ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 6 ΜΑΪΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δκαστές,
Τό Δικαστήριο επελήφθη αγωγῆς ἀποζημιώσεως, τήν ὁποία ἤσκησε ὁ Mario Berti, υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, κατά τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ, μέ ἀφορμή τό ἀτύχημα, τοῦ ὁποίου ύπῆρξε θύμα ὁ ἀνήλικος υιός του κατά τήν διαμονή του σέ κατασκήνωση.
Ι —
Τά πραγματικά περιστατικά έχουν ὡς έξῆς:
Στίς 5 Φεβρουαρίου 1971, ὁ γενικός διευθυντής τοῦ προσωπικοῦ καί τῆς διοικήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς στίς Βρυξέλλες ἀπηύθυνε στους υπαλλήλους τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ υπηρεσιακό σημείωμα, πληροφορώντας τους ὅτι «ὅπως κατά τά περασμένα έτη, θά ὀργανωθούν κατασκηνώσεις γιά τά παιδιά τους, κατά τίς σχολικές διακοπές τοῦ Πάσχα 1971».
Στους συνημμένους στό ἀνωτέρω σημείωμα «οικονομικούς ὅρους» ἀνεφέρετο ἡ τιμή τῆς διαμονής, «ή ὁποία περιελάμβανε τήν μετάβαση καί τήν ἀσφάλιση», πού όφειλαν νά καταβάλουν οἱ γονείς κατόπιν εκπτώσεως τοῦ ποσοῦ τῆς χρηματικῆς συμμετοχής τῆς 'Επιτροπής, ἡ ὁποία ἐποίκιλε ἀναλόγως τῶν ἀποδοχῶν ἡ τοῦ μισθού τους.
Κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας, ἐπλη-ροφορήθημεν ότι τήν ἐν λόγω ἀσφάλιση εἶχε συνάψει ἡ Ἐπιτροπή μέ τήν Compagnie d'Assurances générales Mercator, στην 'Αμβέρσα. Συγκεκριμένως, επρόκειτο γιά μία «ἀσφάλιση ἀστικής ευθύνης» καί γιά μία «ἀτομική ἀσφάλιση κατά τῶν σωματικῶν ἀτυχημάτων».
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 11 τῶν «Ειδικών ὅρων», «ή κάλυψη “προσωπικά ἀτυχήματα” εἶναι εναλλακτική καί δέν δύναται νά σωρευθεῖ μέ τίς εγγυήσεις πού προβλέπονται γιά τήν ἀστική ευθύνη. Κατά συνέπεια οἱ προβλεπόμενες παροχές γιά τήν ἀσφάλιση “προσωπική ἀτυχημάτων” ὀφείλονται μόνο έναντι τελείας εξοφλήσεως ἐκ μέρους τοῦ θύματος ἤ τῶν δικαιούχων του καί ὑπό τόν ὅρο παραιτήσεως τῶν ἀπό κάθε προσφυγή δυνάμει τῆς ἀστικής ευθύνης, έναντι τῶν ἀσφαλισμένων».
Πάντως, τό ζήτημα ἄν ἡ λειτουργία τῆς ἀσφαλίσεως «σωματικά ἀτυχήματα» ἀποκλείει τήν λειτουργία τῆς ἀσφαλίσεως «αστική ευθύνη» τοῦ ἀσφαλιζομένου άφορᾶ μόνο τήν 'Επιτροπή καί τόν ἀσφαλιστή της. Τό κείμενο τῶν σχετικών συμβάσεων δέν περιήλθε ποτέ στην γνώση τῶν γονέων. Στά έντυπα πού προορίζοντο γιά τήν έγγραφη στά κέντρα κατασκηνώσεως ἀνεφέρετο ἁπλώς ὅτι «ή ἀσφάλιση δέν καλύπτει τίς κλοπές καί τήν ἐκ προθέσεως θραύση ἡ τήν ἀπώλεια ἀντικειμένων». Κατά κανόνα ὅμως, ὁ ὑπογράφων ἀσφαλιστήριο συμβόλαιο γιά ὁμαδική ἀσφάλιση (ή Ἐπιτροπή) πρέπει νά γνωστοποιεί στους ἀσφαλισμένους (τους γονείς) τά δικαιώματα καί τίς ὑποχρεώσεις τους κατά τρόπο σαφέστατο.
'Επειδή αὐτό δέν έγινε, τά συμβόλαια αυτά αποτελούν «res inter alios acta» γιά τους ὑπαλλήλους τῆς 'Επιτροπής.
Τό υπηρεσιακό σημείωμα συνοδεύετο ἀπό ένα έντυπο έγγραφης πού περιείχε ἐξουσιοδότηση πρός τήν διοίκηση, γιά νά κρατήσει τήν τιμή τῆς διαμονής ἀπό τίς ἀποδοχές τοῦ υπαλλήλου τό έντυπο αυτό έπρεπε νά επιστραφεί στην κοινωνική υπηρεσία τῆς 'Επιτροπής. 'Αφού έλαβε γνώση τοῦ ἐν λόγω ὑπηρε-σιακοῦ σημειώματος, ὁ Mario Berti,
υπάλληλος τῆς 'Επιτροπῆς στίς Βρυξέλλες, μέ τόν βαθμό D 1, ἀπεφάσισε να στείλει τόν υιό του Paolo, ἡλικίας τότε 7 ετών, στον οἶκο «La Petite Merveille» στό Durbuy τῶν βελγικών Ἀρδεννῶν, πού ήταν ενδεδειγμένος γιά παιδιά ἀπό 6 έως 14 ετῶν. Ή κατηγορία D, στην ὁποία άνηκε καί εξακολουθεί νά ἀνήκει ὁ Mario Berti, αντιστοιχεί σέ χειρωνακτική εργασία ἡ καθήκοντα πού απαιτούν γνώσεις επιπέδου στοιχειώδους εκπαιδεύσεως.
Ἀπό πλευρᾶς στελεχώσεως, τήν διεύθυνση καί τήν επιμέλεια τοῦ ἐν λόγω οἴκου, είχε ἕνα ζεύγος διδασκάλων, προεβλέπετο δέ ένας παιδαγωγός γιά κάθε 10 παιδιά. Γιά τά παιδιά τοῦ προσωπικοῦ τῶν ευρωπαϊκών ὀργάνων εἶχαν κρατηθεί 60 ἕως 80 θέσεις.
Στίς 7 'Απριλίου 1971, ὁ μικρός Paolo, ἐνῶ έπαιζε καθισμένος σέ μία κούνια στην περιφέρεια τῆς κοινότητος τοῦ Durbuy έπεσε κατά τόσο άσχημο τρόπο ώστε υπέστη κάταγμα τῆς άνω σιαγόνος καί θραύση τῶν τεσσάρων άνω ὁριστικών τομέων ὀδόντων.
Σχετικά μέ τό ἀτύχημα αυτό, δέν ετέθη ποτέ θέμα ευθύνης τῆς κοινότητος τοῦ Durbuy, δεδομένου, προφανώς, ὅτι δέν επρόκειτο γιά ζήτημα ελαττωματικού υλικού.
Στίς 14 'Απριλίου 1971, ἡ 'Επιτροπή ἐγνω-στοποίησε τό ατύχημα, μέ τηλετυπικό μήνυμα στόν ἀσφαλιστικό τῆς πράκτορα, Van Breda, ἀναφέροντας ὅτι τό έντυπο τῆς δηλώσεως θά τοῦ ἀπεστέλλετο ἀργότερα.
'Από τήν πλευρά του, ὁ οἶκος «La Petite Merveille» ἐγνωστοποίησε στην Ἐπιτροπή, στίς 30 'Απριλίου 1971, ὅτι εἶχε ειδοποιήσει, στίς 8 'Απριλίου 1971 τόν δικό του ἀσφαλιστή, «La Royale Belge» στίς Βρυξέλλες διευκρινίζοντας ὅτι «τά παιδιά έπαιζαν ὑπό τήν επιτήρηση δύο παιδαγωγών» (ή σύμβαση τῆς ἀσφαλίσεως πού καλύπτει τόν οἶκο «La Petite Merveille» δέν προσεκο-μίσθη, παρ' ὅλο ὅτι ἐζητήσατε τήν προσκόμιση της).
Ή 'Επιτροπή διευκρινίζει ὅτι, κατά τους έξι πρώτους μήνες μετά τό ἀτύχημα, τά ιατρικά έξοδα καλύφθησαν ἀπό τήν «La Royale Belge», στην ὁποία επεστράφησαν ἐν συνεχεία ἀπό τήν Compagnie Mercator, έκτός τοῦ μέρους πού εἶχε ἤδη επιστραφεί στόν Mario Berti, στό πλαίσιο τοῦ συστήματος κοινωνικής προνοίας στό όποιο ὑπάγονται οἱ υπάλληλοι τῶν Κοινοτήτων δυνάμει τοῦ οικείου κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως (κεφάλαιο 2 τοῦ τίτλου 5). Πάντως, στό φάκελο τῆς υποθέσεως δέν υπάρχει κανένα σχετικό έγγραφο.
Στίς 22 Μαΐου 1975, ὁ Dr. Ρ. Doms, στομα-τολόγος, συνέταξε ιατρική έκθεση πού ἀνέφερε ἰδίως ὅτι έπρεπε νά ἀντιμετωπισθεί ἡ εξαγωγή ενός κακώς σχηματισμένου ὀδόντος καί ἡ τοποθέτηση πέντε προσωρινών κινητών ὀδοντικών προθέσεων οἱ προθέσεις αυτές θά έπρεπε νά ἀνανεώνονται κατ' έτος, έπρεπε νά φέρονται μέχρι τῆς ηλικίας τῶν 18 ετών. 'Από τῆς ἡλικίας αὐτής, θά έπρεπε νά ἀντιμετωπισθεί ἡ τοποθέτηση σταθερής γέφυρας ὀκτώ στοιχείων.
Στίς 3 'Ιουνίου 1975, ένας άλλος ἰατρός, ὁ Dr. Α. Reychler, κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι «λείπουν οἱ άνω πλάγιοι κοπτῆρες καθώς καί ὁ άνω μέσος δεξιός κοπτήρας ... Ὑπάρχει επίσχεση τοῦ άνω δεξιού κυνό-δοντος ... Υπάρχουν επιφυλάξεις ὡς προς τό ἄν διατηρείται ὁ άνω μέσος ἀριστερός κοπτήρας ... 'Ενδέχεται νά ἀπαιτηθεί πρόθεση ἀντικαταστάσεως...» Στίς 2 'Απριλίου 1976, επανερχόμενος σέ παλαιότερη ἀλληλογραφία (πού δέν περιέχεται στόν φάκελο τῆς υποθέσεως) ὁ δικηγόρος στόν όποιο εἶχε ἀπευθυνθεί ὁ Mario Berti ἀπέστειλε επιστολή στον γενικό διευθυντή προσωπικού καί διοικήσεως τῆς 'Επιτροπής γιά νά τοῦ γνωστοποιήσει ὅτι διε-νύετο ἐπί τοῦ παρόντος τό στάδιο τῆς ἐπουλώσεως καί γιά νά πληροφορηθεί περί τῶν προθέσεων του ὅσον άφορᾶ τήν ἀποζημίωση τοῦ πελάτου του, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη τοῦ κόστους τῶν ὀδοντιατρικών προθέσεων, τῆς ηθικής βλάβης (πού εκτιμούσε σέ 250000 βελγικά φράγκα, τουλάχιστον) καί τῆς αισθητικής βλάβης (πού ὑπελόγιζε, λαμβανομένου ὑπ᾽ ὄψη τοῦ
νεαροῦ τῆς ἡλικίας τοῦ θύματος, σέ 250000 βελγικά φράγκα).
Στίς 28 'Απριλίου 1976, ἡ υπηρεσία «Κοινωνική δράση» τῆς Ἐπιτροπῆς διεβίβασε στην υπηρεσία «Ἀσφάλιση-ἀσθένεια» τοῦ ίδιου ὀργάνου, ἀντίγραφο τῶν δύο ὡς άνω ιατρικών εκθέσεων καί τῆς επιστολής τοῦ ἐν λόγω δικηγόρου ζητώντας νά «τηρηθεί ενήμερη περί τοῦ ἐκ μέρους τῶν ἀσφαλιστῶν χειρισμοῦ τῆς υποθέσεως».
Στίς 10 Μαΐου 1976, ὁ Albert Wegener, σύμβουλος υπηρετών στην Γενική Διεύθυνση Προσωπικοῦ καί Διοικήσεως, διεβίβασε τά ἀνωτέρω ἔγγραφα στόν πράκτορα Van Breda ζητώντας του «νά τά φέρει εἰς γνώση των ἀσφαλιστών».
Ὁ Dr. Reychler, ἀφοῦ ἐξήτασε ἐκ νέου τό παιδί στίς 29 Σεπτεμβρίου 1976, ἀνέφερε στον πατέρα στίς 3 Νοεμβρίου 1976, ὅτι τό ἀτύχημα είχε ὡς συνέπεια τήν ἀπώλεια καί τήν εξαγωγή τῶν τεσσάρων άνω ὁριστικῶν κοπτήρων καί «ὅτι επομένως έπρεπε νά ἀντιμετωπισθεί ὀδοντιατρική πρόθεση ἀντικαταστάσεως ».
Στίς 30 Σεπτεμβρίου 1977, ὁ σύμβουλος Wegener διεβίβασε στόν πράκτορα Van Breda ἕνα νέο πίνακα τῶν εξόδων γιά τό παιδί, διευκρινίζοντας: «ὁ φάκελος πρέπει νά παραμείνει ἀνοικτός».
Στίς 18 Σεπτεμβρίου 1978, ἡ Compagnie Mercator, ἀναφερομένη σέ επιστολή πού τῆς είχε ἀπευθύνει ὁ πράκτορας Van Breda στίς 12 Σεπτεμβρίου 1978 (ή ὁποία δέν περιέχεται στόν φάκελο τῆς υποθέσεως), ἐγνω-στοποίησε στόν τελευταίο ὅτι ἡ ηθική βλάβη καί ἡ αισθητική βλάβη περί τῶν ὁποίων έκανε λόγο ὁ δικηγόρος τοῦ Mario Berti στην επιστολή του τῆς 2ας 'Απριλίου 1976 δέν ἐκαλύπτοντο ἀπό τό ἀσφαλι-στήριο συμβόλαιο — ἡ μεσολάβηση τῆς ἑταιρίας Mercator περιωρίζετο στά συνήθη ιατρικά έξοδα — ὅτι δέν υπήρχε ευθύνη τῆς 'Επιτροπής καί ὅτι κατά τά λοιπά, δέν ήταν πλέον δυνατή ἡ επάνοδος σέ μία υπόθεση πού ἀνέτρεχε στίς ἀρχές τοῦ έτους 1976.
Στίς 28 Σεπτεμβρίου 1978, ὁ πράκτορας Van Breda, ἀναφερόμενος στην ἀπό 18ης Σεπτεμβρίου 1978 επιστολή τῆς Ἐπιτροπῆς (ή ὁποία διευκρίνισε ὅτι δεν ήταν δυνατό νά πρόκειται παρά γιά τήν ἀπό 30 Σεπτεμβρίου 1977 επιστολή τῆς μέ τήν ὁποία ἀνέφερε στόν πράκτορα ὅτι ὁ φάκελος έπρεπε νά παραμείνει ἀνοικτός), ἐγνωστοποίησε στην υπηρεσία «Ἀσφάλιση» τῆς 'Επιτροπής ὅτι, σύμφωνα μέ τίς ιατρικές εκθέσεις, τά τραύματα τοῦ παιδιοῦ εἶχαν επουλωθεί ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 1976 καί ἐπε-βεβαίωσε ὅτι ἡ ἀποζημίωση πού ζητοῦσε ὁ δικηγόρος γιά τήν αισθητική βλάβη καί γιά τήν ηθική βλάβη δέν ἐβάρυνε τήν ἑταιρία Mercator. Κατά συνέπεια, ζητοῦσε ἀπό τήν 'Επιτροπή νά τοῦ γνωρίσει ἐάν ἠδύνατο «νά θεωρήσει ὅτι ἡ υπόθεση εἶχε κλείσει».
Στίς 26 'Οκτωβρίου τοῦ 1978, ἡ 'Επιτροπή, διά τοῦ Wegener, ἀπηυθύνθη στόν Mario Berti λέγοντάς του ὅτι εἶχε ἀναφέρει, στίς 18 Σεπτεμβρίου 1978 (στην πραγματικότητα πρόκειται γιά τίς 30 Σεπτεμβρίου 1977), «ὅτι ὁ ἐν θέματι φάκελος έπρεπε νά παραμείνει ἀνοικτός». Γνωστοποιώντας του τήν ἀνωτέρω μνημονευομένη ἀπάντηση τῆς εταιρίας Mercator τοῦ ζήτησε νά τῆς γνωρίσει ἐάν ἠδύνατο «νά θεωρήσει ὅτι ή υπόθεση εἶχε κλείσει». Τέλος — καί έτσι έρχομαι στά ἀμέσως προηγηθέντα τῆς προκειμένης ἀγωγής πραγματικά περιστατικά — ὁ Mario Berti ἀπηυθύνθη, στίς 17 'Απριλίου 1980, στην γενική γραμματεία τῆς 'Επιτροπής ζητώντας «νά τοῦ ἀναγνωρισθεί μόνιμη αναπηρία προκληθείσα ἐξ αἰτιας ενός ὑπαλλήλου τῆς 'Επιτροπής, καθώς καί γιά τήν ηθική βλάβη πού προέκυψε ἀπό αυτήν». Διευκρίνισε δέ ὅτι ὁ άφορων τό ἐν
λόγω ἀτύχημα φάκελος εὑρίσκετο εἰς χείρας τοῦ Albert Wegener.
'Η αἴτηση αύτή ἐπρωτοκολλήθη στίς 22 'Απριλίου 1980. ἀπό τήν ἁρμόδια υπηρεσία ὡς «αἴτηση βάσει τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανο-νισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως». Διεβι-βάσθη δέ τήν ἑπομένη στίς ἀνώτερες ὑπηρεσίες ὡς «διοικητική ένσταση», πράγμα πού ήταν ἀνακριβές δεδομένου ὅτι επρόκειτο ἀκόμη ἁπλώς γιά αἴτηση στην ὁποία ἐξ άλλου δέν εδόθη συνέχεια.
Στίς 29 'Οκτωβρίου 1980, «λόγω ελλείψεως ἀπαντήσεως πού ἰσοδυναμοῦσε μέ σιωπηρή ἀπόφαση ἀπορρίψεως τῆς αιτήσεως πού είχε υποβάλει στίς 22 'Απριλίου 1980», ὁ Mario Berti ὑπέβαλε διοικητική ένσταση διά τῆς ιεραρχικής ὁδοῦ, ἡ ὁποία ἐπρωτοκολλήθη ὑπ᾽ αυτόν τόν χαρακτήρα στίς 10 Νοεμβρίου 1980, διεβιβάσθη δέ καί αυτή στίς ανώτερες υπηρεσίες. "Οπως καί ή προηγηθείσα αἴτηση ἡ ἐν λόγω διοικητική ένσταση δέν έτυχε ἀπαντήσεως. 'Υπό τίς περιστάσεις αυτές, ὁ Mario Berti ὑπέβαλε στό Δικαστήριο, στίς 29 Μαΐου 1981, ἀγωγή μέ τήν ὁποία ζητεί νά κριθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή ὑποχρεοῦται νά τόν ἀποζημιώσει τόσο γιά τήν υλική ζημία ὅσο καί γιά τήν ηθική βλάβη πού υπέστη ὁ υἱός του λόγω τοῦ ἀτυχήματος τοῦ ὁποίου υπήρξε θύμα, ἡ ὁποία ζημία εκτιμάται σέ 500000 βελγικά φράγκα, ὑπό τήν επιφύλαξη μειώσεως ἡ αυξήσεως κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας, νά ὁρισθούν δέ ένας ἡ τρεις πραγματογνώμονες πού θά ἀναλάβουν τήν σύνταξη εκθέσεως ἐπί τῶν συνεπειών τοῦ ἀτυχήματος ἐν ὄψει τῆς ἀντικειμενικής ρυθμίσεως τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως πού θά πρέπει νά τοῦ επιδικασθεί.
ΙΙ —
Κατά τήν επιτροπή, τό Δικαστήριο είναι ἀναρμόδιο νά επιληφθεί τῆς προκειμένης διαφορᾶς, τόσο στην περίπτωση πού ή ἀγωγή στηρίζεται στό άρθρο 179 τῆς συνθήκης (καί στά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως) ὅσο καί στην περίπτωση πού ευρίσκει έρεισμα στό άρθρο 178 (καί στό άρθρο 215) τῆς συνθήκης.
1)
Ή 'Επιτροπή ὑποστηρίζει κατά πρώτον ὅτι, επειδή πρόκειται γιά διαφορά μεταξύ ἑνός τρίτου καί τῆς Ἐπιτροπῆς πού άφορα στην ἀποκατάσταση τῶν συνεπειών ἑνός ἀτυχήματος τοῦ ὁποίου ὁ τρίτος αυτός υπήρξε θύμα, ἡ ἀγωγή δέν εμπίπτει στό πεδίο τῶν άρθρων 179 τῆς συνθήκης ἡ 90 καί 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Ἐπ᾽ αὐτοῦ, θά παρατηρήσω ὅτι πρόκειται γιά διαφορά ὄχι μεταξύ τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοθ υιού τοῦ Mario Berti άλλα μεταξύ αυτής καί τοῦ πατρός τοῦ παιδιοῦ, ὁ όποιος εἶναι υπάλληλος ενεργών γιά λογαριασμό τοῦ υἱοῦ του, ἐπί τοῦ ὁποίου ἀσκεί πατρική εξουσία καί τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ νόμιμος ἀντιπρόσωπος. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 179 τῆς συνθήκης, τό Δικαστήριο εἶναι ἁρμόδιο ἐπί οἱασδήποτε διαφοράς μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῶν υπαλλήλων της, εντός τῶν ὁρίων καί σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού ὁρίζει ὁ κανονισμός περί τῆς ὑπηρεσιακής τους καταστάσεως ἡ πού προκύπτουν ἀπό τό καθεστώς πού τους διέπει.
2)
Κατά δεύτερο λόγο, ἡ 'Επιτροπή ισχυρίζεται ὅτι τό ἀτύχημα θύμα τοῦ ὁποίου υπήρξε ὁ υἱός τοῦ ενάγοντος δέν προ-εκλήθη ἀπό παράνομη πράξη τῆς 'Επιτροπής, άλλα ἀπό υποτιθεμένη ἀμέλεια ἑνός τῶν προστηθέντων της. Στην πραγματικότητα πρόκειται γιά ἀγωγή ἀποζημιώσεως λόγω ἐξωσυμβατικῆς εὐθύνης τῆς 'Επιτροπής πού στηρίζεται στό άρθρο 215, παράγραφος 2 τῆς συνθήκης. 'Εξ άλλου, ὁ ενάγων εδέχθη στην ἀπάντηση του ὅτι ή ἀγωγή του ἐστηρίζετο «ἰδίως στά άρθρα 178 καί 215 τῆς συνθήκης», μεταβάλλοντας έτσι τήν βάση τῆς αιτήσεως πού εἶχε υποβάλει ἀρχικώς».
Δέν νομίζω πάντως ὅτι τό γεγονός, ὅτι ὁ ενάγων επέλεξε τήν ὁδό τῆς Ιεραρχικής διοικητικής ενστάσεως δύναται νά στραφεί εναντίον του.
Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 43, πρώτη περίοδος τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ 'Οργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, «ἀξιώσεις κατά τῆς Κοινότητος στό πεδίο τῆς ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε ἔτη ἀπό της επελεύσεως τοῦ ζημιογόνου γεγονότος. 'Η παραγραφή διακόπτεται εἴτε διά τῆς προσφυγής πού υποβάλλεται στό Δικαστήριο εἴτε διά τῆς προηγουμένης αιτήσεως πού ὁ ζημιωθείς ἀπευθύνει στό ἁρμόδιο όργανο της Κοινότητος». "Οπως έχουν ερμηνευθεί ἀπό τό Δικαστήριο οἱ διατάξεις αὐτές επιτρέπουν στον ζημιωθέντα πού επιθυμεί νά επικαλεσθεί τό ἄρθρο 215 τῆς συνθήκης νά προσφύγει ἀπ᾽ ευθείας στό Δικαστήριο. Τό γεγονός ὅτι ἀπευθύνεται στό ἁρμόδιο όργανο τῆς Κοινότητος (ἐν προκειμένω στην Επιτροπή) τό όποιο καί παραλείπει νά ἀπαντήσει, δέν επιτρέπει τήν επίκληση τῆς παραγραφής έναντι τοῦ ζημιωθέντος. Ή προσφυγή τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων των ΕΚ, ἀκόμη καί ἄν δέν ἀναφέρεται σέ συγκεκριμένο ποσό ἡ ἄν δι' αὐτῆς επιδιώκεται φιλικός διακανονισμός τῆς διαφορᾶς, ἀποτελεί πράγματι προηγουμένη αίτηση κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ 'Οργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου.
Όταν ὁ ζημιωθείς εἶναι κοινοτικός υπάλληλος ἡ μέλος τῆς οικογενείας του, νομίζω ὅτι εἶναι θέμα χρηστής διοικήσεως τό νά δύναται νά ἀπευθυνθεί ἀρχικῶς στην 'Επιτροπή γιά νά επιχειρήσει τόν φιλικό διακανονισμό τοῦ προβλήματος: πάντως, ή προσφυγή του πού υποβάλλεται βάσει τοῦ άρθρου 91 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ἀποτελεί ουσιαστικῶς ἀγωγή ἀποζημιώσεως.
Μέ τήν ἀπόφαση Meyer-Burckhardt τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1975, τό Δικαστήριο έκρινε:
«ὅτι ἡ διαφορά μεταξύ ενός ὑπαλλήλου καί τοῦ ὀργάνου στό όποιο ἀνήκει ἡ άνῆκε, πού άφορᾶ τήν ἀποκατάσταση τῆς ζημίας, κινείται, ὅταν ἀπορρέει ἀπό τήν σχέση εργασίας πού συνδέει τόν ενδιαφερόμενο μέ τό όργανο, εντός τοῦ πλαισίου τοῦ άρθρου 179 τῆς συνθήκης καί τῶν άρθρων 90 καί 91 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως καί ευρίσκεται, ὅσον άφορᾶ ιδίως τό παραδεκτό της, έκτος τοῦ πεδίου εφαρμογής τόσο τῶν άρθρων 1978 καί 215 τῆς συνθήκης ὅσο καί τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου ΕΟΚ.» (σκέψη 7, Recueil σ. 1181).
«Ή προσφυγή ἀκυρώσεως καί ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως ἁποτελούν μέν πράγματι διαφορετικά μέσα παροχής έννόμου προστασίας, ἐν τούτοις ὅμως, στό πλαίσιο των διαφορῶν μεταξύ υπαλλήλων καί ὀργάνων, τά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως δέν κάνουν καμμία διάκριση μεταξύ τους ὅσον άφορᾶ τήν διαδικασία, τόσο διοικητική ὅσο καί κατ' ἀμφισβήτηση, ἡ ὁποία κινείται κατόπιν αυτών. ...
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 91, όταν πρόκειται γιά διαφορά, ἡ ὁποία άφορᾶ τήν νομιμότητα πράξεως πού βλάπτει τόν προσφεύγοντα, τό Δικαστήριο εἶναι ἁρμόδιο, ἀνεξαρτήτως τῆς φύσεως τῆς προσφυγής» (σκέψη 10, σ. 1182).
«...
Λόγω τῆς αυτονομίας τῶν διαφόρων μέσων παροχής έννομου προστασίας, ὁ προσφεύγων ἠδύνατο νά επιλέξει εἴτε τό ένα εἴτε τό άλλο εἴτε καί τά δύο μαζί, ἀλλ᾽ ὄφειλε ἐν πάση περιπτώσει νά ἀσκήσει τήν προσφυγή του ἐντός προθεσμίας τριών μηνών μετά τήν ἀπόρριψη τῆς αιτήσεως του » (σκέψη 11).
Στίς προτάσεις του, στην υπόθεση εκείνη, ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner (σ. 1189) παρετήρησε «εἶναι σαφές ὅτι, στό πλαίσιο προσφυγής βάσει τοῦ ἄρθρου 179, τό Δικαστήριο έχει τήν ίδια αρμοδιότητα νά επιδικάσει ἀποζημίωση ὅπως καί στό πλαίσιο ἀγωγής πού ἀσκείται βάσει τοῦ άρθρου 178».
'Επί πλέον, προσφάτως, στην ἀπόφαση τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1977 ἐπί τῆς υποθέσεως Reinarz, τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι «ή πλήρης ἁρμοδιότης πού ἀναγνωρίζεται στό Δικαστήριο ἐπί τῶν διαφορών, στίς όποιες ἀναφέρεται τό άρθρο 179 τοῦ επιτρέπει, στην περίπτωση μιᾶς τέτοιας διαφορᾶς, νά ἀποφαίνεται, ὄχι μόνο ἐπί τοῦ κύρους τῆς προσβαλλομένης πράξεως, ἀλλά καί ἐπί τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας πού υπέστη ενδεχομένως ὁ ενδιαφερόμενος λόγω πράξεως, ἡ ὁποία έθιξε τά ἐκ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως δικαιώματα του» (σκέψη 11, Recueil σ. 298).
Εἶναι, κατά την γνώμη μου, ἀναμφισβήτητο ὅτι ἡ προκειμένη διαφορά εγείρεται ἀπό πρόσωπο πού επικαλείται την ιδιότητα τοῦ υπαλλήλου, ὅτι θέτει ένα πρόβλημα πού πρέπει να λυθεί στό πλαίσιο τοῦ καθεστώτος τό όποιο εφαρμόζεται στους ὑπαλλήλους τῆς Κοινότητος καί ὅτι ἀπορρέει ἀπό τήν σχέση ἐργασίας, ὑπό ευρεία έννοια, πού συνδέει τόν ενδιαφερόμενο μέ τό όργανο.
'Εκτός τοῦ γεγονότος ὅτι τά κέντρα κατασκηνώσεως είχαν ὀργανωθεί γιά τά παιδιά τῶν υπαλλήλων, ἡ σχέση αυτή προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ τιμή τῆς διαμονῆς «περιελάμβανε τήν ἀσφάλιση», ὅτι ἐποίκιλε ἀναλόγως τοῦ βασικού μισθού τοῦ συγκεκριμένου υπαλλήλου, ὅτι ἡ τιμή αυτή θά ἐκρατεῖτο ἀπό τόν μισθό του καί τέλος, ὅτι ἀκριβώς τό σύστημα κοινωνικής προνοίας τῶν υπαλλήλων ἀνέλαβε κατά πρώτον λόγο, νά συνεισφέρει γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν συνεπειών τοῦ ἀτυχήματος.
III —
Ὅσον άφορᾶ τήν ουσία, ἡ Ἐπιτροπή υποστηρίζει ὅτι δεν τηρούνται οἱ προϋποθέσεις τόσο τῆς συμβατικῆς τῆς (άρθρο 215, 1ο ἐδάφιο) ὅσο καί τῆς ἐξωσυμβατικῆς της ευθύνης (άρθρο 215, 2ο εδάφιο).
—
Ἀφ' ενός, τό κέντρο διακοπών πού φιλοξενεί τά παιδιά ἀποτελεί ιδιωτικό 'ίδρυμα, λειτουργεί σύμφωνα μέ τους κανόνες τοῦ βελγικού ἐμπορικοῦ δικαίου, εἶναι ἀνοικτό σέ ὅλα τά παιδιά καί διαθέτει τό δικό του προσωπικό' οἱ παιδαγωγοί του δέν ἀνήκουν στό προσωπικό της 'Επιτροπής.
—
'Ακόμα καί ἄν υποτεθεί ὅτι οἱ παιδαγωγοί, ὑπό τήν επίβλεψη τῶν ὁποίων έπαιζε παιδί κατά τήν στιγμή τού ἀτυχήματος δύνανται νά θεωρηθούν ὡς προ-στηθέντες τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ προσφεύγων ουδόλως ἰσχυρίσθη ὅτι ὑπάρχει ἀμέλεια ἐκ μέρους τους.
Οἱ περιστάσεις ὑπό τίς όποιες συνέβη τό ἀτύχημα παραμένουν πράγματι σκοτεινές. 'Αλλά τό άρθρο 215 οὐδόλως ἀπαιτεί νά συντρέχει ἀμέλεια, ἡ δέ ἀσφάλιση έχει ὡς σκοπό ἀκριβώς νά καλύψει τίς δυσχέρειες πού παρουσιάζει ἡ ἀπόδειξη τῆς ἀμελείας.
Ό συμβαλλόμενος στην σύμβαση ἀσφαλίσεως ὑπέχει ευθύνη διότι ἡ σύμβαση πού συνῆψε μέ τόν ἀσφαλιστή δέν προβλέπει ή προβλέπει ἀνεπαρκή ἀποζημώση γιά τήν περίπτωση εξαιρετικά σοβαρῆς βλάβης. Νομίζω ὅτι τό καλύτερο μέσο γιά νά ἀποφευχθεί ἡ πληθώρα αιτήσεων ἀποζημιώσεως πρός τά όργανα εἶναι ἡ πρόβλεψη επαρκούς εγγυήσεως.
'Εξ άλλου, τόσο ἡ ἀσφάλιση τῆς ἀστικῆς ευθύνης ὅσο καί ἡ ἀσφάλιση τῶν σωματικών ἀτυχημάτων πού συνήψε ἡ 'Επιτροπή δέν ἀπαιτούν τήν ύπαρξη ἀμελείας.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 12 τῶν «γενικών όρων ὅλων τῶν καλυπτομένων κινδύνων»,
«ή εγγύηση τοῦ ἀσφαλιστοῦ περιλαμβάνει ὅλες τίς δραστηριότητες τοῦ κέντρου διακοπών, ὁ δέ ὅρος “δραστηριότητες” λαμβάνεται ὑπό τήν εὐρεία του έννοια καί περιλαμβάνει:
...
f)
ὅλες τίς εκδρομές, περιόδους εξασκήσεως, ταξίδια, περιπάτους, επισκέψεις τοποθεσιών ἡ μνημείων, πού ὀργανώνει ή διεύθυνση τοῦ κέντρου διακοπών ...».
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 14, «ή εταιρία δηλώνει ὅτι γνωρίζει επαρκώς τόν κίνδυνο κατά τήν στιγμή τῆς υπογραφής τοῦ ἀσφαλιστηρίου συμβολαίου καί ἀπαλλάσσει τόν συμβαλλόμενο ἀπό πλέον εκτεταμένη περιγραφή ...».
Στό πλαίσιο τῆς ἀσφαλίσεως «προσωπικά ἀτυχήματα», οἱ ειδικοί ὅροί προέβλεπαν «την καταβολή τῶν ἀποζημιώσεων πού προβλέπονται στους δακτυλογραφημένους ειδικούς ὅρούς (πού δέν προσεκομίσθησαν) ὁσάκις ένα ἀπό τά πρόσωπα πού ἀναφέρονται ρητῶς στους ἐν λόγω ὅρούς, υφίσταται σωματικό ἀτύχημα κατά τήν διάρκεια τῶν δραστηριοτήτων τοῦ κέντρου διακοπών».
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 6 τῶν ειδικών ὅρων πού ἀφοροῦν τήν ἀσφάλιση τῆς ἀστικής ευθύνης, «ή κάλυψη περιορίζεται ... στά γεγονότα πού λαμβάνουν χώρα ὅταν τά πρόσωπα αυτά (τά ἀσφαλιζόμενα πρόσωπα) ευρίσκονται ἤ έπρεπε νά ευρίσκονται ὑπό τήν εποπτεία ἡ ὑπό τόν άμεσο ἤ έμμεσο έλεγχο τῆς ἁρμοδίας ἀρχής ἤ οιουδήποτε άλλου προσώπου τό όποιο τήν ἀντικαθιστά ἡ στό όποιο ἡ ἀρχή αυτή έχει αναθέσει τίς ἁρμοδιότητες τῆς ἤ τό όποιο ὅρισε ἡ ὡρίσθη πρός ἀντικατάσταση της, ἀκόμα καί σιωπηρώς».
Τό ζήτημα ἄν «ή ἁρμοδία ἀρχή» εἶχε ἀναθέσει τίς αρμοδιότητες τῆς στους παιδαγωγούς δέν ενδιαφέρει τους γονείς, οἱ όποιοι ἀγνοούσαν τό περιεχόμενο τῆς ρήτρας αὐτης. Ἔναντι αυτών, ἡ Ἐπιτροπή εἶχε ευθέως ἀναλάβει τό ρόλο τοῦ φύλακος τῶν παιδιών καί τοῦ ὀργανωτοῦ τοῦ κέντρου διακοπῶν ἀκόμα καί ἄν διαχειριστής ήταν ὁ οἶκος διακοπών ἡ τό προσωπικό του.
Ή νομολογία στην ὁποία ἀναφέρεται ή 'Επιτροπή («Conseil d'État», 21 Μαρτίου 1980, Vanderiele, A.J.D.A. 1980, σ. 437) τοποθετείται σέ διαφορετικό πλαίσιο: ὅταν ένα ιδιωτικό ίδρυμα ὀργανώνει διακοπές γιά τά παιδιά μιας κοινότητος ἡ ευθύνη ἐξ ατυχήματος πού υφίσταται ένα ἀπό τά παιδιά αὐτά καταλογίζεται στό ἐν λόγω ίδρυμα, τό όποιο έχει νομική προσωπικότητα διαφορετική ἀπό τήν κοινότητα.
Ἐν προκειμένω ὅμως, οἱ διακοπές ὀργανώθησαν, ἄν οχι ἀπό τήν 'Επιτροπή τουλάχιστον ἀπό τήν κοινωνική τῆς υπηρεσία, ἡ ὁποία δέν έχει προσωπικότητα διαφορετική ἀπό τήν Ἐπιτροπή. "Οσον άφορᾶ εκείνα ἀπό τά παιδιά τοῦ οἴκου διακοπών «La Petite Merveille», τῶν ὁποίων οἱ γονείς ήταν υπάλληλοι τῆς Ἐπιτροπής, ὁ οίκος αυτός ήταν διαχειριστής τῆς δημοσίας κοινωνικής υπηρεσίας τῆς Ἐπιτροπής «κέντρα διακοπών». Σ' αυτήν λοιπόν τήν υπηρεσία κατά πρώτον λόγο ἠδύνατο ὁ Mario Berti νά καταλογίσει τήν ευθύνη ἐκ τοῦ ἀτυχήματος, τοῦ ὁποίου υπήρξε θύμα ὁ υιός του.
ΙV —
Τέλος ἡ 'Επιτροπή προσθέτει ὅτι τό θύμα δέν στερείται, πάντως, μέσου παροχής έννόμου προστασίας, δεδομένου ὅτι, δυνάμει τοῦ βελγικοῦ δικαίου δύναται νά ἀσκήσει ἀγωγή ἀποζημιώσεως καί κατά τῶν παιδαγωγών καί κατά τῶν ἰδιωτικῶν των υπαλλήλων.
Νομίζω ὅτι αυτό ἀνατρέπει τά δεδομένα τοῦ προβλήματος: εἶναι θέμα τῆς 'Επιτροπής νά προσεπικαλέσει ενδεχομένως τόν ἀσφαλιστή της, δηλαδή τήν εταιρία Mercator, ὅπως προβλέπεται στό άρθρο. 14 τῆς συμβάσεως ἀσφαλίσεως «ἀστική ευθύνη». Καί πάλι, ὁ Mario Berti δέν ἐγνώριζε παρά μόνο τήν 'Επιτροπή μέ τήν ὁποία καί μόνο εἶχε έρθει σέ επαφή. Ουδέποτε παρεχώρησε ἀπαλλαγή καί ουδέποτε παρητήθη ρητώς τῆς δυνατότητος νά επικαλεσθεί τήν ευθύνη τῆς 'Επιτροπής. Ή ίδια ή 'Επιτροπή θεωρώντας ὅτι ὁ φάκελος «δέν εἶχε κλείσει» διετήρησε στον ενάγοντα τήν εντύπωση ὅτι ὤφειλε νά τόν καλύψει.
Δέν δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ άμεση υποχρέωση τῆς 'Επιτροπής, πού απορρέει ἀπό τό υπηρεσιακό σημείωμα τό όποιο ἀπεστάλη στό προσωπικό, ἀντεκατεστάθη ἀπό τήν υποχρέωση ενός ἀσφαλιστοῦ τό όργανο δέν δύναται νά επιφορτίσει τόν τελευταῖο μέ τήν ρύθμιση, σέ περίπτωση ἀτυχήματος, τῶν προβλημάτων καλύψεως τοῦ κινδύνου πού ἀνακύπτουν, περιορίζοντας έτσι τόν ρόλο τῆς στόν ρόλο ενός διαμέσου μεταξύ τοῦ ἀσφαλιστοῦ καί τοῦ θύματος.
Τό άρθρο 25, πρώτο εδάφιο τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως ὁρίζει γενικῶς ὅτι «ὁ υπάλληλος δύναται νά προσφύγει στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή τοῦ ὀργάνου του». 'Εάν ὁ ενάγων ἐπλανήθη — καλή τῆ πίστει — ως πρός τήν διαδικασία πού έπρεπε νά ἀκολουθήσει, ἡ 'Επιτροπή ὤφειλε νά τόν εἰδοποιήσει γιά λόγους χρηστής διοικήσεως. Ἀντ᾽ αὐτοῦ, δέν ἀπήντησε ούτε στην αίτηση οὔτε στην ἔνσταση του. Πολλές φορές, έχετε χαρακτηρίσει ὡς «κακή συνήθεια» τήν σιωπή αύτη τῆς διοικήσεως. Στην ἀπόφαση σας Korter τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1981, εγκρίνατε ὅτι, ὅταν «ή γένεση καί ή εξέλιξη τῆς διάφορᾶς έχουν ευνοηθεί ἀπό τήν στάση τῆς διοικήσεως ..., ἰδίως ... ἀπό τήν άρνηση τῆς νά δώσει στόν προσφεύγοντα κάποια ἐξήγηση ..., ὁ προσφεύγων καλώς ἀσκεῖ προσφυγή γιά νά ἀντιδράσει εναντίον εκείνου τό ὁποίο ἠδύ-νατο νά θεωρεί ὡς αυθαίρετη έναντι αὐτοῦ πράξη τῆς διοικήσεως» (Recueil σ. 629, No 19).
Στην ἀπόφαση σας Morbelli τῆς 21ης Μαΐου 1981, ἐτονίσατε «τήν καλή πίστη πού πρέπει νά διέπει τίς σχέσεις μεταξύ τῆς 'Επιτροπής καί τῶν υπαλλήλων της, περιλαμβανομένων καί τῶν σχέσεων ἀντιδικίας μεταξύ τῶν μερών» (Recueil σ. 1372, No 14).
Κατά τά λοιπά, νομίζω ὅτι δέν εἶναι πολύ δύσκολο νά συμφωνήσουν οἱ διάδικοι ὡς πρός τό ὕψος τῆς ζημίας πού πρέπει νά ἀποκατασταθεί. "Αλλως, σ᾽ αυτούς ἐναπόκειται νά προσφύγουν καί πάλι στό Δικαστήριο.
Στό σημερινό στάδιο, προτείνω νά κρίνετε ὅτι:
—
οἱ ἀντιρρήσεις πού εγείρει ἡ Επιτροπή, ὡς πρός την ἁρμοδιότητά σας δέν εἶναι βάσιμες,
—
ή 'Επιτροπή ευθύνεται κατ' ἀρχήν
καί νά καταδικάσετε τήν 'Επιτροπή στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy