ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε προέορε,
κύριοι δικαστές,
Στην παρούσα υπόθεση, τό επίδικο ερώτημα ενώπιον τοῦ δευτέρου τμήματος αστικών υποθέσεων τοῦ ἰταλικοῦ Corte suprema di cassazione εἶναι ἄν τό ἰταλικό νομοθετικό διάταγμα 425 τῆς 24ης 'Ιουλίου 1973, (GU 189 τῆς 24ης Ἰουλίου 1973, πού ἀργότερα μετετράπη στόν νόμο 494 τῆς 4ης Αυγούστου 1973) πού ἀπηγόρευσε τίς αὐξήσεις τιμών μετά την 28η Ἰουνίου 1973, εφαρμόζεται σέ σύμβαση, ὑπό ημερομηνία 2 Ἰουλίου 1973, πού συνήφθη μεταξύ τῆς Ditta Fratelli Fancon («Fancon») καί τῆς Società Industriale Agricola Tresse («SIAT») γιά την πώληση ἀλεύρου ἀπό βραζιλιανή σόγια. Ή Fancon ἐπικαλείται τίς διατάξεις τοῦ νομοθετικοί) διατάγματος γιά τήν μη καταβολή τῆς συμφωνηθείσης τιμής. Ή SIAT ισχυρίζεται ὅτι τό νομοθετικό διάταγμα δέν εφαρμόζεται επειδή τό άλευρο σόγιας ἐμπίπτει στον κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 136/66, τῆς 22ας Σεπτεμβρίου 1966 (ΕΕ Είδ. ἔκδ. 3/002, σ. 33) (ἐφ έξῆς ἀναφερόμενος ὡς ὁ «κανονισμός») περί δημιουργίας κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς στον τομέα τῶν λιπαρῶν ουσιών καί ὡς ἐκ τούτου, υποστηρίζεται ὅτι ἀφήρεσε ἀπό τά Κράτη μέλη τήν εξουσία νά ρυθμίζουν τίς τιμές τῶν ἀγαθών ἐπί τῶν ὀποίων εφαρμόζεται. Τό άρθρο 1 παράγραφος 2 τοῦ κανο-νισμοῦ ἀπαριθμεί τά καλυπτόμενα ἀπό αυτόν προϊόντα, στόν πίνακα δέ περιλαμβάνεται σειρά ἀπό δασμολογικές κλάσεις τοῦ κοινοῦ δασμολογίου καθώς καί σχετική περιγραφή τους κατά τό κοινό δασμολόγιο.
Τό Corte suprema di cassazione υπέβαλε στό Δικαστήριο τό ἀκόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Τό άλευρο πού εξάγεται ἀπό σόγια περιλαμβάνεται μεταξύ τῶν προϊόντων πού ἀπαριθμοῦνται στό άρθρο 1 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου 136/66, τῆς 22ας Σεπτεμβρίου 1966... καί ιδιαίτερα στίς κλάσεις 12.02, ex 15.17 ἡ ex 23.04 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου;»
Δεδομένου ὅτι δέν έχει υποβληθεί ἐρώτημα σχετικά μέ τίς συνέπειες ἐκ τῆς εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ στά προϊόντα, δέν θά ἀναφερθώ σέ αὐτές.
Τό προϊόν γιά τό όποιο πρόκειται στην παροῦσα υπόθεση, εἶναι άλευρο εξαγόμενο ἀπό σόγια καί προορίζεται γιά ζωοτροφές. Εἶναι παράγωγο τῆς εμπορικής ἐκμεταλλεύσεως τῶν κυάμων σόγιας. 'Η επεξεργασία φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ έξῆς. Οἰ κύαμοι ἀρχικά καθαρίζονται, τεμαχίζονται καί ἀποφλοιώνονται. Τό περικάρπιο χρησιμοποιείται ὡς ζωοτροφή. Μετά πολτοποιοῦνται οἱ κύαμοι καί εξάγεται τό έλαιο. Τοῦτο καταλήγει σέ ένα προϊόν, επονομαζόμενο πλακοῦς (πίττα), τοῦ ὁποίου ἡ περιεκτικότης σέ πρωτείνες ἀνέρχεται σέ 45 % καί σέ λιπαρές ουσίες σέ 4 έως 5 %. Τό έλαιο δύναται επίσης νά ἀφαιρεθεί ὅπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, μέ μία μέθοδο εξαγωγής μέ διαλύτες. Στην περίπτωση αυτή οἱ πολτοποιημένοι κύαμοι υφίστανται επεξεργασία μέ ἑξάνιο. Τό παραγόμενο έλαιο καθαρίζεται, ἀποχωριζόμενο ἀπό τή λεκιθίνη. Τό ἀπομένον, μετά τήν ἀπόληψη τοῦ ελαίου, καθαρίζεται επίσης γιά νά ἀφαιρεθεί κάθε ίχνος διαλυτου. 'Αποτέλεσμα εἶναι τό ἐξαχθέν ἄλευρον ἀπό σόγια, τό όποιον εἴτε ἀλέθεται καί πωλείται ὑπό μορφή σκόνης εἴτε γίνεται πλακοῦντες. 'Ανεφέρθη ὅτι, μέ τήν ἐν λόγω μέθοδο, ἀπό τους κυάμους τῆς σόγιας ἀποδίδεται περίπου 80 % άλευρο καί 20 % έλαιο, χωρίς νά υπολογισθεί καί ἡ παρουσία ποσοστοῦ 1 % λεκιθίνης. Τό άλευρο λέγεται ὅτι έχει διπλάσια τιμή ἀγορας ἀπό τό έλαιο. Τό άλευρο σόγιας έχει υψηλότερη περιεκτικότητα σέ πρωτείνες ἀπό τους πλακοῦντες καί περίπου 1 % περιεκτικότητα σέ έλαιο επειδή ἡ πλήρης ἀπόληψη εἶναι ἀδύνατη. Ή εξαγωγή μέ διαλύτες ἀφαιρεί τήν μεγαλύτερη ποσότητα ελαίου πού είναι δυνατή μέ μιά εμπορική βιομηχανική επεξεργασία.
Ό δικηγόρος τῆς Fancοn προέβαλε διάφορους γενικούς ισχυρισμούς υπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἀκόμη καί ἄν τά ἐν λόγω προϊόντα εμπίπτουν σέ μία ἀπό τίς δασμολογικές κλάσεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ, ἐν τούτοις δέν καλύπτονται ἀπό τήν κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς πού ἐδημιουργήθη ἀπό τόν ἐν λόγω κανονισμό. Πρῶτον, υποστηρίζεται ὅτι σκοπός τοῦ κανονισμοί) ήταν ἡ προστασία εντός τῆς Κοινότητος τοῦ ελαιολάδου καί τῶν φυτικῶν καί ζωικών λιπών. Τήν εποχή ὅμως πού ἐθε-σπίσθη δέν παρήγοντο στην Κοινότητα κύαμοι σόγιας. Συνεπώς, δέν ὑπηρχε πρόθεση νά καλυφθούν ἀπό τήν κοινή ὀργανωση τῆς ἀγορᾶς. Στην πραγματικότητα, μόλις ἀπό τόν 'Ιούλιο 1974, μετά τήν θέσπιση τοῦ ιταλικού νομοθετικού διατάγματος, ἐφηρμόσθη ἡ κοινή ὀργάνωση της ἀγοράς στους κυάμους σόγιας, δυνάμει τοῦ κανονισμού τοῦ Συμβουλίου 1900/74, της 15ης 'Ιουλίου 1974 (OJ 201/5 τῆς 23ης 'Ιουλίου 1974). Κατά δεύτερο λόγο, τό εξαγόμενο ἀπό σόγια άλευρο δέν περιέχει έλαια ἡ λιπαρές ουσίες καί συνεπώς δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι εμπίπτει σέ κοινή ὀργάνωση ἀγοράς στόν τομέα τῶν ελαίων καί τῶν λιπαρών ουσιών.
Κατά τήν άποψη μου, τά επιχειρήματα αυτά πρέπει νά ἀπορριφθοῦν. Τά προϊόντα πού καλύπτονται ἀπό τήν κοινή ὀργάνωση της ἀγοράς προσδιορίζονται στό άρθρο 1 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού. Δέν υπάρχει καμμία ένδειξη σέ αυτό τό άρθρο ὅτι ἐσκοπεῖτο νά περιληφθούν μόνο προϊόντα ἐντός τῆς Κοινότητος. Τούτο μάλιστα ἀντικρούεται ἀπό τό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ πού ἀναφέρεται ειδικά στά εἰσαγόμενα ἀπό τρίτες χώρες έλαια καί ελαιώδεις σπόρους. Πιθανόν, σκοπός τοῦ κανονισμοῦ νά ήταν ἡ προστασία της παραγωγης στην Κοινότητα, τό Συμβούλιο ὅμως ἀνεγνώρισε, ὅπως φαίνεται ἀπό τό προοίμιο, ὅτι τοῦτο ἠδύνατο νά επιτευχθεί μόνο ἄν καί τά ἀνταγωνιστικά προϊόντα ἐκαλύπτοντο ἀπό τήν κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς. Δέν δέχομαι ὅτι οἱ κύαμοι σόγιας δέν ενέπιπταν στον κανονισμό μέχρι τό 1974 επειδή τό άρθρο 1 παράγραφος 2 ἀναφέρει τους «ελαιώδεις σπόρους» πού καλύπτονται ἀπό τήν κλάση 12.01 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου καί, σύμφωνα μέ τίς, κατά κεφάλαιο τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου, σημειώσεις γιά τό κεφάλαιο 12, οἱ κύαμοι σόγιας ἐμπίπτουν στην ἐν λόγω κλάση. Αυτό πού έγινε μέ τόν κανονισμό 1900/74 ήταν νά εφαρμοσθεῖ ένα σύστημα τιμών στόχου καί επιδοτήσεων στην παραγωγή κυάμων σόγιας. 'Ομως, δέν έπεται, ἐκ τούτου, ὅτι οἱ κύαμοι σόγιας ἀπε-κλείσθησαν ἀπό τόν κανονισμό. Ἐξ άλλου, τό ερώτημα ἄν προϊόντα προερχόμενα ἀπό κυάμους σόγιας εμπίπτουν στον κανονισμό δέν δύναται νά επιλυθεῖ μέ παραπομπή στόν κανονισμό 1900/74, ὁ ὁποῖος εφαρμόζεται ἀποκλειστικά στους κυάμους σόγιας.
Εἶναι σαφές, νομίζω, ὅτι ἡ επεξεργασία μέ τήν ὁποία παράγεται τό εξαγόμενο ἀπό σόγια άλευρο επιδιώκει τήν ἀφαίρεση κατά τό δυνατόν περισσοτέρου ελαίου, ἡ κυρία δέ ἀξία τοῦ εξαγομένου ἀλεύρου έγκειται μάλλον στην υψηλή περιεκτικότητά του σέ πρωτεΐνες παρά σέ λιπαρές ουσίες. Τό συμπέρασμα ὅτι ένα τέτοιο προϊόν δέν εμπίπτει, κατ' ἀρχήν, στην κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς γιά έλαια καί λίπη φαίνεται ὅτι ἀντικρούεται άμεσα ἀπό τήν συγκεκριμένη αναφορά στό άρθρο 1 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ ὑπό τήν κλάση 23.04 γιά «... υπολείμματα ἀπομένοντα μετά τήν ἀπόληψη τῶν φυτικών ελαίων, εξαιρέσει τῆς υποστάθμης (κατακάθια) καί της ἀμόργης». 'Αν ὑπῆρχε πρόσθεση ἀποκλεισμού τῶν κυάμων σόγιας ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ, θά ἀνεμένετο κάποια ένδειξη γιά τό σκοπό αυτό, στόν κανονισμό. Ή Fancon δέν ήταν σέ θέση νά προβάλει ούτε μία καί τό ἐρώτημα πρέπει, κατά τήν γνώμη μου, νά εξαρτηθεί ἐκ τοῦ ἄν τό εξαγόμενο ἀπό σόγια άλευρο εμπίπτει ἡ μή σέ κάποια ἀπό τίς δασμολογικές κλάσεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1 παράγραφος 2.
'Ελέχθη επίσης ὅτι τό άρθρο 2 τοῦ κανονισμοῦ δέν προβλέπει καμμία εἰσφορά γιά εμπορεύματα πού περιλαμβάνονται μεταξύ τῶν ἀπαριθμουμένων στό τμῆμα β) τοῦ άρθρου 1 παράγραφος 2 προϊόντων, παρά μόνον ὅτι εφαρμόζεται ἐπ᾽ αυτών τό Κοινό Δασμολόγιο. Δέν νομίζω ὅτι τοῦτο έχει κάποια επίδραση στό ὑπό κρίση ἐρώτημα δεδομένου ὅτι εἶναι σαφές ὅτι τά ἀναφερόμενα στό τμῆμα β) τοῦ ἄρθρου 1 παράγραφος 2 εμπορεύματα καλύπτονται ἀπό τόν κανονισμό καί περιλαμβάνονται στην κοινή ὀργάνωση τῆς περιγραφείσης ἀγοράς.
Ἀπό τίς δασμολογικές κλάσεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1 παράγραφος 2, μόνο οἱ τρεις πού παρατίθενται στην διάταξη περί παραπομπής νομίζω ὅτι ἔχουν σημασία. Ή κλάση 12.02 διαλαμβάνει: « 'Αλευρα ελαιωδῶν σπόρων καί καρπῶν, ἐκ τῶν ὁποίων δέν εξήχθη τό ἔλαιον, εξαιρέσει τοῦ ἀλεύρου σινάπεως (μουστάρδας)», διαιρεῖται δέ σέ δύο ὑποκλάσεις «Α. Ἐκ κυάμων σόγιας» καί «Β. Λοιπά». Οἱ επεξηγηματικές σημειώσεις τῆς Κοινότητος δέν ἀναφέρονται καθόλου στην ἐν λόγω κλάση. Οἱ σημειώσεις τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας ἀναγράφουν ἁπλώς ὅτι καλύπτει «... μή ἀποβουτυρωμένα άλευρα προκύψαντα ἀπό τήν σύνθλιψη ελαιωδών σπόρων ... τά όποια περιλαμβάνονται στην κλάση 12.01. Ή κλάση δέν περιλαμβάνει: ... ἀποβουτυρωμένα άλευρα (κλάση 23.04)». Νομίζω ὅτι ὅλοι οἱ διάδικοι συμφωνούν ὅτι τό εμπόρευμα δέν υπάγεται στην ἐν λόγω κλάση.
Ή κλάση 15.17 ἀναφέρει, καθ' ὅλη τήν κρίσιμη χρονική περίοδο: «Ὑπολείμματα προκύπτοντα ἐκ τῆς επεξεργασίας τῶν λιπαρών σωμάτων ἤ τῶν ζωικών ἡ φυτικών κηρῶν». Καί ἡ ἐν λόγω κλάση διαιρείται σέ δύο ὑπο-κλάσεις: «Α. Περιέχοντα ἔλαιον έχον τά χαρακτηριστικά τοῦ ἐλαιολάδου» καί «Β. Λοιπά». Οἱ επεξηγηματικές σημειώσεις τῆς Κοινότητος δέν ἀναφέρονται επίσης στην ἐν λόγω κλάση άλλα οἱ σημειώσεις τοῦ ΣΤΣ εκθέτουν ρητώς ὅτι δέν περιλαμβάνει «ἐλαιοπλακοῦντες, εναπομένουσα σκόνη ἡ άλλα υπολείμματα (εξαιρέσει τῆς υποστάθμης καί τῆς ἀμόργης, προκύπτοντα ἀπό τήν άποψη φυτικών ελαίων (κλάση 23.04)». Τόσο ἡ Fancon ὅσο καί ἡ 'Επιτροπή, γιά διαφορετικούς ὅμως λόγους, υποστηρίζουν τήν άποψη ὅτι τό εξαγόμενο ἀπό σόγια άλευρο δέν εμπίπτει στην κλάση 15.17. Ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ σημείου δέν προ-έβαλαν επιχειρήματα ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ούτε ἡ SIAT ούτε ἡ ιταλική κυβέρνηση.
Ή κλάση 23.04 ἀναφέρει: «Πλακούντες (πίτται), ἐλαιοπυρῆνες καί έτερα υπολείμματα ἀπομένοντα μετά τήν ἀπόληψη τῶν φυτικών ελαίων, εξαιρέσει τῆς υποστάθμης (κατακάθια) καί τῆς ἀμόργης». Διαιρείται σέ δύο ὑποκλάσεις: «Α. Ἐλαιοπυρῆνες καί έτερα υπολείμματα ἀπομένοντα μετά τήν ἀπόληψη τοῦ ελαιολάδου» καί «Β. Λοιπά». Οἱ σημειώσεις τού Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας ὁρίζουν τους πλακούντες, τους ἐλαιοπυρῆνες καί λοιπά υπολείμματα, πού προβλέπονται στην ἐν λόγω κλάση, ως «τά στερεά υπολείμματα τά ἀπομένοντα μετά τήν ἀπόληψη τοῦ ελαίου ἐκ τῶν ελαιωδών σπόρων ... διά διαλυτών ή διά συμπιέσεως ἡ φυγοκεντρικού διαχωρι-στῆρος ... Τά κατατασσόμενα στην ἐν λόγω κλάση υπολείμματα δυνατόν νά εἶναι ὑπό μορφήν πλακούντων (πίττες) ή ἀλεύρου. Δύνανται επίσης νά λάβουν μορφήν σφαιριδίων εἴτε εμμέσως διά συμπιέσεως εἴτε διά προσθήκης συνεκτικών ουσιών ...» Οἱ διάδικοι, έκτος ἀπό τήν Fancon, συμφωνούν ὅτι τά εμπορεύματα εμπίπτουν στην ἐν λόγω κλάση.
Κατά τήν γνώμη μου, τό εξαγόμενο ἀπό κυάμους σόγιας άλευρο δέν εμπίπτει στην κλάση 12.02 γιά δύο λόγους:
(i)
τό έλαιο έχει εξαχθεί ἀπό αυτό καί, επομένως, δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι «δέν εξήχθη τό ἔλαιον»
(ii)
οἱ σημειώσεις τοῦ ΣΤΣ ἀναφέρουν ὅτι ή κλάση καλύπτει άλευρα πού προήλθαν ἀπό άλεση τῶν ελαιωδών σπόρων πού καλύπτονται ἀπό τήν κλάση 12.01, ἐνῶ τά προϊόντα, στην συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκεινται σέ περαιτέρω επεξεργασία.
Δέν εμπίπτει ούτε στην κλάση 15.17 επειδή ρητώς οἱ σημειώσεις ἀποκλείουν τους πλακούντες καί άλλα υπολείμματα πού προκύπτουν ἀπό τήν ἀφαίρεση φυτικών ελαίων. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ δεύτερη ὑπο-κλάση «Λοιπά» ἀναφέρεται μάλλον σέ υπολείμματα πού περιέχουν έλαιο χωρίς τά χαρακτηριστικά ελαιολάδου, παρά σέ υπολείμματα πού περιέχουν λίγο ἡ καθόλου έλαιο, ἡ δέ ὁλική ἀφαίρεση τοῦ ελαίου δέν εἶναι ἀναγκαία γιά τόν ἀποκλεισμό των προϊόντων ἀπό την κλάση αύτη.
Κατά τους ισχυρισμούς τῆς Fancon, τό ἐξαγόμενο ἀπό σόγια άλευρο δέν ἐμπίπτει στην κλάση 23.04 επειδή (i) δέν εἶναι πλακοῦς άλλα παράγωγο ἀλεύρου πού εξήχθη μέ τήν χρήση διαλυτών, (ii) δέν εἶναι υπόλειμμα άλλά κύριο προϊόν τῆς επεξεργασίας. Συμφωνῶ μέ τήν πρώτη ἀντίρρηση. Ό «πλακοῦς (πίττα)» δέν ἀναφέρεται, νομίζω, σέ μιά ουσία ἀπό τήν ὁποία έχει ἀφαιρεθεί ὅσον τό δυνατόν περισσότερο έλαιο. Δέν εἶναι ἀκριβές νά περιγραφεί μία ἀποξηραμένη ουσία ὑπό τήν μορφή πού ευρέθη τό άλευρο καί στην ὁποία τό μόνο ἐναπομείναν έλαιο εἶναι αυτό πού δέν δύναται μέ τίς εμπορικές τεχνικές νά ἀφαιρεθεί. Ὅσον άφορᾶ τήν δεύτερη αντίρρηση πιθανόν, σαν ὅρος τῆς καθομιλουμένης, νά εἶναι περίεργο πού περιγράφεται ὡς «υπόλειμμα» τό προϊόν τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ή εξαγωγή κατά κύριο λόγο. Τό θέμα ὅμως εἶναι ἄν τό άλευρο εἶναι ὑπόλειμμα, κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμού. Οἱ σημειώσεις τοῦ ΣΤΣ ὁρίζουν τά περιλαμβανόμενα στην ἐν λόγω κλάση προϊόντα ὡς «στερεά υπολείμματα ἀπομένοντα μετά τήν ἀπόληψη τοῦ ελαίου». Δέν γίνεται διάκριση μεταξύ της περιπτώσεως ὅπου τό κυρίως ζητούμενο εἶναι τό έλαιο καί εκείνης ὅπου τό έλαιο εἶναι δευτερεύον παράγωγο τῆς ἐπεξεργασίας καί ὅπου κύριος στόχος εἶναι ή παραγωγή τοῦ πολυτιμότερου, πλούσιου σέ πρωτείνες, ἀλεύρου. Σημασία έχει τό ἀποτέλεσμα καί ὄχι ὁ σκοπός. Τό άλευρο εναπομένει μετά τήν εξαγωγή τοῦ ελαίου καί αυτό νομίζω ὅτι ἀναφέρεται με τήν λέξη «υπόλειμμα». Ταύτιση τοῦ «υπολείμματος» μέ τό «ἀπόρριμμα» νομίζω ὅτι δέν εἶναι δυνατή, λόγω τοῦ ἀποκλεισμού ἀπό τήν ἐν λόγω κλάση τῆς «υποστάθμης (κατακάθια) καί τῆς ἀμόργης». Τούτο εἶναι σαφές καί ἀπό τό γαλλικό κείμενο, τό όποιο ἀναφέρεται σέ «lies» (ἀμόργη) καί «fèces» (ἵζημα), τά όποια εξαιρούνται τῶν «residue», γιά τους σκοπούς τῆς παρούσης υποθέσεως. Τό ιταλικό κείμενο, ὅπως καί τό ἀγγλικό ἀναφέρεται σέ «κατακάθια» (morchie) ἐνῶ τό ὁλλανδικό προσομοιάζει πρός τό γαλλικό ἀναφερόμενο σέ ἀμόργη («droesen») καί ἵζημα («bezinksel»). Τό δανικό καί γερμανικό κείμενο εἶναι κάπως διαφορετικά. Τό πρώτο εξαιρεί «υπολείμματα ἐκ καθαρισμού τοῦ ελαίου» (restprodukter fra rensning af olier») ἐνῶ τό γερμανικό ἀποκλείει τά «ελαιώδη ιζήματα» (Oldraß»). Τό συμπέρασμα, νομίζω, εἶναι ὅτι ὁ ὅρος «υποστάθμη (κατακάθια) καί ἀμόργη» καί οἱ ἀντίστοιχοι του στά άλλα κείμενα πιθανόν νά προσφέρονται γιά περιγραφή τῆς λεκιθίνης ὄχι ὅμως καί τοῦ ἐξαγόμενου ἀπό σόγια ἀλεύρου.
Όπως ἐτόνισε ἡ ιταλική κυβέρνηση, ἡ κατάταξη στην ἐν λόγω κλάση δέν εξαρτᾶται ἀπό τό ἄν έχει ἀφαιρεθεί εντελώς ἡ μή τό έλαιο ἀπό τά ἐν λόγω προϊόντα. Οἱ σημειώσεις τῆς Κοινότητος ἐπιτρέπουν νά συμπεριληφθούν υπολείμματα πού περιέχουν λιπαρές ουσίες σέ ποσοστό ὄχι υψηλότερο τοῦ 8 % σέ μερικές περιπτώσεις (τά προκύπτοντα, δηλαδή, ἀπό τήν ἐξαγωγή τοῦ ελαιολάδου καί τα υπολείμματα ἀπό τήν επεξεργασία τοῦ ἀραβοσιτελαίου). Οἱ σημειώσεις τοῦ ΣΤΣ ἀναφέρουν ὅτι ἀπό τήν κλάση 23.04 ἀποκλείονται «συμπυκνωμένες πρωτεΐνες παραγόμενες ἀπό τήν εξάλειψη ὁρισμένων συστατικών τοῦ ἀπομένοντος μετά τήν ἀπόληψη τοῦ ἐλαίου ἀλεύρου ἐκ κυάμων σόγιας, χρησιμοποιούμενες ὡς πρόσθετα σέ παρασκευάσματα διατροφῆς (κλάση 21.07)». Αυτή εἶναι κλάση γενικού περιεχομένου καί οἱ σημειώσεις ἀναφέρουν ὅτι περιλαμβάνει παρασκευάσματα μόνο γιά ἀνθρώπινη κατανάλωση. Τά εμπορεύματα στην παρούσα υπόθεση φαίνεται ὅτι προωρίζοντο γιά ζωοτροφές. 'Ακόμη καί ἄν ἠδύναντο νά χαρακτηρισθοῦν ὡς συμπεπυκνωμένες πρωτείνες, δέν θά ἠδύνατο, ἑπομένως, νά καταταγοῦν στην κλάση 21.07. Συνεπώς εμπίπτουν, κατά την γνώμη μου, στην κλάση 23.04.
Γιά τούς λόγους αυτούς, φρονώ ὅτι στό ερώτημα πού υπεβλήθη ἀπό τό Corte suprema di cassazione προσήκει ἡ ἀπάντηση ὅτι τό ἐξαγόμενο ἀπό κυάμους σόγιας άλευρο περιλαμβάνεται στόν κατάλογο τῶν προϊόντων πού ἀπαριθμούνται στό άρθρο 1 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 136/66.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy