ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΔΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 16 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Οἱ δύο αιτήσεις περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως ἐπί τῶν ὁποίων ἀναφέρονται οἱ παροῦσες προτάσεις εγείρουν ἐκ νέου τό πρόβλημα τῶν ὁρίων εντός των ὁποίων τά Κράτη μέλη δύνανται, ἐν ὄψει τοῦ κοινοτικού δικαίου, νά λάβουν ἀτομικά μέτρα ἀπομακρύνσεως ἤ ἀπελάσεως υπηκόων άλλων Κρατῶν μελών, οἱ όποιοι τυγχάνουν τοῦ ευεργετήματος τῆς ἐλεύθερης κυκλοφορίας τῶν εργαζομένων ἡ τῆς ἐλευθερίας εγκαταστάσεως.
Κοινό στοιχείο στίς δύο υποθέσεις ἀποτελεί ἡ άρνηση τῶν βελγικῶν ἀρχων νά επιτρέψουν τήν διαμονή στην επικράτειά τους δύο γαλλίδων. 'Η μία ἀπό αυτές, ἡ Adoui, ἀφοῦ εισήλθε στό Βέλγιο, ἐζήτησε ἀπό τίς δημοτικές ἀρχές τῆς Λιέγης, μέ αίτηση πού υπέβαλε στίς 3 'Ιουνίου 1980, τήν έκδοση ἀδείας εγκαταστάσεως. Ή αἴτησή τῆς ὅμως ἀπερρίφθη μέ τήν ἀπό 15ης 'Οκτωβρίου 1980 ἀπόφαση, μέ τό ἀκόλουθο αιτιολογικό: «ἀτομική συμπεριφορά ... ἡ οποία καθίστᾶ τήν ἐγκατάσταση τῆς ἀνεπιθύμητη γιά λόγους δημοσίας τάξεως: ἐργάζεται σέ ύποπτο ἀπό άποψη ηθών μπάρ, στό όποιο οἱ σερβιτόρες ἐκτίθενται σέ προθήκη καί ἔχουν τήν δυνατότητα νά ἀπομονώνονται μέ τόν πελάτη». Κατά συνέπεια, ἡ Adoui έλαβε τήν εντολή νά εγκαταλείψει τήν χώρα εντός 15 ήμερῶν.
'Αφοῦ, κατά ἀρχάς, συνεμορφώθη πρός τήν εντολή αὐτή, ἡ ενδιαφερομένη επανήλθε στό Βέλγιο τόν ἑπόμενο μήνα ἐνημερώνοντας σχετικά τίς δημοτικές ἀρχές. Στίς 27 Νοεμβρίου 1980, έλαβε ἐκ νέου τήν εντολή νά εγκαταλείψει τήν χώρα εντός 4 ήμερων ή ενδιαφερομένη ἀντέδρασε υποβάλλοντας αίτηση, μέ τήν ὁποία ἐζήτησε νά επιληφθεί τῆς υποθέσεως ἡ συμβουλευτική επιτροπή αλλοδαπών. Ἐν τούτοις, οἱ δημοτικές ἀρχές τῆς Λιέγης ἠρνήθησαν νά ὑποβάλουν τήν υπόθεση στην ἐν λόγω επιτροπή, θεωρώντας ὅτι ἡ προσφυγή υπεβλήθη εκπροθέσμως, καί επανέλαβε τήν εντολή νά εγκαταλείψει τήν χώρα. Ή Adoui, μέ αίτηση περί λήψεως ἀσφαλιστικών μέτρων πού υπέβαλε στίς 27 'Ιανουαρίου 1981 ενώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς Λιέγης κατά τοῦ Βελγικοῦ Δημοσίου καί τῆς προαναφερθείσης δημοτικής ἀρχής, ἐζήτησε νά διαταχθοῦν οἱ αντίδικοι νά εκδώσουν τήν άδεια εγκαταστάσεως γιά χρονική διάρκεια πέντε ετών καί νά τους ἀπαγορευθεί νά λάβουν ὁποιοδήποτε μέτρο, μέ τό όποιο θά τῆς ἐπεβάλλετο ή υποχρέωση νά εγκαταλείψει τό Βέλγιο, τουλάχιστον, ἐφ᾽ ὅσον δέν θά εἶχε ληφθεί ἀπόφαση ἐπί τῆς αιτήσεως τῆς περί εκδόσεως ἀδείας εγκαταστάσεως.
Ή άλλη γαλλίδα γιά τήν ὁποία πρόκειται, ή Cornuaille, υπέβαλε αίτηση ζητώντας νά τῆς επιτραπεί νά εγκατασταθεί στό Βέλγιο ἀπό τίς 13 'Ιουνίου 1978, χωρίς ὅμως νά λάβει καμμία ἀπάντηση. Πράγματι, τό κέντρο ἀλλοδαπών, έχοντας λάβει ἀπό τήν αστυνομία πληροφορίες ὅτι ἡ καθ' ἧς ἦταν ύποπτη ἀπό άποψη ηθών σερβιτόρα, ἐζήτησε ἀπό τήν συμβουλευτική επιτροπή ἀλλοδαπών νά εκφέρει γνώμη πρίν ἀπό τήν λήψη τοῦ μέτρου τῆς ἀπελάσεως, στό πλαίσιο τῆς πολιτικῆς πού ἐφηρμόζετο τότε έναντι τοῦ κύκλου τῆς πορνείας. Ή επιτροπή, ἀφού ὁρισμένα παρεμπίπτοντα διαδικαστικά ζητήματα ἐπροκάλεσαν μία σημαντική καθυστέρηση στην εξέταση τῆς υποθέσεως, εξέφερε στίς 11 Σεπτεμβρίου 1980 γνώμη υπέρ τῆς ἀπελάσεως.
Ή ενδιαφερομένη, υποβάλλοντας αίτηση περί λήψεως ἀσφαλιστικών μέτρων ενώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς Λιέγης κατά τοῦ Βελγικού Δημοσίου, ἐζήτησε νά τῆς ἀναγνωρισθεί τό δικαίωμα νά λάβει άδεια εγκαταστάσεως καί νά μή συνεχισθεί ή διαδικασία ἀπελάσεως πρίν γίνει γνωστό τό ἀποτέλεσμα τῆς διεξαγομένης ἀνακρίσεως ή, ἐν πάση περιπτώσει, πρίν λάβει χώρα κατ' ἀντιμωλία συζήτηση ενώπιον τῆς συμβουλευτικής επιτροπής ἀλλοδαπών.
Στίς δύο προαναφερθείσες διαδικασίες, τό δικαστήριο τῆς Λιέγης, μέ δύο χωριστές διατάξεις πού εξέδωσε στίς 8 Μαΐου 1981, ὑπέβαλε στό Δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως τῶν προσφευγουσῶν, ἕναν εξαιρετικά ὑψηλό ἀριθμό προδικαστικών ερωτημάτων κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Τά ερωτήματα αυτά, ταυτόσημα στίς δύο υποθέσεις, διακρίνονται σέ δύο κατηγορίες: τά ερωτήματα τῆς πρώτης κατηγορίας (δέκα τέσσερα) ἀποβλέπουν στην διασαφήνιση τῆς εννοίας τῆς δημοσίας τάξεως πού ἀναφέρεται στά άρθρα 48 καί 56 τῆς συνθήκης, ἐνῶ τά ερωτήματα τῆς δευτέρας κατηγορίας (δέκα πέντε) ἀποβλέπουν στην παροχή διευκρινίσεων ὅσον άφορᾶ τίς δικονομικές εγγυήσεις, τῶν ὁποίων ἀπολαμβάνουν οἱ ἀλλοδαποί στίς εσωτερικές διοικητικές διαδικασίες δυνάμει τῶν διατάξεων τῆς οδηγίας τοῦ Συμβουλίου 64/221 τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί τοῦ συντονισμού τῶν ειδικών μέτρων γιά τήν διακίνηση καί τήν διαμονή ἀλλοδαπών, τά ὁποία δικαιολογούνται ἀπό λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ἀσφαλείας ἡ δημοσίας υγείας.
"Ας μοῦ επιτραπεί νά παρατηρήσω ὅτι δύναται κανείς νά ἀμφιβάλλει κατά πόσο ὁρισμένα ἀπό τά ερωτήματα αυτά έχουν σημασία γιά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως ἀπό τό εθνικό δικαστήριο ἐπί πλέον, ὁ τρόπος μέ τόν όποιο έχουν διατυπωθεί φαίνεται συχνά ὅτι υπαγορεύουν μία συγκεκριμένη απάντηση. Δυστυχώς, ὁ εθνικός δικαστής έκρινε σκόπιμο νά επαναλάβει σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου τό λεπτομερές ερωτηματολόγιο, τό όποιο ἐπρότειναν οἱ πληρεξούσιοι τῶν αἰτουσῶν καί τό όποιο υπέβαλε στό Δικαστήριο, ὅπως δείχνουν οἱ διατάξεις περί παραπομπής. Μιά προσεκτικότερη επιλογή τῶν πράγματι προσηκόντων ερωτημάτων καί μία ἀπ' ευθείας ἀνάληψη τῆς ευθύνης τοῦ Δικαστηρίου ὅσον άφορᾶ τήν διατύπωση τους θά ἀντα-πεκρίνετο καλύτερα στον σκοπό τῆς συνεργασίας μεταξύ τῶν εθνικών καί τοῦ κοινοτικού Δικαστηρίου πού επιδιώκεται μέ τό άρθρο 17.
2.
Τό πρώτο ἐρώτημα έχει ὡς ἀντικείμενο τόν ορισμό τῆς δημοσίας τάξεως «κατά τήν έννοια τῶν άρθρων 48 καί 56 τῆς συνθήκης». Κατ' ἀρχήν, επισημαίνω ὅτι ή κατάσταση τῶν δύο αἰτουσῶν, λαμβανομένου ὑπ' ὄψη τοῦ γεγονότος ὅτι εἶναι σερβιτόρες καί, ὡς ἐκ τούτου, μισθωτές, εμπίπτει στό πεδίο εφαρμογής τοῦ άρθρου 48, ούτως ώστε ἀρκεῖ νά ἀναφερθώ μόνο στην διάταξη αυτή. 'Αλλά ἡ επιφύλαξη τῆς δημοσίας τάξεως, πού προβλέπεται στά δύο προαναφερθέντα άρθρα, εἶναι ταυτόσημη καί ἡ εφαρμογή τῆς καί τά ἀντίστοιχα κριτήρια πρέπει, συνεπώς, νά υπόκεινται σέ ταυτόσημα κριτήρια. Ἐπισημαίνω σχετικώς ὅτι στό άρθρο 48, παράγραφος 3, πρίν καθορισθούν τά δικαιώματα πού συνδέονται ἀναπόσπαστα μέ τήν ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εργαζομένων, γίνονται δεκτοί «οἱ περιορισμοί πού δικαιολογοῦνται γιά λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ἀσφαλείας καί δημοσίας υγείας», ἐνῶ τό άρθρο 56, παράγραφος 1, ἐν ἀναφορᾶ πρός ὅλες τίς διατάξεις πού ἀφοροῦν τό δικαίωμα εγκαταστάσεως καί τά μέτρα πού λαμβάνονται δυνάμει αυτών, ὁρίζει ὅτι «δέν ἐμποδίζουν την δυνατότητα εφαρμογῆς τῶν νομοθετικῶν, κανονιστικῶν καί διοικητικών διατάξεων πού προβλέπουν ειδικό καθεστώς γιά τους ἀλλοδαπούς υπηκόους καί δικαιολογούνται ἀπό λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ἀσφαλείας καί δημοσίας υγείας».
Περαιτέρω, ἀρκετά ερωτήματα ἀναφέρονται ἀμέσως ἤ εμμέσως, στην προαναφερθείσα ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου 64/221 τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1964. Είναι ἀληθές ὅτι στίς αἰτιολογικές σκέψεις ἡ ὁδηγία αύτη ἀναφέρεται ἰδίως στό άρθρο 56, παράγραφος 2, τό όποιο περιλαμβάνεται στό κεφάλαιο πού ἀφιερώνεται στό δικαίωμα εγκαταστάσεως' άλλα εφαρμόζεται χωρίς καμμία ἀμφιβολία καί στους μισθωτούς εργαζόμενους, πού ἀπολαμβάνουν τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας. Αὐτό προκύπτει τόσο ἀπό τό κείμενο τοῦ προοιμίου ὅσο καί ἀπό τό άρθρο 1 τό όποιο ὁρίζει: «Οἱ διατάξεις της παρούσης ὁδηγίας ἱσχύουν γιά τους υπηκόους ενός Κράτους μέλους, οἱ όποιοι διαμένουν ἡ μεταβαίνουν σέ άλλο Κράτος μέλος τῆς Κοινότητος, εἴτε προκειμένου νά ἀσκήσουν μισθωτή ἡ μή μισθωτή δραστηριότητα εἴτε προκειμένου νά ἀποδε-χθοῦν υπηρεσίες».
3.
Νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμο νά εξετασθεί τό πρώτο ερώτημα σέ συνδυασμό μέ τό δεύτερο καί τό τρίτο. Πράγματι, ὁ βέλγος δικαστής, άφοῦ ἐζήτησε τόν ορισμό τῆς δημοσίας τάξεως, επιθυμεί νά διευκρινισθοῦν τά ὅρια, τά όποια τό κοινοτικό δίκαιο θέτει ὅσον άφορᾶ τήν ευχέρεια εκτιμήσεως τῶν Κρατών μελών ἐν προκειμένω, καθώς καί τίς προϋποθέσεις ὑπό τίς ὁποῖες ἕνa Κράτος μέλος δύναται νά προβεί σέ διάκριση μεταξύ τῶν δικών του υπηκόων καί τῶν υπηκόων τῶν άλλων Κρατών μελών ὡς πρός τήν ελεύθερη κυκλοφορία. Όλα αυτά τά προβλήματα συνδέονται κατ' ἀνάγκη στενῶς.
Τό πρώτο σημείο πού πρέπει νά τονισθεί είναι ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο δέν ὁρίζει καί δέν επιδιώκει νά ὁρίσει κατά τρόπο αυτόνομο τήν δημοσία τάξη, ὅπως καί δέν προβαίνει σέ ὁρισμό τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ή της δημοσίας υγείας. Υπάρχουν, στίς κοινοτικές συνθήκες καί στό παράγωγο δίκαιο, πάρα πολλές εκφράσεις πού έχουν ληφθεί ἀπό εθνικά δίκαια, ἡ ερμηνεία τῶν ὁποίων συνεπάγεται παραπομπή στίς ιδιαίτερες ἀρχές, κανόνες καί έννοιες τῶν διαφόρων Κρατών μελών. Ή έκφραση «δημοσία τάξη» υπάγεται σ' αυτές. Δέν είναι ἀνάγκη νά σημειωθεί ὅτι έχει, σ' αυτές τίς 'ίδιες εθνικές έννομες τάξεις, ἀβέβαιο χαρακτήρα καί εἶναι δυνατόν νά ποικίλλει πολύ περισσότερο διότι ἡ έννοια τῆς δημοσίας τάξεως χρησιμοποιείται σέ διάφορες περιπτώσεις (π.χ.: στό διοικητικό δίκαιο, στό ποινικό δίκαιο, στό ἰδιωτικό διεθνές δίκαιο, κλπ.). Συνεπώς, δέν έχει έννοια νά ζητεῖται ἀπό τό Δικαστήριο, έργο τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ κοινοτικού δικαίου, νά δώσει τόν ὁρισμό τῆς δημοσίας τάξεως.
Ἀπό τά άρθρα 48 καί 56 δύνανται νά συναχθούν μόνο δύο συμπεράσματα, τά όποια εἶναι ἐξ άλλου σημαντικά: α) οἱ συντάκτες τῆς συνθήκης ἀντελήφθησαν τήν δημοσία τάξη ὡς δικαιολόγηση ὁρισμένων ὁρίων πού θέτουν τά Κράτη μέλη στην ελεύθερη κυκλοφορία τῶν προσώπων καί, πλέον συγκεκριμένα, ὡς τό θεμέλιο τοῦ εἰδικοῦ περιοριστικοῦ συστήματος πού εφαρμόζεται στους ἀλλοδαπούς υπηκόους (πρβλ. τό κείμενο τοῦ ἄρθρου 56 παράγραφος 1) β) προκειμένου νά προληφθεί ὁ κίνδυνος νά λάβουν τά Κράτη μέλη διαφορετικά μέτρα, προεβλέφθη ὁ συντονισμός, μέσω τῶν ὁδηγιῶν, τῶν νομοθετικών, κανονιστικῶν καί διοικητικών διατάξεων, οἱ όποιες καθορίζουν αυτό τό ειδικό σύστημα γιά τους ἀλλοδαπούς. Ό συντονισμός αυτός δέν κατέληξε σέ μία προσπάθεια ἑνοποιήσεως τῶν εννοιών τῆς δημοσίας τάξεως, άλλα στον καθορισμό ἑνός ὁρισμένου ἀριθμού ὁρίων καί κανόνων διαδικασίας, ὅπως προκύπτει καί ἀπό την ὁδηγία 64/221.
Τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη επανειλημμένως ἐπί τῶν προβλημάτων αὐτών. Στην ἀπόφαση πού εξέδωσε στίς 4 Δεκεμβρίου 1974 στην ὑπόθεση 41/74, Van Duyn (Rec. 1974, σ. 1337) έκρινε, μεταξύ άλλων, ὅτι «... οἱ ειδικές συνθήκες πού δύνανται νά δικαιολογήσουν προσφυγή στην ἔννοια τῆς δημοσίας τάξεως ενδέχεται νά ποικίλλουν ἀπό μία χώρα σέ άλλη καί ἀπό ένα χρονικό σημείο σέ άλλο», προσθέτοντας «... ὅτι πρέπει έτσι, ἐν προκειμένω, νά ἀναγνωρισθεῖ στίς ἁρμόδιες εθνικές ἀρχές ένα περιθώριο εκτιμήσεως εντός τῶν ὁρίων πού τίθενται ἀπό τήν συνθήκη» (18η σκέψη). Στην ἀπόφαση πού εξέδωσε στίς 28 Ὀκτωβρίου 1975 στην υπόθεση 36/75, Rutili (Rec. 1975 σ. 1219) εδέχθη «ὅτι ... τά Κράτη μέλη έχουν τήν ευχέρεια νά καθορίζουν, δυνάμει τῆς επιφυλάξεως πού ἀναφέρεται στό άρθρο 48, παράγραφος 3, σύμφωνα μέ τίς ἐθνικές τους ἀνάγκες, τίς ἀπαιτήσεις τῆς δημοσίας τάξεως» (σκέψη 26), επαναλαμβάνοντας ὅτι ἡ έννοια αυτή, λόγω τοῦ ὅτι εισάγει παρέκκλιση, πρέπει νά έχει περιορισμένη έκταση «ούτως ώστε τό περιεχόμενο τῆς νά μή δύναται νά καθορισθεί μονομερώς ἀπό κάθε Κράτος μέλος χωρίς έλεγχο τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητος» (σκέψη 27). Τέλος, στην ἀπόφαση πού εξέδωσε στίς 27 'Οκτωβρίου 1977 στην υπόθεση 30/77, Bouchereau (Rec. 1977, σ. 1999), προχωρώντας περισσότερο στην έρευνα τῶν πηγών τῆς δημοσίας τάξεως, έκρινε ὅτι «κατά τό μέτρο πού ἡ προσφυγή ἐκ μέρους τῶν εθνικών ἀρχων στην έννοια τῆς δημοσίας τάξεως δύναται νά δικαιολογήσει ὁρισμένους περιορισμούς ἐπί τῆς ελευθέρας διακινήσεως προσώπων πού υπόκεινται στό κοινοτικό δίκαιο προϋποθέτει, ἐν πάση περιπτώσει, τήν ύπαρξη, πέραν τῆς διαταράξεως τῆς κοινωνικής τάξεως τῆν ὁποία κάθε παράβαση νόμου επιφέρει, γνήσιας καί αρκετά σοβαρής ἀπειλής τῆς δημοσίας τάξεως πού θίγει ένα ἀπό τά θεμελιώδη συμφέροντα τῆς κοινωνίας» (σημείο 3 τοῦ διατακτικοῦ). Εἰλικρινῶς, δέν νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαίο ούτε ευκταίο νά ἀναπτύξω περισσότερο τίς έννοιες αυτές.
Τό δικαστήριο τῆς Λιέγης επιθυμεί νά διευκρινισθούν τά ὅρια πού θέτει τό κοινοτικό δίκαιο στην ευχέρεια τῶν Κρατών μελών νά εκτιμούν τήν έννοια τῆς δημοσίας τάξεως. «Τέτοια ὅρια καί εγγυήσεις προκύπτουν ἰδίως ἀπό τήν υποχρέωση πού επιβάλλεται στά Κράτη μέλη νά στηρίζουν αποκλειστικώς τά λαμβανόμενα μέτρα στην ἀτομική συμπεριφορά τῶν προσώπων γιά τά όποια λαμβάνονται, νά ἀπέχουν ἀπό τήν λήψη κάθε σχετικοῦ μέτρου, τό όποιο θά ἐχρησιμοποιεῖτο γιά σκοπούς ξένους πρός τίς ἀνάγκες τῆς δημοσίας τάξεως ἡ θά προσέβαλε τήν άσκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, νά κοινοποιούν ἀμελλητί, σέ κάθε πρόσωπο πού πλήττεται ἀπό τά περιοριστικά μέτρα — καί ὑπό τήν επιφύλαξη τῆς περιπτώσεως κατά τήν ὁποία λόγοι ἀναφερόμενοι στην ἀσφάλεια τοῦ κράτους ἀντιτίθενται —, τους λόγους ἐπί τῶν ὁποίων ἐβασίσθη ἡ ληφθείσα ἀπόφαση, τέλος, νά εξασφαλίζουν τήν πραγματική άσκηση τῶν ενδίκων μέσων.» Φυσικά, ή άποψη αύτη εκφράζει κατά τρόπο συνοπτικό, τήν κοινοτική ρύθμιση πού εἰσήχθη μέ τήν προαναφερθείσα ὀδηγία 64/221 καθώς καί τήν ἀρχή τῆς προστασίας τῶν συνδικαλιστικών δικαιωμάτων πού κα-θιερώθη μέ τό άρθρο 8 τοῦ κανονισμού 1612 τοῦ Συμβουλίου τῆς 15ης Ὀκτωβρίου 1968. Ἐπί πλέον, στην ἀπόφαση Rutili επίσης, γίνεται μνεία (σκέψη 32) τῆς «γενικότερης ἀρχής πού καθιερώθη μέ τά άρθρα 8, 9, 10 καί 11 τῆς συμβάσεως περί προστασίας τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί των θεμελιωδῶν ελευθεριῶν, ἡ ὁποία υπεγράφη στην Ρώμη, στίς 4 Νοεμβρίου 1950, καί ἐπε-κυρώθη ἀπό ὅλα τά Κράτη μέλη, καί τό άρθρο 2 τοῦ πρωτοκόλλου 4 τῆς Ιδίας συμβάσεως πού υπεγράφη στό Στρασβοῦργο στίς 16 Σεπτεμβρίου 1963, ἡ ὁποία ὁρίζει μέ ταυτόσημους ὅρούς ὅτι κάθε προσβολή, δυνάμει τῶν ἀναγκών τῆς δημοσίας τάξεως καί ἀσφαλείας, δικαιωμάτων πού εγγυώνται τά προαναφερθέντα άρθρα, δεν δύναται νά υπερβαίνει τό ἀναγκαίο πλαίσιο πρός διαφύλαξη τῶν ἀναγκών αυτών σέ μία δημοκρατική κοινωνία». Κατά την γνώμη μου, δύναται νά γίνει επίκληση τῆς ἀρχής αυτής, τήν ὁποία έχουν δεχθεί ὅλα τά Κράτη μέλη ὡς συμβαλλόμενα στην ευρωπαϊκή σύμβαση περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μέρη, ὡς ἀρχής τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου.
Τέλος, ὡς πρός τήν ἀμφιβολία πού εκφράζεται μέ τό τρίτο ερώτημα — ὅτι τά πορίσματα τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως Van Duyn δέν συμβιβάζονται μέ τόν κανόνα τῆς μή διακρίσεως πού καθιερώθη τόσο μέ τό άρθρο 7 ὅσο καί μέ τό άρθρο 48 τῆς συνθήκης — δέν 'έχει προδήλως καμμία βάση. Είναι προφανές ὅτι ἡ προσφυγή στην ρήτρα τῆς δημοσίας τάξεως, στον τομέα τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν προσώπων, συνεπάγεται ἕνα ειδικό καθεστώς γιά τους ἀλλοδαπούς υπηκόους: τό άρθρο 56, παράγραφος 1, τό ἀναγνωρίζει ρητώς, τό αυτό δέ ἰσχύει γιά τους εργαζομένους τόσο γιά τους μισθωτούς ὅσο καί γιά τους ἀνεξάρτητους. Ἀφ᾿ έτερου, δεδομένου ὅτι κανένα Κράτος μέλος δέν δύναται νά ἀρνηθεί στους υπηκόους του τήν είσοδο καί τήν διαμονή στην επικράτεια του (δυνάμει γνωστής ἀρχής τοῦ διεθνοῦς δικαίου) ένα Κράτος μέλος δύναται νά ἀρνηθεί τήν χορήγηση τοῦ προνομίου τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας στους υπηκόους άλλου Κράτους μέλους γιά λόγους δημοσίας τάξεως χωρίς, ἐν τούτοις, νά υποχρεούται νά επιβάλει ἀνάλογη ἀπαγόρευση στους δικούς του υπηκόους τό Δικαστήριο διευκρίνισε ἀκριβώς αυτό τό σημείο στην προαναφερθείσα ἀπόφαση Van Duyn (σκέψεις 22 καί 23). Καί κατ' οὐσίαν δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι ἡ δημοσία τάξη ἐπιτρέπει παρέκκλιση ὄχι μόνο ἀπό τήν ἀρχή τῆς μή διακρίσεως, ἀλλα ἐπίσης καί ἀπό τήν ἀρχή τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως ἡ συνθήκη εἶναι πολύ σαφής ἐν προκειμένω.
4.
Μέ τό τέταρτο ερώτημα, τό βελγικό δικαστήριο έρωτᾶ κυρίως ἄν ἡ συμπεριφορά, ἡ ὁποία δέν επιφέρει ποινική κύρωση, δύναται νά συνιστᾶ «πραγματική καί ἀρκετά σοβαρή ἀπειλή, ἡ ὁποία θίγει θεμελιώδες συμφέρον τῆς κοινωνίας» κατά τήν έννοια τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως Bouchereau μέ τό πέμπτο ερώτημα τίθεται τό πρόβλημα ἄν δέν ἀπαιτείται, τουλάχιστον, ένας νόμος, ένας κανονισμός ή μία ισοδύναμη πρακτική κράτους, προκειμένου ένα συμφέρον τῆς κοινωνίας νά θεωρηθεί ὡς θεμελιώδες. Τό πρόβλημα στό όποιο ἀναφέρεται τό ἑνδέκατο ερώτημα εμπίπτει στην ἴδια κατηγορία ἰδεών, συνίσταται δέ στό ερώτημα κατά πόσον ή άσκηση επαγγέλματος πού δέν ἀπαγορεύεται, άλλα, ἀντιθέτως, προστατεύεται ἀπό τήν εκμετάλλευση καί ἀποτελεί ἀντικείμενο, μεταξύ άλλων, κανονικής φορολογήσεως, δύναται νά ἐμφανίζει τόν χαρακτήρα σοβαρής ἀπειλής, ἡ ὁποία θίγει θεμελιώδες συμφέρον τῆς κοινωνίας.
Στην προαναφερθείσα ἀπόφαση Van Duyn διευκρινίσθη ὅτι έστω καί ἄν πρόκειται γιά δραστηριότητες πού δέν ἀπαγορεύονται ἀπό τόν νόμο, δύναται νά γίνει επίκληση λόγων δημοσίας τάξεως, ἐφ᾽ ὅσον πρόκειται γιά ἀντικοινωνικές δραστηριότητες κατά τῶν ὁποίων οἱ ἀρχές Κράτους μέλους ἔλαβον θέση μέ την λήψη μέτρων πού ἀποβλέπουν στό νά ἀποθαρρύνουν την άσκηση τους. Μέ άλλη διατύπωση, ἡ συμπεριφορά είναι δυνατόν νά κριθεί ὡς ἀντίθετη πρός την δημοσία τάξη, έστω καί ἄν δέν δύναται νά χαρακτηρισθεί ὡς έγκλημα ἡ ὡς άλλου είδους παράβαση. Στίς παρατηρήσεις της, ή κυβέρνηση τῆς 'Ιταλικῆς Δημοκρατίας επεσήμανε ὀρθώς τήν προληπτική λειτουργία πού δύνανται νά ἐκπληροῦν τά λαμβανόμενα γιά λόγους δημοσίας τάξεως μέτρα ενδείκνυται, πάντως, νά σημειωθεί ὅτι πρέπει νά πρόκειται γιά μέτρα πού ἀποβλέπουν στην πρόληψη τοῦ κινδύνου πού προκύπτει ἀπό τήν ἀτομική συμπεριφορά ἑνός προσώπου καί ὄχι γιά διατάξεις πού στηρίζονται σέ λόγους γενικής προλήψεως (πρβλ. τήν ἀπόφαση πού εξέδωσε τό Δικαστήριο στίς 26 Φεβρουαρίου 1975 στην υπόθεση 67/74, Bonsignore, Racc. 1975, σ. 297 ἑπ.). 'Αντιθέτως, τό γεγονός ὅτι ἕνας Ιδιώτης κατεδικάσθη γιά συγκεκριμένο ἀδίκημα δέν ἀρκεῖ γιά νά δικαιολογήσει τήν εφαρμογή ἐπ᾽ αὐτοῦ ενός μέτρου δημοσίας τάξεως: τό άρθρο 3 παράγραφος 2 τῆς ὁδηγίας 64/221 τό διευκρινίζει, ἡ δέ ἀπόφαση Bonsignore τό επιβεβαιώνει.
Οἱ αἰτοῦσες στην κυρία δίκη επιδιώκουν νά προβάλουν τίς διαφορές μεταξύ τῆς παρούσης υποθέσεως καί τῆς υποθέσεως ή ὁποία ἀπετέλεσε ἀντικείμενο τῆς ἀποφάσεως Van Duyn. Παρατηροῦν ὅτι, μολονότι ή θρησκευτική αίρεση στην ὁποία άνηκε ή Van Duyn, δέν ενέπιπτε στον ποινικό νόμο, ή βρετανική κυβέρνηση εἶχε, ἐν τούτοις, λάβει μέτρα πρός περιστολή τῶν δραστηριοτήτων της, οἱ όποιες μάλιστα είχαν συζητηθεί στό κοινοβούλιο. Ή ἀνεπιφύλακτη στάση πού υἱοθέτησαν οἱ βρετανικές ἀρχές ὡς πρός τόν ἀποδιδόμενο ἀντικοινωνικό χαρακτήρα τῶν δραστηριοτήτων, στίς όποιες θά έπεδίδετο ἡ Van Duyn στό 'Ηνωμένο Βασίλειο, εἶναι ἀντίθετη πρός τήν στάση πού έλαβε ἐν προκειμένω τό Βελγικό Δημόσιο, τό ὁποῖο ουδέποτε ἐθεώρησε τήν ἀποδιδομένη στίς αιτούσες δραστηριότητα ὡς ἀντίθετη πρός τά θεμελιώδη του συμφέροντα. Μέ ἀνάλογα επιχειρήματα, ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση, δεχόμενη ὅτι ἡ έννοια τῆς δημοσίας τάξεως καλύπτει συμφέροντα θεωρούμενα ἀπό τίς εθνικές ἀρχές ὡς άξια προστασίας, ὑποστηρίζει ὅτι γιά νά δικαιολογηθεί ἡ εφαρμογή τῆς ἐν λόγω ρήτρας, τά συμφέροντα αὐτά πρέπει νά στηρίζονται σέ νομοθετικούς κανόνες, τῶν ὁποίων οἱ πολίτες δύνανται νά λαμβάνουν γνώση. Πράγματι, μόνον κατ' αυτόν τόν τρόπο δύναται νά ικανοποιηθεί ἡ ἀπαίτηση τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου.
Φρονώ ὅτι ἐφ᾽ ὅσον γίνει δεκτό, ὁπως έγινε δεκτό ἀπό τό Δικαστήριο, ὅτι εἶναι νόμιμο ένα μέτρο ἀπελάσεως γιά λόγους δημοσίας τάξεως πού στηρίζεται σέ συμπεριφορά τήν ὁποία ἡ εθνική νομοθεσία δέν ἀπαγορεύει, δέν δύναται κανείς νά επικαλεσθεί τήν ἀρχή τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου γιά νά ἀπαιτήσει ένα είδος νομοθετικοῦ καταλόγου τῶν ἀντιθέτων πρός τήν δημοσία τάξη συμπεριφορών. Μία τέτοια ἀπαίτηση είναι ἀντίθετη πρός τίς ἀρχές τῆς λογικής. Αυτό τό όποιο φαίνεται ἀναγκαίο καί επαρκές εἶναι νά εκφράζεται μέ ὁποιονδήποτε τρόπο, έστω καί έμμεσο, στην εσωτερική έννομη τάξη, τό γενικό συμφέρον δυνάμει τοῦ ὁποίου τό κράτος εφαρμόζει τά περιοριστικά μέτρα δημοσίας τάξεως. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ ἀπαίτηση, πού ἔγινε δεκτή στην προαναφερθείσα ἀπόφαση Van Duyn, πρέπει νά ἑρμηνευθεί ὑπό την έννοια ὅτι οἱ ἁρμόδιες ἀρχές ἔχουν λάβει αρνητική στάση έναντι ὁρισμένων δραστηριοτήτων δείχνοντας ὅτι τίς θεωροῦν ὡς ἀντικοινωνικές.
"Οσον άφορᾶ τά πραγματικά περιστατικά τῆς προκειμένης υποθέσεως, απλῶς ἀναφέρω ὅτι ἡ περιοριστική στάση τῶν βελγικῶν διοικητικών άρχῶν, έναντι τοῦ φαινομένου τῆς πορνείας καί τῆς συμπεριφοράς εκείνων πού επιδίδονται σ᾿ αυτή, φαίνεται ὅτι εἶναι σύμφωνη πρός τήν εθνική νομοθεσία τοῦ κράτους αὐτοῦ, δεδομένου ὅτι, χωρίς νά ἀπαγορεύεται ἡ νά τιμωρείται ἡ πορνεία, υφίστανται απαγορεύσεις (παραδείγματος χάριν ἀπαγόρευση προσελκύσεως, ἡ ἀπαγόρευση πού επιβάλλεται στίς ἐκπορνευόμενες νά εκτίθενται σέ προθήκη, ἡ ἀπαγόρευση τῶν οἴκων ἀνοχής), ἀπό τίς όποιες ευκόλως συνάγεται ὅτι ὁ νομοθέτης έκρινε ὅτι ὁ περιορισμός τῆς εκτάσεως τοῦ φαινομένου ἀνταποκρίνεται στό δημόσιο συμφέρον. 'Αλλά, εναπόκειται βεβαίως στον δικαστή τῆς ουσίας νά εξετάσει ἄν ἡ προϋπόθεση πού ἐτέθη μέ τήν προαναφερθείσα ἀπόφαση Van Duyn πληροῦται στην προκειμένη υπόθεση.
5.
Δεδομένου ὅτι τό μέτρο ἀπομακρύν-σεως ἀπό τήν επικράτεια έχει συχνά επιπτώσεις σοβαρότερες ἀπό μία ποινική κύρωση, τό δικαστήριο τῆς Λιέγης έρωτα, μέ τό έκτο ερώτημα, ἄν πρέπει νά ἐφαρμοσθεί κατ' ἀναλογία τό άρθρο 7 τῆς ευρωπαϊκής συμβάσεως προστασίας τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί, ὡς ἐκ τούτου, νά θεωρηθεί, προς τό σκοπό εφαρμογής τοῦ περιοριστικοῦ μέτρου, ὅτι ἡ τιμωρούμενη συμπεριφορά πρέπει νά συνιστᾶ, κατά τό χρονικό σημείο πού εκδηλώνεται, παράβαση προβλεπομένη ἀπό τήν νομοθεσία τοῦ κράτους. 'Επικουρικώς, διερωτάται ποία λύση θά πρότεινε τό Δικαστήριο γιά νά ἀποφευχθεί ἐν προκειμένω ἡ αὐθαιρεσία τῶν εθνικών άρχων.
Εἶναι γνωστό ὅτι τό άρθρο 7 παράγραφος 1 τῆς ευρωπαϊκής συμβάσεως προστασίας τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καθιερώνει τήν ἀρχή «nullum crimen sine lege». Δεδομένου ὅτι τά περιοριστικά μέτρα δημοσίας τάξεως πού λαμβάνονται έναντι τῶν ἀλλοδαπών δέν συνιστούν ποινικές κυρώσεις, άλλά έχουν κυρίως προληπτικό χαρακτήρα, καθίσταται άνευ ἀντικειμένου ὁ ισχυρισμός περί κατ' ἀναλογίαν εφαρμογής τῆς διατάξεως αὐτής. "Οπως παρετήρησε καί ή ἰταλική κυβέρνηση, ἡ ιδιαίτερη βαρύτητα πού δύναται ἐνίοτε νά έχει γιά τόν ενδιαφερόμενο ένα μέτρο απελάσεως ή ἀπαγορεύσεως εισόδου στην ἐπικράτεια, δέν ἀποτελεί σημαντικό στοιχείο παρά μόνο ὅταν πρόκειται νά εξετασθεί κατά πόσο οἱ εθνικές ἀρχές ἐτήρησαν τίς ἀρχές πού εγγυώνται τόν λογικό καί ἀναλογικό χαρακτήρα τοῦ ληφθέντος μέτρου. Βάσει τῶν κριτηρίων αυτών καί, ὡς ἐκ τούτου, λαμβάνοντας ὑπ᾿ ὄψη σέ κάθε περίπτωση ὅλα τά στοιχεία πού χαρακτηρίζουν τήν προσωπική συμπεριφορά τοῦ ενδιαφερομένου, καθώς καί τήν οικογενειακή του κατάσταση καί τους δεσμούς πού ενδεχομένως εἶχε ήδη συνάψει μέ τήν χώρα στην ὁποία εισήλθε, ἀποφεύγεται ὁ κίνδυνος νά καταλήξει ἡ διακριτική ἐξουσία τῶν εθνικών ἀρχων σέ αυθαίρετες ἀποφάσεις.
Ἀπό τήν τελευταία αυτή σκέψη προκύπτει καταφατική ἀπάντηση στό έβδομο ερώτημα πού άφορᾶ τήν ἀναλογικότητα. Ό δικαστής τῆς κυρίας δίκης έρωτᾶ κατά πόσο πρέπει νά σταθμισθοῦν, ἀφ᾿ ἑνός, ή σοβαρότης τῆς προκληθείσης στην δημοσία τάξη διαταράξεως καί, ἀφ᾿ ἑτερου, ἡ ειδική σοβαρότης τοῦ μέτρου ἀπομακρύνσεως. Τά κριτήρια ὅμως τοῦ λογικοῦ καί ἀναλογικού χαρακτήρα τοῦ μέτρου ἐφαρμόζονται βεβαίως καί στό κοινοτικό δίκαιο: συνεπώς, συμβάλλουν στόν περιορισμό τῆς εξουσίας τῶν Κρατών μελών νά εφαρμόζουν τήν ρήτρα τῆς δημοσίας τάξεως. Τά πραγματικά γεγονότα πού μόλις ἀνέφερα πρέπει νά επαληθεύονται κατά περίπτωση, διότι χρησιμεύουν στό νά καθορίζεται κατά πόσο κάθε μέτρο ἀπομακρύνσεως ή ἀπελάσεως συμβιβάζεται μέ την ἀρχή της ἀναλογικότητος.
Στό όγδοο ερώτημα ἀναφέρεται ή περίπτωση κατά την ὁποία ἡ ἀπομάκρυνση δύναται ενίοτε νά εξομοιωθεί μέ ἀπάνθρωπη μεταχείριση καί, συνεπώς, νά θεωρηθεί ότι ἀπαγορεύεται στην αγόρευση του, ὁ δικηγόρος τῶν αιτουσῶν ἀνέφερε σχετικώς την θεμελιώδη ἀρχή, ή ὁποία περιλαμβάνεται σέ κάθε κατάλογο ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἀπαγορεύεται ἀπολύτως κάθε ποινή ή μεταχείριση σκληρή, ἀπάνθρωπη ἤ εξευτελιστική (πρβλ. άρθρο 3 τῆς ευρωπαϊκής συμβάσεως προστασίας τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, στό όποιο εὐλόγως ἀναφέρεται κατ' ἀρχάς ἡ βάσανος). Νομίζω ὅτι ή ἀρχή αὐτή δέν έχει καμμία σχέση μέ τά μέτρα, τά όποια περιορίζουν τήν ελευθερία εἰσόδου καί παραμονής σέ ένα συγκεκριμένο κράτος έστω καί ἄν μέτρα τοῦ είδους αὐτοῦ δύνανται ενίοτε νά έχουν σοβαρές συνέπειες γιά εκείνον στον ὁποίο επεβλήθησαν, θά ἀποτελούσε γλωσσική ἀνακολουθία ἡ εξομοίωση τῆς βαρύτητος αυτής μέ εκείνη τῶν μεταχειρίσεων, όπως τῆς βασάνου, οἱ όποιες θίγουν τόσο τήν φυσική ἀκεραιότητα ὅσο καί τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια τῶν θυμάτων καί συνιστούν ἀσυγχώρητο όνειδος γιά ἐκείνους πού τίς εφαρμόζουν.
6.
Μέ τό ένατο ἐρώτημα ζητείται νά καθορισθεί εντός ποίων ὁρίων τά Κράτη μέλη έχουν τήν εξουσία νά λαμβάνουν ὑπ᾿ ὄψη, προκειμένου νά ἀρνηθούν ἡ νά ἀνακαλέσουν άδεια διαμονής, τήν Ιδιωτική ζωή τῶν ενδιαφερομένων. 'Η ἀπάντηση εἶναι εύκολη. Κατ' ἀρχήν, οἱ ἀρχές τῶν Κρατῶν μελῶν δέν επεμβαίνουν στην ἰδιωτική ζωή τῶν ἀτόμων ἀλλά αυτό δέν ἐμποδίζει ὅτι δύναται νά ληφθεί ὑπ᾿ ὄψη ἡ ηθική των Ιδιωτών, ἐφ' ὅσον ἐξωτερικεύεται μέ μία συμπεριφορά καί ἐφ' ὅσον έχει ἀνάλογες επιπτώσεις στό πλαίσιο στό όποιο ζοῦν. Τελικώς, οἱ ἀρχές θά εξετάσουν ἄν υφίσταται ἡ ὄχι ἀπειλή γιά τήν δημοσία τάξη σέ σχέση μέ τήν συμπεριφορά τῶν προσώπων.
Μέ τό δέκατο ερώτημα, ὁ δικαστής τῆς κυρίας δίκης έρωτᾶ ἄν ένα Κράτος μέλος, πού ενδιαφέρεται νά ἀπομακρύνει ἀπό τήν επικράτεια του τίς πόρνες πού προέρχονται άπό ὁρισμένη χώρα, διότι δύνανται νά συμβάλλουν στην εγκληματικότητα, τίς εκδιώκει συστηματικά, θεωρώντας ὅτι τό επάγγελμα τῆς πόρνης συνιστά κίνδυνο γιά τήν δημοσία τάξη, χωρίς νά εξετάσει ἄν οἱ ενδιαφερόμενες δύνανται νά εἶναι ύποπτες σχέσεων μέ τόν «υπόκοσμο», δέν ἐφαρμόζει μία μορφή γενική προλήψεως, ἀντίθετης πρός τήν ἀρχή πού έγινε δεκτή μέ τήν προαναφερθείσα ἀπόφαση Bonsignore.
Γνωρίζουμε ὅτι ἀκόμη καί σέ ένα Κράτος μέλος, στό όποιο ἡ πορνεία δέν ἀπαγορεύεται, οἱ εθνικές ἀρχές δύνανται νά ἀπομακρύνουν ἡ νά ἀπελάσουν γιά λόγους δημοσίας τάξεως τους ἀλλοδαπούς (ή τίς ἀλλοδαπές), οἱ όποιοι εἰσῆλθαν στην χώρα γιά νά ἀσκήσουν αυτή τήν δραστηριότητα, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι ἀπό τήν ισχύουσα νομοθεσία δύναται νά συναχθεί ἡ ύπαρξη δημοσίου συμφέροντος πρός περιορισμό τῆς διαδόσεως αὐτοθ τοῦ κοινωνικοῦ φαινομένου. Προφανώς, τό περιοριστικό μέτρο πρέπει νά εἶναι αίτιολογημένο βάσει τῆς συμπεριφοράς τοῦ προσώπου κατά τήν γνώμη μου, αυτό ἀρκεῖ γιά νά ικανοποιήσει τήν ἀπαίτηση πού καθιερώνεται μέ τό άρθρο 3 παράγραφος 1 τῆς ὁδηγίας 64/221. Κατ' άλλο τρόπο, ἀκόμη καί ἄν ἡ συμπεριφορά εἶναι κοινή σέ μία ὁλόκληρη κατηγορία προσώπων, πρέπει κυρίως νά εξετάζεται ἄν ἡ συγκεκριμένη περίπτωση ὑπάγεται πράγματι σ᾿ αύτη την μορφή δραστηριότητος, ἡ ὁποία διαταράσσει την κοινωνική τάξη.
Δυνάμει τῆς ἐν λόγω ἀρχής πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀπαγορευομένη ἡ λήψη μέτρων ἀπομακρύνσεως ἡ ἀπελάσεως ἔναντι ὅλων τῶν πόρνων μιας ὁρισμένης χώρας, διότι θεωροῦνται ύποπτες ὅτι συνάπτουν ευκολότερα σχέσεις συνενοχής μέ «τόν υπόκοσμο» τῆς 'ίδιας χώρας. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, ἡ αιτιολόγηση τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία περιορίζει την ελευθερία κυκλοφορίας, δέν έγκειται στην ἄσκηση τοῦ επαγγέλματος τῆς πόρνης, ἀλλα ἀντιθέτως, στην κατηγορία ὅτι ευρίσκεται σέ επαφή μέ εγκληματικά στοιχεία καί διευκολύνει τήν δράση τους. "Ενα μέτρο ὅμως δημοσίας τάξεως δέν δύναται νά στηριχθεί νομίμως σέ μία ὑποψία έναντι ὁλόκληρης ὁμάδος ἀτόμων ἡ ἁρμοδία ἀρχή, ὀφείλει, ἀντιθέτως, νά εἶναι σέ θέση να διαπιστώσει ὅτι τό πρόσωπο, πού θά ἀπομακρυνθεί ἡ θά ἀπελαθεί, παρείχε τό 'ίδιο βοήθεια στόν «υπόκοσμο». Στά ἀνωτέρω δύναται νά προστεθεί ὅτι τά περιοριστικά μέτρα πού λαμβάνονται μόνο σέ σχέση μέ αλλοδαπούς ὑπηκόους συγκεκριμένου κράτους γιά λόγους πού συνδέονται μέ τήν ἰθαγένεια τους, εἶναι βεβαίως ἀντίθετα πρός τήν γενική ἀρχή τῆς μή διακρίσεως.
7.
Τό δωδέκατο ερώτημα ἀναφέρεται επακριβώς στό κατά πόσο ὁ γενικός εἰσαγγε-λεύς, χρησιμοποιώντας στην υπόθεση Bonsignore τους ὅρούς «παρουσία πού κατέστη ἀφόρητη» καί «ἀναγκαία λύση» εξέφρασε ὀρθῶς τόν βαθμό τῆς ἀναγκαίας σοβα-ρότητος προκειμένου νά δικαιολογηθεί ἀπομάκρυνση ἀπό τήν επικράτεια Κράτους μέλους ἑνός υπηκόου ἑνός άλλου Κράτους μέλους. Προφανῶς, ὁ δικαστής τῆς κυρίας δίκης επιμένει στην πρόθεση του νά προσδιορισθεί ποιος βαθμός σοβαρότητος τῆς συμπεριφοράς ἀπαιτείται, γιά νά είναι θεμιτή ἡ λήψη μέτρου δημοσίας τάξεως τοῦ είδους πού προανεφέρθη. Περιορίζομαι στό νά παραπέμψω στίς παρατηρήσεις πού έχουν ήδη διατυπωθεί σχετικά μέ τήν διακριτική εξουσία πού διαθέτουν οἱ εθνικές ἀρχές ὡς πρός τήν εκτίμηση τῶν καταστάσεων πού θίγουν τήν δημοσία τάξη καί μέ τήν φύση τῶν ὁρίων πού τό κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στην ἐν λόγω διακριτική εξουσία.
8.
Μέ τό δέκατο τρίτο ερώτημα, τό Δικαστήριο καλείται νά διευκρινίσει ὑπό ποῖες προὓποθέσιες ένα πρόσωπο, στό όποιο δέν ἐχορηγήθη ἡ ἀνεκλήθη ἡ άδεια διαμονής γιά λόγους δημοσίας τάξεως, δύναται μεταγενεστέρως νά εισέλθει ἐκ νέου στην ἐπικράτεια τοῦ ενδιαφερομένου κράτους καί νά ζητήσει ἐκ νέου τήν άδεια αυτή, καθώς καί ἄν εἶναι δυνατόν νά ληφθεί οριστική ἀπόφαση περί ἀπομακρύν-σεως.
Δέν νομίζω ὅτι υφίστανται ἐν προκειμένω κανόνες τοῦ κοινοτικού δικαίου, ἀπό τους ὁποίους δύναται κανείς νά ἀντλήσει μία συγκεκριμένη ἀπάντηση. Λαμβανομένου ὑπ᾿ ὄψη ὅτι μέ τήν ἀνωτέρω διάταξη τοῦ άρθρου 48 παράγραφος 3 τῆς συνθήκης εισάγεται μία εξαίρεση καί οτι, συνεπώς, πρέπει νά ερμηνευθεί στενῶς, δύναται μόνο νά ισχυρισθεί κανείς ὅτι κατ' ἀρχήν, μία ἀπόφαση περί ἀπομακρύνσεως μέ ὁριστική καί ἀμετάκλητη ἰσχύ, ἡ ὁποία έχει ὡς ἀποτέλεσμα τόν ἀποκλεισμό γιά τό μέλλον κάθε δυνατότητος ἐκ νέου εξετάσεως τῆς προσωπικῆς καταστάσεως τοῦ ἀτόμου, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐφηρμόσθη μέτρο περιοριστικό τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας, δέν φαίνεται νόμιμη. 'Αφ' έτερου, εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι τό κράτος θά δύναται νά ἐξακολουθεί νά ἀρνείται την άδεια διαμονῆς σ' ἔνα πρόσωπο σέ σχέση μέ τό όποιο έχει ἤδη λάβει μέτρο τοῦ είδους αὐτοῦ, ἐφ' ὅσον δέν έχουν εξαλειφθεί οἱ λόγοι, οἱ όποιοι ἐδι-καιολόγουν τό πρῶτο μέτρο (ἤ ἐφ' ὅσον, έστω καί ἄν οἱ λόγοι αυτοί έχουν εξαλειφθεί, υφίστανται άλλοι λόγοι ἐξ 'ίσου έγκυροι). Τέλος, ως πρός τήν διαδικασία, δύναται νά λεχθεί ὅτι μία νέα ἀπόφαση ἀρνήσεως προϋποθέτει ὅτι ἡ κατάσταση τοῦ προσφεύγοντος έχει εξετασθεί, τουλάχιστον ἄν έχει επικαλεσθεί νέους λόγους προς υποστήριξη μιας εὐνοϊκής ἀποφάσεως.
9.
Τό δέκατο τέταρτο ερώτημα, τό ὁποῖο θά έπρεπε νά περιλαμβάνεται στην κατηγορία Β μέ τά άλλα ερωτήματα διαδικασίας, ἀναφέρεται στό άρθρο 6 τῆς ὁδηγίας 64/221, δηλαδή στην διάταξη, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τά Κράτη μέλη νά γνωστοποιοῦν στον ἐνδιαφερόμενο τους λόγους (δημοσίας τάξεως, δημοσίας ἀσφαλείας ή δημοσίας υγείας), ἐπί τῶν ὁποίων βασίζεται ή ἀπόφαση πού τόν άφορᾶ. Ό βέλγος δικαστής έρωτᾶ ἄν ἡ γνωστοποίηση αυτή πρέπει νά γίνεται στην μητρική γλώσσα τοῦ ενδιαφερομένου, ἄν πρέπει νά είναι «πλήρης, λεπτομερής καί ειλικρινής», ἄν δύναται νά περιορισθεί σέ μία γενική αιτιολογία, πού επαναλαμβάνεται σέ μεγάλο ἀριθμό περιπτώσεων.
'Ως πρός τό πρώτο σημείο, επισημαίνω ὅτι οἱ περιοριστικές ἀποφάσεις, γιά τίς ὁποῖες πρόκειται ἐν προκειμένω, ἐκοινοποιήθησαν στην γαλλική γλώσσα σέ δύο γαλλίδες υπηκόους, οἱ όποιες εὑρίσκοντο στό γαλλόφωνο τμήμα τοῦ Βελγίου. Συνεπώς, ευρισκόμεθα ενώπιον ερωτήματος, τό όποιο δέν έχει προφανῶς καμμία σημασία γιά τήν επίλυση τῶν ἐκκρεμμῶν ενώπιον τοῦ παραπέμποντος δικαστηρίου διαφορών καί τό Δικαστήριο θά ἠδύνατο ἀκόμη καί νά ἀρνηθεί νά τό λάβει ὑπ' ὄψη. Ἐν τούτοις, προτιμώ νά εκφέρω τήν άποψη μου ἐν προκειμένω. Στίς παρατηρήσεις της, ἡ Ἐπιτροπή ἰσχυρίσθη ὅτι έκρινε πράγματι ἀνα-καῖο, γιά νά ἀποφευχθεί ἡ διαφορετική μεταχείριση τῶν υπηκόων τῶν διαφόρων Κρατών μελών, ἡ αιτιολογία τῶν μέτρων δημοσίας τάξεως, στά όποια ἀναφέρομαι, νά κοινοποιεῖται στον ενδιαφερόμενο στην μητρική του γλώσσα. Τό άρθρο 5 παράγραφος 2 τῆς ευρωπαϊκής συμβάσεως προστασίας τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἀναφερόμενο στην κοινοποίηση τῆς αιτιολογίας τῶν μέτρων περιορισμοῦ τῆς προσωπικής ελευθερίας, περιορίζεται στην ἀπαίτηση νά συντάσσεται σέ γλώσσα πού ὁ ενδιαφερόμενος καταλαβαίνει. Ἀφ' έτερου, στην ἀπόφαση πού εξέδωσε στίς 18 Φεβρουαρίου 1975, στην υπόθεση 66/74, Farrauto (Racc. 1975, σ. 157), τό Δικαστήριο εἶχε τήν εὐκαιρία νά ἀποφανθεί σχετικά μέ τήν κοινοποίηση ἀποφάσεως πού έλαβε ένα ταμείο προνοίας για ένα διακινούμενο εργαζόμενο (ἀπόφαση περί ἀπορρίψεως αἰτήσεως) καί έκρινε, μεταξύ άλλων, ὅτι «εναπόκειται ... στά εθνικά δικαστήρια τῶν Κρατών μελών νά μεριμνούν ώστε ή ἀσφάλεια τοῦ δικαίου νά μή τίθεται σέ κίνδυνο μέ μία ἀπώλεια δικαιώματος, ἡ ὁποία προκύπτει ἀπό τήν ἀνικανότητα τοῦ εργαζομένου νά εννοήσει τήν γλώσσα στην ὁποία τοῦ κοινοποιείται μία ἀπόφαση» (σκέψη 6). Φρονώ ὅτι τό κριτήριο αὐτό δύναται νά εφαρμοσθεί ἐξ 'ίσου στόν τομέα πού εξετάζεται ἐν προκειμένω, καί ὅτι, κατά συνέπεια, ελλείψει ρητής κοινοτικής διατάξεως, οἱ εθνικές αρχές δέν πρέπει νά θεωροῦνται ὡς υποχρεωμένες νά συντάσσουν σέ ὅλες τίς περιπτώσεις τήν ἀπόφαση περί περιορισμού τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας ὑπηκόου άλλου Κράτους μέλους στην γλώσσα τοῦ τελευταίου.
Ὅσον άφορᾶ την ἀπαίτηση τοῦ ἀληθοῦς τῆς αιτιολογίας, δέν βλέπω τί θά ἠδύνατο νά δημιουργήσει ἀμφιβολίες. Μέ τό ἄρθρο 6 τῆς ἀνωτέρω ὁδηγίας 64/221 τοῦ Συμβουλίου επιδιώκεται σαφῶς νά ἐξασφαλισθεί ή δυνατότης υπερασπίσεως στόν ἀλλοδαπό πού πλήττεται μέ τό μέτρο συνεπώς, δέν δύναται νά επιτραπεί στην διοικητική αρχή ή παροχή πληροφοριών ὄχι «ἀληθών» (ἐξ άλλου, μία διοικητική πράξη πού στηρίζεται σέ εσφαλμένους ισχυρισμούς είναι γενικώς προσβλητή στό δίκαιο τῶν Κρατών μελῶν). Κατά τά λοιπά, ἀρκεῖ ή παρατήρηση ὅτι ἡ αἰτιολογία πρέπει νά ἔχει ένα επαρκῶς λεπτομερές περιεχόμενο, προκειμένου ὁ ενδιαφερόμενος νά εἶναι σέ θέση νά ἀμυνθεί.
Τέλος, φρονῶ, ἀντίθετα πρός τήν άποψη πού εξέφερε ἡ 'Επιτροπή, ὅτι ἡ χρησιμοποίηση τύπων πού επαναλαμβάνονται σέ πολλές περιπτώσεις εἶναι επιτρεπτή, ἐφ᾽ ὅσον πρόκειται γιά περιπτώσεις πού είναι κατ' οὐσίαν ταυτόσημες. Ἐν τούτοις, είναι ἀναγκαίο νά τηρηθεί τό κριτήριο τῆς συμφωνίας τῆς ἀποφάσεως μέ τήν προσωπική κατάσταση τοῦ ἰδιώτου, ἐπί τοῦ ὁποίου εφαρμόζεται.
10.
Ή ὁμάδα τῶν ερωτημάτων πού ἀναφέρονται ὑπό τό στοιχείο Β άφορα ἐξ ὁλοκλήρου, ὅπως ήδη εἶπα, τίς διαδικαστικές εγγυήσεις πού τό κοινοτικό δίκαιο εξασφαλίζει στους Ιδιώτες, στους ὁποίους πρόκειται νά ἐφαρμοσθούν τά περιοριστικά τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας μέτρα.
Μέ τό πρώτο ερώτημα, τό παραπέμπον δικαστήριο ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο «νά υποδείξει, διευκρινίσει καί ἀπαριθμήσει τίς δικονομικές εγγυήσεις πού πρέπει τά Κράτη μέλη νά ἐξασφαλίζουν στον ἀλλοδαπό, ὁ όποιος ἀσκεῖ τήν προσφυγή πού προβλέπεται στό άρθρο 9 τῆς ὁδηγίας 64/221».
Ἡ παράγραφος 1 τῆς διατάξεως αυτής ρυθμίζει τήν διαδικασία λήψεως τῶν δύο μέτρων πού ἀφοροῦν τόν ἀλλοδαπό, ὁ όποιος διαμένει ήδη στην επικράτεια: τήν ἀπόφαση περί ἀρνήσεως ἀνανεώσεως τῆς ἀδείας διαμονής καί τήν ἀπόφαση περί ἀπομακρύνσεως ἀπό τήν επικράτεια τοῦ κατόχου τῆς ἐν λόγω ἀδείας. Ἐπί πλέον, μέ τήν διάταξη επιδιώκεται ἡ ἀναπλήρωση ὁρισμένων ελλείψεων τοῦ συστήματος μέσων έννομου προστασίας. 'Εφαρμόζεται «ἄν δέν χωρεῖ προσφυγή σέ δικαστήριο ή ἄν ἡ προσφυγή αυτή ἀναφέρεται μόνον στην νομιμότητα τῆς ἀποφάσεως, ἡ ἄν δέν ἔχει ἀνασταλτικό ἀποτέλεσμα». 'Η παράγραφος 2 τοῦ ἴδιου ἄρθρου ἀναφέρεται σέ δύο ἀποφάσεις πού ενδιαφέρουν τόν ἀλλοδαπό, ὁ όποιος δέν έχει ἀκόμη εφοδιασθεί μέ άδεια διαμονής: τίς ἀποφάσεις περί ἀρνήσεως εκδόσεως ἀδείας διαμονής, καθώς καί τίς ἀποφάσεις περί ἀπομακρύνσεως ἀπό τήν επικράτεια πρό τῆς εκδόσεως τῆς ἐν λόγω ἀδείας. Μέ τήν θεσπισθείσα γιά τήν πρώτη ἀπό τίς δύο προαναφερθείσες κατηγορίες ἀποφάσεων κανονιστική ρύθμιση, ή διοικητική ἀρχή υποχρεούται νά λάβει τήν γνώμη (έκτός επειγουσών περιπτώσεων) «ἁρμοδίας ἀρχής» τῆς 'ίδιας χώρας, ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι άλλη ἀπό εκείνη πού έχει αρμοδιότητα νά λαμβάνει τίς ἀποφάσεις περί επιβολής περιορισμών. 'Ενώπιον τῆς ἀρχής αυτής, ὁ ενδιαφερόμενος «πρέπει νά δύναται νά προβάλλει τά μέσα υπερασπίσεως του καί νά δύναται νά ἐπικουρεῖται ή νά εκπροσωπείται κατά τους διαδικαστικούς ὅρους πού προβλέπονται ἀπό τήν νομοθεσία» τῆς χώρας υποδοχής. 'Αντιθέτως, οἱ ἀποφάσεις πού ἀνήκουν στην άλλη κατηγορία (άρνηση εκδόσεως τῆς πρώτης ἀδείας) διαμονής καί ἀπόφαση περί ἀπομακρύνσεως ἀπό τήν επικράτεια πρό τῆς εκδόσεως τῆς αδείας) δύνανται νά ληφθούν, έστω κι ἄν ἡ διοίκηση δέν ζητήσει τήν γνώμη τῆς ἀνωτέρω άλλης ἀρχής ἀλλά ὁ ἐνδιαφερόμενος έχει τήν ευχέρεια νά ζητήσει τά σχετικά μέ αὐτόν ληφθέντα μέτρα νά υποβληθούν πρός εξέταση στην ἀρχή αὐτή καί, τότε, επιτρέπεται νά ἀναλάβει αυτοπροσώπως τήν υπεράσπιση του («έκτος ἄν λόγοι ἀσφαλείας τοῦ κράτους ἀντιτίθενται στην υπεράσπιση αυτή»).
Τό άρθρο 9 ἑρμηνεύθη ἀπό τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση πού εξέδωσε στίς 5 Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 98/79, Pecastaing (Racc. 1980, σ. 691), στην ὁποία έκρινε, μεταξύ άλλων, ὅπως επισημαίνει ὁ βέλγος δικαστής στό ερώτημα πού εξετάζω ἐδῶ, ὅτι ή διάταξη αυτή έχει «ως ἀντικείμενο νά εξασφαλίσει τίς ελάχιστες διαδικαστικές ἐγγυήσεις στά πρόσωπα πού πλήττονται μέ ένα ἀπό τά μέτρα πού ἀντιμετωπίζονται στην ὁδηγία» στίς περιπτώσεις πού καθορίζονται στην παράγραφο 1. 'Αλλά αὐτό δέν συνεπάγεται ὅτι δύναται τώρα νά ζητηθεί ἀπό τό Δικαστήριο «νά υποδείξει, διευκρινίσει καί ἀπαριθμήσει» τίς δικονομικές εγγυήσεις, πού πρέπει νά εξασφαλισθούν στους ἀλλοδαπούς κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 9. Οἱ εγγυήσεις αυτές, πού ἀνέφερα συνοπτικῶς ἀνωτέρω, ταυτίζονται μέ τήν συμβουλευτική διαδικασία, ἡ ὁποία πρέπει νά προηγηθεί τῶν ἀποφάσεων πού προβλέπονται στό άρθρο 9 παράγραφος 1 καί ή ὁποία πρέπει νά εφαρμοσθεί, κατόπιν αιτήσεως τοῦ ενδιαφερομένου, ὅσον άφορᾶ επίσης τίς ἀποφάσεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο 9 παράγραφος 2. 'Ορισμένα ιδιαίτερα προβλήματα ἑρμηνείας πού συνδέονται μέ τήν διαδικασία αυτή προβάλλει τό βελγικό δικαστήριο στά ερωτήματα πού ἀκολουθούν τό πρώτο. Στην πραγματικότητα, τό ερώτημα ὑπ᾿ ἀριθ. 1 δέν είναι αυτοτελές.
11.
Τό ερώτημα ὑπ᾿ ἀριθ. 2 ἀναφέρεται στην ἑρμηνεία τῶν ὅρων «ἀρχή ... άλλη» πού χρησιμοποιούνται στό δεύτερο εδάφιο τοῦ ἄρθρου 9 παράγραφος 1, γιά νά καθορίσουν τήν ἀρχή, ἡ γνώμη τῆς ὁποίας δύναται νά ζητηθεί ἀπό τόν ενδιαφερόμενο στίς περιπτώσεις τῶν ἀποφάσεων περί ἀρνήσεως εκδόσεως τῆς πρώτης ἀδείας διαμονής ή περί ἀπομακρύσεως ἀπό τήν επικράτεια πρό τῆς εκδόσεως τῆς ἐν λόγω ἀδείας. Τό δικαστήριο τῆς Λιέγης ζητεί νά πληροφορηθεί ἄν ἡ ἀρχή αὐτή πρέπει νά είναι «ἀμερόληπτη καί τελείως ἀνεξάρτητη ἀπό τήν ἀρχή πού λαμβάνει τήν ἀπόφαση», ἄν υφίσταται επαρκής ἀνεξαρτησία ὅταν τά μέλη τῆς ἀρχής διορίζονται ἀπό τήν αρχή πού έχει ἁρμοδιότητα νά λάβει τήν ἀπόφαση καί ἄν δέν εἶναι ευκταίο νά ἀναθέσουν τά Κράτη μέλη στην δικαστική ἀρχή τήν φροντίδα εξετάσεως καί τῶν προσφυγῶν πού προβλέπονται στό άρθρο 9 της ὁδηγίας. Τό ερώτημα ὑπ᾿ ἀριθ. 3 άφορᾶ τό 'ίδιο ζήτημα ἀλλά εἶναι ἀκόμη λεπτομερέστερο θέτει τό πρόβλημα τοῦ κατά πόσον ένας ὑπάλληλος τῆς διοικητικής ἀρχής, ή ὁποία εἶναι ἀρμοδία πρός λήψη τῆς ἀποφάσεως, δύναται νά εἶναι μέλος ἡ γραμματεύς τῆς ἀρχής πού καλείται νά εκφέρει τήν γνώμη της, ἄν ένας δημόσιος υπάλληλος, πού ὅμως υπάγεται σέ άλλη διοικητική υπηρεσία, δύναται νά έχει τήν ιδιότητα τοῦ μέλους, ἄν τό χρονικό διάστημα κατά τό όποιο τά μέλη τῆς ἐν λόγω ἀρχής διατηρούν τά καθήκοντά τους πρέπει νά καθορισθεί καί, τέλος, ἄν εἶναι εύλογο ἡ ἀρχή ή ὁποία λαμβάνει τίς ἀποφάσεις νά είναι εκείνη πού πληρώνει τά μέλη τῆς άλλης ἀρχής.
Στην ἀπόφαση πού εξέδωσε στίς 22 Μαίου 1980 στην υπόθεση 131/79, Santillo (Racc. 1980, σ. 1585), τό Δικαστήριο εἶχε τήν ευκαιρία νά κρίνει στό σημείο 2 τοῦ διατακτικού ὅτι «ή ὁδηγία ἀφήνει στά Κράτη μέλη ένα περιθώριο εκτιμήσεων γιά τόν καθορισμό τῆς «ἀρμοδίας ἀρχής». Δύναται νά θεωρηθεί ὡς τέτοια κάθε δημοσία ἀρχή, ἀνεξάρτητη τῆς διοικητικής ἀρχής πού καλείται νά λάβει ένα ἀπό τά μέτρα πού προβλέπονται στην οδηγία, ὀργανωμένο κατά τρόπο ώστε ὁ ενδιαφερόμενος νά έχει τό δικαίωμα νά εκπροσωπηθεί καί νά προβάλλει τά μέσα υπερασπίσεως του ενώπιόν της».
Στην πραγματικότητα, ἀμφιβάλλω κατά πόσο εἶναι δυνατό ἡ σκόπιμο νά ἐπεκταθώ περισσότερο ὅσον άφορᾶ τήν διευκρίνιση τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς ἁρμοδίας πρός λήψη τῆς ἀποφάσεως ἀρχής καί τῆς ἀρχής πού εἶναι επιφορτισμένη νά εκφέρει τήν γνώμη τῆς κατά τήν έννοια τοῦ προαναφερθέντος ἄρθρου 9. Χωρίς καμμία ἀμφιβολία, τό κριτήριο τῆς ἀνεξαρτησίας πού ἐπεσήμανε τό δικαστήριο, συνεπάγεται ὅτι τά μέλη τοῦ συμβουλευτικοῦ ὀργάνου δέν πρέπει νά εξαρτώνται ιεραρχικῶς ἀπό τήν ἀρχή, ἡ ὁποία καλείται νά λάβει τίς ἀποφάσεις' άλλα δύναται κανείς λογικώς νά θεωρήσει ὅτι δέν συμβιβάζεται μέ τήν ἀνεξαρτησία τό γεγονός καί μόνο ὅτι ἀνήκουν στην ἴδια διοικητική μονάδα μέ εκείνη στην οποία υπάγονται οἱ υπάλληλοι τῆς ἀρχής, ἡ ὁποία λαμβάνει τίς ἀποφάσεις. 'Αντιθέτως, δέν δύναται νά αποκλεισθεί άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, οἱ όποιοι υπηρετούν σέ διαφορετικές διοικητικές υπηρεσίες, νά κληθούν νά συμμετάσχουν στό συμβουλευτικό ὄργανο, χωρίς αυτό νά θέτει ὑπό ἀμφισβήτηση τήν ἀνεξαρτησία του καί δέν εἶναι βεβαίως ἀναγκαίο τά μέλη τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ νά εἶναι δικαστές ή τό συμβουλευτικό ἔργο πού προβλέπεται ἀπό τό ἀρθρο 9 νά ἀνατίθεται ὁπωσδήποτε σέ δικαστικά όργανα. Τέλος, ὅσον άφορᾶ τόν μηχανισμό διορισμοῦ τῶν μελών τῆς συμβουλευτικής ἀρχής, τήν διάρκεια των καθηκόντων τους καί τίς ἀποδοχές τους, φρονώ ὅτι πρόκειται γιά τομείς πού ἐμπίπτουν στην διακριτική εξουσία κάθε Κράτους μέλους, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι δέν ἀπειλείται ἡ πραγματική ἀνεξαρτησία τοῦ ὀργάνου καί τῶν μελών του.
12.
Μέ τό ἐρώτημα ὑπ᾽ ἀριθ. 4, ὁ δικαστής τῆς κυρίας δίκης έρωτᾶ τό Δικαστήριο ἄν ἡ δυνατότης ἀπ᾽ ευθείας προσφυγής στην συμβουλευτική επιτροπή δέν πρέπει νά παρέχεται επίσης στό πρόσωπο, στό όποιο ἀπευθύνεται τό μέτρο δημοσίας τάξεως, ἀντί νά επιφυλάσσεται στην ἀρχή πού λαμβάνει τήν ἀπόφαση. Ἔχω ήδη ἀναφέρει ὅτι στίς περιπτώσεις πού προβλέπονται στην παράγραφο 1 τοῦ άρθρου 9 (ἀπόφαση περί ἀρνήσεως ἀνανεώσεως τῆς αδείας διαμονής ἡ ἀπόφαση περί ἀπομακρύνσεως τοῦ κατόχου τῆς ἐν λόγου ἀδείας), ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία εἶναι ἀρμοδία πρός λήψη τοῦ μέτρου, ὑποχρεοῦται νά
λάβει τήν γνώμη τῆς «άλλης» ἀρχής. Αυτό συνεπάγεται μία άμεση επαφή μεταξύ τῶν δύο ὀργάνων καί δέν ἀφήνει τό περιθώριο γιά καμμία πρωτοβουλία τοῦ ενδιαφερομένου ἰδιώτου, στον όποιο θά πρέπει μόνο νά γνωστοποιείται ἡ έναρξη τῆς συμβουλευτικής φάσεως, γιά νά δύναται νά προβάλλει τά μέσα υπερασπίσεως του καί γιά νά ἐπικουρεῖται ἡ νά ἐκπροσωπείται. Ἀντιθέτως, στην περίπτωση πού ἀναφέρεται στην παράγραφο 2 τοῦ προαναφερθέντος άρθρου (άρνηση εκδόσεως τῆς πρώτης ἀδείας διαμονής καί ἀπόφαση περί ἀπομακρύνσεως πρό τῆς εκδόσεως τῆς ἐν λόγω ἀδείας), ἡ συμβουλευτική ἀρχή εξετάζει κάθε περίπτωση «κατόπιν αἰτήσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου». 'Αλλά αυτό δέν σημαίνει ὅτι ἡ αίτηση δύναται νά ἀπευθυνθεί ἀπ᾽ ευθείας στην συμβουλευτική ἀρχή. Τό πλαίσιο τῆς διατάξεως υποδεικνύει σαφώς τό ἀντικείμενο τῆς αιτήσεως αυτής: νά υποβληθεί τό μέτρο (τό όποιο υποτίθεται ὅτι 'έχει ληφθεί άλλά δέν έχει ἀκόμη καταστεί εκτελεστό) πρός ἐξέταση στην συμβουλευτική ἀρχή. Κατά συνέπεια, εἶναι λογικό ὅτι ὁ ενδιαφερόμενος πρέπει νά ἀπευθυνθεί στην ἀρχή, ἡ οποία έλαβε τό μέτρο, μέ τόν σκοπό νά ζητήσει τήν ευθεία ἐπαφή μεταξύ τῶν δύο ὀργάνων ὑπό ἀνάλογες προϋποθέσεις μέ εκείνες πού καθορίζονται στην προαναφερθείσα παράγραφο 1. Πράγματι, ή αίτηση τοῦ ενδιαφερομένου επιβάλλει στην ἀρχή, ἡ ὁποία εἶναι ἀρμοδία πρός λήψη ἀποφάσεως, νά λάβει τήν γνώμη τῆς άλλης ἀρχής (καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀπό τήν ημερομηνία τῆς αἰτήσεως, ἡ θέση τοῦ ενός ὀργάνου έναντι τοῦ άλλου εἶναι ἡ 'ίδια μέ εκείνη τῆς περιπτώσεως πού διέπεται ἀπό τήν παράγραφο 1). Έκ τῶν ανωτέρω συνάγεται ευκόλως τό συμπέρασμα ὅτι τό όργανο πού λαμβάνει τό μέτρο δέν έχει καμμία εξουσία νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ τῆς αιτήσεως πρέπει πάντοτε νά τήν διαβιβάζει στό συμβουλευτικό όργανο.
13.
Θά πρέπει τώρα νά ἐξετασθοῦν τά ερωτήματα 8, 9 καί 10, τά όποια περιέχουν ένα κοινό στοιχείο: πράγματι, ὅλα ἀφο-ροῦν τόν τρόπο, μέ τόν όποιο ἡ ἁρμοδία γιά την λήψη τῆς ἀποφάσεως ἀρχή πρέπει νά ἀποδείξει, κατά τήν διάρκεια τῆς ἐξετάσεως ἀπό τήν συμβουλευτική ἀρχή, τά περιστατικά ἐπί τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη τό μέτρο δημοσίας τάξεως.
Μέ τό ερώτημα 8, τό όποιο εἶναι λεπτομερῶς διατυπωμένο, εγείρονται τά προβλήματα τοῦ βαθμού ἀκριβείας καί πληρότητος τῆς ἀποδείξεως, τῆς χρησιμοποιήσεως ἀνωνύμων καταγγελιῶν καί εκθέσεων τῆς ἀστυνομίας πού δέν υποδεικνύουν τίς πηγές τους, τῆς δυνατότητος γιά τόν ἀλλοδαπό νά επικαλεσθεί τό ευεργέτημα τῆς ἀμφιβολίας. Μέ τό ἐρώτημα 9, τό παρα-πέμπον δικαστήριο έρωτᾶ ἄν τά περιστατικά, τά όποια στοιχειοθετούν ποινικές παραβάσεις δέν πρέπει νά ἀποδεικνύονται μέ τήν ύπαρξη ποινικής καταδίκης. Τό δέκατο ερώτημα ἀναφέρεται στό κατά πόσο ἔκθεση περί τῆς ηθικής τοῦ ενδιαφερομένου προσώπου ἀρκεῖ πρός ἀπόδειξη συμπεριφοράς ἀντίθετης πρός τήν δημοσία τάξη.
Στην πραγματικότητα, οἱ κοινοτικοί κανόνες δέν περιέχουν διατάξεις περί των μέσων πού ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία λαμβάνει τίς ἀποφάσεις, δύναται νά χρησιμοποιήσει προκειμένου νά ἀποδείξει ενώπιον τῆς συμβουλευτικής ἀρχής τήν ύπαρξη τῶν περιστατικών πού ἀποδίδονται στόν ἀλλοδαπό. 'Εν τούτοις, δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι τό βάρος ἀποδείξεως 'έχει ἡ ἀρμοδία πρός λήψη τῆς ἀποφάσεως ἀρχή καί ὅτι οἱ κανόνες περί ἀποδείξεως πού εφαρμόζονται στίς διαδικασίες τῶν διοικητικών ενστάσεων σέ κάθε Κράτος μέλος Ισχύουν ἐξ 'ίσου στίς διαδικασίες γιά τίς όποιες πρόκειται ἐδῶ (πράγματι, εκείνη πού προβλέπεται στην παράγραφο 2 τοῦ ἄρθρου 9 ισοδυναμεί κατ' οὐσίαν μέ μία διοικητική ένσταση, ἐνῶ ἡ παράγραφος 1 τοῦ ίδιου άρθρου ὁρίζει ὅτι ὁ ενδιαφερόμενος πρέπει νά δύναται νά προβάλλει τά μέσα υπερασπίσεως του σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται ἀπό τήν εθνική νομοθεσία, ή ὁποία δέν δύναται νά εἶναι παρά αὐτή πού ἐφαρμόζεται στίς διοικητικές ενστάσεις). Θά ήταν ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή τῆς μή διακρίσεως ἡ εφαρμογή στίς διαδικασίες αυτές κανόνων περί ἀποδείξεως, οἱ όποιοι θά παρείχαν στόν ἀλλοδαπό κατώτερες εγγυήσεις ἀπό εκεῖνες, οἱ όποιες εξασφαλίζονται στους ημεδαπούς στό πλαίσιο ενστάσεων κατά περιοριστικών μέτρων πού λαμβάνονται ἀπό τίς εθνικές διοικητικές ἀρχές.
Ὅσον άφορᾶ τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία ἡ πρός στήριξη τοῦ μέτρου δημοσίας τάξεως ἀποδιδομένη συμπεριφορά δύναται επίσης νά καταστεί ἀντικείμενο ποινικής κυρώσεως, τό ἐρώτημα εννέα φαίνεται ὅτι προϋποθέτει ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ έκβαση τῆς ποινικής δίκης — ὑπό τήν έννοια καταδίκης τοῦ κατηγορουμένου — πρίν ληφθεί τό μέτρο περιορισμού τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας. Ή ἀπάντηση εἶναι σαφώς ἀρνητική. Είχα ήδη τήν ευκαιρία νά τονίσω τήν διάκριση, ἡ ὁποία πρέπει νά γίνει μεταξύ τοῦ χαρακτηρισμού τῆς συμπεριφορᾶς ἑνός ἀτομου ἀπό άποψη ποινικού δικαίου καί αὐτής πού πρέπει νά συνιστά τόν λόγο ἑνός μέτρου δημοσίας τάξεως. Τό Δικαστήριο, στην προαναφερθείσα ἀπόφαση πού εξέδωσε στίς 27 Ὀκτωβρίου 1977, στην υπόθεση 30/77, Bouchereau, κρίνει, μεταξύ άλλων, ὅτι τό άρθρο 3 παράγραφος 2 τῆς ὁδηγίας 64/221 πρέπει νά ἑρμηνευθεί ὑπό έννοια «ὅτι ἀπαιτεί ἀπό τίς εθνικές ἀρχές μία ειδική εκτίμηση, ὑπό τό πρίσμα τῶν ἀναποσπάστων μέ τήν διασφάλιση τῆς δημοσίας τάξεως συμφερόντων, ἡ ὁποία δέν συμπίπτει ἀναγκαίως μέ τίς εκτιμήσεις, οἱ όποιες ἀπετέλεσαν τήν βάση τῆς ποινικής καταδίκης» (ἐφ᾿ ὅσον ὁ ἰδιώτης έχει ήδη καταδικασθεί). Αυτό δέν έχει τήν έννοια ὅτι ἀπαιτείται ἀπό τήν διοικητική ἀρχή νά ἀναμείνει τήν καταδίκη τοῦ ἀλλοδαπού πρίν ἀποφασίσει τήν ἀπομάκρυνση του ἤ ἀρνηθεί την άδεια διαμονής, λόγω ενός γεγονότος πού εἶναι ικανό νά προκαλέσει ποινική ἀπόφαση.
Τέλος, ὅσον άφορᾶ τό βάρος πού δύναται νά 'έχει ἡ ἔκθεση περί τῆς ηθικής ἑνός προσώπου, ως ἀπόδειξη συμπεριφοράς ἀντίθετης πρός την δημοσία τάξη, νομίζω ὅτι είναι σαφές ὅτι ὅλα εξαρτώνται ἀπό τά στοιχεία πού ελήφθησαν ὐπ᾽ ὄψη στην έκθεση. Έχω ήδη ἀναφέρει προηγουμένως ὅτι ἡ ἀτομική ηθική δύναται νά υπαγορεύσει ἕνα μέτρο περιορισμού τῆς ελεύθερης κυκλοφρίας ἑνός προσώπου, κατά τό μέτρο πού εκδηλώνεται μέ συμπεριφορά ἀσυμβίβαστη πρός τήν δημοσία τάξη. Κατά συνέπεια, ἄν ἡ έκθεση περί ηθικής περιέχει συγκεκριμένα στοιχεία πού ἀφοροῦν τήν συμπεριφορά ενός προσώπου δημοσίως, ή έκθεση αυτή δύναται νά έχει ἀποδεικτική ἀξία στίς διαδικασίες πού προβλέπονται ἀπό τό άρθρο 9 τῆς ὁδηγίας 64/221.
14.
Ἔρχομαι τώρα στά ερωτήματα 11, 12, 13 καί 14 πού ἀφοροῦν τήν ἀνακοίνωση, στον ἀλλοδαπό καί στον δικηγόρο του, τοῦ φακέλλου πού κατετέθη ἀπό τήν ἁρμοδία πρός λήψη ἀποφάσεως ἀρχή στό συμβουλευτικό όργανο. Τό δικαστήριο τῆς Λιέγης έρωτᾶ, κυρίως, ἄν ἡ ἀνακοίνωση αυτή ἀποτελεί δικαίωμα τοῦ ἐνδιαφερομένου προσώπου, ἄν συνεπάγεται τό δικαίωμα λήψεως ἀντιγράφου τῶν έγγράφων τοῦ φακέλλου (ἤ ἁπλῶς δικαίωμα λήψεως τοῦ πρωτοτύπου χωρίς μετακίνηση στην πρωτεύουσα τοῦ κράτους), εντός ποίας προθεσμίας πρίν ἀπό τήν συνεδρίαση πρέπει νά γίνει ἡ ἀνακοίνωση, ἄν πρέπει νά εἶναι πλήρης, ἄν ἡ ἁρμοδία πρός λήψη τῆς αποφάσεως ἀρχή δύναται νά ἀρνηθεί τήν κοινοποίηση ὁρισμένων έγγράφων καί, τέλος, ἄν ένα στοιχείο, τό όποιο ὁ ἀλλο-
δαπός ἀμφισβήτησε ὡς πλαστό, πρέπει νά ἀποκλεισθεί τῶν συζητήσεων. Θά ἤθελα κατ' ἀρχήν νά παρατηρήσω ὅτι τό ισχύον κοινοτικό δίκαιο δέν περιλαμβάνει λεπτομερείς κανόνες ἐν προκειμένω. Ἐν τούτοις, δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι ή ὁδηγία 64/221 ἀποβλέπει στό νά εξασφαλίσει στον ἀλλοδαπό μία ευρεία καί πραγματική δυνατότητα υπερασπίσεως. Στην ἀπόφαση πού εξέδωσε στίς 22 Μαΐου 1980, στην υπόθεση Santillo, τό Δικαστήριο ἐτόνισε, μεταξύ άλλων, ὅτι «ή ἀναφερομένη στό άρθρο 9 παράγραφος 1 ἀπαίτηση ὅτι κάθε μέτρου ἀπομακρύνσεως πρέπει νά προηγείται ἡ γνώμη τῆς ἀρμοδίας ἀρχής καί τό ὅτι ὁ ενδιαφερόμενος πρέπει νά δύναται νά προβάλλει τά μέσα υπερασπίσεως του καί νά εκπροσωπηθεί ενώπιον τῆς ἀρχής αὐτής ὑπό τους ὅρους διαδικασίας πού προβλέπονται ἀπό τήν εθνική νομοθεσία, δέν δύναται νά συνιστά πραγματική εγγύηση παρά μόνο ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι ὅλα τά στοιχεία πού πρέπει νά ληφθούν ὑπ᾽ ὄψη ἀπό τήν διοικητική ἀρχή υποβάλλονται στην ἐκτίμηση τῆς ἀρμοδίας ἀρχής» (σκέψη 14). Αυτό πού ἡ ἀνωτέρω σκέψη βεβαιώνει σχετικά μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 9 παράγραφος 1 ισχύει επίσης γιά τήν διαδικασία, ἡ ὁποία δύναται νά κινηθεῖ, κατόπιν αιτήσεως τοῦ ενδιαφερομένου, κατ' εφαρμογή τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9 παράγραφος 2. Ή ἀπαίτηση τῆς κατά ἀντιμωλία διαδικασίας ἐπιβάλλει, ιδίως, ὅτι ὁ ενδιαφερόμενος, ἀπ᾽ ευθείας ἡ μέσω τοῦ δικηγόρου του, λαμβάνει γνώση τοῦ φακέλλου πού διαβιβάζεται ἀπό τήν αρμοδία πρός λήψη τῆς ἀποφάσεως ἀρχή συνεπῶς, νομίζω οτι δύναται νά γίνει λόγος για δικαίωμα τοθ ἀλλοδαπού πρός ανακοίνωση τοῦ φακέλλου αύτοθ (έκτός ἄν λόγοι ασφαλείας τοῦ κράτους ἀντιτίθενται σ᾽ αυτή). Κατά τά λοιπά, ἡ διαδικασία πού προβλέπεται ἀπό τήν εθνική νομοθεσία γιά τίς διοικητικές ενστάσεις, καθώς καί οἱ εγγυήσεις πού παρέχονται στους πολίτες στό πλαίσιο αυτής, έχουν εφαρμογή.
Ή κατάσταση τοῦ ενδιαφερομένου αλλοδαποί) κατά τήν διάρκεια τοῦ ενώπιον τῆς συμβουλευτικής ἀρχής σταδίου, ἀποτελεί επίσης ἀντικείμενο τῶν ερωτημάτων 6, 7 καί 15. Τό τελευταίο τμήμα τοῦ ερωτήματος 7 ἀναφέρεται στό κατά πόσο ὁ ἀλλοδαπός ἔχει τήν ευχέρεια νά προβάλει εγγράφως ισχυρισμούς καί νά καταθέσει σχετικό φάκελλο. Τό ερώτημα 15 άφορᾶ τήν προθεσμία εντός τῆς ὁποίας ὁ ἀλλοδαπός ἡ ὁ δικηγόρος του πρέπει νά λάβουν γνώση τῆς ημερομηνίας διεξαγωγής τῆς συνεδριάσεως. Μέ τό ερώτημα 6, ὁ δικαστής τῆς κυρίας δίκης έρωτᾶ τό Δικαστήριο σχετικά μέ τό δικαίωμα τοῦ ἀλλοδαποῦ νά επιτύχει ἀναβολή τῆς προφορικής διαδικασίας, ὅταν ὁ ἴδιος ἡ ὁ δικηγόρος του κωλύονται, γιά κάποιο ἔγκυρο καί σοβαρό λόγο, νά συμμετάσχουν στην ὁρισθείσα συνεδρίαση (καί έκτός επειγούσης περιπτώσεως δεόντως αιτιολογημένης).
Κατά τήν γνώμη μου, ἡ εἰδική λύση των προβλημάτων αυτών υπάγεται στην νομοθεσία τοῦ κράτους, εντός τοῦ ὁποίου διεξάγεται ἡ διαδικασία, ἐξυπακουουμένου, ἐν τούτοις, ὅτι πρέπει νά εξασφαλισθεί στον ἀλλοδαπό ἡ ευρεία καί πραγματική δυνα-τότης νά ἀμυνθεί στό πλαίσιο κατ' ἀντιμω-λίαν διαδικασίας μέ τήν ἀρμοδία πρός λήψη τῆς ἀποφάσεως ἀρχή, καί ὅτι οἱ εφαρμοστέοι κανόνες διαδικασίας θά εἶναι ἐκείνοι, οἱ όποιοι διέπουν τίς διοικητικές ενστάσεις ὑπό τους ίδιους ὅρούς μέ εκείνους πού ἀπολαύει ὁ ημεδαπός.
15.
'Απομένει ἡ εξέταση δύο σημείων πού ἀφορούν τήν ἀπόφαση τῆς συμβουλευτικής ἀρχής. Τό πρῶτο τμήμα τοῦ ερωτήματος 7 ἀναφέρεται στό ἄν ἡ «ἀπόφαση» αυτή πρέπει νά λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψη, κατά τρόπο ἀκριβή καί επαρκή, ὅλους τους νομικούς καί πραγματικούς Ισχυρισμούς πού προέβαλε ὁ ἀλλοδαπός. Μέ τό ερώτημα 5, τό δικαστήριο τῆς Λιέγης, ἀφοῦ διαλαμβάνει ὅτι ἡ ἴδια ἡ «ἀπόφαση» πρέπει νά εἶναι αιτιολογημένη, έρωτᾶ ἄν αυτό συνεπάγεται τό δικαίωμα τοῦ ἀλλοδαπού νά λάβει αντίγραφο μέ τήν ὑπογραφή τῶν μελῶν τῆς συμβουλευτικής επιτροπής καί μνεία τῆς «ταυτότητος καί ιδιότητός» τους.
Πράγματι, ἡ γνώμη πού ἡ συμβουλευτική ἀρχή καλείται νά δώσει πρέπει νά εἶναι αιτιολογημένη τό Δικαστήριο τό ἀνεγνώρισε στην προαναφερθείσα ἀπόφαση πού εξέδωσε στίς 22 Μαΐου 1980 στην υπόθεση Santillo, στην ὁποία ἔκρινε, μεταξύ άλλων: «... τόσο ἡ διοικητική ἀρχή ὅσο καί τό ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει — πάντοτε ὑπό τήν ἐπιφύλαξη τῆς περιπτώσεως, κατά τήν ὁποία λόγοι πού ἀφοροῦν τήν ἀσφάλεια τοῦ κράτους καί ἀναφέρονται στό άρθρο β τῆς ὁδηγίας ἀντιτίθενται — νά εἶναι σέ θέση νά λάβουν γνώση τῶν λόγων, οἱ όποιοι ὁδήγησαν τήν ἁρμοδία ἀρχή στην έκδοση τῆς γνώμης της» (σκέψη 19, προτελευταία παράγραφος). Κατά τήν γνώμη μου, αυτό συνεπάγεται ὅτι ὁ ἀλλοδαπός έχει τό δικαίωμα νά λάβει ἀντίγραφο τῆς ἐν λόγω γνώμης καί ὅτι ἀπό τό ἀντίγραφο πρέπει επίσης νά εμφαίνεται ἡ σύνθεση τοῦ ὀργάνου ούτως ὥστε ὁ ἐνδιαφερόμενος νά δύναται νά ἐλέγξει ἄν αυτό συνεκροτήθη νομίμως. Ἐξ άλλου, τό γεγονός ὅτι οἱ νομικοί καί πραγματικοί ισχυρισμοί πού προέβαλε ὁ αλλοδαπός έχουν κατά τό μᾶλλον ἡ ήττον ληφθεί ευρέως ὑπ᾿ ὄψη ἀπό τό συμβουλευτικό όργανο, θά προκύπτει ἀπό τήν αιτιολογία αυτό πού έχει σημασία εἶναι ἡ επαρκής αἰτιολόγηση τῆς γνώμης, ἀλλά δέν δύναται νά ἀπαιτηθεί ἀκριβής ἀντιστοιχία μεταξύ τῶν επιχειρημάτων πού ἐπεκαλέσθη ὁ ενδιαφερόμενος καί τῆς λογικής δομής τῆς αἰτιολογίας.
16.
Ἐν ὄψει τῶν σκέψεων πού προηγήθησαν, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει ὡς ἀκολούθως στά ερωτήματα πού υπέβαλε τό δικαστήριο τῆς Λιέγης μέ τίς δύο διατάξεις πού εξέδωσε στίς 8 Μαΐου 1981 στήν υπόθεση Adoui κατά Βελγικοῦ Δημοσίου καί Δήμου Λιέγης καί στην υπόθεση Cornuaille κατά Βελγικοῦ Δημοσίου:
1)
Τά ὅρια πού τό κοινοτικό δίκαιο θέτει στην εξουσία κάθε Κράτους μέλους νά ἀρνείται τήν άδεια διαμονής σέ υπηκόους άλλων Κρατῶν μελών ἡ νά τους ἀπομακρύνει ἀπό τήν επικράτεια του γιά λόγους δημοσίας τάξεως, προκύπτουν τόσο ἀπό τήν ειδική κανονιστική ρύθμιση πού ἐθεσπίσθη ἀπό τα κοινοτικά ὄργανα στον τομέα τῆς κυκλοφορίας τῶν προσώπων (ἰδίως ἀπό τήν ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου 64/221 τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1964) ὅσο καί ἀπό τήν κοινή στά δίκαια τῶν κρατῶν γενική ἀρχή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ περιορισμοί πού εισάγονται γιά λόγους δημοσίας τάξεως καί δημοσίας ἀσφαλείας δέν δύνανται νά υπερβαίνουν τό ἀναγκαίο πρός ικανοποίηση τῶν ἐν λόγω ἀπαιτήσεων σέ μία δημοκρατική κοινωνία πλαίσιο. Ἡ διακριτική εξουσία τῶν ἀρμοδίων εθνικών ἀρχων εξαρτᾶται ἐπί πλέον ἀπό τήν τήρηση τῶν κριτηρίων τῆς ἀναλογικότητος καί τοῦ λογικοῦ χαρακτῆρος τοῦ περιοριστικοῦ μέτρου, τό όποιο πρέπει νά εφαρμοσθεί ἐν ὄψει τῆς προσωπικής καί οικογενειακής καταστάσεως τοῦ ἀτόμου, στό όποιο ἀναφέρεται τό ἐν λόγω μέτρο.
2)
Τό γεγονός ὅτι ἡ συμπεριφορά ενός ἀλλοδαποῦ δέν υπόκειται σέ ποινική κύρωση ούτε ἀπαγορεύεται κατ᾿ ἄλλο τρόπο ἀπό τήν νομοθεσία Κράτους μέλους, δέν ἀποκλείει τήν δυνατότητα τῶν ἀρχων τοῦ ἐν λόγω κράτους νά ἀποφασίσουν τήν ἀπομάκρυνση ἤ τήν ἀπέλαση τοῦ 'ίδιου ἀλλοδαποῦ γιά λόγους δημοσίας τάξεως. Στην περίπτωση αυτή, ὁ ἀντικοινωνικός χαρακτήρας τῆς συμπεριφορᾶς γιά τήν ὁποία πρόκειται δύναται, ὑπό τό πρίσμα της εθνικής έννομης τάξεως γιά τήν ὁποία πρόκειται, νά προκύπτει ἀπό νομοθετικά μέτρα, τά όποια ἐνῶ διαπνέονται ἀπό τό κριτήριο τῆς ἀνοχής, εκφράζουν σαφώς τήν πρόθεση τοῦ νομοθέτου νά περιορίσει τήν διάδοση τῆς συμπεριφοράς αυτής.
3)
Δέν δύναται νά γίνει επίκληση τοῦ φόβου ὅτι οἱ πόρνες πού προέρχονται ἀπό μία ὁρισμένη χώρα δύνανται ευκολότερα ἀπό άλλες νά συμβάλουν στην εγκληματικότητα γιά νά δικαιολογηθεί ἡ συστηματική λήψη μέτρων ἀπομα-κρύνσεως ἡ ἀπελάσεως γιά λόγους δημοσίας τάξεως σέ σχέση μέ τά πρόσωπα αυτά, δεδομένου ὅτι τά μέτρα τοῦ εἴδους αὐτοῦ πρέπει πάντοτε νά στηρίζονται στην συμπεριφορά πού πράγματι επιδεικνύει τό άτομο.
4)
Πρός τόν σκοπό εφαρμογῆς τῶν μέτρων πού περιορίζουν τό δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στό κοινοτικό έδαφος, ἡ ηθική τοῦ ἀτόμου δέν δύναται νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη, παρά μόνο ἐφ᾽ ὅσον εκδηλώνεται μέ μία συμπεριφορά καί ἐφ᾽ ὅσον ἡ τελευταία συνιστᾶ ἀπειλή γιά τήν δημοσία τάξη.
5)
Πρέπει νά ἀποκλεισθεί ἡ κατ' ἀναλογία εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 7 τῆς ευρωπαϊκής συμβάσεως προστασίας τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων — ἡ ὁποία άφορᾶ πράξεις πού υπόκεινται σέ ποινικές κυρώσεις, στή συμπεριφορά τοῦ ἀλλοδαποῦ, ἡ ὁποία δίδει ἀφορμή πρός λήψη μέτρων ἀπελάσεως ἡ ἀποφάσεων ἀρνήσεως ἀδείας διαμονής γιά λόγους δημοσίας τάξεως.
6)
Ό ἀλλοδαπός, στον όποιο δέν ἐχορηγήθη ἡ άδεια διαμονής ἡ δέν έγινε δεκτή ἡ ἀνανέωση της, διατηρεί τό δικαίωμα νά υποβάλει ἐκ νέου τήν αἴτησή του καί νά προβάλει κάθε νέο γεγονός πού δύναται νά δικαιολογήσει τήν ἀνάκληση τῆς προηγουμένης ἀρνήσεως ἡ τήν λήψη νέας ευνοϊκής γιά αυτόν ἀποφάσεως.
7)
'Η ἀνακοίνωση στον ενδιαφερόμενο τῶν λόγων δημοσίας τάξεως ἐπί των ὁποίων στηρίζεται ἡ ἀπόφαση, ἡ ὁποία περιορίζει τήν ελεύθερη κυκλοφορία του (κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 6 τῆς οδηγίας τοῦ Συμβουλίου 64/221 τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1964) πρέπει νά συντάσσεται σέ γλώσσα πού εἶναι σέ θέση νά ἀντιλαμβάνεται. Ή αιτιολόγηση τῆς περιοριστικής ἀποφάσεως πρέπει νά αντιστοιχεί στην συγκεκριμένη κατάσταση τοῦ ἀποδεκτού καί νά εἶναι ἐπαρκώς λεπτομερής, προκειμένου νά δύναται ούτος νά προβάλλει τά μέσα υπερασπίσεως του.
8)
Τό συμβουλευτικό όργανο, τό όποιο προβλέπεται στό άρθρο 9 τῆς προαναφερθείσης ὁδηγίας 64/221, πρέπει νά ἀπολαύει πραγματικής ἀνεξαρτησίας σέ σχέση μέ τήν ἀρχή, πού εἶναι ἁρμοδία νά λάβει τήν περί επιβολής περιορισμῶν ἀπόφαση, ἡ ὁποία ἀποτελεί ἀντικείμενο τῆς γνώμης. Αυτή ή ἀπαίτηση ἀνεξαρτησίας ἀποκλείει ιδίως τήν δυνατότητα νά συμμετέχουν στό προαναφερθέν όργανο υπάλληλοι πού υπηρετούν τήν 'ίδια διοικητική υπηρεσία μέ εκείνη πού εἶναι ἁρμοδία πρός λήψη τῆς ἀποφάσεως.
9)
Τό άρθρο 9 τῆς ὁδηγίας 64/221 δέν παρέχει στόν ενδιαφερόμενο τό δικαίωμα νά προσφεύγει ἀπ᾽ ευθείας στην ἁρμοδία πρός έκδοση γνώμης ἀρχή ἀλλα ἡ ἀρμοδία πρός λήψη τῆς ἀποφάσεως ἀρχή ὑποχρεοῦται νά ζητήσει τήν γνώμη αυτή τόσο στίς περιπτώσεις πού αναφέρονται στην παράγραφο 1 ὅσο καί ὅταν υπάρχει σχετική αίτηση τοῦ ενδιαφερομένου κατά τήν ἔννοια τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἐν λόγω άρθρου.
10)
Στίς διαδικασίες πού προβλέπονται στό άρθρο 9 τῆς ὁδηγίας 64/221, δέν πρέπει νά εφαρμόζονται στόν ἀλλοδαπό κανόνες ὀλιγότερο ευνοϊκοί ἀπό εκείνους πού εφαρμόζονται στους ημεδαπούς στό πλαίσιο τῶν διαδικασιών διοικητικῆς ενστάσεως πού κινοῦνται κατά περιοριστικῶν έναντι αυτῶν μέτρων. Ἐν πάση περιπτώσει, πρέπει νά εξασφαλίζονται στόν ἀλλοδαπό πραγματικές δυνατότητες υπερασπίσεως καθώς καί ἡ ἀρχή τῆς κατ' ἀντιμωλίαν διαδικασίας.
11)
Εναπόκειται στην ἀρμοδία πρός λήψη τῆς ἀποφάσεως ἀρχή νά ἀποδείξει ενώπιον τοῦ συμβουλευτικοῦ ὀργάνου τήν ἀλήθεια τῶν περιστατικών πού ἀποδίδονται στόν ἀλλοδαπό καί ἐπί τῶν ὁποίων στηρίζεται τό μέτρο δημοσίας τάξεως πού ελήφθη εἰς βάρος του.
12)
Ὅταν ἡ συμπεριφορά τοῦ ἀλλοδαποῦ, ἐπί τῆς ὁποίας στηρίζεται τό μέτρο δημοσίας τάξεως, υπόκειται καί σέ ποινική κύρωση, ἡ διοικητική ἀρχή δύναται νά λάβει τό ἐν λόγω μέτρο χωρίς νά ἀναμείνει μέχρις ὅτου τα περιστατικά αυτά ἀποδειχθοῦν καί επιβληθεί ποινική κύρωση.
13)
Ή έκθεση περί τῆς ηθικής ενός προσώπου δέν δύναται νά 'έχει ἀποδεικτική ἀξία στίς διαδικασίες πού ἀναφέρονται στό άρθρο 9 τῆς ὁδηγίας 64/221, παρά μόνον ἄν ἀποκαλύπτει τήν ύπαρξη εξωτερικής συμπεριφορᾶς πού δύναται νά δικαιολογήσει τό μέτρο δημοσίας τάξεως.
14)
Ό ἀλλοδαπός, στόν όποιο ἀπευθύνεται τό μέτρο περί περιορισμοῦ τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας του, 'έχει τό δικαίωμα νά λαμβάνει γνώση τοῦ φακέλλου πού τόν άφορα καί διαβιβάζεται στό συμβουλευτικό όργανο ἀπό τήν ἀρμοδία πρός λήψη τῆς ἀποφάσεως ἀρχή.
15)
Ή γνώμη πού εκδίδει τό συμβουλευτικό όργανο στίς διαδικασίες πού προβλέπονται ἀπό τό ἀρθρο 9 τῆς ὁδηγίας 64/221 πρέπει νά εἶναι αιτιολογημένη. Ό ἀλλοδαπός δικαιοῦται νά λαμβάνει ἀντίγραφο τῆς γνώμης αυτής, ἀπό τό όποιο νά εμφαίνεται επίσης ἡ σύνθεση τοῦ ὀργάνου.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἰταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy