότερο χαρακτηριστική εἶναι ἡ απόφαση τοῦ Corte di Cassazione 4452 τῆς 12ης Ίουλίου 1980 ὅπού αναφέρεται: «Ἐφ᾽ ὅσον τό ἄρθρο 1 τοῦ νόμου 230 τῆς 18ης Ἀπριλίου 1962 προβλέπει ὡς πραγματικές εξαιρέσεις τίς περιπτώσεις, πού ἀπαριθμοῦνται στό άρθρο, συμβάσεων εργασίας ὁρισμένου χρόνου, σύμβαση ἐργασίας στόν ιδιωτικό τομέα πού συνήψε εκπαιδευτικός μέ εκπαιδευτικό ἵδρυμα καί πού δέν εμπίπτει στίς προβλεπόμενες ἀπό τόν ἀνωτέρω νόμο περιπτώσεις ούτε ἀπό άλλες νομοθετικές διατάξεις πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς σύμβαση ἀορίστου χρόνου ex lege».
5.
Κατά τήν άποψη μου υπάρχουν, ἑπομένως, βάσιμοι λόγοι ὅτι ἡ σχέση πού ὑφί-στατο ἐπί δεκαεπτά έτη μεταξύ τῆς προ-σφευγούσης καί τῆς καθ' ἧς εἶχε τόν χαρακτήρα σχέσεως ἐξηρτημένης εργασίας ἀορίστου χρόνου.
Ἀπό τά ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι ἡ προσφεύγουσα έχει τό δικαίωμα νά ἀπολαύει ὅλων τῶν έννομων συνεπειών πού τό ιταλικό δίκαιο ἀναγνωρίζει σέ παρόμοια κατάσταση. Γιά νά ἀντικρούσει τό επιχείρημα της εφαρμογής τῆς εθνικής συλλογικής συμβάσεως ἐργασίας πού ἐπεκαλέσθη ή προσφεύγουσα, ἡ καθ' ἧς υπεστήριξε ὅτι οἱ ἀποδοχές πού κατεβλήθησαν στην Porta ήταν κατά πολύ ἀνώτερες ἀπό εκείνες πού προβλέπει ἡ ἐν λόγω εθνική σύμβαση έστω καί ἄν ἐλαμβάνετο ὑπ᾽ ὄψη τό γεγονός ὅτι δέν ἀπήλαυε τῶν δικαιωμάτων γιά διακοπές, γιά δέκατο τρίτο μισθό, καθώς καί γιά άλλα πλεονεκτήματα πού προβλέπει ή συλλογική σύμβαση. Ἀλλ' ἀκόμη κι ἄν αυτό εἶναι ἀληθές, ἀρκεῖ νά τονισθεί ὅτι οἱ παροχές πού προβλέπουν οἱ εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνιστούν κατώτατα ὅρια: τίποτε δέν εμποδίζει τήν ἐκ μέρους τοῦ εργοδότη καταβολή ἀποδοχών πού νά υπερβαίνουν τά κατώτατα αυτά ὅρια. Ἐν πάση περιπτώσει, στό μέτρο πού οἱ συλλογικές συμβάσεις ἐπικυρώνουν τους ὅρούς πού ὁρίζει ὁ νόμος (ὅπως τό δικαίωμα γιά διακοπές, τό δικαίωμα γιά δέκατο τρίτο μισθό, ἡ ὑποχρέωση εισφορών προνοίας πού φέρει ὁ εργοδότης), οἱ ἐν λόγω ὅροι εἶναι επιτακτικῆς φύσεως καί, πρέπει νά τηροῦνται ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἀμφισβητούμενο ζήτημα ἄν εφαρμόζεται ή ὄχι ἡ συλλογική σύμβαση.
6.
Ἔχω ήδη ἀναφέρει τό δεύτερο ἀπό τά αιτήματα τῆς προσφευγούσης σχετικά μέ τήν καταβολή συντάξεως πού προβλέπεται γιά τό προσωπικό τῆς Κοινότητος καί υπενθύμισα αυτό πού μεταγενέστερα κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικῆς διαδικασίας διευκρινίστηκε, δηλαδή ὅτι τό ζήτημα της κατατάξεως τῆς προσφευγούσης μεταξύ τῶν μή μονίμων υπαλλήλων τῆς Ἐπιτροπής είναι τελείως ξένο πρός τήν παρούσα διαφορά. Ή ἐν λόγω διευκρίνιση συνεπάγεται κατ' ἀνάγκη τήν παραίτηση ἀπό τό ἀνωτέρω αίτημα: πράγματι, εἶναι τελείως ἀστήρικτο νά ζητούνται πλεονεκτήματα πού συνδέονται στενά μέ τήν ιδιότητα τοῦ μονίμου ἡ μη κοινοτικοῦ υπαλλήλου, ἄν αυτός πού επικαλείται τά πλεονεκτήματα αυτά δέν εἶναι σέ θέση νά ἀποδείξει τήν ιδιότητά του. Πάντως, στην περίπτωση πού ή προσφεύγουσα δέν θά παρητεῖτο ἀπό τό ἐν λόγω αίτημα, θεωρῶ ὅτι τό τελευταίο πρέπει νά ἀπορριφθεί: πράγματι, ή υπαγωγή τῆς σχέσεως γιά τήν ὁποία πρόκειται καί ὁ χαρακτηρισμός τῆς ὡς σχέσεως εξαρτημένης εργασίας ἀορίστου χρόνου στον τομέα τῆς ιδιωτικής εκπαιδεύσεως, έχουν ὡς συνέπεια ὅτι τό ζήτημα τῆς συντάξεως λόγω λήξεως τῆς υπηρεσιακής σχέσεως πρέπει νά λυθεί ἐπίσης μέ βάση τήν ἵδια νομοθεσία καί ὄχι μέ βάση τό κοινοτικό δίκαιο, τό όποιο, ὅπως προκύπτει ἀπό τόν φάκελο τῆς υποθέσεως, δέν εφαρμόζεται.
7.
Θεωρῶ ὅτι στό παρόν στάδιο τό Δικαστήριο δέν πρέπει νά ἐπεκταθεί περισσότερο. Συγκεκριμένα, ὁ ἀκριβής καθορισμός τῶν έννομων συνεπειών πού προκύπτουν κατ' ἀνάγκη υπέρ τῆς προσφεύγουσας ἀπό τήν εφαρμογή τῆς ιταλικής νομοθεσίας — καί ἀφοῦ διευκρινισθεί ή φύση τῆς σχέσεως ἐργασίας μέ τήν Ἐπιτροπή — πρέπει νά ἀφεθεί κατ' ἀρχάς στίς ενδιαφερόμενες πλευρές. Οἱ τελευταίες ὀφείλουν νά επιδιώξουν τήν επίτευξη σχετικής συμφωνίας μέ βάση τήν ρύθμιση πού ισχύει στην Ίταλία ἐπί τῶν θεμάτων ἐξηρτημένης εργασίας, καθορίζοντας μεταξύ άλλων ἄν συντρέχουν οἱ προϋποθέσεις εφαρμογής, πέραν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καί τῶν διατάξεων τῆς προαναφερθείσης συλλογικής συμβάσεως.
8.
Ἐν συμπεράσματι, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ εκπαιδευτική δραστηριότης πού ἄσκησε ἡ Tereska Porta στην ἐπαγγελματική σχολή τοῦ Κοινοτικοί) Κέντρου Ἔρευνας τῆς Ispra συνεπήγετο τήν ύπαρξη σχέσεως ἐξηρτημένης εργασίας ἀορίστου χρόνου κατά τήν ἔννοια τῆς ιταλικής νομοθεσίας πού ἐφαρμόζεται σύμφωνα μέ σχετική ρήτρα τῆς συμβάσεως. Τό Δικαστήριο ὀφείλει ἐπίσης νά καθορίσει προθεσμία, εντός τῆς ὁποιας οἱ διάδικοι θά καλοῦνται νά συμφωνήσουν ἐπί τῶν οικονομικῶν συνεπειών πού ἀπορρέουν ἀπό τόν ἐν λόγω νομικό χαρακτηρισμό. Σέ περίπτωση μή επιτεύξεως συμφωνίας σέ εύλογο χρόνο, τό Δικαστήριο νά επιφυλαχθεί νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ αιτήματος πού άφορᾶ τίς ἀποδοχές καί τήν σύνταξη πού ὀφείλονται στην προσφεύγουσα. Ἐν τω μεταξύ, νά επιφυλαχθεί καί στό θέμα τῶν δικαστικών εξόδων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy