ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΙΣ 11 ΜΑΡΤΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
"Εχετε επιληφθεί μιᾶς αἰτήσεως τοῦ Finanzgericht τοῦ Βερολίνου περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως ως πρός την ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ κανονισμοῦ 1430/79 τοῦ Συμβουλίου περί τῆς επιστροφής ὡς ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων ἡ τῆς διαγραφής χρέους εισαγωγικών ἡ εξαγωγικών δασμών.
Τά πραγματικά περιστατικά εἶναι τά ἀκόλουθα:
Ι —
Ή εταιρία Otto Reichelt GmbH τοῦ Βερολίνου εκμεταλλεύεται ἁλυσίδα καταστημάτων λιανικής πωλήσεως εἰδῶν διατροφής. Εισάγει μή καβουρδισμένο καφέ, τόν όποιο εναποθηκεύει στην δημοσία τελωνειακή ἀποθήκη («Offenes Zollager»), πού τῆς έχει παραχωρηθεί καί τόν διαθέτει στό ἐλεύθερο εμπόριο, ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες τῶν καταστημάτων της. Σύμφωνα μέ τήν ἐφαρμοστέα γερμανική κανονιστική ρύθμιση ( 2 ), κάθε μήνα υποβάλλει δήλωση στίς τελωνειακές ἀρχές γιά τίς ποσότητες πού ἀπέσυρε ἀπό τήν ἀποθήκη, υπολογίζει ή 'ίδια τους ἀντιστοιχούντες εισαγωγικούς δασμούς καί καταβάλλει τό ποσό στό Hauptzollamt Berlin-Süd, καθ' οὗ στην κυρία δίκη, ἐφ᾿ ὅσον αυτό δέν έχει καθορίσει διαφορετικό ποσό.
'Επί δύο έτη, μεταξύ τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1977 καί τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1978, ή εταιρία Reichelt ὑπελόγισε καί κατέβαλε τό ποσό τῶν ἐν λόγω δασμῶν πρός 7 ο/ο, ἐνῶ κατά τό ἐν λόγω χρονικό διάστημα ὁ δασμολογικός συντελεστής ήταν μόνο 5 %. Μόλις τόν 'Ιανουάριο 1979, οἱ τελωνειακές ὀρχές διεπίστωσαν ὅτι εισέπρατταν ποσό ἀνώτερο τοῦ πράγματι ὀφειλομένου καί ἐπληροφόρησαν σχετικά τήν ἑταιρία. Αὐτή, τήν 9η Φεβρουαρίου 1979, υπέβαλε αἴτηση επιστροφής συνολικώς 255027,73 γερμανικών μάρκων (DM). 'Η αίτηση αύτη ἔγίνε δεκτή μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 103240,54 DM. Γιά τά ποσά πού εἶχαν δηλωθεί καί καταβληθεί γιά τήν περίοδο Φεβρουαρίου 1977 — 'Ιανουαρίου 1978, ήτοι 151792,30 DM, ἠρνήθησαν τήν επιστροφή δυνάμει των εφαρμοστέων διατάξεων τοῦ ἐθνικοῦ, δικαίου, κατά τίς όποιες οἱ αιτήσεις πού κατατίθενται ἕνα έτος μετά τήν ἀπόσυρση ἀπό τίς ἀποθήκες εἶναι ἀπαράδεκτες ὡς εκπρόθεσμες (ἄρθρα 164, παράγραφος 2, 169, παράγραφος 1 καί 170 τοῦ «Abgabenordnung»).
Τήν 28η Μαρτίου 1979, ἡ εταιρία κατάθεσε νέα αἴτηση περί επιστροφής, στηριζομένη ἐπί τῆς επιεικείας, κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 227 τοῦ Abgabenordnung. Ή ἐν λόγω αίτηση ἀπερρίφθη ἀπό τό Hauptzollamt, στίς 6 'Απριλίου 1979, μέ αίτιο-λογία πού ελήφθη ἀπό τήν ἀπόφαση σας, τῆς 28ης 'Ιουνίου 1977, στην ὑπόθεση 118/76, Balkan/Hauptzollamt Berlin-Packhof (Reco. 1177).
Ή εταιρία Reichelt, θεωρήσασα ὅτι κακώς έγινε επίκληση τῆς ἀποφάσεως Balkan στην περίπτωση της, ἤσκησε προσφυγή ενώπιον τοῦ Finanzgericht τοῦ Βερολίνου. Τό Finanzgericht, ὅπως σημειώνει στό σκεπτικό τῆς διατάξεως του περί παραπομπής, θεωρεί επίσης ὅτι οι ἀρχές πού συνάγονται ἀπό τήν ἀπόφαση σας δέν δύνανται νά εφαρμοσθούν άνευ έτερου. Διερωτάται ὅμως ἄν εἶναι ἀκόμη δυνατή ἡ εφαρμογή, ενδεχομένως, μιᾶς εθνικής διατάξεως πού προβλέπει τήν διαγραφή ἐκ λόγων ἐπιει-κίας, έχοντας ὑπ᾿ όψη τήν θέση ἐν ίσχύι, μεταξύ τοῦ γενεσιουργοῦ τοῦ δασμοῦ γεγονότος καί τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως του, ενός κειμένου κοινοτικοῦ δικαίου, τό ὁποιο ρυθμίζει έκτοτε τό θέμα, τοῦ κανονισμοῦ 1430/79 τοῦ Συμβουλίου, τής 2ας 'Ιουλίου 1979, περί επιστροφής ὡς ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων ἡ τῆς διαγραφής χρέους εισαγωγικών ἡ εξαγωγικών δασμών.
Γιά τόν λόγο αυτό σᾶς έρωτα ἄν τό κοινοτικό δίκαιο, ιδίως τό άρθρο 27 τοῦ κανονισμοί) 1430/79, απαγορεύει τήν επιστροφή, σύμφωνα μέ τό ἐθνικό δημοσιονομικό δίκαιο, καθ᾽ υπέρβαση εισπραχθέντων δασμῶν, μολονότι ἡ είσπραξη αύτη δέν ἠμφισβητήθη εντός τῶν νομίμων προθεσμιών, οσον άφορᾶ τά ποσά πού κατεχωρίσθησαν λογιστικώς πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980.
Ὁ κανονισμός 1430/79, στό άρθρο του 27, προβλέπει τήν θέση του ἐν ἰσχύι ἀπό τήν 1η 'Ιουλίου 1980. Ἐξ άλλου, ἡ πλησιεστέρα πρός τόν γερμανικό κανόνα περί επιεικείας διάταξη τοῦ ἐν λόγω κειμένου, ήτοι τό άρθρο 227 τοῦ Abgabenordnung, εἶναι τό άρθρο του 13, πού ἀποτελεί ἀντικείμενο τοῦ ἐκτελεστικοῦ κανονισμού τῆς 'Επιτροπής 1575/80, τῆς 20ής 'Ιουνίου 1980. Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, γιά νά δοθεί χρήσιμη ἀπάντηση στόν παραπέμποντα δικαστή, μοῦ φαίνεται σκόπιμο νά εξετασθοῦν διαδοχικά τά ἀκόλουθα δύο σημεία:
—
εξεταζόμενοι ἀπό κοινού, πρέπει οἱ κανονισμοί 1430/79 καί 1575/80 νά ερμηνευθούν ως έχοντες ἀναδρομική ἰσχύ πού θά τους καθιστούσε εφαρμοστέους στά ἐπίδικα πραγματικά περιστατικά;
—
σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως, υπάρχουν γενικές ἀρχές τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου πού ἀντίκεινται στην εφαρμογή ενός εθνικού κανόνος επιεικείας γιά τήν επιστροφή ἑνός ποσοῦ ἀντικειμενικά ἀχρεωστήτου κατά τό κοινοτικό δίκαιο;
Σημειώνω ὅτι ἡ παρούσα προσφυγή εντάσσεται στό πλαίσιο τῆς νομολογίας σας σχετικά μέ τίς δυσκολίες πού θέτει ἡ θέσπιση κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων σ᾽ έναν τομέα ὅπού, μέχρι τότε, οἱ νομοθεσίες τῶν διαφόρων Κρατών μελών ὑπεισήρ-χοντο κατ' ἀνάγκην επικουρικώς. Θέτει τό ζήτημα τῆς ἀναδρομικής ἡ μή Ισχύος τῆς νέας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως καί, σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως, τά ὅρια ἐφαρμογής τῶν εθνικών νομοθεσιών.
II —
Οἱ κανονισμοί 1430/79 καί 1575/80 δέν περιέχουν ρητή διάταξη περί τῆς διαχρονικής εφαρμογής τους, ἀντίθετα προς άλλες κοινοτικές κανονιστικές ρυμίσεις, ὅπως αυτές πού ἐθεσπίσθησαν στόν τομέα τής κοινωνικής ἀσφαλίσεως τῶν διακινουμένων εργαζομένων. Πρέπει, ἑπομένως, νά γίνει ἀναφορά σέ γενικούς κανόνες, κοινούς στά νομικά συστήματα ὅλων τῶν Κρατών μελών, πού ἀφορούν τήν διαχρονική εφαρμογή τῶν κανόνων, ὁπως αυτοί πού έχουν ἀκολουθηθεί ἀπό τήν νομολογία σας, ἰδίως ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ τρίτου τμήματος, τῆς 12ης Νοεμβρίου 1981, στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 212 έως 217/80 (Amministrazione delle Finanze dello Stato κατά Salumi κλπ.).
1.
Υπέρ τῆς ἀναδρομικής εφαρμογής τῶν ἐν λόγω κειμένων δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ὁ κανονισμός 1575/80 ἀποτελεί ουσιαστικώς ένα διαδικαστικό κείμενο, διότι καθορίζει τόν τρόπο εφαρμογής τοῦ άρθρου 13 τοῦ κανονισμοθ 1430/79, τό όποιο ἰδίως επιτρέπει τήν επιστροφή τῶν εἰσαγωγικῶν δασμών ἐκ λόγων επιεικείας. 'Αλλά, ὅπως υπενθυμίσατε στην σκέψη 9 (πρώτη φράση) τῆς ἀποφάσεως σας Salumi τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου, «οἱ κανόνες διαδικασίας θεωρούνται γενικώς ὅτι εφαρμόζονται σέ ολες τίς διαφορές πού είναι εκκρεμείς κατά τόν χρόνο τῆς θέσεως τους σέ ἰσχύ».
Ἐν προκειμένω, εἶναι πρόδηλο ὅτι ὁ κανονισμός 1575/80 τῆς Ἐπιτροπῆς δέν δύναται νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη μεμονωμένα ἀντιθέτως, πρέπει νά εξετασθεί ἀπό κοινοῦ μέ τόν κανονισμό 1430/79 τοῦ Συμβουλίου, τόν όποιο διευκρινίζει σ᾽ ένα συγκεκριμένο σημείο. Ή ἀνάλυση τοῦ κανονισμοῦ 1430/79 δεικνύει πράγματι ὅτι περιλαμβάνει ὄχι μόνο κανόνες περί προθεσμιών (τριετής προθεσμία εντός τῆς ὁποίας δύναται νά κατατεθεί αίτηση επιστροφής γιά τόν προσδιορισμό τοῦ ποσοῦ ἑνός τελωνειακού χρέους μεγαλυτέρου τοῦ νομίμως ὀφειλομένου) ἡ περί ἀποδείξεων (πού ἀναφέρονται στό άρθρο 4α, προκειμένου νά καταστεί δυνατή ἡ επιστροφή ἡ ή διαγραφή χρέους εἰσαγωγικῶν δασμῶν), άλλά καί ουσιαστικού δικαίου κανόνες, ὅπως ὁ προσδιορισμός τῶν πραγματικών περιστατικών, ἡ ύπαρξη τῶν ὁποίων επιτρέπει την δυνατότητα επιστροφής ἡ διαγραφής τοῦ ἐν λόγω φορολογικοῦ ἡ τελωνειακού χρέους.
Οἱ κανόνες διαδικασίας έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα ἐν σχέσει πρός τους ουσιαστικούς κανόνες, ὅπως εἶναι φυσικό καί ὅπως ἐπιβεβαιοῦται ἐν προκειμένω ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ κανόνες περί ἀποδείξεων καί προθεσμιών προσαρμόζονται στίς διάφορες καταστάσεις στίς όποιες εφαρμόζονται. Ὡς προς αυτό, ὁ κανονισμός 1430/79 παρουσιάζει ίδια χαρακτηριστικά μέ τόν κανονισμό 1697/79 τοῦ Συμβουλίου, ὁ όποιος ἐθεσπίσθη σχεδόν ένα μήνα μετά, ἀπ᾿ αυτόν, ήτοι τήν 24η 'Ιουλίου 1979, περί «ἐκ τῶν υστέρων» εἰσπράξεως ἐξαγωγικών δασμών πού δέν εἶχαν ἀκόμη καταστεῖ ἀπαιτητοί. Καί οἱ δύο ἀποτελούν «μικτές κανονιστικές ρυθμίσεις», καίτοι πρέπει νά μή ληφθεί ὑπ᾿ ὄψη τό τεκμήριο ὅτι οἱ νέοι διαδικαστικοί κανόνες εἶναι καλλίτεροι ἀπό τους παλαιούς, πράγμα πού ὁδηγεί στην άμεση ἐφαρμογή τῶν νέων κανόνων διαδικασίας ἐφ᾿ ὅλων τῶν πραγματικών περιστατικών πού δέν ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο τελεσιδίκου ἀποφάσεως.
Ἀμφότεροι οἱ εξεταζόμενοι κανονισμοί σκοπό έχουν νά ἀντικαταστήσουν τους σχετικούς εθνικούς κανόνες, τό περιεχόμενο καί οἱ λεπτομέρειες τῶν ὁποίων ἐποί-κιλλαν, μέ ένα κοινοτικό σύστημα πού ἀποβλέπει στην εξασφάλιση ὁμοιομόρφου μεταχειρίσεως τῶν καταστάσεων πού δικαιολογούν τήν επιστροφή ἡ τήν διαγραφή χρέους εισαγωγικών ἡ ἐξαγωγικών δασμών. Τοῦτο ἰσχύει ιδιαίτερα γιά τίς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 1430/79, ἰδίως δέ γιά τόν συνδυασμό τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1, παράγραφος 2 γ), τό ὁποίο ὁρίζει τί πρέπει νά ἐννοείται ὡς «επιστροφή» («ή ἐπιστροφή ... τῶν καταβληθέντων εἰσαγω-γικῶν δασμών») μέ τό άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση («Ἐπιτρέπεται ἡ επιστροφή ὡς ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων ... εἰσαγωγικῶν δασμών, καθ' ὅ μέτρο κρίνεται Ικανοποιητικό ἀπό τίς ἀρμόδιες ἀρχές ὅτι τό βεβαιωθέν ποσό τῶν δασμών: ... εἶναι ἀνώτερο, ἀνεξαρτήτως λόγου, ἀπό εκείνο πού νομίμως έπρεπε νά εἰσπραχθεῖ»), οἱ όποιες θά ετύγχαναν ὁπωσδήποτε εφαρμογής, ἄν τά επίδικα πραγματικά περιστατικά είχαν συμβεί μετά τήν ίη 'Ιουλίου 1980.
Συνεπώς, ἡ διαπίστωση, στην ὁποία προ-έβητε μέ τήν ἀπόφαση σας Salumi σχετικά μέ τόν κανονισμό 1697/79, δύναται νά μεταφερθεί στην περίπτωση τοῦ κανονισμοῦ 1430/79 καί ἑπομένως καί σ᾿ εκείνη τοῦ εκτελεστικοί) του κανονισμοῦ: «ἀντικαθιστώντας τίς ἐπί τοῦ θέματος εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις μέ μία κοινοτική ρύθμιση, τό κείμενο αυτό περιλαμβάνει κανόνες, τόσο διαδικαστικούς ὅσον καί ουσιαστικούς, οἱ όποιοι ἀποτελοῦν ένα ἀδιαίρετο σύνολο καί τοῦ ὁποίου οἱ κατ' ἰδίαν διατάξεις δέν δύνανται νά εξετασθούν μεμονωμένως, ὅσον άφορᾶ τήν διαχρονική τους ἰσχύ» (σκέψη 11).
2.
Ἐπομένως, ὅπως καί στην περίπτωση τοῦ κανονισμοῦ 1697/79, «δέν δύναται νά ἀναγνωρισθεί ἡ ἀναδρομική ἰσχύς τῶν διατάξεων» τῶν κανονισμών 1430/79 καί 1575/80, «έκτός ἄν ἀρκούντως σαφείς ενδείξεις δέν ὁδηγούν σ᾿ ένα τέτοιο συμπέρασμα» (σκέψη 12, πρώτη φράση). "Αλλωστε, πάντοτε, ὅπως στην περίπτωση τοῦ κανονισμοῦ 1697/79, «τόσον ἡ διατύπωση ὅσο καί ἡ γενική οἰκονομία» τοῦ κανονισμού 1430/79, «αντί νά παρέχουν ένδειξη περί ἀναδρομικότητος, ὁδηγούν ἀντιθέτως στό συμπέρασμα ὅτι ὁ κανονισμός προβλέπει μόνο γιά τό μέλλον» (σκέψη 12, δεύτερη φράση).
Ἀσφαλώς, δέν δύναται στην παρούσα περίπτωση νά τύχει εφαρμογής τό πρώτο
σχετικό επιχείρημα πού ἀναφέρεται στην ἀπόφαση σας Salumi, τό όποιο συνάγεται «ἀπό τήν διατύπωση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού, οἱ όποιες επιβάλλουν εἴτε υποχρέωση εἴτε ἀπαγόρευση “ἐγέρσεως” ἀγωγῶν περί επιστροφής καί οἱ όποιες, συνεπῶς, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς τους δέν ἀφορούν ἀγωγές εκκρεμείς κατά την ἡμερομηνία τῆς θέσεως σέ ἰσχύ τοῦ κανονισμοί)» (σκέψη 13, πρώτη φράση). Ό κανονισμός 1430/79 δέν προβλέπει, ὄντως, τέτοιες ἀγωγές. 'Αλλά, ὅπως ὑπεγράμμισε ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς στην ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ὁ κανονισμός 1430/79 τῆς 2ας 'Ιουλίου 1979 ἐτέθη σέ ἰσχύ τήν 1η 'ουλίου 1980, ὁπως καί ὁ κανονισμός 1697/79, τῆς 24ης 'Ιουλίου 1979 επομένως, δύναται καί γιά τόν πρώτο νά λεχθεί ὅτι ὁ χρόνος πού παρήλθε «ἀποδεικνύει ὅτι τό Συμβούλιο δέν ἔκρινε ὡς επείγουσα τήν θέση σέ ἐφαρμογή τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως» (σκέψη 13, δεύτερη φράση).
'Επί πλέον, ἡ ἐφαρμογή τῶν κανονισμών 1430/79 καί 1575/80 ἐπί δασμών, πού είχαν καθορισθεί πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980, θά ἐδημιούργει σοβαρή ἀνασφάλεια δικαίου. Όπως διεπιστώθη στήν παρούσα περίπτωση, ἡ προθεσμία αιτήσεως πρός επιστροφή δασμών ἀχρεωστήτως καταβληθέντων έχει καθορισθεί σέ τρία ἔτη (άρθρο 2, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοί) 1430/79).
'Αλλά, σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη, οἱ προβλεπόμενες ἀπό τίς εθνικές νομοθεσίες προθεσμίες υποβολής τῶν ἰδίων αιτήσεων δύνανται νά εἶναι εἴτε βραχύτερες εἴτε μακρό-τερες. Συνεπώς, ἡ ἀναδρομική ἐφαρμογή τῶν ἐν λόγω κανονισμών θά ὡδήγει στίς ἀκόλουθες συνέπειες:
—
στά κράτη τῶν ὁποίων ἡ νομοθεσία ήταν αυστηρότερη ἀπό τήν κοινοτική ρύθμιση πού τήν διεδέχθη, υπάρχει κίνδυνος νά τεθοῦν ὑπό ἀμφισβήτηση ἀποφάσεις πού ἐξεδόθησαν στό πλαίσιο τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου, ἀλλά πού δέν έχουν καταστεί ἀκόμη τελεσίδικες'
—
σ' εκείνα τῶν ὁποίων ἡ νομοθεσία ήταν, ἀντιθέτως, πιό φιλελεύθερη, τά δικαιώματα πρός ἐπιστροφή πού οἱ δικαιούχοι των, στηριζόμενοι στην εθνική κανονιστική ρύθμιση, δέν τά ἤσκησαν κατά τήν ημερομηνία θέσεως σέ ἰσχύ τοῦ κανονισμού καθίστανται ἀνίσχυρα.
Κατάληξη δέ, ἑπομένως, θά εἶναι «μία άδικαιολόγητη διαφορετική μεταχείριση ὅσον άφορᾶ τίς πράξεις πού διενεργήθησαν ὑπό παρόμοιες συνθήκες», πράγμα πού «είναι ἀσυμβίβαστο μέ τίς ἀρχές τῆς ἰσότητος καί τῆς δικαιοσύνης» (σκέψη 14).
Γιά όλους αυτούς τους λόγους, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι στό Finanzgericht τοῦ Βερολίνου πρέπει, κατ' αρχάς, νά δοθεί ή ἀπάντηση ὅτι οἱ κανονισμοί 1430/79 καί 1575/80 δέν εφαρμόζονται ἐπί δασμών πού εἰσεπράχθησαν καθ' υπέρβαση πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980.
III — Ἑπομένως, ἄν καί τό κοινοτικό δίκαιο, ἰδίως ὁ κανονισμός 1430/79, δέν ἐμποδίζει τήν εφαρμογή τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου στά επίδικα πραγματικά περιστατικά, ἐπιβάλλει, ἐν τούτοις, ὁρισμένα ὅρια καί ὅρους στην εφαρμογή αυτή.
α)
Γενικώς, ἀπό τήν νομολογία σας προκύπτει ὅτι οἱ εθνικοί κανόνες δύνανται νά ἐφαρμοσθοῦν επικουρικώς σέ καταστάσεις μέ κάποιο κοινοτικό στοιχεῖο, ελλείψει δηλαδή σχετικών κανόνων κοινοτικοί) δικαίου. Στην ἀπόφαση σας τῆς 12ης 'Ιουνίου 1980 (υπόθεση 130/79, Express Dairy Foods, Rec. σ. 1887), ἐσημειώσατε ὅτι ή παραπομπή στίς εθνικές νομοθεσίες ήταν «ἀναγκαία» σέ μία τέτοια περίπτωση, ἀναμφιβόλως γιά νά ἀποτραπεί ἡ ἀρνησιδικία ἀπεφάνθητε, πράγματι, ότι «παρ' όλο πού εἶναι λυπηρό ὅτι δέν υπάρχουν κοινοτικές διατάξεις εναρμονίσεως διαδικασιῶν καί προθεσμιῶν», δέν ἀπόκειται σέ σας «νά εκδώσετε γενικούς ουσιαστικούς ἤ διαδικαστικούς κανόνες, τους ὁποίους μόνο τά ἁρμόδια όργανα δύνανται νά θεσπίζουν». Στην παρούσα υπόθεση, ὅπως καί σέ πολλές άλλες, πρόκειται επομένως περί κενοί) τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, ή πλήρωση τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατή μόνο μέ παραπομπή στά δίκαια τῶν Κρατών μελών. Οἱ ενδοιασμοί πού ἡ αιτιολογία τῆς λύσεως σας ἀφήνει νά γίνουν ἀντιληπτοί εξηγοῦνται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ λύση αύτη «συνεπάγεται», λόγω τῶν διαφορών τῶν εφαρμοστέων ἐθνικών δικαίων, «διαφορές μεταχειρίσεως ἐπί κοινοτικής κλίμακος» (σκέψη 12, Rec. σ. 1900).
β)
Γιά τόν λόγο αυτό, ἐπεμείνατε στά ὅρια πού πρέπει νά τεθοῦν στά εθνικά δίκαια, ἀκόμη καί ελλείψει ειδικής κοινοτικής ρυθμίσεως, ἀπό τίς γενικές ἀρχές τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου.
Τό πρώτο ἀπό αυτά, τό όποιο ἀπετέλεσε τό αἴτιο τῆς ἀπορρίψεως ἐκ μέρους τοῦ Hauptzollamt Berlin-Süd τῆς αιτήσεως τῆς εταιρίας Reichelt, ἀνάγεται στην ἀρχή τῆς ενιαίας καί πλήρους εφαρμογής τοῦ κοινοτικοί) δικαίου σέ ὅλα τά Κράτη μέλη.
Τοῦτο ἀντικατοπτρίζει τό σημείο 1 τοῦ διατακτικοί) τῆς ἀποφάσεως σας Balkan, πού ἀφοροῦσε την εφαρμογή διατάξεως ἀντιστοίχου πρός τό άρθρο 227 τοῦ Abgabenordnung:
«Μιά ἐθνική τελωνειακή ἀρχή δέν 'έχει τό δικαίωμα νά εφαρμόζει ἐπί αιτήσεως διαγραφής ἐκ λόγων επιεικείας χρεών ὀφειλομένων δυνάμει τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου — ἐν προκειμένω, νομισματικών εξισωτικών ποσών — τίς διατάξεις τοῦ ἐθνικοθ της δικαίου, ἐφ᾽ ὅσον ἡ ἐν λόγω εφαρμογή θά επηρέαζε τό ἀποτέλεσμα τῶν κοινοτικών κανόνων περί τῆς φορολογικῆς βάσεως, περί τῶν προϋποθέσεων επιβολής φόρου ή περί τοῦ ποσού τῶν οικείων τελών.»
'Αμφιβάλλω, ὅμως, ὅπως καί τό Finanzgericht, ἄν ἡ ἐν λόγω ἀρχή εἶναι δυνατόν νά παρεγνωρίσθη στην προκειμένη περίπτωση, λόγω τῶν διαφορών μεταξύ τῆς καταστάσεως πού ἔδωσε ἀφορμή γιά ἀπόφαση Balkan καί ἐκείνης στην ὁποία ευρίσκεται ή εταιρία Reichelt. Στην υπόθεση Balkan, πράγματι, — ὅπως προηγουμένως στην υπόθεση Granaria (ἀπόφαση τῆς 30ής Νοεμβρίου 1972, Rec. σ. 1163) — οἱ επίδικες επιβαρύνσεις ὠφείλοντο δυνάμει τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Ή διαγραφή τους, επομένως, βάσει ἑνός εθνικού κανόνος περί επιεικείας θά ἀπετέλει αυθαίρετο σφετερισμό πού θά έθιγε άμεσα τό πεδίο εφαρμογής τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου.
'Αντιθέτως, δέν ἀμφισβητείται ὅτι ἡ ἑταιρία Reichelt προέβη σέ πληρωμές ἀχρεωστήτων, πού δέν θά έπρεπε νά γίνουν ἄν ἐφηρμόζετο ὀρθώς τό κοινοτικό δίκαιο. 'Υπό τίς περιστάσεις αυτές, ἡ αυτονομία καί ἡ υπεροχή τοῦ κοινοτικού δικαίου δέν ἀντίκεινται στην εφαρμογή ενός ἐθνικοῦ κανόνος επιεικείας, πού θά επέτρεπε τήν επιστροφή τῶν ἀντικειμενικά υπερβολικών δασμών οἱ όποιοι εἰσεπράχθησαν πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980.
γ)
Πάντως, ἡ ελευθερία τῶν εθνικών ἀρχων περιορίζεται δυνάμει τῆς ἀρχής τής μή διακρίσεως, πού έχει ἀναγνωρισθεί ἀπό τήν νομολογία σας σέ πολλούς τομείς. Σέ περιπτώσεις ἰσχυρισμών πού στηρίζονται στό κοινοτικό δίκαιο, ἡ εφαρμογή τῶν εθνικών κανόνων δέν πρέπει νά γίνεται διαφορετικά, ἀνάλογα τοῦ ἄν οἱ ἰσχυρισμοί στηρίζονται στό κοινοτικό δίκαιο ή μόνο στό εθνικό δίκαιο. Στην απόφαση Denkavit τῆς 27ης Μαρτίου 1980 (υπόθεση 61/79, Rec. σ. 1205), όπου ετέθη τό ζήτημα τῆς «υπάρξεως καί τῆς εκτάσεως τῆς υποχρεώσεως τῶν Κρατών μελών, τά ὁποία εισέπραξαν εθνικές επιβαρύνσεις ἡ τέλη, πού εκρίθησαν ἐν συνεχεία ἀσυμβίβαστα μέ τό κοινοτικό δίκαιο, νά τά επιστρέψουν κατόπιν αιτήσεως τοῦ φορολογουμένου» (σκέψη 14, Rec. σ. 1220), ἀπαντήσατε ὅτι οἱ διαδικαστικές λεπτομέρειες ενδίκων προσφυγῶν τῶν ενδιαφερομένων περί επιστροφής τῶν επιβαρύνσεων αυτῶν «δέν δύνανται νά εἶναι δυσμενέστερες ἀπό εκείνες πού ἀφορούν παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως» (σκέψη 25, Rec. σ. 1226). Εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἀρχή αύτη πρέπει νά εφαρμοσθεί mutatis mutandis, ἐπί τῆς επιστροφής δασμών πού εἶναι ἐπίσης ἀσυμβίβαστοι πρός τό κοινοτικό δίκαιο.
"Ομως πρέπει, επίσης, νά ἐμποδίζεται ή τάση τῶν εθνικών ἀρχων νά επιδεικνύουν μεγαλύτερη αυστηρότητα έναντι τῶν ἐπιχειρηματιών πού ζητούν επιστροφή δασμών, δηλ. ἰδίων πόρων τῆς Κοινότητος, ἀπ᾿ ο,τι ὅταν πρόκειται γιά ἐθνικούς πόρους. Ή ἰσότης μεταχειρίσεως πρέπει νά εἶναι πλήρης: ὁ ἐπιχειρηματίας πού επικαλείται τό κοινοτικό δίκαιο δέν πρέπει νά ἀντιμετωπίζεται ούτε αυστηρότερα ούτε χαλαρότερα ἀπό ἐκεῖνον πού στηρίζεται στό εθνικό δίκαιο.
δ)
Τό Finanzgericht τοῦ Βερολίνου ἀναφέρεται στην περίπτωση πού τό εἰσπραχθέν ἀχρεωστήτως ποσόν μετεκυλίσθη στους πελάτες τοῦ φορολογουμένου έτσι, ώστε ὁ ὑπόχρεως προσωπικά νά μήν έχει υποστεῖ καμμία ζημία.
Περιορίζομαι νά υπενθυμίσω τίς λύσεις πού εδόθησαν μέ τίς ἀποφάσεις σας Just τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 (υπόθεση 68/79, Rec. σ. 501) και Denkavit τῆς 27ης Μαρτίου 1980. Μέ τίς δύο αυτές ἀποφάσεις, ἐκρί-νατε ὅτι «ή προστασία τῶν δικαιωμάτων πού εγγυάται ἐπί τοῦ θέματος ἡ κοινοτική έννομη τάξη δέν ἀπαιτεί τήν επιστροφή τῶν ἀχρεωστήτως εἰσπραχθεισῶν επιβαρύνσεων ὑπό συνθήκες πού θά οδηγούσαν σέ αδικαιολόγητο πλουτισμό ( 3 ) τῶν δικαιούχων» μέ ἀποτέλεσμα ώστε «δέν υπάρχει επομένως τίποτε, ἀπό πλευράς κοινοτικού δικαίου, πού νά εμποδίζει τά εθνικά δικαστήρια νά λαμβάνουν ὑπ᾿ ὄψη, σύμφωνα μέ τό ἐθνικό τους δίκαιο, τό γεγονός ὅτι οἱ ἀχρεωστήτως καταβληθείσες επιβαρύνσεις κατέστη δυνατόν νά ενσωματωθοῦν στίς τιμές τῆς υπόχρεου γιά τήν καταβολή της επιβαρύνσεως επιχειρήσεως καί νά μετακυ-λισθοῦν στους ἀγοραστές» (ἀπόφαση Just, σκέψη 26, Rec. σ. 523 απόφαση Denkavit, σκέψη 26, Rec. σ. 1226).
"Οσον άφορᾶ τήν ενδεχομένη ἐφαρμογή τῆς ἀρχής αυτής στην περίπτωση τῆς εταιρίας Reichelt, πρόκειται περί καθαρώς πραγματικού ζητήματος καί ὡς ἐκ τούτου υπόκειται στην κρίση τοῦ Finanzgericht.
Έν συμπεράσματι, σᾶς προτείνω νά ἀπαντήσετε στό Finanzgericht τοῦ Βερολίνου ὡς έξῆς:
1)
Οἱ κανονισμοί 1430/79 καί 1575/80 δέν έχουν εφαρμογή ἐπί δασμῶν πού εἰσεπράχθησαν καθ' υπέρβαση πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980.
2)
Τό κοινοτικό δίκαιο δέν εμποδίζει τήν εφαρμογή ἑνός ἐθνικοῦ κανόνος ὁ όποιος προβλέπει τήν διαγραφή ἐπιβαρύνσεων ἐκ λόγων επιεικείας, ἐφ᾽ ὅσον πρόκειται γιά δασμούς οἱ όποιοι καθωρίσθησαν μέ υψηλό ἐξ ἀντικειμένου συντελεστή καί εἰσεπράχθησαν πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980. Πάντως, οἱ προϋποθέσεις τῆς διαγραφής ἐκ λόγων ἐπιεικείας δέν δύνανται νά καθορισθοῦν πλέον έναντι εκείνων πού διέπουν παρόμοιες αιτήσεις επιστροφής επιβαρύνσεων επιβληθεισών βάσει τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
( 2 ) 'Αρθρο 168 τοῦ Abgabenordnung (φορολογικοί) κώδικος).
( 3 ) «Ἀδικαιολόγητος πλουτισμός» εἶναι ὁ ὅρος πού χρησιμοποιείται στην ἀπόφαση Denkavit στην ἀπόφαση Just χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος «πλουτισμός άνευ αιτίας».
Full & Egal Universal Law Academy