ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 26 ΜΑΪΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Ἡ υπόθεση ἐπί τῆς ὁποίας ἀναπτύσσω σήμερα τίς προτάσεις μου άφορᾶ καί πάλι τό σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος, πού εισήγαγε ἡ ἀπόφαση 2794/80 τῆς 31ης 'Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 13/010, σ. 50). Δεδομένου ὅτι τό Δικαστήριο γνωρίζει ἀπό άλλες υποθέσεις τό σύστημα ποσοστώσεων, τά κύρια σημεία τοῦ ὁποίου εκτίθενται στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, δέν χρειάζεται νά τό εξετάσω περαιτέρω.
Σύμφωνα μέ τό σύστημα αὐτό, ἡ προσφεύγουσα στην προκειμένη υπόθεση, μία γερμανική χαλυβουργία, έλαβε τήν ἀπό 6 'Απριλίου 1981 κοινοποίηση τῆς Ἐπιτροπής, σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τῆς ἀποφάσεως 2794/80 (βλ. παράρτημα 1 τῆς προσφυγής). Ή κοινοποίηση περιείχε στοιχεία ὡς πρός τήν οικεία παραγωγή ἀναφοράς γιά τό δεύτερο τρίμηνο τοῦ 1981 καί γιά τίς ποσοστώσεις παραγωγής πού προέκυπταν ἀπό τήν εφαρμογή τῶν ποσοστῶν μειώσεως πού εἶχαν τεθεί μέ τήν ἀπόφαση 664/81 τῆς 31ης Μαρτίου 1981 (ΕΕ L 69 τῆς 14ης Μαρτίου 1981, σ. 22) γιά τό ἐν λόγω τρίμηνο. "Οσον ἀφορα τά μεγέθη τῆς παραγωγης ἀναφοράς, ἡ κοινοποίηση ἁπλῶς ἀνέφερε ὅτι εἶχε προσαρμοσθεί σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως 2794/80. Ἑπομένως, κατέστη σαφές κατά τήν διαδικασία ὅτι ἡ παραγωγή ἀναφοράς εἶχε προσαρμοσθεί σύμφωνα μέ τό άρθρο 4, παράγραφος 3, δηλαδή λαμβάνοντας ὑπ' όψη ἀφ' ἑνός τό μέσο ποσοστό χρησιμοποιήσεως τῆς ἐν Βρέμη συστοιχίας πλατεων ταινιών ἐν θερμῶ ἀριθ. 2 τῆς προσφευγούσης κατά τήν περίοδο ἀπό τόν 'Ιούλιο 1977 μέχρι τόν 'Ιούνιο 1980, καί ἀφ' έτερου τό μέσο ποσοστό χρησιμοποιήσεως τῶν ἰδίων εγκαταστάσεων άλλων ἐπιχειρήσεων στην Κοινότητα κατά τά έτη 1977, 1978 καί 1979. Ὡς βάση γιά τόν καθορισμό τῶν ἐν λόγω μεγεθών — θά ἀσχοληθώ λεπτομερώς μέ τό σημείο αυτό κατωτέρω — ελήφθη ή μεγίστη δυνατή παραγωγή, πού ἡ προσφεύγουσα ἀνέφερε, σ' ένα ερωτηματολόγιο γιά τό 1980, ὅτι ἀνέρχεται σέ 4260000 τόννους (ἐνῶ γιά τά προηγούμενα έτη εἶχε δηλωθεί ὅτι ἀνήρχετο μόνο σέ 3770000 τόννους).
Ἡ ἀπόφαση αυτή ἀνάγκασε τήν προσφεύγουσα νά προσφύγει ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου στίς 15 Μαΐου 1981. Μέ τήν προσφυγή τῆς ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά κρίνει άκυρη τήν ἀπόφαση πού περιέχεται στην ἀπό 6 'Απριλίου 1981 επιστολή τῆς 'Επιτροπῆς, κατά τό μέρος πού καθορίζει τήν παραγωγή ἀναφοράς καί τίς ποσοστώσεις παραγωγής της, γιά τά ἐλασματοποιηθέντα προϊόντα χαλυβουργίας τῆς ὁμάδας Ι (κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 2 τῆς ἀποφάσεως 2794/80).
Οἱ λόγοι τῆς προσφυγής εἶναι ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν ἐτήρησε τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος ἀπασχολήσεως, δέν έλαβε τά μέτρα πού ἀπαιτεί ἡ ἀπαγόρευση τῶν επιδοτήσεων τοῦ ἄρθρου 4 (γ) τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καί ὅτι ἡ ἀπόφαση 2794/80 δέν έτυχε τῆς εγκρίσεως τοῦ Συμβουλίου. Ό πρώτος λόγος διετυπώθη ἀκριβέστερα στό υπόμνημα ἀπαντήσεως, ὅπού ἀναφέρεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν ἐτήρησε «τήν ἀρχή τῆς ισότητας τῆς ελαχίστης ἀπασχολήσεως». Ἐπί πλέον, ἡ προσφεύγουσα διετύπωσε στην ἀπάντηση δύο περαιτέρω αιτιάσεις (πού ἐγείρουν βεβαίως θέμα παραδεκτοῦ): ισχυρίζεται ὅτι οἱ ποσοστώσεις παραδόσεων καθορίσθησαν γιά την κοινή ἀγορά και γιά τίς εξαγωγές καί ὅτι αυτό δέν ἐπετρέπετο.
Κατά την γνώμη μου, γιά την ἀνωτέρω διαφορά χρειάζονται τά κάτωθι σχόλια.
Ι — Παραβίαση τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσό-τητος ελαχίστης ἀπασχολήσεως'Ανεξαρτήτως τοῦ ζητήματος ἄν ἀπό τήν συνθήκη ΕΚΑΧ δύναται νά συναχθεί ή ἀπαίτηση ἰσότητος ελαχίστης ἀπασχολήσεως, πρέπει νά γίνουν μερικές διακρίσεις. Ή προσφυγή στρέφεται ἀφ' ενός κατά τῆς ἀποφάσεως 2794/80 καί ἀφ' έτερου κατά τοῦ τρόπου μέ τόν όποιο ἐφηρμόσθη στην περίπτωση τῆς τό άρθρο 4, παράγραφος 3, τῆς ἀποφάσεως αυτής. Γιά τήν ἀπό νομικῆς πλευράς εξέταση τῆς αιτιάσεως αυτής, πρέπει ἀντιστοίχως νά γίνει ἡ κατάλληλη διάκριση.
Ὡς πρός τόν ισχυρισμό ὅτι ἡ επιταγή τῆς ἰσότητος ελαχίστης ἀπασχολήσεως ισχύει γενικῶς ὅσον άφορᾶ τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 58, ἐπί τοῦ παρόντος ἀναφέρω ἁπλῶς ὅτι, κατά τήν γνώμη μου, ἡ επιταγή αυτή ουδόλως δύναται νά συναχθεί ἀπλώς ἀπό τίς διατάξεις περί τοῦ ταμείου ἀντισταθμίσεως, ὅπως προβάλλεται στην προσφυγή. Ή ἀπόφαση 2794/80 δέν ἀναφέρει τήν δυνατότητα αυτή — ἀναφερομένη στό άρθρο 58 παράρτημα 2 — τῆς διατηρήσεως τῆς ἀπασχολήσεως στίς επιχειρήσεις πού έχουν πληγεί σοβαρῶς· νομίζω λοιπόν ὅτι ἰσχύει σχετικώς μόνο ἡ στενώτερη υποχρέωση «περί διαφυλάξεως... τῆς συνεχοῦς ἀπασχολήσεως» πού περιέχεται στό άρθρο 2. Ή ἀπαίτηση τῆς ἰσότητος τῆς ελαχίστης ἀπασχολήσεως δέν συνάγεται ἀπό τήν προβλεπομένη στό άρθρο 2 υποχρέωση, ἀκόμα καί ἄν εξετασθεί σέ συνδυασμό μέ
τήν γενική ἀρχή τοῦ δικαίου τῆς ίσης μεταχειρίσεως, διότι, σύμφωνα μέ τό γράμμα τοῦ ἄρθρου 58, ἡ Κοινότης ὀφείλει νά λαμβάνει επίσης ὑπ' ὄψη τους στόχους οικονομικῆς πολιτικῆς πού ἀναφέρονται στό άρθρο 2, δηλαδή τήν εξασφάλιση «ὀρθολογικότερης κατανομῆς τῆς παραγωγής στό υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητος». Αυτοί οἱ στόχοι οικονομικής πολιτικῆς δύνανται κάλλιστα νά μή περιλαμβάνουν τήν διατήρηση ίσης ελαχίστης ἀπασχολήσεως στίς επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος τῆς Κοινότητος.
1. 'Επίκριση τῆς διαρθρώσεως καί τον περιεχομένου τῆς ἀποφάσεως 2794/80
α)
Ἐν πρώτοις, πρέπει νά προσδιορισθεί το ακριβές ἀντικείμενο καί ἡ έκταση τῆς ἐπικρίσεως αυτής. Αὐτό παρίσταται ιδιαιτέρως ἀναγκαίο ἐν ὄψει τῶν επιχειρημάτων πού περιέχονται στην προσφυγή, τά όποια ἐκ πρώτης ὄψεως δύνανται νά θεωρηθούν ὡς χωριστές αιτιάσεις ἀφορῶσες τήν διάρθρωση καί τό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 3, τῆς ἀποφάσεως 2794/80. Ἀναφέρομαι στό γεγονός ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 4, παράγραφος 3, γιά τόν καθορισμό τοῦ μέσου ποσοστοῦ χρησιμοποιήσεως τῆς ικανότητος παραγωγής τῆς επιχειρήσεως, στην ὁποία εφαρμόζεται ἡ διάταξη αὐτη, λαμβάνεται ὑπ' ὄψη διαφορετική περίοδος ἀπό εκείνη πού ἰσχύει γενικώς γιά τόν προσδιορισμό τῆς παραγωγης ἀναφοράς. 'Αναφέρομαι επίσης στό ὅτι ἡ μόλις προαναφερθείσα περίοδος ἀναφοράς δέν εἶναι ἡ 'ίδια μέ εκείνη βάσει τῆς ὁποίας προσδιορίζεται τό μέσο ποσοστό χρησιμοποιήσεως τῶν ιδίων εγκαταστάσεων τῶν άλλων ἐπιχειρήσεων, τέλος δέ στό ὅτι τό άρθρο 4, παράγραφος 3, τῆς ἀποφάσεως 2794/80 προβλέπει μόνο τήν προς τά άνω προσαρμογή τῶν μεγεθών τῆς παραγωγής ἀναφοράς, σέ επίπεδο πού ἀντιστοιχεί σέ ποσοστό χρησιμοποιήσεως 5 ο/ο χαμηλότερο τοῦ μέσου ποσοστοῦ άλλων επιχειρήσεων. Πάντως, κατά την διαδικασία, καί ιδίως ἀφοῦ εδόθησαν ἀπαντήσεις στίς ερωτήσεις τοῦ Δικαστηρίου, κατέστη σαφές ὅτι τά σημεία αυτά δέν ἀποτελούν χωριστές αἰτιά-σεις. 'Αντιθέτως, σκοπούν ἁπλώς νά δείξουν κατά ποιό τρόπο ἡ ἀπόφαση 2794/80 παραβιάζει τήν ἐπιταγή τῆς ελαχίστης ἀπασχολήσεως, ὅπως τήν εννοεί ἡ προσφεύγουσα δύναμαι λοιπόν νά παραλείψω τήν εξέταση τοῦ ζητήματος ἄν τά σημεία αυτά, ἐφ' ὅσον ἀποτελοῦν αιτιάσεις, έχουν επαρκές έρεισμα. Ὅταν ὁμιλεί γιά παράβαση τῆς επιταγῆς περί τῆς ἐλαχίστης ἀπασχολήσεως, ἡ προσφεύγουσα ἀναφέρεται ἁπλώς στό ὅτι δεν υπάρχει, στην ἀπόφαση 1794/80, διάταξη περί αυξήσεως τῆς ποσοστώσεως παραγωγής σέ ένα κατώτατο επίπεδο, προσδιοριζόμενο βάσει τῆς παρούσης Ικανότητος κάθε επιχειρήσεως καί τοῦ μέσου ποσοστού χρησιμοποιήσεως ὅλων τῶν ἐπιχειρήσεων, υπολογιζομενου ἀπό τά ελαττωμένα μεγέθη τῆς παραγωγης ἀναφοράς.
Περαιτέρω, ἐκ πρώτης ὄψεως δύναται νά φανεί ὅτι ἡ προσφεύγουσα ἁπλῶς επιθυμεί νά αυξηθεί τό ποσοστό χρησιμοποιήσεως τῆς συστοιχίας άριθ. 2 πού διαθέτει, στό επίπεδο τοῦ μέσου ποσοστοῦ εντός τῆς Κοινότητος. 'Αρχικῶς ἡ προσφεύγουσα ἐλειτούργει μέ τήν κατά τά άνω ικανότητα, πού ισχυρίζεται ὅτι ἀνέρχεται σέ 459000 τόννους μηνιαίως, καί ὄχι μόνο σέ 355000 τόννους μηνιαίως, ὅπως πιστεύει ἡ 'Επιτροπή. Εἶναι λοιπόν κρίσιμο καί αυτό τό σημείο, ὅσον άφορᾶ τήν ἐν προκειμένω εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 3. "Οπως κατέστη πάντως σαφές, ύστερα ἀπό τήν ἀπάντηση σέ ἐρώτημα πού υπέβαλα κατά τήν συζήτηση, ἡ προσφεύγουσα πιστεύει ὅτι πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη σχετικῶς ἡ Ικανότης τῆς συστοιχίας τῆς άριθ. 1 πού έπαυσε νά λειτουργεί ἀπό τόν 'Απρίλιο 1974, ἀνερχομένη σέ 169000 τόννους μηνιαίως. Πιστεύει ὅτι πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη, διότι ἡ συστοιχία ετέθη έκτος λειτουργίας στό πλαίσιο ἀναδιαρθρώσεως πού προωθούσε ἡ Ἐπιτροπή, δυναμένη ευκόλως νά τεθεί καί πάλι σέ λειτουργία ύστερα ἀπό μία πρώτη περίοδο δοκιμής καί διότι κατά τό τέλος τοῦ 1980 ή προσφεύγουσα δέν ἐσκόπευε νά δηλώσει τήν Ικανότητα αυτή στην Ἐπιτροπή.
'Επομένως, ἡ ἀπό νομικής πλευράς εξέταση τοῦ πρώτου σκέλους τοῦ πρώτου λόγου ἀκυρώσεως τῆς προσφυγής πρέπει νά γίνει ὑπό τό φῶς τῶν ἀνωτέρω.
β)
Ὅπως ἀνέφερα στίς εισαγωγικές παρατηρήσεις μου σχετικώς μέ αυτόν τόν λόγο ἀκυρώσεως, ἡ προσφεύγουσα επικαλείται κυρίως τό άρθρο 58, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΚΑΧ, γιά νά στηρίξει τό επιχείρημά τῆς ὅτι, στό πλαίσιο τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων, έπρεπε νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ ἀρχή τῆς διατηρήσεως ενός κατωτάτου ορίου χρησιμοποιήσεως.
Ή διάταξη αυτή ὁρίζει ὅτι τό επίπεδο τῆς δραστηριότητος τῶν επιχειρήσεων δύναται νά ρυθμίζεται μέ εισφορές ἐπί τῶν ποσοτήτων πού υπερβαίνουν ένα επίπεδο αναφοράς πού ὁρίζεται μέ γενική ἀπόφαση. 'Ορίζει επίσης ὅτι τά ποσά πού συγκεντρώνονται κατ' αυτό τόν τρόπο διατίθενται γιά τήν υποστήριξη επιχειρήσεων τῶν ὁποίων ὁ ρυθμός παραγωγής έχει επιβραδυνθεί κάτω τοῦ προβλεπομένου ὁρίου, «προκειμένου ἰδίως νά ἐξασφαλισθεί κατά τό δυνατό ή διατήρηση τῆς ἀπασχολήσεως στίς ἐπιχειρήσεις αυτές». Κατά τήν γνώμη τῆς προ-σφευγούσης, ὁ ἀνωτέρω στόχος πρέπει νά θεωρηθεί ως τό κεντρικό σημείο τοῦ άρθρου 58 ἐν γένει, ἑπομένως δέ, ὄχι μόνο ἐφ' ὅσον υπάρχει σύστημα εισφορών, άλλά ὅταν ἡ παραγωγή ρυθμίζεται ἀπ' ευθείας μέ ποσοστώσεις. Σύμφωνα μέ τόν βασικό σκοπό τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, πού εκφράζεται μέ σειρά διατάξεων (άρθρα 3, (ε), 46, 56, 67, 68 καί 69) καί πού εἶναι ἡ επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ὁ ἀνωτέρω ἀντικειμενικός σκοπός, πού φαίνεται επίσης καί στό άρθρο 2, έχει προτεραιότητα έναντι άλλων στόχων τῆς Κοινότητος. Θεωρούμενη ὑπό τό φῶς τῶν ἀνωτέρω, ἡ πρωταρχική υποχρέωση τῆς 'Επιτροπῆς, στην περίπτωση πού καθίσταται ἀναγκαίος ὁ περιορισμός της παραγωγης, εἶναι νά κατανέμει την περιστολή τῶν θέσεων ἐργασίας ἀκριβοδίκαια καί νά εξασφαλίζει την διατήρηση της ἴσης ἀπασχολήσεως. 'Αφήνοντας κατά μέρος τό θέμα τῶν επιδομάτων μέ τό ὁποῖο θά ἀσχοληθῶ σέ άλλο μέρος, ἡ Ἐπιτροπή δέν δύναται νά παρεκκλίνει τῆς υποχρεώσεως αὐτῆς παρά μόνο γιά ἕνα σκοπό, ήτοι γιά νά ευνοήσει επιχειρήσεις πού έθεσαν έκτός λειτουργίας ὁρισμένες εγκαταστάσεις στό πλαίσιο προτεινομένων μέτρων ἀναδιαρθρώσεως. Τέτοια ήταν ἡ περίπτωση της προσφευγούσης, διότι τόν 'Απρίλιο 1974 έθεσε, προσωρινώς, έκτός λειτουργίας τήν συστοιχία τῆς ἀριθ. 1. Τό νά ληφθεί ὑπ' ὄψη μόνο ἡ πραγματική παραγωγή αὐτῆς τῆς επιχειρήσεως, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι δέν συμβιβάζεται πρός τους σκοπούς τοῦ άρθρου 58. Επομένως, ἡ ἀπασχόληση πρέπει νά ἀποτελεί τήν κατευθυντήρια ἀρχή τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων, πράγμα πού συνεπάγεται κατ' ἀνάγκη τήν υποχρέωση νά εμποδίζεται ἡ πτώση της χρησιμοποιήσεως τῆς πραγματικῆς ικανότητος τῶν επιχειρήσεων κάτω ἀπό ένα κατώτατο επίπεδο.
γ)
Ή 'Επιτροπή ἀμφισβητεί τό βάσιμο τοῦ επιχειρήματος αὐτρῦ, προβάλλουσα ὁρισμένες ἀντιρρήσεις πού συνοψίζονται στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση. Όπως προκύπτει ἀπό τίς εἰσαγωγικές παρατηρήσεις μου ἐπ' αὐτοῦ τοῦ λόγου ἀκυρώσεως, καί ἐγώ φρονῶ ὅτι τά σχετικά επιχειρήματα τῆς προσφευγούσης δέν εἶναι πειστικά.
αα)
Ό γενικός ισχυρισμός τῆς 'Επιτροπῆς, μέ τόν όποιο ἀσχολήθηκε καί ὁ συνάδελφός μου γενικός εἰσαγγελεύς Reischl στίς προτάσεις του στην υπόθεση 14/81 ( 2 ) εἶναι ὅτι ἡ Ἐπιτροπή έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στην κατάρτιση τοῦ συστήματος ποσοστώσεων. Ή 'Επιτροπή ισχυρίζεται ὅτι πρόκειται γιά θέμα «εκτιμήσεως τῆς καταστάσεως πού ἀπορρέει ἀπό οἰκονομικά γεγονότα ἡ περιστάσεις» κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 33 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Καίτοι στό άρθρο 33 εμπίπτουν μόνο οἱ αἰτιάσεις ὅτι ἡ 'Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας ἡ ὅτι ἀγνόησε κατά έκδηλο τρόπο τίς διατάξεις τῆς συνθήκης, αυτό σημαίνει ὅτι, ὅταν τό Δικαστήριο ελέγχει ένα σύστημα ποσοστώσεων, τό μόνο πού δύναται νά πράξει εἶναι νά εξακριβώσει ἄν ἡ 'Επιτροπή παρέμεινε εντός τῶν ἐσχάτων ὁρίων τῆς διακριτικῆς ευχερειας πού τῆς έχει παρασχεθεί.
Ή διακριτική ευχέρεια πού, ὅπως ἀνέφερα, έχει παρασχεθεί στην 'Επιτροπή δέν δύναται νά ἀγνοηθεί. αυτό δέ πρέπει συνεπώς νά θεωρηθεί ὡς βασικό στοιχείο ἐν προκειμένω. Ἐτόνισα ήδη ὅτι ἡ 'Επιτροπή δύναται, άλλά δέν ὑποχρεοῦται, νά καθιερώσει τό σύστημα τῶν εἰσφορῶν τοῦ άρθρου 58, ἀπό τήν δυνατότητα δέ αυτή δύσκολα συνάγονται συμπεράσματα ἀναφερόμενα στην περίπτωση πού, ὅπως ἐν προκειμένω, ἡ 'Επιτροπή δέν κάνει χρήση τῆς δυνατότητος αυτής κατά τήν άσκηση της διακριτικής τῆς ευχερειας.
ββ)
Δέν πρέπει επίσης νά λησμονείται ὅτι τό ζήτημα τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς ικανότητος παραγωγης ὡς κριτηρίου γιά τό σύστημα ποσοστώσεων υπήρξε σημαντικό σέ ὁρισμένες άλλες υποθέσεις. Ό γενικός εἰσαγγελεύς Reischl. εξέφρασε ἀμφιβολίες μέ τίς προτάσεις του ἐπί τῶν υποθέσεων 258/80 ( 3 ) καί 14/81. 'Εγώ δέ στίς προτάσεις μου ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν ὑποθέσεων 39, 43, 85 καί 88/81 ( 4 ) ἐτόνισα τις ἀμφιβολίες ἀπό την ἔποψη τῶν σκοπών πού ἐπιδιώκει τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων, οἱ όποιες προκύπτουν ἀπό σκέψεις σχετικά μέ την οικονομία τῆς ἀγορᾶς, ὄσον άφορα την ἀνάγκη ενθαρρύνσεως τῆς μειώσεως της Ικανότητος παραγωγής, καθώς καί ἀπό τό γεγονός ὅτι, ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη μόνο ἡ Ικανότης παραγωγής, θά ευρεθούν σέ πλεονεκτική θέση οἱ λιγότερο ἀποτελεσματικές επιχειρήσεις. Μέ τίς ἀποφάσεις του στίς ἀνωτέρω συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις καθώς καί στην υπόθεση 14/81, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἡ Ἐπιτροπή έχει τήν ελευθερία νά επιλέγει τήν βάση ἐπί της ὀποίας καθορίζονται οἱ ποσοστώσεις, ἡ δέ πραγματική παραγωγή πρέπει νά θεωρηθεί ὡς κατάλληλο κριτήριο, διότι επιτρέπει ἀφ' ἐνός μέν νά ἀποφεύγονται οἱ ἀβεβαιότητες πού συνεπάγεται ἡ χρησιμοποίηση τῆς ἱκανότητος ὡς κριτηρίου, ἀφ' ἑτερου δέ τήν μείωση τῆς παραγωγής χωρίς νά μεταβάλει τίς θέσεις τῶν επιχειρήσεων στην ἀγορά.
Ή παρούσα υπόθεση ἀπεικονίζει πράγματι τά προβλήματα πού ἀνακύπτουν κατά τόν προσδιορισμό τῆς ικανότητος παραγωγής καί τῆς χρησιμοποιήσεως της, ἰδίως ἄν συγκριθοῦν οἱ δηλώσεις περί προηγουμένης ανωτάτης δυνατής παραγωγής μέ τήν ἀντίστοιχη τωρινή παραγωγή. Περαιτέρω τό επιχείρημα τῆς προσφευγούσης υπονοεί ἁπλώς τήν ἀνακατανομή τῆς παραγωγής καί σέ ὀρισμένες περιπτώσεις σημαντική μεταβολή τῶν θέσεων στην ἀγορά, πού εξαρτάται ἀπό πολλούς παράγοντες, πχ. τό εἶδος τοῦ προϊόντος καί τήν έγκαιρη προσαρμογή τῆς παραγωγής. Διότι ἄν, στό πλαίσιο τοῦ γενικοῦ προγράμματος γιά τήν προσαρμογή τῆς παραγωγής πρός τήν μείωση τῆς ζητήσεως, χορηγηθούν σέ μία επιχείρηση ποσοστώσεις άνω τοῦ μέσου ὅρου μέ βάση τήν οικεία ικανότητα παραγωγής, τότε, γιά νά επιτευχθεί ὁ επιδιωκόμενος σκοπός, θά πρέπει νά μειωθούν οἱ ποσοστώσεις άλλων επιχειρήσεων καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις θά τεθεῖ σέ κίνδυνο ή ἀπασχόληση σέ άλλες επιχειρήσεις, στοιχείο πού δέν πρέπει νά λησμονείται ἰδίως σ' αυτό τό πλαίσιο.
Οἱ σκέψεις αυτές καί μόνο ἀρκούν ἀναμφιβόλως πρός ἀντίκρουση τοῦ επιχειρήματος τῆς προσφευγούσης, ἀκόμη καί ἄν, ὅπως αυτή υποστηρίζει, ἡ ἱκανότης παραγωγής τῆς επιχειρήσεως δέν πρέπει νά ἀποτελεί τό κύριο κριτήριο, άλλά ἁπλώς νά χρησιμοποιείται για τήν διόρθωση τῶν ποσοστώσεων παραγωγής οἱ όποιες καθορίζονται κατ' ἀρχήν βάσει τῆς πραγματικής παραγωγής.
γγ)
Περαιτέρω — καί αυτό εἶναι τό σημαντικότερο σημείο — ὅπως ἀνέφερα στίς εἰσαγωγικές παρατηρήσεις μου, ἡ ἀρχή πού προβάλλει ἡ προσφεύγουσα δέν ἀπαντᾶται στην συνθήκη.
Δέν υπάρχει βεβαίως κανένας σχετικός υπαινιγμός στό ἄρθρο 2, πού ἀπαιτεί, μεταξύ άλλων, τήν διαφύλαξη τῆς «συνεχοῦς ἀπασχολήσεως», ἤ στό ἄρθρο 3, ἐδάφιο ε), πού ἀναφέρει τήν βελτίωση τῶν ὅρων εργασίας καί διαβιώσεως τοῦ εργατικού δυναμικοῦ. "Αν, παρά τήν γενικότητα τῶν χρησιμοποιουμένων εκφράσεων, ἐπιχειρείται νά συναχθεί ἀπό τίς διατάξεις αυτές ἡ ἀπαίτηση ὅτι σέ περίπτωση μειώσεως τῆς παραγωγής οἱ ἀναγκαίες θυσίες πρέπει νά κατανέμονται ἐξ 'ίσου μεταξύ τῶν εργαζομένων, τότε δέν φαίνονται ἀσυμβίβαστες πρός τήν ἀπαίτηση αυτή (ἀκριβώς επειδή ὁ ἀριθμός τῶν θέσεων εργασίας εξαρτᾶται γενικώς ὄχι ἀπό τήν ικανότητα τῆς επιχειρήσεως, άλλά ἀπό τήν πραγματική τῆς παραγωγή) ἡ έμφαση ἐπί τῆς πραγματικής παραγωγής καί ἡ μέριμνα γιά τήν εξασφάλιση τῆς ὁμοιόμορφης μειώσεως της, πράγμα πού προλαμβάνει τήν δυσανάλογα μεγάλη μείωση τῆς παραγωγής ὁρισμένων επιχειρήσεων καί τίς εντεύθεν συνέπειες ἐπί τοῦ εργατικοί) δυναμικοῦ.
Ἀλλά, ὅπως ἀνέφερα ήδη, ἀπό τό 'ίδιο τό ἄρθρο 58 δέν δύναται νά συναχθεί ή ὕπαρξη τῆς ἀρχής πού προβάλλει ἡ προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα, παρετήρησα ήδη ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά συνάγονται ἀρχές, πού διέπουν ἕνα σύστημα τό όποιο πράγματι εφαρμόζει ἡ 'Επιτροπή, ἀπό ένα σύστημα τό όποιο δέν περιγράφεται καί τό όποιο ή 'Επιτροπή δέν εφαρμόζει ἀσκώντας τήν διακριτική τῆς ευχέρεια. Κατά τό μέρος πού ή δεύτερη φράση τοῦ ἄρθρου 58, παράγραφος 2, προβλέπει τήν ρύθμιση τοῦ επιπέδου τῆς δραστηριότητος τῶν επιχειρήσεων καί τόν καθορισμό ενός επιπέδου ἀναφορᾶς, καθίσταται επίσης σαφές ὅτι, ὅσον άφορά τό σύστημα τῶν εἰσφορῶν, υποτίθεται πράγματι ὅτι τό ποσοστό χρησιμοποιήσεως ποικίλλει καί επομένως δέν δύναται νά εξασφαλισθεί ἕνα κατώτατο ποσοστό χρησιμοποιήσεως. "Ενα άλλο σημαντικό σημείο είναι ὅτι ἡ ἀπασχόληση πρέπει νά διατηρείται μόνο «κατά τό μέτρο τον δυνατόν», στην περίπτωση δέ τῶν επιθυμητῶν περιορισμῶν τῆς παραγωγής, τίποτε άλλο δέν φαίνεται δυνατό.
Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω εἶναι δυνατό νά θεωρηθεί ὅτι αύτη ἡ κατευθυντήρια ἀρχή πρέπει νά ισχύει καί στό πλαίσιο ἑνός συστήματος ποσοστώσεων τῆς παραγωγής. Σχετικώς δύναται νά θεωρηθεί ὅτι ὅσο χαμηλότερο εἶναι τό ποσοστό χρησιμοποιήσεως τῆς ικανότητος παραγωγής μιᾶς επιχειρήσεως, τόσο περισσότερο κινδυνεύει ή ἀπασχόληση. Κατά τήν γνώμη μου, ή άποψη αυτή τῆς προσφευγούσης δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί, δεδομένου ὅτι τό βάρος τῶν δαπανών λόγω υπεραρίθμου προσωπικοῦ εἶναι μεγαλύτερο ὅταν κατέρχεται τό επίπεδο δραστηριότητος. Πρέπει δηλαδή νά γίνει δεκτό ὅτι εἶναι ἀνάγκη νά εξασφαλίζεται, κατά τήν κατάρτιση τοῦ συστήματος ποσοστώσεων, ὅτι στην περίπτωση πού τό ποσοστό χρησιμοποιήσεως τῆς ἱκανότητος παραγωγῆς εἶναι ήδη ἀσυνήθιστα χαμηλό, αὐτό θά λαμβάνεται ούτως ἡ άλλως ὑπ' ὄψη. Είναι ὅμως σαφές ὅτι αὐτός ἀκριβώς εἶναι ὁ ρόλος τοῦ κανόνος προσαρμογής τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 3, σύμφωνα μέ τόν όποιο πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη τό χαμηλότερο τοῦ μέσου ὅρού ποσοστό χρησιμοποιήσεως καί, ἄν πληρούνται ὁρισμένες προϋποθέσεις, νά αὐξάνεται ἡ παραγωγή ἀναφοράς σέ επίπεδο πού ἀντιστοιχεί σέ ποσοστό χρησιμοποιήσεως 5 % χαμηλότερο τοῦ ἐν λόγω μέσου ποσοστοῦ τῶν άλλων επιχειρήσεων. (Θά επανέλθω συντόμως στόν κανόνα αὐτόν).
Ἄν αυτό ληφθεί ὑπ' ὄψη, δύσκολα δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι, κατά τήν επεξεργασία τῆς ἀποφάσεως 2794/80, ἡ 'Επιτροπή ἀγνόησε τελείως τό ζήτημα τῆς ἀπασχολήσεως, καί ἑπομένως έναν ἀπό τους σημαντικούς στόχους τῆς συνθήκης. 'Εξ άλλου, δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί τό ὅτι είναι βασικῶς ὀρθή ἡ μέθοδος τῆς 'Επιτροπής, δηλαδή τῆς εφαρμογής περιοριστικών κριτηρίων κατά τήν διατύπωση τοῦ κανόνος προσαρμογής, διότι οἱ κανόνες προσαρμογής καταλήγουν σέ πλασματική παραγωγή ἀναφοράς. Ἐν πάση περιπτώσει, κατά τήν γνώμη που δέν δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι οἱ διατάξεις τῆς συνθήκης πού ἐπικαλείται ἡ προσφεύγουσα δίδουν πολύ λιγότερη έμφαση στην πραγματική παραγωγή καί ὅτι ἡ μή θέσπιση κανόνων σάν αὐτούς πού ἡ προσφεύγουσα θεωρεί ἀναγκαίους (πού νά αυξάνουν βασικῶς τήν ἱκανότητα παραγωγής μέχρι τοῦ μέσου ὅρού εντός τῆς Κοινότητος, ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων γιά τους ὁποίους ἡ χρησιμοποίηση τῆς ικανότητος παραγωγής ήταν κάτω τοῦ μέσου ὅρού κατά τό παρελθόν) πρέπει νά θεωρηθεί ὡς κατάχρηση εξουσίας κατά τήν έννοια πού ἀνέφερα στην ἀρχή. Όπως ήδη παρετήρησα, ἡ 'Επιτροπή πρέπει επίσης νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη ἰδίως τους στόχους οικονομικής πολιτικής τοῦ ἄρθρου 2 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
Κατά την γνώμη μου, εἶναι επίσης σαφές ὅτι ἡ παραπομπή πού έγινε κατά την ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση στό άρθρο 14, στοιχείο 6) τῆς Ισχυούσης περί ποσοστώσεων κανονιστικής ρυθμίσεως (ἀπόφαση 1831/81 τῆς 24ης 'Ιουνίου 1981, 'Επίσημη 'Εφημερίδα L 180 τῆς 1ης 'Ιουλίου 1981, σ. 1, ὅπως ἐτροποποιήθη μέ τήν ἀπόφαση 533/82 τῆς 3ης Μαρτίου 1982, 'Επίσημη 'Εφημερίδα L 65 τῆς 9ης Μαρτίου 1982, σ. 6) δέν ἀπαιτεί διαφορετικό συμπέρασμα, διότι ἡ νέα διάταξη ἀποτελεί ἀπλώς κανόνα δικαιοσύνης γιά τίς μικρότερες επιχειρήσεις καί ὄχι, ἀντιθέτως, έκφραση καί ἑπομένως ἀναγνώριση τῆς ἀρχής πού επικαλείται ἡ προσφεύγουσα.
δδ)
Ἄν αυτό γίνει δεκτό, ὅτι δηλαδή ή 'Επιτροπή πράγματι δέν ὑπεχρεοῦτο νά εξασφαλίσει ἕνα ὁμοιόμορφο κατώτατο επίπεδο χρησιμοποιήσεως για ὅλες τίς επιχειρήσεις, δέν χρειάζεται νά εξετασθεί τό ζήτημα τῆς ἀκριβοῦς τωρινῆς ικανότητος παραγωγής τῆς προσφευγούσης (ὅπως γνωρίζουμε, ἡ προσφεύγουσα ἀναφέρει τό μέγεθος τῶν 459000 τόννων μηνιαίως γιά τήν συστοιχία ἀριθ. 2, πού ἡ 'Επιτροπή ἀμφισβητεί)· οὔτε χρειάζεται νά εξετασθεί ἐπί τοῦ παρόντος τό θέμα ἄν έπρεπε νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ συστοιχία ἀριθ. 1, πού ή προσφεύγουσα έθεσε έκτος λειτουργίας τό 1972. Αυτό τό ζήτημα, καθώς καί άλλα σχετικά, δύναται νά εξετασθεί μόνο στό πλαίσιο τῆς εκτιμήσεως τῆς ἐν προκειμένω ειδικής ἀποφάσεως.
2. Ἡ φερομένη ὡς μη ὀρθή ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 3, τῆς ἀποφάσεως 2794/80 στην περίπτωση τῆς προσφευγούσης
α)
Στην ἀρχή τῶν προτάσεων μου ἀνέφερα ὅτι ἡ 'Επιτροπή αύξησε τό μέγεθος τῆς παραγωγής ἀναφοράς τῆς προσφευ-γούσης σύμφωνα μέ τό άρθρο 4, παράγραφος 3, τῆς ἀποφάσεως 2794/80. Όπως γνωρίζει τό Δικαστήριο, ἡ διάταξη αυτή, σημαντική καί σέ άλλες υποθέσεις, ὁρίζει ὅτι, ἄν τό μέσο ποσοστό χρησιμοποιήσεως των δυνατοτήτων παραγωγής μιας επιχειρήσεως ήταν 10 % ἤ περισσότερο κάτω ἀπό τό μέσο ποσοστό χρησιμοποιήσεως των ιδίων εγκαταστάσεων τῶν άλλων επιχειρήσεων τῆς Κοινότητος κατά τά έτη 1977, 1978 καί 1979, τό μέγεθος τῆς παραγωγής ἀναφοράς αυξάνεται σέ επίπεδο πού ἀντιστοιχεί σέ ποσοστό χρησιμοποιήσεως 5 % χαμηλότερο τοῦ ἐν λόγω μέσου ποσοστού των άλλων επιχειρήσεων (ἐφ' ὅσον πληρούνται ὁρισμένες προϋποθέσεις, πού δέν ενδιαφέρουν ἐν προκειμένω, ἰδίως ή συμμόρφωση μέ πρόγραμμα παραδόσεως πού κατήρτισε ἡ Επιτροπή).
Κατά τήν διαδικασία, ἡ 'Επιτροπή εξήγησε τόν τρόπο μέ τόν όποιο ἐφηρμόσθη ἡ διάταξη αυτή στην προσφεύγουσα καί συγκεκριμένα στην συστοιχία ἀριθ. ΙΙ τῆς Βρέμης, τήν ὁποία διαθέτει. 'Αποφασιστικής σημασίας υπήρξε σχετικώς τό ἐρω-ματολόγιο 2-61 πού ὀφείλουν νά συμπληρώνουν κατ' έτος ἡ προσφεύγουσα καί άλλες επιχειρήσεις, στό πλαίσιο τῆς υποχρεώσεως πού έχουν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 14 τῆς ἀποφάσεως 22-66 (ΕΕ ειδ. ἔκδ. 13/001, σ. 30), νά παρέχουν δηλαδή πληροφορίες ὅσον άφορᾶ τίς επενδύσεις τους, καί τό όποιο ερωτηματολόγιο περιέχει στοιχεία περί τῆς πραγματικής παραγωγής καί τῆς ἀνωτάτης δυνατής παραγωγής. Ὅπως προκύπτει ἀπό τίς επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ ερωτηματολογίου, ἡ ἀνωτάτη δυνατή παραγωγή δέν συνίσταται, λόγου χάρη, στην θεωρητική τεχνική ικανότητα, ἀλλ' ἀποτελεί μέγεθος πού προσδιορίζεται ἀναλόγως των συγκεκριμένων συνθηκών παραγωγής καί τῆς συνθέσεως τῆς ἐπεξεργαστέας ύλης καί πού εξαρτᾶται επομένως ἀπό τήν ἱκα-νότητα παραγωγής τῶν εγκαταστάσεων πρό τῆς κυρίως παραγωγής καί τήν ἀγορά μετάλλων, τήν διάρθρωση τῆς παραγωγής (κατάρτιση τοῦ προγράμματος παραγωγής βάσει τῆς δομής τῆς ζητήσεως), καθώς καί ἀπό την ικανότητα τῶν εγκαταστάσεων μετά τό στάδιο τῆς κυρίως παραγωγης. Βάσει τῶν κριτηρίων αυτῶν, ἡ προσφεύγουσα ἐξετίμησε ἐπί σειρά ἐτών, συγκεκριμένα στά ερωτηματολόγια γιά τά έτη 1977, 1978 καί 1979, την ἀνωτάτη δυνατή παραγωγή τῆς συστοιχίας ἀριθ. 2 σέ 3770000 τόννους (314000 τόννους μηνιαίως). Μόνο στό ερωτηματολόγιο πού ἔπρεπε νά κατατεθεί τήν 1η 'Ιανουαρίου 1980 ἐδήλωσε τό πρῶτον, χωρίς καμία εξήγηση, μεγαλύτερο ἀριθμό, δηλαδή 4260000 τόννους (355000 τόννους μηνιαίως). Ἐπηκολούθησε επαλήθευση, κατά τόν Μάϊο 1980 μέσω δοκιμῆς ἀποδόσεως, κατόπιν τῆς ὁποίας οἱ υπάλληλοι τῆς Ἐπιτροπής ἐδέχθησαν τό νέο μέγεθος πού έδωσε ἡ προσφεύγουσα, παρ' ὅλο πού ἀπό τήν δοκιμή προέκυψε ὅτι ἡ ἀνωτάτη δυνατή παραγωγή ἀνήρχετο μόνο σέ 4230000 τόννους. Κατά συνέπεια, ἡ Ἐπιτροπή, μέ έγγραφο τῆς 11ης Δεκεμβρίου 1980, ἐτροποποίησε τήν ἀρχική τῆς ἀπόφαση τῆς 1ης Νοεμβρίου 1980 γιά τήν προσφεύγουσα, στήν ὁποία ἀρχικώς εἶχε αυξήσει τήν παραγωγή ἀναφορᾶς γιά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980 σέ 314000 τόννους μηνιαίως. Ἐπιπλέον, κατά τά δύο επόμενα τρίμηνα ἡ 'Επιτροπή εφήρμοσε τό άρθρο 4, παράγραφος 3, τῆς ἀποφάσεως 2794/80, μέ βάση ἀνωτάτη δυνατή παραγωγή γιά τήν προσφεύγουσα 355000 τόννους μηνιαίως.
β)
Ἐν τούτοις ἡ προσφεύγουσα θεωρεί ὅτι ή κατ' αυτόν τόν τρόπο ἐπελθούσα προσαρμογή στήν παραγωγή ἀναφοράς δέν εἶναι Ικανοποιητική, προβάλλουσα τήν αιτίαση αύτη μέ τόν πρώτο λόγο τῆς προσφυγῆς. Κατά τήν γνώμη της, δέν πρέπει νά δεσμεύεται ἀπό ἀριθμούς πού εἶχε δηλώσει παλαιότερα «ἐντελώς τυπικά», χωρίς ἀκριβή επαλήθευση, σέ περίοδο ὅπού τό επίπεδο δραστηριότητός τῆς ήταν πολύ χαμηλό ἐνῶ δέν ἠδύνατο νά γνωρίζει τήν σημασία πού μιά μέρα θά ἀποκτούσαν οἱ ἀριθμοί αυτοί στό πλαίσιο τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων. Ή προσφεύγουσα ισχυρίζεται ὅτι τώρα πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό ἀκριβές μέγεθος γιά τήν ικανότητα παραγωγης της, δηλαδή 5508000 τόννοι (ἤ 459000 τόννοι μηνιαίως), πού ἐδήλωσε στό ερωτηματολόγιο τήν 1η 'Ιανουαρίου 1981 καί πού ίσχυε καί γιά τά προηγούμενα έτη. 'Από τά ἀνωτέρω προκύπτει, ὅπως Ισχυρίζεται ἡ προσφεύγουσα, ὅτι τό ποσοστό χρησιμοποιήσεώς τῆς ήταν σημαντικά χαμηλότερο ἀπό ὅ, τι υπέθεσε ἡ 'Επιτροπή καί ὅτι πρέπει επομένως νά αυξηθεί ή παραγωγή ἀναφοράς της, πράγμα πού θά κατέληγε σέ υψηλότερο ποσοστό χρησιμοποιήσεως κατά τό δεύτερο τρίμηνο τοῦ 1981.
γ)
'Επί τοῦ επιχειρήματος αὐτοῦ, τό όποιο ἀμφισβήτησε έντονα ἡ 'Επιτροπή, διατυπώνω τά ἀκόλουθα σχόλια:
αα)
'Εν πρώτοις πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι ἀπό τίς γραπτές παρατηρήσεις τῆς προσφευγούσης δέν προκύπτει σαφώς ἄν ή τελευταία επικρίνει τό γεγονός ὅτι κατά τήν εξέταση τοῦ θέματος τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς ικανότητος παραγωγης δέν ελήφθη ὑπ' ὄψη ἡ συστοιχία άριθ. 1 πού διαθέτει στήν Βρέμη, τῆς ὁποίας ἡ ἱκανότης ἀνέρχεται σέ 169000 τόννους. Ἀπό τήν ἀπάντηση τῆς προσφευγούσης σέ ερώτηση πού τῆς υπεβλήθη κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, γωρίζουμε τώρα ὅτι, κατά τήν γνώμη της, έπρεπε νά ληφθεί ὑπ' ὄψη, κατά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 3, τῆς ἀποφάσεως 2794/80, ή συστοιχία ἀριθ. 1 καί ἡ ἱκανότης παραγωγης της.
Αυτή ἡ άποψη τῆς προσφευγούσης δέν δύναται προφανώς νά γίνει δεκτή. Ἄν, βάσει τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 3, τό ἀποφασιστικό στοιχείο εἶναι τό μέσο ποσοστό χρησιμοποιήσεως τῆς επιχειρήσεως κατά τήν περίοδο ἀπό 'Ιούλιο 1977 μέχρι 'Ιούνιο 1980, δηλαδή ἡ σύγκριση τῆς πραγματικῆς παραγωγης πρός τήν ἀνωτάτη δυνατή παραγωγή, τότε βεβαίως πρέπει νά ληφθούν ὑπ' ὄψη μόνο οἱ εγκαταστάσεις εκείνες πού λειτουργοῦσαν τουλάχιστον ἐν μέρει κατά τήν ἐν λόγω περίοδο καί ὄχι ἐκείνες, ὅπως ή συστοιχία άριθ. 1 τῆς προσφευγούσης, πού λόγω τῆς κατασκευῆς μιᾶς μεγαλύτερης καί πιό σύγχρονης συστοιχίας είχε τεθεί έκτος λειτουργίας, «στην ναφθαλίνη», τό 1974, χωρίς ούτε καί τώρα νά είναι βέβαιο ὅτι θά επαναχρησιμοποιηθεί.
66)
'Επί πλέον, κατά την γνώμη μου, δέν είναι κατακριτέο τό ὅτι τό θέμα τῆς χρησιμοποιήσεως εξετάζεται λαμβάνοντας ύπ' οψη την έτηοία ανωτάτη οννατή παραγωγή κατά την έννοια τον ερωτηματολογίου 2-61 καί ὅτι σχετικώς ἡ 'Επιτροπή βασίζεται κυρίως στά στοιχεία πού παρέχουν οἱ ίδιες οι επιχειρήσεις.
Πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι τό άρθρο 4, παράγραφος 3, τῆς αποφάσεως 2794/80 εφαρμόζεται στό πλαίσιο τῶν περιορισμών τής παραγωγής πού επιβάλλονται ἐν οψει τής προσαρμογής πρός μία μεταβληθεΐσα άέση στην αγορά. 'Επομένως, ἡ προφανής καί πρόσφορη μέθοδος δέν ήταν να ληφθεί ώς βάση ἡ θεωρητική έννοια τῆς τεχνικής Ικανότητος, άλλα μία παράμετρος πού νά αποδίδει πάρα πολύ πιστά τήν πραγματική παραγωγή. Είναι επίσης προφανές ὅτι ή 'Επιτροπή έβασίσθη κυρίως στά στοιχεία πού παρέσχον οἱ επιχειρήσεις γιά πρακτικούς λόγους. 'Εν οψει ενός συστήματος ποσοστώσεων πού προωρίζετο νά ισχύσει έπί εννέα μήνες καί έπρεπε νά τεθεί σέ εφαρμογή πολύ σύντομα, ήταν αδιανόητη ή διενέργεια, ἀπό τήν 'Επιτροπή, δαπανηρών καί χρονοβόρων ad hoc ερευνών περί τής ικανότητος καί τῆς πραγματικής χρησιμοποιήσεως μεγάλου άριθμοο επιχειρήσεων. 'Επί πλέον, θά ήταν, ἄν όχι αδύνατο, βεβαίως εξαιρετικά δύσκολο νά σχηματισθεί έκ τῶν υστέρων μία αξιόπιστη εικόνα τῆς ανωτάτης δυνατής παραγωγής τών επιχειρήσεων κατά τήν έννοια τοθ ανωτέρω ερωτηματολογίου, ἡ οποία εξαρτάται ἀπό παντός είδους ειδικές περιστάσεις.
γγ)
'Εν τούτοις, τά στοιχεία πού παρέχονται στά ερωτηματολόγια δέν πρέπει βεβαίως νά θεωρούνται απολύτως δεσμευτικά, ύπό τήν έννοια ὅτι αποκλείονται οί έκ τῶν υστέρων διορθώσεις. Ή προσφεύγουσα ισχυρίζεται ὅτι τό άρθρο 47 τής συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει κυρώσεις γιά τίς ψευδείς πληροφορίες, ανεξαρτήτως τών λόγων γιά τους οποίους παρέχονται. Θά ήταν πάντως άδικη ἡ επιβολή ούτως είπεΐν προσθέτων κυρώσεων, ύπό τήν μορφή ανακριβούς καθορισμού ποσοστώσεων παραγωγής πού θά προκαλούσαν ενδεχομένως — ἄν ληφθεί ὡς βάση ó υπολογισμός τής έναγούσης — σημαντικό μειονέκτημα. Τό ζήτημα ἄν αυτό τό επιχείρημα εἶναι απόλυτα πειστικό καί ἄν ἡ 'Επιτροπή δικαιούται κατ' αρχή νά εκτελεί βάσει τῶν στοιχείων πού παρέχουν οἱ επιχειρήσεις, χωρίς αυτό νά θεωρείται ὡς πρόσθετη κύρωση, παραμένει ἀνοικτό. Διότι εἶναι σαφές ὅτι ούτε ἡ Ἐπιτροπή ἀπέκλεισε τήν δυνατότητα διορθώσεων. 'Επέτρεψε μάλιστα, ὅπως ἀνέφερα, νά γίνει διάρθρωση ὅσον άφορᾶ τήν ανώτατη δυνατή παραγωγή τῆς προσφευγούσης, ἐν συνεχεία δέ ἐτροπο-ποίησε τήν ἀρχική κοινοποίηση γιά τίς ποσοστώσεις τῆς προσφευγούσης, ὅσον άφορᾶ τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980.
δδ)
Έτσι τό ερώτημα ἐν προκειμένω περιορίζεται στό ἄν ἡ προσφεύγουσα δικαίως ἐζήτησε ἀκόμη οὐσιαστικώτερη διόρθωση τῆς οικείας παραγωγής ἀναφορᾶς τῶν ετών 1977, 1978 καί 1979. Σχετικώς ἀνακύπτει ἐν πρώτοις τό ζήτημα ἄν τό αίτημα αυτό υπόκειται σέ προθεσμία καί, δεύτερον, ἄν ἡ προσφεύγουσα ήταν πράγματι σέ θέση νά ἀποδείξει επαρκώς ὅτι ούτε ἡ τροποποιηθείσα ἀπό τήν 'Επιτροπή ικανότητα παραγωγής τῆς ἀνταπεκρί-νετο στην πραγματικότητα κατά τήν περίοδο ἀναφορᾶς.
—
"Οσον άφορᾶ τό πρώτο σημείο, δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι έπρεπε νά ἐφαρμοσθούν σχετικώς αυστηρές ἀπαιτήσεις, διότι τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων εἶχε εισαχθεί μόνο γιά περίοδο εννέα μηνῶν, καθ' ὅσον οἱ περιορισμοί στην παραγωγή έπρεπε νά ἀντιστοιχούν στήν μείωση τῆς ζητήσεως, ή δέ αύξηση τῶν ποσοστώσεων μιᾶς ἡ περισσοτέρων επιχειρήσεων θά εἶχε επίπτωση ἐπί ὁλοκλήρου τοῦ συστήματος, ἐν πάση περιπτώσει σέ μεταγενέστερο τρίμηνο. Επομένως, ἡ ἀνάγκη διορθώσεως των ποσοστώσεων έπρεπε νά υποδειχθεί σύντομα καί νά παρασχεθούν λεπτομερῆ καί επαρκή ἀποδεικτικά στοιχεία.
Εἶναι πάντως δύσκολο νά γίνει δεκτό ὅτι ή προσφεύγουσα ενήργησε σύμφωνα μέ τίς ἀνωτέρω ἀπαιτήσεις. Σχετικώς, είναι σημαντικό τό γεγονός ὅτι ήδη από τῆς θεσπίσεως τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων, κατά τόν Ὀκτώβριο 1980, ήταν προφανές ὅτι, γιά τους σκοπούς τοῦς ἄρθρου 4, παράγραφος 3, ἡ χρησιμοποίηση τῆς ικανότητος παραγωγής ἀπετέλει ἀποφασιστικό στοιχείο. Δέν πρέπει επίσης νά λησμονείται ὅτι ἡ Επιτροπή ἐβασίσθη σέ μία διορθωμένη ἀνώτατη ικανότητα παραγωγής ὡς πρός τήν προσφεύγουσα, γιά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980 (ὅπως καί γιά τά δύο πρώτα τρίμηνα τοῦ 1981). Ή προσφεύγουσα πάντως ἀπήντησε ἁπλώς μέ τήν δήλωση νέας ἱκανότητας τήν 1η Ἰανουαρίου 1981, χωρίς καμμία σχετική αιτιολογία· μόλις κατά τόν Μάϊο 1981, ὅταν εἶχε ἀρχίσει ἡ προκειμένη δίκη, υπεβλήθη λεπτομερής εξήγηση στηριζομένη σέ εκθέσεις τεχνικών εμπειρογνωμόνων. Ή προσφεύγουσα πρέπει πράγματι νά δεχθεί ὅτι ὤφειλε νά διατυπώσει ἀμέσως τίς ἀντιρρήσεις τῆς ὄσον άφορᾶ τήν δοκιμή ἀποδόσεως πού έγινε μέ βραχεία προειδοποίηση καί, υποτίθεται, χωρίς νά υπάρχει χρόνος γιά προετοιμασία, τόν Μάϊο 1980. ('Ισχυρίζεται ὅτι τό εκτελεσθέν πρόγραμμα ελάσεως διέφερε ἀπό τίς κανονικές συνθήκες ἀπό πολλές επόψεις — μεγάλη ἀναλογία παχέως μετάλλου, ἀδυναμία συγκεντρώσεως μετάλλου σέ παρτίδες ελασμάτων εύκολα επεξεργάσιμες καί ἀσυνήθιστα μεγάλη διαφορά πάχους τῶν πλακών). Ἐπί πλέον, δέν ενδιέφεραν βεβαίως οἱ κανονικές συνθῆκες παραγωγής πού επικρατοῦσαν τόν Μάϊο 1980, ἀλλα έπρεπε νά ληφθεί ὐπ' ὄψη ἡ ἀπόδοση πού ἠδύνατο νά έχει ἡ ὑπό δοκιμή συστοιχία ὑπό τίς συνθήκες παραγωγής τῶν ἐτών 1977-1980.
—
'Αν τεθούν κατά μέρος οἱ επιφυλάξεις πού μόλις διετύπωσα καί γίνει δεκτή ἡ άποψη ὅτι ἡ προσφεύγουσα πρέπει νά έχει τήν δυνατότητα νά ἀποδείξει έστω καί ἀργότερα τήν ἀνακρίβεια τῶν μεγεθών τῆς 'Επιτροπής ὅσον άφορᾶ τήν συστοιχία ἀριθ. 2, ἀπομένει καί πάλι νά γίνουν οἱ ἀκόλουθες παρατηρήσεις ὡς πρός τό ερώτημα ἄν παρεσχέθησαν ἐπαρκή ἀποδεικτικά στοιχεῖα γιά τήν ἀνάγκη ἐπανεκτιμήσεως τῆς ἐν λόγω ικανότητος παραγωγής.
Ή προσφεύγουσα επικαλείται κυρίως μία έκθεση πραγματογνωμοσύνης πού συνετάχθη τόν Μάιο 1981, ἀπό τήν ιαπωνική ἑταιρία Kawasaki Steel Corporation, προφανώς κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τῆς προσφευγούσης, τῆς Ἐπιτροπῆς καί τῶν γερμανικών ἀρχων, καθώς καί ἐν ὄψει μιᾶς ρυθμίσεως τῆς ἀγορᾶς πού θά ἐσχεδιάζετο ενδεχομένως μετά τήν λήξη τῆς ισχύος τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων. Δέν δύναται βεβαίως νά λεχθεί ὅτι ἡ ἐν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ἀποδεικνύει, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ Ἐπιτροπή, ἁπλώς καί μόνο θεωρητικά στοιχεία περί τῆς μεγίστης χρησιμοποιήσεως τοῦ εργοστασίου Διότι ἡ προσφεύγουσα τονίζει ὅτι παρέσχε στους πραγματογνώμονες ὅλα τά τεχνικά καί τά περί λειτουργίας στοιχεία πού εἶναι σχετικά μέ τήν συστοιχία, τίς διαστάσεις τῶν πλακών καί τῶν ρόλων, καθώς καί μέ τό πρόγραμμα παραγωγής της, έτσι ώστε ἠδύναντο νά βασισθούν στίς συγκεκριμένες συνθήκες παραγωγής, στην Βρέμη. Πάντως, ἡ Ἐπιτροπή ὀρθώς ἀντιτάσσει ὅτι, επειδή τό πρόγραμμα παραγωγής εἶναι δυνατό νά ποικίλλει ἀπό μήνα σέ μήνα, δέν ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ πραγματογνώμονες ἔλαβαν ως βάση γιά τήν έκθεση τους τό πρόγραμμα παραγωγής ἑνός ὁλοκλήρου έτους. 'Εν σχέσει πρός τό γεγονός ὅτι ἡ Ικανότης παραγωγής ὑπελογίσθη γιά πέντε τρόπους λειτουργίας πού διαφέρουν ως πρός τήν σύνθεση των προϊόντων καί τίς προκαταρκτικές ἐργασίες, ἡ Ἐπιτροπή ἀντιτάσσει περαιτέρω ὅτι ή προσφεύγουσα δέν ἀπέδειξε γιατί πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη εκείνος ὁ τρόπος λειτουργίας πού κατέληξε στό μέγεθος πού αυτή χρησιμοποιεί (δηλαδή 487000 τόννους μηνιαίως). Ή 'Επιτροπή παρατηρεί επίσης ὅτι, ὅπως ἀναφέρεται στά «συμπεράσματα» τῶν πραγματογνωμόνων, τό μέγεθος αυτό ὑπελογίσθη βάσει τῶν στοιχείων πού παρέσχε ἡ προσφεύγουσα ὅσον άφορᾶ, μεταξύ ἄλλων, τήν ικανότητα τῆς ὑψικαμίνου προθερμάνσεώς της, καί παριστά τό μέγεθος μέχρι τοῦ ὁποίου θά ἠδύνατο νά ἀνέλθει ἡ παραγωγή.
Ἐξ άλλου, ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ἡ προσφεύγουσα — ἡ ὁποία ἐτόνισε ὅτι ἡ τεχνική δομή τῆς συστοιχίας, πού συνεπληρώθη τό 1972, δέν μετεβλήθη ἀπό τό 1977, ἡ δέ μετατροπή σέ άλλες πηγές ενεργείας εἶχε γίνει προηγουμένως — έπρεπε νά δεχθεί ὅτι έκτοτε έγιναν ὁρισμένες μεταβολές (μεταβολή τοῦ μήκους τῶν πλακών, ηὐξημένη χρήση θερμότητος) καί ὅτι, σ' ένα άρθρο γιά τήν συστοιχία ἀριθ. 2 πού ἐδημοσιεύθη στό περιοδικό «Stahl und Eisen» τό 1977 ὁ τεχνικός διευθυντής τῆς προσφευγούσης ἀνέφερε ὅτι ἡ συστοιχία αυτή εἶχε Ικανότητα παραγωγής 310000 τόννων μηνιαίως, καίτοι ήταν δυνατή, ἰδίως μετά ἀπό επέκταση τῶν υψικαμίνων προθερμάνσεως, ή παραγωγή 450000 ὡς 500.000 τόννων μηνιαίως στό τελικό στάδιο τῆς παραγωγης, τότε δέν υπάρχει πράγματι λόγος νά θεωρηθεί ὅτι ἡ έκθεση Kawasaki περιέχει σημαντικές ἀποδείξεις τοῦ ὅτι ήδη καθ' ὁλόκληρη τήν περίοδο 1977-1980, ή ἀνωτάτη δυνατή παραγωγή τῆς προσφευγούσης μέ τήν συστοιχία ἀριθ. 2 υπήρξε πάντοτε ὅση ἐδήλωσε στίς ἀρχές τοῦ 1981.
Κατά τό μέτρο πού ἡ προσφεύγουσα επικαλείται περαιτέρω μία ἔκθεση πραγματογνωμοσύνης τῆς 12ης Ἰανουαρίου 1982, τήν ὁποία υπέβαλε μαζί μέ τίς ἀπαντήσεις της σέ ερωτήσεις τοῦ Δικαστηρίου καί πού ἀναφέρεται στην ἀπόδοση μιᾶς ὑψικαμίνου προθερμάνσεως ἀπό τήν ὁποία εξαρτάται ή Ικανότητα τῆς συστοιχίας ἀριθ. 2 (σύμφωνα μέ τήν έκθεση αυτή ἡ ικανότης τῆς υψικαμίνου ήταν αισθητά μεγαλύτερη ἀπό εκείνη πού ἐδήλωσε ἡ ἴδια ἡ προσφεύγουσα καί ἀπό εκείνη πού έλαβε ὡς βάση ή Kawasaki γιά τήν δική τῆς έκθεση), πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι, ἀκόμη καί ἄν θεωρηθεί ὅτι ἡ έκθεση ἀποτελεί έγγραφη ἀπόδειξη, υπάρχουν σοβαρές ἀμφιβολίες, ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ κανονισμού διαδικασίας, περί τοῦ ἄν δύναται νά γίνει δεκτή ὡς ἀπόδειξη μετά τό πέρας τῆς έγγράφου διαδικασίας. Τό άρθρο 42 ὁρίζει ὅτι κατ' ἀρχήν τά ἀποδεικτικά μέσα πρέπει νά προτείνονται μέ τό δικόγραφο τῆς προσφυγής καί μέ τήν ἀπάντηση ὅτι ἡ ἐν συνεχεία πρόταση ἀποδεικτικών μέσων πρέπει νά είναι δικαιολογημένη. Σχετικῶς, δέν δύναται νά ἀγνοηθούν οἱ ἀπόψεις τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ή διεξαχθεῖσα στό πλαίσιο τῆς εκθέσεως δοκιμή διήρκεσε μόνο 90 λεπτά καί ή ἐναντίωσή τῆς πού στηρίζεται σέ επιστολή τοῦ προέδρου τοῦ βελγικοῦ Ινστιτούτου, «Centre des recherches métallurgiques» ὅτι κατ' αυτόν τόν τρόπο δέν δύναται ν' ἀποδειχθεί ὅτι πρόκειται γιά μόνιμη Ικανότητα ἀποδόσεως. Δέν πρέπει ἐξ άλλου νά λησμονείται ὅτι ἡ έκθεση στηρίζεται σέ δοκιμές πού έγιναν τόν Δεκέμβριο 1981 καί 'Ιανουάριο 1982· ἑπομένως, ἀποτελεί ενδεχομένως ένδειξη τῆς παρούσης καταστάσεως τῆς προσφευγούσης ὑπό ποικίλες συνθήκες παραγωγής, άλλά δέν ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἀπόδοση αυτή ὑπήρξε πάντα δυνατή κατά τήν περίοδο 1977-1980 ὑπό τίς τότε συνθήκες παραγωγής.
δ)
'Από τά ἀνωτέρω συνάγεται, καί γιά τό δεύτερο σκέλος τοῦ πρώτου λόγου της προσφυγῆς, ἀρνητικό γιά την προσφεύγουσα συμπέρασμα. 'Ακόμη καί ἄν υποτεθεί ὅτι δύναται νά ζητηθεί ἡ διόρθωση τῶν μεγεθῶν ικανότητος παραγωγής των ετών 1977, 1978 καί 1980, σέ χρόνο κατά τόν όποιο τό σύστημα ποσοστώσεων εἶχε ήδη εφαρμοσθεί ἐπί έξι μήνες (ὑπενθυμίζω ὄτι ἡ Ἐπιτροπή εἶχε την γνώμη ὅτι δέν δύναται πλέον νά ἀποδειχθεί ἡ ἀνωτάτη δυνατή παραγωγή τῶν ετῶν 1977, 1978 καί 1980), πρέπει τουλάχιστον νά γίνει δεκτό ὅτι οἱ ἀποδείξεις πού προσεκόμισε ἡ προσφεύγουσα δέν παρέχουν κανένα επαρκές έρεισμα ώστε οἱ ἀριθμοί τῆς Ἐπιτροπῆς νά θεωρηθούν εσφαλμένοι. 'Επομένως, δέν δικαιολογείται ἡ ἀκύρωση τῆς προσβαλλομένης ἀποφάσεως λόγω παραβάσεως τοῦ άρθρου 4, παράγραφος 3, τῆς ἀποφάσεως 2794/80.
ΙΙ — Ἐπί τοῦ ὅτι δέν ελήφθη ὑπ' ὄψη ἡ παράβαση τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν ἐπιδοτήσεων τοῦ άρθρου 4, στοιχείο γ) τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ
Μέ τόν δεύτερο λόγο ἀκυρώσεως, ἡ προσφεύγουσα παρατηρεί ὅτι ἀπό πολλά έτη, καί ὁπως προκύπτει ἀπό ειδήσεις στον Τύπο, ἰδίως ἀπό τό 1975 ἐχορηγήθησαν σημαντικά ποσά ἀπό τό δημόσιο ταμείο σέ εγχώριες επιχειρήσεις βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη (ήτοι στό Βέλγιο, στην Γαλλία, στην 'Ιταλία καί στό 'Ηνωμένο Βασίλειο), πράγμα πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὄχι μόνο τήν νόθευση τῶν ὅρων τοῦ ἀνταγωνισμού, άλλά καί τήν τεχνητή διατήρηση καί αύξηση τῆς ικανότητος παραγωγής (πού πράγματι αυξήθηκε κατά 10 % περίπου ἀπό τό 1974 μέχρι τό 1976). 'Η προσφεύγουσα Ισχυρίζεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή, ἀντίθετα πρός τό κατά τό άρθρο 8 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καθήκον της, δέν έλαβε μέτρα κατά τῆς κραυγαλέας αυτής παραβιάσεως τῆς ἀρχής τοῦ ἄρθρου 2 τῆς συνθήκης καί τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν επιδοτήσεων, τήν ζωτική σημασία τῶν ὁποίων έχει επανειλημμένως τονίσει ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου καί ὅτι ἀναμφιβόλως δέν εἶναι τώρα πλέον δυνατό νά ἀρθούν τά γενόμενα. Λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη ὅτι κατ' αυτόν τόν τρόπο επηρεάσθηκαν παρανόμως οἱ συνθήκες παραγωγής κατά τήν περίοδο ἀναφοράς πού ἐνδιαφέρει τήν ἀπόφαση 2794/80, πρέπει νά θεωρηθεί ἀπαράδεκτο τό νά λαμβάνεται ὡς βάση τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων ἁπλώς ἡ πραγματική παραγωγή κατά τά έτη εκείνα. Ή προσφεύγουσα Ισχυρίζεται ὅτι θά ήταν δικαιότερο νά ληφθοῦν ὅλα αυτά ὑπ' ὄψη κατά τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων, γιά νά ἀντισταθμισθοῦν κατά κάποιο τρόπο οἱ ζημίες καί εἴτε νά μειωθούν οἱ ποσοστώσεις τῶν επιδοτουμένων επιχειρήσεων πού θά είχαν παραγάγει λιγότερο χωρίς τίς επιδοτήσεις αυτές εἴτε νά αυξηθοῦν οἱ ποσοστώσεις επιχειρήσεων πού δέν έτυχαν επιδοτήσεων.
'Η 'Επιτροπή δέν ἀμφισβητεί ὅτι, ἀπό τήν ἀρχή τῆς κρίσεως στόν τομέα τῆς βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος, ἐχορηγήθησαν σημαντικές ενισχύσεις στην βιομηχανία αύτή σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη. Πάντως, ή 'Επιτροπή ἀμφισβητεί τά στοιχεία πού προσεκόμισε ἡ προσφεύγουσα ὅσον άφορᾶ τήν έκταση τῶν χορηγηθεισῶν ενισχύσεων. Δεύτερον, ισχυρίζεται ὅτι οἱ ἐν λόγω ενισχύσεις δέν ἐχορηγήθησαν ὅλες εἰδικῶς στην βιομηχανία σιοήρον καί χάλυβος καί δέν ενέπιπταν ὅλες στό άρθρο 4, στοιχείο γ), άλλά ἀποτελοῦσαν ἐν μέρει γενικά μέτρα στόν τομέα τῆς οικονομικής, βιομηχανικής, περιφερειακής, δημοσιονομικής καί κοινωνικής πολιτικής, καθώς καί τῆς προωθήσεως τῆς έρευνας (πού υἱοθετήθηκαν παρεμπιπτόντως, καί στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας), τά ὁποῖα μέτρα δέν ἀπαγορεύονται ἀπό τήν συνθήκη, ἀλλ' ἀντιθέτως ἐμπίπτουν στό ἄρθρο 67, πού ἁπλῶς ὁρίζει μία διαδικασία γιά τήν εξάλειψη τῶν ἀποτελεσμάτων πού ἔχουν τά μέτρα αυτά στην βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος. Τρίτον καί κυριότερο, ἡ 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι, ἀκόμη κι ἄν οἱ ἐν λόγω ενισχύσεις ήταν ἀσυμβίβαστες πρός τό άρθρο 4, παράγραφος 3, δέν εἶχε τήν εξουσία, ελλείψει ρητής εξουσιοδοτήσεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58, νά περιλάβει διατάξεις περί ἀντισταθμίσεως στό σύστημα τῶν ποσοστώσεων (πράγμα πού θά ἐσήμαινε, πρώτον, τήν αποδοχή καί έγκριση τῶν επιδοτήσεων καί, δεύτερον, ὅσον άφορᾶ τήν άποψη τῆς προσφευ-γούσης ὅτι ἔπρεπε νά προβλεφθεί κάποια ἀντιστάθμιση τῆς ζημίας, τήν επιβολή κυρώσεων τῶν επιδοτουμένων επιχειρήσεων ἀντί των υπευθύνων γιά τίς επιδοτήσεις Κρατῶν μελών). Ή 'Επιτροπή φρονεί ὅτι δύναται νά ἀσχοληθεί ὀρθώς μέ αυτές τίς παραβιάσεις της συνθήκης μόνο κατά τήν διαδικασία τοῦ ἄρθρου 88 πού παρέχει επίσης ειδικές εγγυήσεις στά Κράτη μέλη γιά τά όποια πρόκειται.
"Οσον άφορᾶ αὐτό τό θέμα, εἶναι ἀναμφιβόλως κατανοητό τό ὅτι οἱ μή ἐπιδοτη-θεῖσες επιχειρήσεις, ὅπως ἡ προσφεύγουσα, προβαίνουν σέ δριμεία κριτική τῶν ενεργειών τῆς Ἐπιτροπῆς καί τῆς μορφής πού έλαβε τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων. Εἶναι σαφές ὅτι τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων, πού βασίζεται πρωτίστως στην κατά τό παρελθόν πραγματική παραγωγή, θά εἶχε διαφορετικά ἀποτελέσματα, ἄν ἡ 'Επιτροπή είχε θέσει τέρμα στίς ἀπαγορευμένες επιδοτήσεις, εμποδίζοντας έτσι τήν ἐν ὅλω ή ἐν μέρει τεχνητή διατήρηση τῶν μή βιώσιμων επιχειρήσεων καί τήν αύξηση τῆς παραγωγης, πού θά ήταν ἀδύνατη χωρίς τίς επιδοτήσεις.
Μέ εκπλήσσει επίσης ἡ άποψη τῆς 'Επιτροπῆς ὅτι οἱ χορηγηθείσες κατά παραβίαση τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ επιδοτήσεις δύνανται ν' ἀποτελέσουν ἀντικείμενο μόνο τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 88 αυτής (πού ὁμιλεί περί τῆς διαπιστώσεως παραβάσεως υποχρεώσεως ἐκ τῆς συνθήκης καί περί τῆς καταστολῆς της), ἐνῶ έξω ἀπό τό πλαίσιο αὐτό δέν δύνανται νά ἀσκούν ουσιώδη επιρροή. Ἐν τούτοις, τό άρθρο 58 ὁρίζει ὅτι πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ ἀρχές τῶν άρθρων 2, 3 καί 4, χωρίς νά διακρίνει σέ ποιόν κυρίως ἀπευθύνονται οἱ διατάξεις αὐτές. 'Εξ άλλου, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό άρθρο 54 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, πού ομιλεί γιά τήν γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῶν προγραμμάτων επενδύσεων. Στην πέμπτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὁρίζεται ρητώς ὅτι ὅταν ἡ χρηματοδότηση ἑνός προγράμματος ἡ ἡ εκμετάλλευση τῶν ἐγκαταστάσεων πού προβλέπεται ἀπό αυτό συνεπάγονται επιχορηγήσεις, ενισχύσεις κλπ., ἀντίθετες πρός τήν παρούσα συνθήκη, ή δυσμενής γνώμη πού εκφέρει γιά τους λόγους αυτούς ἡ 'Επιτροπή έχει ἰσχύ ἀποφάσεως κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 14 καί έχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀπαγόρευση γιά τήν ενδιαφερόμενη ἐπιχείρηση νά χρησιμοποιήσει γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ προγράμματος αὐτοῦ πόρους άλλους έκτός τῶν ιδίων τῆς κεφαλαίων. Αυτό τουλάχιστον σημαίνει ὅτι στην περίπτωση ενισχύσεων καί ἐν πάση περιπτώσει πρίν ἀπό τήν χορήγηση τους ἡ Ἐπιτροπή δύναται νά λάβει μέτρα κατά τῶν επιχειρήσεων, χωρίς νά κινήσει τήν διαδικασία τοῦ ἄρθρου 88. Ἐπί πλέον, δέν ἀποκλείεται βεβαίως τό ὅτι ή χορήγηση ενισχύσεων δύναται ν' ἀποτελέσει σημαντικό παράγοντα στό πλαίσιο τῆς ἀποφάσεως 2794/80, λόγου χάρη ὡς προς τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 4, ή, ενδεχομένως, τοῦ ἄρθρου 14.
Τέλος, δέν βλέπω κανένα λόγο νά σας προτείνω, ὅσον άφορᾶ τό ζήτημα άν. πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη οἱ χορηγηθείσες κατά τό παρελθόν επιδοτήσεις, νά αποκλίνετε ἀπό τήν ἀπόφαση στην υπόθεση 14/81, μέ τήν ὁποία έγινε δεκτό, ἐν σχέσει πρός ένα παρόμοιο ἀλλα λιγότερο εμπεριστατωμένο ἐπιχείρημα, ὅτι τό άρθρο 58 δέν σκοπεί νά διορθώνει την στρέβλωση τοῦ ἀνταγωνισμοί) πού ὀφείλεται στίς επιχορηγήσεις, κατά τῶν ὁποίων ἡ 'Επιτροπή διαθέτει άλλα μέσα δράσεως (σκέψη 23). Νομίζω πάντως ὅτι, ἐν ὄψει τῶν ἐπί τοῦ θέματος αυτού επιχειρημάτων τῆς Ἐπιτροπής, τά όποια βαίνουν πολύ μακριά, ὅπως ἀνέφερα, ή σκέψη αύτη τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου πρέπει τώρα νά ἀποσαφηνισθεί καί νά επεκταθεί.
Δεδομένου ὅτι ἡ 'Επιτροπή διαθέτει, ὅπως ἀνέφερα ευρεία διακριτική ευχέρεια ὡς πρός τήν κατάρτιση τοῦ συστήματος των ποσοστώσεων, τό κρίσιμο ερώτημα ἐν προκειμένω, ὅπως καί στην υπόθεση 14/81, είναι τό ἄν πρέπει νά θεωρηθεί ὡς κακή χρήση ἐξουσίας τό γεγονός ὅτι δέν ελήφθησαν ὑπ' ὄψη οἱ επιδοτήσεις κατά τήν περίοδο ἀναφορᾶς. Γιά διαφόρους λόγους ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό δέν δύναται νά εἶναι καταφατική. Γενικῶς, δύναται νά λεχθεί ὅτι, ναί μέν τό άρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ πράγματι υποχρεώνει τήν 'Επιτροπή νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη κατά τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων τήν ἀπαγόρευση τῶν επιδοτήσεων τοῦ ἄρθρου 4, δέν ὁρίζει ὅμως τόν σχετικό τρόπο δράσεως.
Σημειωτέον ἐπ' αὐτοῦ ὅτι ἡ Ἐπιτροπή επεχείρησε ήδη, μέ τήν ἀπόφαση 257/80 τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1980 (ABl. L 29 τῆς 6ης Φεβρουαρίου 1980, σ. 5), νά άντιμετωπίσει τό πρόβλημα τῶν εἰδικῶν ενισχύσεων στην βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος καί ὅτι οἱ προσπάθειες αυτές ἐσυνεχίσθησαν ευρύτερες μέ τήν ἀπόφαση 2320/81 τῆς 7ης Αυγούστου 1981 (ΕΕ L 228 τῆς 13ης Αυγούστου 1981, σ. 14). Δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι οἱ κανόνες αυτοί, οἱ όποιοι, ἐφ' ὅσον εφαρμόζονται, ἀποκλείουν τίςπαραβάσεις τοῦ ἄρθρου 4, δέν επανορθώνουν τά γενόμενα στό παρελθόν (διότι, ὅπως προκύπτει ἀπό τό άρθρο 1 τῶν ἀποφάσεων, ἐφαρμόζονται μόνο σέ ενισχύσεις χορηγούμενες μετά τήν θέση τους σέ ἰσχύ, οἱ δε προγενέστερες επιδοτήσεις ἀπαιτείται νά λαμβάνονται ὑπ' όψη μόνο σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 τῆς ἀποφάσεως 2320/81 κατά τήν εξέταση νέων προγραμμάτων χορηγήσεως ενισχύσεων).
Ἐν τούτοις, εἶναι ἀμφίβολο ἄν ἡ 'Επιτροπή δύναται, εἴτε εκδίδοντας σχετική ἀπόφαση εἴτε εφαρμόζοντας τό άρθρο 88 τῆς συνθήκης είτε υπολογίζοντας τήν κατά τό παρελθόν παραγωγή ἀναφορᾶς, νά επανεξετάσει καταστάσεις πού ἀνατρέχουν σέ προηγούμενα ἔτη, προκειμένου νά εξουδετερώσει τίς τότε γενόμενες πληρωμές ἤ τά ἀποτελέσματά τους ἐπί τῆς παραγωγής ἀναφοράς. Ή εφαρμογή αυτή τῆς υποχρεώσεως τοῦ ἄρθρου 58, νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη ἡ ἀπαγόρευση τῶν επιδοτήσεων, θά προσέκρουε σέ ἀντιρρήσεις ὄχι μόνο ἀπό νομικής πλευρᾶς άλλά καί ἀπό πρακτικής. Πράγματι, δύσκολα γίνεται ἀντιληπτό πώς ήταν δυνατό νά εκπληρωθεί προσηκόντως τό καθήκον αυτό, χωρίς τήν διενέργεια μακρών ερευνῶν στό πλαίσιο τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων, τό όποιο έπρεπε νά καταρτισθεί καί νά τεθεί σέ εφαρμογή τάχιστα. Θά είχε ἀνακύψει ἰδίως τό πρόβλημα τοῦ υπολογισμοί) των χορηγήσεων καί τῶν μειώσεων ἀναλόγως των χορηγηθεισῶν επιδοτήσεων καί των ἀποτελεσμάτων τους ἐπί τῶν συνθηκῶν παραγωγής. Δέν εἶναι ἐξ άλλου δύσκολο νά γίνει ἀντιληπτό ὅτι κάθε προσπάθεια εξευρέσεως λύσεως (ἀκόμα καί ἡ προσφυγή στίς ἐκτιμήσεις ὅπως στό δίκαιο πού διέπει τήν ἀποκατάσταση τῶν ζημιών, στίς όποιες ἀνεφέρθη ἡ προσφεύγουσα) θά προκαλούσε μακρές καί εκτεταμένες ἀντιδικίες, πού θά ἐμείωναν σέ μεγάλο βαθμό τήν ἀποτελεσματικότητα τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων, τό όποιο λειτουργεί μόνο ἐφ' ὅσον παρέχονται σαφή στοιχεία ὡς
πρός τίς συνθῆκες παραγωγής. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, δέν θά έπρεπε νά επιβληθούν στίς ἐπιδοτηθεῖσες επιχειρήσεις, πού ἀπέκτησαν ὁρισμένα νόμιμα δικαιώματα, ἀντίστοιχες κυρώσεις ὑπό την μορφή μειώσεως τῶν οικείων ποσοστώσεων.
Ἑπομένως, κατά τήν άποψη μου, τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν έλαβε γενικώς ὑπ' ὄψη τό θέμα τῶν χορηγηθεισῶν κατά τό παρελθόν παρανόμων ενισχύσεων δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς μειονέκτημα τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων, πράγμα πού θά δικαιολογούσε τήν ἀκύρωση τῆς προσβαλλομένης κοινοποιήσεως.
Διάφορο εἶναι πάντως τό ζήτημα κατά πόσο τό θέμα πού έθιξα ήδη, δηλαδή τῆς επιδοτήσεως ἀνταγωνιστών, δύναται νά ληφθεί ὑπ' ὄψη στό πλαίσιο, λόγου χάρη, τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 4, ἡ τοῦ άρθρου 14 τῆς ἀποφάσεως 2794/80. "Αν καί δέν έχει υποβληθεί ἐν προκειμένω κανένα σχετικό αἴτημα, νομίζω ὅτι θά έπρεπε — δεδομένης τῆς σαφοῦς ἀντιφάσεως μεταξύ τῆς υποχρεώσεως πού θεσπίζει τό άρθρο 58, νά λαμβάνεται δηλαδή ὑπ' ὄψη κατά τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων τό άρθρο 4 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, καί τοῦ επιχειρήματος τῆς 'Επιτροπής, ὅτι δηλαδή δέν δύναται νά ληφθεί σχετικώς ὑπ' ὄψη ἡ ἀπαγόρευση τῶν ενισχύσεων — νά ἀναφερθεί τό Δικαστήριο, μέ τήν ἀπόφαση του, στην ἐν λόγω υποχρέωση. "Οπως ἀνέφερα, στό πλαίσιο τῆς αποφάσεως ΕΚΑΧ 2794/80, ή υποχρέωση αυτή δύναται νά ληφθεί ὑπ' ὄψη κατά τήν ἐφαρμογή καί τοῦ άρθρου 4, παράγραφος 4, καί ενδεχομένως τοῦ ἄρθρου 14. Κατά τήν άποψη μου, εἶναι ἀπολύτως δυνατό νά προβλεφθεί στό μέλλον διάταξη στό πρότυπο τῆς πέμπτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 54 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ὑπό τήν έννοια, λόγου χάρη, ὅτι δέν επιτρέπεται ἡ χορήγηση ποσοστώσεων γιά τήν παραγωγή πού προέκυψε ἡ διετηρήθη κατά παράβαση τῆς ἀποφάσεως 2320/81 τῆς 7ης Αυγούστου 1981 (ΕΕ L 228 τῆς 13ης Αυγούστου 1981). 'Ακριβώς ὅπως τό άρθρο 54 παρέχει στην 'Επιτροπή τήν εξουσία, ἄν όχι τήν υποχρέωση, νά εκφέρει δυσμενή γνώμη ὅσον άφορᾶ τα προγράμματα επενδύσεων ἄν χρησιμοποιούνται ἀπαγορευμένες ενισχύσεις, δύναται επίσης νά λεχθεί ὅτι ή υποχρέωση πού θεσπίζει τό άρθρο 58, παράγραφος 2, νά λαμβάνεται δηλαδή ὑπ' ὄψη κατά τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων ή ἀπαγόρευση τῶν ἐνισχύσεων, παρέχει τουλάχιστον στην 'Επιτροπή τό δικαίωμα νά ἀρνηθεί τήν χορήγηση ποσοστώσεων στην περίπτωση πού έχουν χορηγηθεί τέτοιες ἐνισχύσεις.
ΙΙΙ — 'Επί τῆς ἐλλείψεως συμφώνου γνώμης τοῦ Συμβουλίου τῶν υπουργών ὅσον άφορᾶ τήν ἀπόφαση 2794/80
1.
Τό άρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ ὁρίζει ὅτι ὅταν ἡ Ἐπιτροπή κρίνει ὅτι ή Κοινότης ευρίσκεται ενώπιον περιόδου έκδηλης κρίσεως ὀφείλει, κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τήν Συμβουλευτική 'Επιτροπή καί μετά σύμφωνη γνώμη τοῦ Συμβονλίου, νά καθορίσει ένα σύστημα ποσοστώσεων τῆς παραγωγής. "Οσον άφορᾶ τήν τελευταία αυτή ἀπαίτηση, ἡ προσφεύγουσα, ἄν ὀρθώς κατανοώ, δέν ἀμφισβητεί ὅτι τό Συμβούλιο τῶν υπουργῶν ἀσχολήθηκε μέ τό θέμα αὐτό στην συνοδό του τῆς 30ής 'Οκτωβρίου 1980 καί ενέκρινε τό σύστημα ποσοστώσεων. 'Εξ άλλου, δύσκολα θά ἠδύνατο νά υποστηριχθεί άλλη άποψη, λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς σχετικής μνείας στό προοίμιο τῆς αποφάσεως 2794/80, περί τῆς συμφώνου γνώμης τοῦ Συμβουλίου καί τῆς διά τοῦ τύπου ἀνακοινώσεως τῆς 30ής 'Οκτωβρίου 1980, τῆς Γενικής Γραμματείας τοῦ Συμβουλίου στην ὁποία ἀνεφέρετο ή παροχή τῆς ἐν λόγω συμφώνου γνώμης καί διευκρινίζετο ποιά ἐκκρεμή προβλήματα είχαν συζητηθεί κατά τήν σύνοδο τοῦ Συμβουλίου (συγκεκριμένα τά ἀναφερόμενα στους λεπτούς καί εἰδικούς χάλυβες καί στον καθορισμό τῶν προϊόντων πού δέν θά ὑπέκειντο στό σύστημα ποσοστώσεων). Ἐν τούτοις ἡ προσφεύγουσα θεωρεῖ ὅτι αυτό δέν ἀρκεί (ὅπως γνωρίζετε, Ισχυρίζεται ὅτι, κατά την σύνοδο του, τό Συμβούλιο συνεζήτησε μόνο τό θέμα ἄν ἔπρεπε νά καθιερωθεί ἕνα σύστημα ποσοστώσεων, ἄν έπρεπε νά εξαιρεθούν, οἱ ειδικοί χάλυβες καἰ ποια ποσοστά θά ἐχορηγοῦντο σέ κάθε Κράτος μέλος). Κατά την γνώμη τῆς προσφευγούσης, ἡ συνθήκη ΕΚΑΧ ἀπαιτεί τήν σύμφωνο γνώμη τοῦ Συμβουλίου των υπουργών ἐπί ἑνός λεπτομεροῦς σχεδίου ἀποφάσεως. Σύμφωνη γνώμη κατ' αυτήν τήν έννοια δέν εδόθη πάντως διότι δέν υπεβλήθη τέτοιο σχέδιο, τό δέ Συμβούλιο δέν ἐπληροφορήθη προφορικῶς τίς λεπτομέρειες τοῦ συστήματος ποσοστώσεων. Ἐπί πλέον, τό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο, άρα καί οἱ κυβερνήσεις τῶν Κρατῶν μελών, ἐθεώρησαν κανονική τήν διαδικασία αυτή δέν θεραπεύει τήν ἐν λόγω έλλειψη. 'Απλώς καταδεικνύει ὅτι τό Συμβούλιο δέν κατανοεῖ ὀρθώς τό άρθρο 58 καί τίς ἐντεῦθεν ευθύνες του. Στην πραγματικότητα, ἡ διάταξη αύτη δέν επιτρέπει στό Συμβούλιο νά παρέχει στην 'Επιτροπή γενική ἐξουσιοδότηση νά καταρτίζει τίς λεπτομέρειες τοῦ συστήματος ποσοστώσεων, ὅπως θεωρεί σκόπιμο. Δεδομένου ὅτι τό σύστημα αὐτό επηρεάζει τήν ἀπασχόληση καί δέν δύναται νά ἐνταχθεί ἀποτελεσματικῶς στην πολιτική ζωή τῶν Κρατών μελών ἀπό τήν 'Επιτροπή, ἡ ὁποία δέν δεσμεύεται πολιτικώς μέ τους ἀσκούντες τήν εξουσία στά Κράτη μέλη χρειάζεται καί τήν πολιτική ὐποστήριξη τῶν κατ' ἰδίαν κυβερνήσεων καί δή ὅσον ἀφορᾶ τίς λεπτομέρειες του.
Κατά τοῦ επιχειρήματος αὐτοῦ, ἡ Ἐπιτροπή ἀντιτάσσει μέ τήν ἀπάντηση της, πρώτον, ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 ή σύμφωνη γνώμη τοῦ Συμβουλίου ἀπαιτείται μόνο ὅσον άφορᾶ τό ζήτημα ἄν ἐνδείκνυται ἡ εἰσαγωγή ενός συστήματος ποσοστώσεων ιδίως ἀπό τήν παράγραφο 2 προκύπτει σαφώς ὅτι ἡ κατάρτιση τῶν λεπτομερειών τοῦ συστήματος ἀνήκει στην ἁρμοδιότητα τῆς 'Επιτροπής. Προς υποστήριξη τῆς ἀπόψεως αυτής, παρατηρεῖ ὅτι ή διάρθρωση τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ διαφέρει θεμελιωδώς τῆς διαρθρώσεως τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ὅπως προκύπτει Ιδίως ἀπό τό άρθρο 14, ἡ 'Επιτροπή θεσπίζει κατά κανόνα τά ἀναγκαία νομοθετήματα, ἐνῶ, σύμφωνα μέ τό άρθρο 26, τό Συμβούλιο εμπλέκεται στην διαδικασία καταστρώσεως τῶν στόχων μόνο «γιά νά εναρμονίσει τήν δράση τῆς 'Ανωτάτης 'Αρχής καί τῶν κυβερνήσεων τῶν υπευθύνων γιά τήν γενική οικονομική πολιτική τῶν χωρών τους», πού σημαίνει ἀναμφιβόλως ὅτι δέν ἀπαιτείται νά ἀσκεῖ επιρροή γιά κάθε λεπτομέρεια τῆς ρυθμίσεως. 'Η Ἐπιτροπή φρονεῖ επίσης ὅτι ἀπό τό άρθρο 58, παράγραφος 1, δύναται νά συναχθεί επιχείρημα υπέρ τῆς ἀπόψεως της. 'Ισχυρίζεται ὅτι, ἐφ' ὅσον σύμφωνα μέ τήν διάταξη τό Συμβούλιο δύναται ὁμοφώνως νά επιβάλει τήν καθιέρωση συστήματος ποσοστώσεων, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι κατ' αυτόν τόν τρόπο τό όργανο αὐτό δέν καθίσταται ἁρμόδιο γιά ὅλες τίς λεπτομέρειες τοῦ ἐν λόγω συστήματος ἐξ άλλου, εἶναι επίσης δύσκολο νά γίνει· αντιληπτό ὅτι στην περίπτωση αυτή ἀπαιτείται καί πάλι ή σύμφωνη γνώμη (τῆς πλειοψηφίας) τοῦ Συμβουλίου ὡς πρός τίς λεπτομέρειες ενός συστήματος ποσοστώσεων. Πάντως, ἄν ἀντιλαμβάνομαι ὀρθώς, ἡ 'Επιτροπή ἐτροποποίησε κάπως τήν άποψη τῆς μέ τήν ἀνταπάντηση. 'Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ὅτι τό Συμβούλιο πρέπει νά εκφέρει σύμφωνη γνώμη ὡς πρός τό ουσιαστικό περιεχόμενο ἑνός συστήματος ποσοστώσεων, στό ὁποίο ἐν συνεχεία ἡ 'Επιτροπή δίδει τήν μορφή ἀποφάσεως. Ὡς ἀπόδειξη επίσης τοῦ γεγονότος ὅτι τό Συμβούλιο συμμετέχει πράγματι επαρκώς στην θέσπιση τοῦ συστήματος ποσοστώσεων, ὅτι δηλαδή εξέφερε σύμφωνη γνώμη ὡς πρός τό δασικό ουσιαστικό περιεχόμενο τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ἡ 'Επιτροπή προτείνει τήν σύγκριση προτάσεως πού υπέβαλε στό Συμβούλιο στίς 6 'Οκτωβρίου 1980 πρός τό κείμενο τῆς ἀποφάσεως πού ἐθεσπίσθη ἐν συνεχεία.
2.
Όσον άφορᾶ την επίλυση τοῦ τελευταίου αὐτοῦ ἀμφισβητουμένου θέματος, σημειωτέον πρωτίστως ὅτι υπάρχει στην ἐπιστήμη σημαντική μέν, ὄχι ὅμως τελείως ὁμόφωνη, συνδρομή.
Ἀφ' ενός ὁ Kovar (στό: Le pouvoir réglementaire de la Communauté européenne du charbon et de l'acier, 1964, σ. 174) υποστηρίζει ὅτι, ὅταν ἡ συνθήκη ΕΚΑΧ προβλέπει τήν «avis conforme» (σύμφωνη γνώμη) τοῦ Συμβουλίου τῶν υπουργών, δέν ἀρκει νά υποβάλλονται στό Συμβούλιο τά κύρια στοιχεία τοῦ συγκεκριμένου θέματος· ἀντιθέτως ἀπαιτείται ἡ υποβολή σχεδίου ἀποφάσεως, στό όποιο πρέπει νά αναφέρεται ἡ σύμφωνη γνώμη τοῦ Συμβουλίου.
Ἀφ' έτερου, περισσότεροι εἶναι οἱ ὁπαδοί της ἀπόψεως ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58, ή σύμφωνη γνώμη τοῦ Συμβουλίου ἀπαιτείται μόνο ὅσον άφορᾶ τήν ἀνάγκη τῆς καθιερώσεως ἑνός συστήματος ποσοστώσεων, δηλαδή τό ζήτημα ἄν πληρούνται οἱ προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 58 (έκδηλη κρίση), ἐνῶ δέν ἀπαιτείται ὅσον άφορᾶ τίς λεπτομέρειες τοῦ συστήματος τῶν ὁποίων ἡ υλοποίηση εναπόκειται στην 'Ανωτάτη 'Αρχή (βλ. Mertens de Wilmars στό «Les Novelles, Droit des Communautés européennes», έκδοση Ganshof van der Meersch 1969, σ. 520' Quadri, Monaco, Trabucchi, «Trattato Istitutivo della Comunità europea del Carbone e dell' Acciaio» 1970, σημείωση 3 στό ἄρθρο 58· Erichsen, «Das Verhältnis von Hoher Behörde und Besonderem Ministerrat nach dem Vertrag über die Gründung der Europäischen Gemeinschaft für Kohle und Stahl, 1966, σ. 115). Προς υποστήριξη τῆς θεωρίας αυτής, τονίζεται ιδίως ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 58 πρέπει νά γίνει διάκριση μεταξύ διαφόρων φάσεων στην εφαρμογή τῆς διατάξεως αυτής καί ὅτι ἡ συμμετοχή τοῦ Συμβουλίου ἀντιμετωπίζεται μόνο σέ μία ἀπ' αυτές. Ὁ Erichsen παρατηρεί επίσης ὅτι τό Συμβούλιο δέν διαθέτει διοικητικό μηχανισμό ad hoc καί ἑπομένως δέν δύναται νά συγκεντρώσει τά ἀναγκαία στοιχεία γιά τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων ούτε νά διενεργεί τίς ἀναγκαίες έρευνες.
3.
"Αν λοιπόν ἐξετασθοῦν τά διάφορα επιχειρήματα πού προεβλήθησαν κατά τήν διαδικασία, προκύπτει σχεδόν ἀμέσως ὅτι ὁρισμένες ἀπό τίς ἀπόψεις πού προέβαλε ή προσφεύγουσα πρός υποστήριξη τῆς υποθέσεως της, καθώς καί ὁρισμένες ἀπό τίς παρατηρήσεις τῆς 'Επιτροπής, δέν είναι ιδιαιτέρως πειστικές.
α)
Ὅσον άφορᾶ, πρῶτον, τά επιχειρήματα τῆς προσφενγούοης, αυτό ἰσχύει ἀναμφιβόλως γιά τήν ἀναφορά τῆς στίς εξουσίες τοῦ Συμβουλίου γιά τήν θέσπιση κανόνων τοῦ παραγώγου κοινοτικοῦ δικαίου βάσει τῆς συνθήκης ΕΟΚ, στην ὁποία τό Συμβούλιο έχει ούτως ειπείν τόν κύριο ρόλο. Τό επιχείρημα αυτό εἶναι ἀλυσιτελές διότι ἡ δομή τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ εἶναι σαφώς διαφορετική. Σύμφωνα μέ τήν συνθήκη αύτη, ἡ 'Επιτροπή έχει ἁπλῶς τήν κύρια αρμοδιότητα γιά τήν θέσπιση τοῦ παραγώγου κοινοτικοῦ δικαίου, πράγμα πού ἐν πάση περιπτώσει δέν 'έχει μεγάλη σπουδαιότητα λόγω τῆς λεπτομεροῦς διατυπώσεως τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
Ὁμοίως, ἡ ἀναφορά τῆς προσφευγούσης στό γερμανικό δίκαιο, σύμφωνα μέ τό όποιο θεσπίσεις τῶν οὕτω καλουμένων «Mitwirkungsbedürftige Verwaltungsakte» (διοικητικών πράξεων πού ἀπαιτοῦν σύμπραξη) ἡ σύμφωνη γνώμη πρέπει νά άφορᾶ λεπτομερώς διατυπωμένα νομοθετήματα, δέν βοήθα ἐν προκειμένω περισσότερο ἀπό τήν ἀναφορά τῆς στό γερμανικό συνταγματικό δίκαιο, βάσει τοῦ ὁποίου — προκειμένου περί νόμων πού ψηφίζει ἡ Bundestag, οἱ όποιοι ἀπαιτοῦν τήν σύμφωνη γνώμη τοῦ Bundesrat — δέν ἀρκεῖ ἡ σύμφωνη γνώμη ἐπί τῶν ἐν γένει προθέσεων, ἀλλ' ἀπαιτείται νά υπάρχει πλήρες νομοθετικό κείμενο. Ή 'Επιτροπή υπεστήριξε πρώτον ὅτι, ἐκτός τοῦ ὅτι οἱ βραχείες ἀναφορές, προφανώς στό γερμανικό δίκαιο καί μόνο, δέν εἶναι ικανές νά ὁρίσουν μία συγκεκριμένη νομική ἀρχή πού νά ισχύει καί στό κοινοτικό δίκαιο, δέν δύναται βεβαίως νά γίνει λόγος γιά σύμφωνη γνώμη ὅσον άφορα ὅλες τίς λεπτομέρειες μιας ρυθμίσεως κατά τό μέρος πού στην περίπτωση των διοικητικῶν πράξεων πού ἀπαιτοῦν σύμπραξη εννοείται ἡ ἀνάγκη υποβολής αιτήσεως ἀπό ὁρισμένους πολίτες. Δεύτερον, ἡ 'Επιτροπή ὀρθῶς ἐτόνισε ὅτι, σχετικά μέ τά άρθρα 77 καί 78 τοῦ γερμανικοῦ συντάγματος, δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι ὅταν τό Bundesrat επεμβαίνει στην νομοθετική διαδικασία τῶν άρθρων αυτῶν υπάρχει ήδη ἀναμφιβόλως μία ἀπόφαση ἐγκρίνουσα τό νομοθέτημα, ἐνῶ ἡ συμμετοχή τοῦ Συμβουλίου τῶν ὑπουργών δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 ἁπλώς ἀναφέρεται σέ σχεδιαζόμενα μέτρα.
Ἐξ άλλου, ἡ προσφεύγουσα υποστηρίζει ὅτι ή συμμετοχή τοῦ Συμβουλίου ἔχει ὡς σκοπό νά ενισχύσει τήν νομιμότητα τῶν ἀποφάσεων κοινοτικοῦ δικαίου. Πιστεύει ὅτι ἡ νομιμότης αὐτή — ὑπό κοινωνιολογική έννοια (καθ' ὅσον οἱ ενδιαφερόμενοι είναι πιό πολύ διατεθειμένοι νά δέχονται επίσημα μέτρα) — δέν εξασφαλίζεται επαρκώς, ἄν ὁ κύριος ρόλος ἀνήκει στην 'Επιτροπή ἡ ὁποία υπόκειται σέ περιορισμένο μόνο κοινοβουλευτικό έλεγχο. Ἐπ' αὐτοῦ δύναται νά ἀντιταχθεί ὅτι δύσκολα γίνεται ἀντιληπτό κατά ποῖο τρόπο ἡ συμμετοχή τῶν ἀντιπροσώπων τῶν κυβερνήσεων στό Συμβούλιο (οἰ όποιοι, ἐξ άλλου, έχουν μόνο ἔμμεση δημοκρατική νομιμοποίηση) θά ἔχει τό ἀποτέλεσμα πού περιγράφει ἡ προσφεύγουσα: ἀξίζει νά σημειωθεί επίσης ὅτι, ἄν υπάρχει πράγματι αυτό τό ἀποτέλεσμα, εξασφαλίζεται επαρκώς μέ τήν συμμετοχή τοῦ Συμβουλίου στόν καθορισμό τῶν βασικών χαρακτηριστικών μιας ρυθμίσεως, χωρίς νά ἀπαιτείται ἡ σύμφωνη γνώμη τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ ἐφ' ὅλων τῶν λεπτομερειών.
β)
Δεύτερον, παρόμοια άποψη προκύπτει ἀπό ὁρισμένες σκέψεις πού προέβαλε ἡ 'Επιτροπή εν σχέσει πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ άρθρου 58.
'Αναφέρομαι στην επίκληση τοῦ ἄρθρου 14 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ἀπό τό όποιο ἡ 'Επιτροπή συνάγει, ὅπως ισχυρίζεται, ὅτι έχει κύριο ρόλο στην θέσπιση τοῦ παραγώγου κοινοτικοῦ δικαίου. Σημειωτέον πάντως ὅτι τό άρθρο 14 περιέχει επίσης καί τήν φράση «κατά τους ὅρούς τους προβλεπόμενους στην παροῦσα συνθήκη», ἀναφερόμενο έτσι σέ άλλες διατάξεις τῆς συνθήκης. Ἑπομένως, μόνο ἀπό τήν ἀνάλυση τῶν διατάξεων αυτών — ἐν προκειμένω τοῦ ἰδίου τοῦ άρθρου 58 — δύναται νά προκύψει μέ βεβαιότητα μέχρι ποιό βαθμό ὀφείλουν νά συμμετέχουν άλλα όργανα στην θέσπιση μιᾶς ἀποφάσεως.
Προσθέτω ἐξ άλλου ὅτι ἀπό τό άρθρο 58, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ συμμετοχή τοῦ Συμβουλίου περιορίζεται στην διατύπωση συμφώνου γνώμης ὅσον άφορα κατ' ἀρχήν τήν εισαγωγή ἑνός συστήματος ποσοστώσεων. "Οπως ἀκριβώς γιά τήν εφαρμογή τῆς διατάξεως αυτής (σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό Συμβούλιο δύναται ὁμοφώνως νά επιβάλει τήν εισαγωγή συστήματος ποσοστώσεων) εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαίο νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό πρώτο εδάφιο τῆς παραγράφου αυτής, ὅσον ἀφορᾶ τήν διαβούλευση μέ τήν Συμβουλευτική 'Επιτροπή, έτσι, εἶναι εὔλογο νά θεωρηθεί ὅτι, έκτος τῆς ὁμοφώνου ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου ὡς πρός τήν κατ' ἀρχήν εισαγωγή ἑνός συστήματος ποσοστώσεων, ἀπαιτείται καί ἡ σύμφωνη γνώμη τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ κατά τήν έννοια τοῦ πρώτου εδαφίου, ἐπί τῶν κυρίων λεπτομερειών τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Τέλος, υπέρ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς καί εναντίον ενός πολύ στενοῦ ὁρισμοῦ τῆς ἀπαιτήσεως τῆς συμφώνου γνώμης τοῦ ἄρθρου 58, παράφραφος 1, εδάφιο 1 συνηγορεί ἡ διατύπωση τῆς διατάξεως αυτής, καθ' ὅσον ἡ ἀναφορά στην εισαγωγή ενός «συστήματος» δικαιολογεί τήν ἐξέταση τῶν βασικών χαρακτηριστικών τοῦ συστήματος έκτός τοῦ θέματος ἄν ενδείκνυται κατ' ἀρχήν ἡ εισαγωγή τοῦ συστήματος.
4.
Σημαντικό στοιχείο γιά την ὀρθή επίλυση τοῦ προβλήματος αὐτοῦ ἀποτελεί κυρίως ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου περί της ἐξισώσεως τοῦ παλαιοσιδήρου, τήν ὁποία ἐπεκαλέσθη ἡ 'Επιτροπή, καθώς καί ή παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 58.
Στην ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 111/63 ( 5 ) διηυκρινίσθη ὅτι ἡ σύμφωνη γνώμη τοῦ Συμβουλίου (πού, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 53 παρέχεται ομοφώνως γιά κάθε χρηματοδοτικό μηχανισμό δέν ἀπαιτείται γιά κάθε τροποποίηση τῶν μηχανισμών αυτών, ἐφ' ὅσον πρόκειται μόνο γιά δευτερεύοντα θέματα, ὅπως, στην υπόθεση ἐκείνη, τό θέμα των κανόνων πού διέπουν τους τόκους. 'Από αυτό δύναται πραγματικά νά συναχθεί ὅτι στίς περιπτώσεις πού ἀπαιτείται ἡ συμμετοχή τοῦ Συμβουλίου διά τῆς διατυπώσεως συμφώνου γνώμης, αυτό άφορᾶ τά βασικά θέματα ἡ τά ουσιώδη χαρακτηριστικά μιᾶς ρυθμίσεως καί επομένως δύναται νά γίνει δεκτό — ἀναφέρομαι σέ μία συγκεκριμένη ἀντίρρηση τῆς προσφευγούσης — ὅτι εἶναι πράγματι δυνατή, καίτοι ἴσως δύσκολη, ή διάκριση μεταξύ κυρίων καί δευτερευόντων στοιχείων μιᾶς ρυθμίσεως.
Τό ἄρθρο 58, παράγραφος 2, ὁρίζει ὅτι ή 'Ανωτάτη 'Αρχή (σήμερα ἡ Επιτροπή) καθορίζει τίς ποσοστώσεις ἐπί ευλόγου βάσεως, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν άρχων πού ὁρίζονται στά άρθρα 2, 3 καί 4 καί βάσει μελετών πού γίνονται ἀπό κοινοῦ μέ τίς επιχειρήσεις καί τίς ἑνώσεις επιχειρήσεων (πού δέν ἀναφέρονται στην παράγραφο 1). Αυτό δύναται νά ερμηνευθεί ὅτι ὑποδηλοῖ ἕνα βαθμό ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐπιτροπής ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐπεξεργασία τοῦ συστήματος ποσοστώσεων καί ὡς ένδειξη τοῦ ὅτι τό Συμβούλιο, τοῦ ὁποίου ἡ σύμφωνη γνώμη ἀναφέρεται στην προηγουμένη παράγραφο, δέν ἀπαιτείται νά εγκρίνει κάθε ἐπί μέρους λεπτομέρεια τοῦ συστήματος.
'Αφ' ἑτερου, ὁ σκοπός τῆς ἀπαιτήσεως της συμφώνου γνώμης γίνεται ὀρθότερα ἀντιληπτός, ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη ὁ γενικός ορισμός τῶν εξουσιών πού 'έχει τό Συμβούλιο ἐκ τοῦ ἄρθρου 26 τῆς συνθήκης, σύμφωνα μέ τό όποιο ὁ σκοπός τους συνίσταται πρωτίστως στην εναρμόνιση τῆς δράσεως τῆς 'Ανωτάτης Ἀρχής καί των κυβερνήσεων πού εἶναι υπεύθυνες γιά τήν γενική οἰκονομική πολιτική τῆς χώρας τους. 'Από τήν διάταξη αυτή δύναται νά συναχθεί ὅτι ἀρκεῖ ἡ διατύπωση συμφώνου γνώμης ἀπό τό Συμβούλιο ὅσον άφορᾶ τήν βασική διάρθρωση καί τά οὐσιώδη χαρακτηριστικά τοῦ συστήματος.
Πάντως, ἄν ἐφαρμοσθεί τό κριτήριο αυτό, είναι σαφές ὅτι στην περίπτωση τῆς καθιερώσεως τοῦ συστήματος ποσοστώσεων δέν δύναται νά γίνει λόγος γιά διαδικαστικό ελάττωμα, λόγω ἀνεπαρκούς συμφώνου γνώμης τοῦ Συμβουλίου. Τό συμπέρασμα αυτό δύναται επίσης νά εξαχθεί χωρίς νά γίνει δεκτό τό αίτημα τῆς προσφευγούσης, νά διαταχθεί δηλαδή ή προσκόμιση τῶν πρακτικών τῆς σχετικής συνεδριάσεως τοῦ Συμβουλίου, προκειμένου νά προσδιορισθοῦν επακριβῶς τά θέματα ἐπί τῶν ὁποίων εδόθη ἡ σύμφωνη γνώμη τοῦ Συμβουλίου καί ειδικότερα οἱ τροποποιήσεις τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου τῆς 'Επιτροπής πού ἐζητήθη νά γίνουν καί οἱ τροποποιήσεις καί προσθήκες πού ἐπέφερε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἡ 'Επιτροπή. Σημειωτέον ὅτι τήν βάση γιά τήν διαμόρφωση τῆς προθέσεως τοῦ Συμβουλίου ἀπετέλεσε μία πρόταση τῆς 'Επιτροπής, τῆς 6ης 'Οκτωβρίου 1980, πού έχει προσκομισθεί σέ άλλες δίκες. Στην πρόταση αύτη ἀναφέρονται ὅλα τά σημαντικά στοιχεία τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων (ὅπως τά καλυπτόμενα ἀπό τό σύστημα προϊόντα, ὁ προσδιοριοσμός τῆς περιόδου ἀναφοράς, ὁ καθορισμός τῶν ποσοστώσεων — ἀνάγκη λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν μέτρων ἀναδιαρθρώσεως — τά καθοριστέα γιά τό πρῶτο τρίμηνο ποσοστά μειώσεως, ὁ διακανονισμός τῶν παραδόσεων εντός τῆς Κοινής 'Αγοράς, ἡ ἀνταλλαγή καί ή πώληση τῶν ποσοστώσεων, οἱ έλεγχοι καί οἱ ἀναγκαίες κυρώσεις καθώς καί ἡ έναρξη καί λήξη τῆς ἰσχύος τοῦ συστήματος ποσοστώσεων). Πρέπει ἐξ άλλου νά τονισθεί, κατά την γνώμη μου, τουλάχιστον ὡς σημαντική ένδειξη, τό ὅτι μετά την έκδοση τῆς ἀποφάσεως κανένα ἀπό τά Κράτη μέλη, μερικά ἀπό τά όποια ελέγχουν προσεκτικά την ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τήρηση τῶν ὁρίων τῶν εξουσιών, δέν διετύπωσε επικρίσεις ούτε υπεστήριξε ὅτι ή ἀπόφαση 2794/80 παρεξέκλινε, ἐπί σημαντικοί) θέματος, ἀπό ὅσα είχε ἀποφασίσει τό Συμβούλιο.
Επομένως, ἡ ἀπόφαση 2794/80 δέν δύναται νά κριθεί ἀνεφάρμοστη λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου, ὁπότε δέν δύναται νά κριθεί άκυρη ἡ ἀπ' εὐθείας προσβαλλομένη κοινοποίηση.
IV — Παράνομος καθορισμός ποσοστώσεων παραδόσεως εντός της Κοινῆς 'Αγοράς καί παράνομος περιορισμός τῆς προς εξαγωγή παραγωγης.
"Έρχομαι, τέλος, σέ μία τελευταία σειρά αἰτιάσεων πού διετυπώθησαν, ὅπως ἀνέφερα στην ἀρχή, τό πρώτον μέ τήν ἀπάντηση. Μία ἀπ' αυτές ἀναφέρεται στό άρθρο 7, παράγραφος 2, τῆς ἀποφάσεως 2794/80 πού έχει ως έξῆς:
«Σ' ὅ,τι ἀφορα τήν παράδοση προϊόντων πού τίθενται ὑ τό σύστημα ποσοστώσεων, οἱ επιχειρήσεις ὀφείλουν νά μήν υπερβούν καθ' ὁμάδα προϊόντων, γιά τίς παραδόσεις εντός τῆς κοινής ἀγοράς, τή σχέση μεταξύ τῶν κοινοτικῶν παραδόσεων καί τῶν συνολικών παραδόσεων πού υπάρχει κατά τή διάρκεια τῶν δώδεκα μηνῶν τῆς περιόδου ἀπό 'Ιούλιο 1977 μέχρι 'Ιούνιο 1980, κατά τους ὁποίους τό ὕψος της παραγωγης τῶν τεσσάρων ὁμάδων ἐλασματοποιηθάντων προϊόντων ἦταν τό πιό υψηλό.»
Ή προσφεύγουσα θεωρεί ὅτι ἡ διάταξη αυτή καθορίζει ποσοστώσεις παραδόσεως, πράγμα πού δέν εμπίπτει στην ἐκ τοῦ άρθρου 58 εξουσία τῆς 'Επιτροπής. Ή άλλη αἰτίαση εἶναι ὅτι τό σύστημα ποσοστώσεων κακώς σχετίζεται μέ τό τμήμα εκείνο τῆς παραγωγής πού προορίζεται γιά εξαγωγή. 'Ισχυρίζεται ὅτι συνεπεία αὐτοῦ περιωρίσθησαν οἱ εξαγωγές καί ἑπομένως καθωρίσθησαν, κατά κάποιο τρόπο, ποσοστώσεις τῶν πρός εξαγωγή παραδόσεων, επειδή μέ αυτή τήν ὁδό δύναται νά διατεθεί, έκτός τῶν ἀποθεμάτων καί τῶν ἀγορασθεισῶν ποσοτήτων χάλυβος, μόνο τό τμήμα ἐκεῖνο τῆς (περιορισμένης) παραγωγής πού δέν έχει διατεθεί εντός τῆς Κοινότητος. Καί ὡς πρός τό θέμα αυτό, ή προσφεύγουσα θεωρεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν είχε τήν ἀπαιτουμένη ἁρμοδιότητα· ὤφειλε μάλλον νά περιορίσει τήν παραγωγή ἀναλόγως τῆς ἐγχωρίας ζητήσεως καί νά μή περιλάβει στό σύστημα ποσοστώσεων τά προοριζόμενα γιά εξαγωγή προϊόντα.
1.
Όπως ἀνέφερα, τά επιχειρήματα αυτά εγείρουν, πρώτον, ζητήματα παραοεκτοῦ.
Τό πρώτο ζήτημα εἶναι ἄν καλώς προβάλλεται ὁ ισχυρισμός ὅτι τό άρθρο 7, παράγραφος 2, τῆς ἀποφάσεως 2794/80 είναι παράνομο, στό πλαίσιο τῆς προσβολής μιᾶς ἀποφάσεως ἡ ὁποία καθορίζει ἁπλώς καί μόνο ποσοστώσεις παραγωγής. Τό δεύτερο ζήτημα συνίσταται στό ἄν εἶναι παραδεκτά τά επιχειρήματα πού δέν περιέχονται στην προσφυγή.
α)
Ὡς πρός τό πρώτο ζήτημα, θά είμαι σύντομος. Τό ζήτημα αυτό ἀνέκυψε ήδη καθ' ὅμοιο τρόπο σέ δύο άλλες ὑποθέσεις (συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 275/80 καί 24/81 καί στην ὑπόθεση 258/80 ( 6 ). Υιο θετώντας τις προτάσεις τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως, τό Δικαστήριο εδέχθη μέ τίς ἀποφάσεις αυτές ὅτι, σέ περίπτωση προσβολής μιᾶς ἀτομικῆς ἀποφάσεως, δύνανται νά διατυπωθούν ἀντιρρήσεις κατά γενικής ἀποφάσεως μόνον ἐφ' ὅσον ἡ διάταξη τῆς γενικής ἀποφάσεως ἐφαρμόζεται μέ τήν ατομική ἀπόφαση, ἡ δέ τελευταία στηρίζεται στην διάταξη τῆς γενικής ἀποφάσεως καί τό νόμιμο αυτής εξαρτάται ἀπό τήν γενική διάταξη. Όσον άφορα τήν κοινοποίηση τῶν ποσοστώσεων παραγωγής καί τό άρθρο 7, παράγραφος 2, αυτό ἀπεκλείσθη γιά τόν λόγο ὅτι ἡ κοινοποίηση δέν εἶχε πράγματι καθορίσει ποσοστώσεις παραδόσεων, τό δέ άρθρο 7, παράγραφος 2, εφαρμόζεται καί χωρίς ἀτομική ἀπόφαση.
Κατά τήν γνώμη μου, τό ἴδιο πρέπει νά γίνει δεκτό καί ἐν προκειμένω, ἰδίως διότι ή 'ίδια ἡ προσφεύγουσα ἐδήλωσε ὅτι οἱ ποσοστώσεις παραδόσεων πού τῆς επεβλήθησαν ἐστηρίχθησαν στην κοινοποίηση περί τῶν ποσοστώσεων παραγωγής (καί ὄχι ἀντιστρόφως). Δέν πρέπει, ἐξ άλλου, νά λησμονείται ὅτι μέ τήν προσφυγή ζητείται ἀπό τό Δικαστήριο μόνο ή ἀκύρωση τῆς ἀνακοινώσεως τῆς 6ης 'Απριλίου 1981, καθ' ὅσον καθορίζει τά μεγέθη τῆς παραγωγής ἀναφοράς καί τίς ποσοστώσεις παραγωγής τῆς προσφευγούσης γιά τά ἐλασματοποιηθέντα προϊόντα χάλυβος τῆς ὁμάδος Ι· δέν ἀναφέρεται, δηλαδή, ἡ προσφυγή σέ σιωπηρή διάταξη τῆς κοινοποιήσεως (ὡς προκύπτουσα ἀπό τήν κοινοποίηση σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 7, παράγραφος 2) ὅσον άφορᾶ τό επιτρεπόμενο τμήμα τῆς παραγωγής πού ἡ προσφεύγουσα ἠδύνατο νά διαθέσει εντός τῆς Κοινής Ἀγορᾶς.
Πρέπει ἑπομένως νά γίνει δεκτό, ὅπως υποστηρίζει ἡ 'Επιτροπή, ὅτι επειδή δέν έγινε ἀπ' ευθείας προσβολή λόγω καταχρήσεως εξουσίας, σύμφωνα μέ τό άρθρο 33, δεύτερη παράγραφος, τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ή προσφεύγουσα δέν δύναται νά επικαλεσθεί τό παράνομο τοῦ ἄρθρου 7, παράγραφος 2, τῆς ἀποφάσεως 2794/80, παρά μόνο μετά τήν έκδοση αποφάσεως ἐπιβαλλούσης κυρώσεις.
β)
Ὡς πρός τό δεύτερο σημείο, τό όποιο σύμφωνα μέ ὅσα εξετέθησαν ενδιαφέρει μόνον ὅσον άφορᾶ τό επιχείρημα περί περιορισμοῦ τῶν ἐξαγωγών, ἀναφέρομαι στό άρθρο 42, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού διαδικασίας τοῦ Δικαστηρίου, σύμφωνα μέ τό όποιο κατά τή διάρκεια τῆς δίκης ἀπαγορεύεται ἡ προβολή νέων ἰσχυρισμῶν, έκτος ἄν στηρίζονται σέ νομικά καί πραγματικά στοιχεία πού ἀνέκυψαν κατά τήν έγγραφη διαδικασία. Ἐφ' ὅσον αυτό δέν συμβαίνει ἐν προκειμένω, έχει εφαρμογή ἡ ἀρχή κατά τήν οποία είναι ἀπαράδεκτο οἱ ισχυρισμοί πού προβάλλονται τό πρώτον μέ τήν ἀπάντηση, ἐνῶ δέν ἀναφέρονται καν στήν προσφυγή (τῆς ἀρχής αυτής γίνεται μνεία, λόγου χάριν, στίς υποθέσεις 9/55 ( 7 ), 18/57 ( 8 ), στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 27, 28 καί 29/58 ( 9 ), στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 19, 21/60 καί 2, 3/61 ( 10 ), 17 καί 20/61 ( 11 ) καθώς καί στην υπόθεση 12/79 ( 12 )).
Βεβαίως τό συμπέρασμα αυτό δέν είναι τελείως καθαρό, πρώτον διότι ἡ ἐν λόγω αἰτίαση βασίζεται σέ παράβαση τοῦ άρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, περιέχονται δέ ήδη στό δικόγραφο τῆς προσφυγῆς ὁρισμένες σχετικές αιτιάσεις. Δεύτερον, ἀπό την ἀνάλυση τῆς σχετικής νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου προκύπτει ὅτι ή ἀνωτέρω ἀναφερθείσα ἀρχή ποικίλλει ἀναλόγως τῶν υποθέσεων καί ὅτι δέν εφαρμόζεται πάντα μέ την 'ίδια αυστηρότητα. "Ετσι, δέν ἐθεωρήθησαν ἀπαράδεκτοι οἱ Ισχυρισμοί πού προεβλήθησαν σέ προχωρημένο στάδιο τῆς διαδικασίας, ἐφ' ὅσον ἀπετέλουν δευτερεύοντα επιχειρήματα πρός στήριξη ισχυρισμῶν ήδη προδληθέντων μέ τό εισαγωγικό δικόγραφο (βλ. π.χ. τις ἀποφάσεις στίς υποθέσεις 2/54 ( 13 ), 2/57 ( 14 ) καί 18/60 ( 15 )). Σημειωτέον επίσης ὅτι στό πλαίσιο αὐτό δέν ἐπεδείχθη πάντα τόση αὐστηρότης ὁπως καί στην υπόθεση 18/57, στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 19, 21/60 καί 2, 3/61 ἡ στην πρόσφατη ὑπόθεση 11/81 ( 16 ) Χωρίς νά υπεισέλθω στίς λεπτομέρειες τῶν ἰσχυρισμῶν, ἀναφέρομαι κυρίως στά θέματα πού ἐξητάσθησαν στό πλαίσιο των υποθέσεων 2/56 ( 17 ) καί 19/58 ( 18 ).
Ἐξ άλλου, δεδομένου ὅτι τό Δικαστήριο στην υπόθεση 18/57 έκρινε ὅτι ὤφειλε νά λάβει ὑπ' ὄψη αυτεπαγγέλτως τήν ελλιπή αἰτιολογία πού έπρεπε νά θεωρηθεί ως εκπροθέσμως προβληθεῖσα, υπάρχουν πράγματι ενδοιασμοί, ἐν προκειμένω, ως πρός τό ἄν ἐνδείκνυται αυστηρή εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ κανονισμού διαδικασίας, ἐνῶ ἀντιθέτως δικαιολογείται νά μή θεωρηθεί ὡς ἀπαράδεκτος ὁ ισχυρισμός περί περιορισμού τῶν δυνατοτήτων εξαγωγής.
2.
Καί ἄν ἀκόμη γίνει δεκτή αυτή ή άποψη, καθίσταται ἀμέσως προφανές ὅτι ὁ ἐν λόγω Ισχυρισμός δέν βοηθεῖ τήν προσφυγή νά εὐδοκιμήσει.
α)
Σχετικῶς δύναται νά ἀναφερθεί πρωτίστως ἡ ἀπόφαση στην υπόθεση 276/80 ( 19 ) ὅπου ανέκυψε τό 'ίδιο ζήτημα. Τό Δικαστήριο έλυσε τό ζήτημα αυτό, δεχθέν ὅτι ἡ Ἐπιτροπή ήταν διατεθειμένη νά εφαρμόσει τό άρθρο 14 τῆς ἀποφάσεως 2794/80 στην περίπτωση τῶν επιχειρήσεων τῶν ὁποίων οἱ δυνατότητες εξαγωγής είχαν περιορισθεί ἀπό τό σύστημα ποσοστώσεων καί ὅτι ἡ προσφεύγουσα δέν εἶχε ἀποδείξει τήν ἀπώλεια ἀλλοδαπών ἀγορών λόγω τοῦ συστήματος ποσοστώσεων.
Ὅπως ἐδήλωσε καί πάλι ἡ Ἐπιτροπή στην προκειμένη υπόθεση, είχε ἐπισημάνει, κατά τό δεύτερο τρίμηνο τοῦ 1981, ὅπως παλαιότερα, ὅτι οἱ Ιδιαιτέρως ενδιαφερόμενες γιά εξαγωγές ἐπιχειρήσεις ἠδύναντο νά τύχουν ὑψηλοτέρας ποσοστώσεως παραγωγής βάσει τοῦ ἄρθρου 14 τῆς ἀποφάσεως 2794/80. Όπως ἐπληροφορήθην επίσης, ή προσφεύγουσα δέν ὑπέοαλε σχετική αίτηση γιά τό δεύτερο τρίμηνο τοῦ 1981, διότι τήν ἐθεώρησε μάταιη καί ὅτι ἡ βάσει τοῦ άρθρου 14 αίτηση τῆς γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981 δέν έγινε δεκτή επειδή ἀνεφέρετο μόνο στό θέμα τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς ικανότητος παραγωγής. Ἐξ άλλου, επειδή δέν ἀπεδείχθη ἐν προκειμένω ὅτι οἱ εξαγωγές τῆς προσφευγούσης πράγματι περιωρίσθησαν (ὅπως ἐνθυμεῖσθε, κατά την συζήτηση υπεβλήθη στην προσφεύγουσα ή ἐρώτηση ἄν ἠναγκάσθη νά μή δεχθεί παραγγελίες γιά εξαγωγή), ἡ λύση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δέν δύναται νά εἶναι διαφορετική ἀπό εκείνη πού έγινε δεκτή στην υπόθεση 276/80.
β)
Όσον άφορᾶ τήν τελευταία αιτίαση τῆς προσφευγούσης, ὅτι δηλαδή ἡ 'Επιτροπή δέν αιτιολόγησε τό γιατί ἐθεώρησε ἀναγκαίο νά περιλάβει ὅλες τίς ἐξαγωγές στό πεδίο εφαρμογής τῆς ἀποφάσεως 2794/80, δύο περαιτέρω σκέψεις δίνουν τήν σχετική ἀπάντηση.
Πρέπει πρῶτον νά σημειωθεί ὅτι, ὅπως προκύπτει ἀπό τίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ προοιμίου τῆς αποφάσεως, υπάρχει παγκόσμια κρίση, επειδή ἡ ζήτηση σημειώνει πτώση παντοῦ. "Ετσι καθίσταται σαφές ὅτι οἱ επιπτώσεις τοῦ συστήματος ποσοστώσεων ἐπί τῶν δυνατοτήτων εξαγωγής δικαιολογούνται πλήρως. Δεύτερον, εἶναι προφανές ὅτι ἕνα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής, ὅπως ἐφαρμόζεται ἐν προκειμένω, επηρεάζει, ὡς ἐκ τῆς φύσεως του, τίς δυνατότητες εξαγωγής καί ὅτι οἱ υπάρχουσες δυνατότητες εξαγωγής δύναται νά ληφθούν ὑπ' ὄψη μόνο κατά περίπτωση, μέ τήν ἐφαρμογή μιᾶς εἰδικῆς διατάξεως, ὅπως τοῦ ἄρθρου 14 τῆς ἐπιδίκου ἀποφάσεως 2794/80. Επομένως, ἡ αιτιολογία τοῦ συστήματος ποσοστώσεων δικαιολογεῖ αυτομάτως καί τά ενδεχόμενα ἀποτελέσματά του ἐπί τῶν εξαγωγών.
3.
Είναι ὡς έκ τούτου σαφές ὅτι ούτε τά νέα επιχειρήματα πού προβάλλει ἡ προσφεύγουσα μέ τήν ἀπάντηση εἶναι ἱκανά νά στηρίξουν τήν προσφυγή της.
V — Συμπέρασμα
Δέν ἀπομένει παρά νά ἀνακεφαλαιώσω. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ προσφυγή τῆς Klöckner εἶναι ἀπορριπτέα ὡς ἀβάσιμη καί επομένως ἡ προσφεύγουσα πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Alpha Steel Limited κατά 'Επιτροπῆς, ἀπόφαση τῆς 3ης Μαρτίου 1982, Συλλογή 1982, σ. 749.
( 3 ) SpA Metallurgica Rumi κατά 'Επιτροπής, ἀπόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1982, Συλλογή 1982, σ. 487.
( 4 ) Χαλυβουργική ΑΕ καί Ἑλληνική Χαλυβουργία ΑΕ, ἀπόφαση τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1982, Συλλογή 1982, σ. 593.
( 5 ) Lemmenz-Werke GmbH κατά 'Ανωτάτης Ἀρχῆς της ΕΚΑΧ, ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουλίου 1965 (jurispr. 1965, σ. 699).
( 6 ) Krupp Stahl AG κατά 'Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 28. 10. 1981 (Jurispr. 1981, σ. 2489). SpA Metallurgica Rumi κατά 'Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 16. 2. 1982 (Jurispr. 1982, σ. 487).
( 7 ) Société des Charbonnages de Beeringen κ.ἄ. κατά 'Ανωτάτης Ἀρχῆς, ἀπόφαση τῆς 29ης Νοεμβρίου 1956 (1954-1956) Jurispr. σ. 311, 347.
( 8 )
( 9 ) Compagnie des hauts fourneaux et fonderies de Givors κ.ἄ. κατά 'Ανωτάτης Ἀρχῆς, ἀπόφαση τῆς 10ης Μαΐου 1960, Jurispr. 1960, σ. 241, 256.
( 10 ) Société Fives Lille Caii κ.ἄ. κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής, ἀπόφαση τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1961, Jurispr. 1961, σ. 281, 295.
( 11 ) Klöckner-Werke AG καί Hoesch AG κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής, ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουλίου 1962, Jurispr. 1962, σ. 325, 347.
( 12 ) Hans-Otto Wagner GmbH Agrarhandel KG κατά 'Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1979, Jurispr. 1979, σ. 3657, 3670.
( 13 ) Κυβέρνηση τῆς Ἰταλικῆς Δημοκρατίας κατά 'Ανωτάτης Ἀρχῆς, ἀπόφαση τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1954, Jurispr. 1954-56, σ. 37, 51.
( 14 ) Compagnie des hauts fourneaux de Chasse κατά 'Ανωτάτης Ἀρχῆς, ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουνίου 1958, 1957-58, σ. 199,206.
( 15 ) Louis Worms κατά 'Ανωτάτης Ἀρχῆς, ἀπόφαση της 12ης 'Ιουλίου 1962, Jurispr. 1962, σ. 195, 203.
( 16 ) Anton Dürbeck κατά Ἐπιτροπῆς, ἀπόφαση τῆς 1ης Ἀπριλίου 1982, μή ἀκόμα δημοσιευθείσα στην Συλλογή.
( 17 ) Geitling κατά 'Ανωτάτης Ἀρχῆς, ἀπόφαση τῆς 20ής Μαρτίου 1957, Jurispr. 1957, σ. 9, 39.
( 18 ) Κυβέρνηση τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής, ἀπόφαση τῆς 10ης Μαΐου 1960, Jurispr. 1960, σ. 455, 474.
( 19 ) Ferriera Padana SpA κατά Ἐπιτροπῆς, ἀπόφαση τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1982, Συλλογή 1982, σ. 517.
Full & Egal Universal Law Academy