ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 11 ΜΑΪΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1971 ô Ivenel, ενάγων στην κυρία δίκη, κάτοικος Στρασβούργου, καί ô Schwab, εναγόμενος στην κυρία δίκη, έχων την εκμετάλλευση εργοστασίου μηχανών στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, συνήψαν σύμβαση, σύμφωνα μέ τους ὅρούς τῆς ὁποίας ô ενάγων ἀνελάμβανε την πώληση μηχανῶν στην Γαλλία γιά λογαριασμό τοῦ εναγομένου καί θά εἰσέπραττε ὡς ἐκ τούτου προμήθεια 15 %, ἐπί τοῦ ποσοῦ κάθε παραγγελίας. Ἐπειδή ἀπό τόν Αύγουστο 1975 ô εναγόμενος δέν κατέβαλλε πλέον τίς προμήθειες, ô ενάγων ὑπεχρεώθη νά παύσει τήν άσκηση τῶν δραστηριοτήτων του γιά λογαριασμό τοῦ πρώτου ἀπό τόν 'Ιούλιο τοῦ 1976.
Ό ενάγων θεωρεῖ ὅτι τό γεγονός αυτό συνιστά καταγγελία τῆς συμβάσεως τῆς ὁποίας Ò εναγόμενος φέρει τήν ευθύνη. Γιά τόν λόγο αυτό, τόν 'Ιανουάριο τοῦ 1977, ενήγαγε ενώπιον τοῦ Conseil de Prud'hommes Commerciaux τοῦ Στρασβούργου τόν εναγόμενο ζητώντας τήν καταβολή διαφόρων ποσῶν (προμηθειών, ἀποζημιώσεων λόγω απώλειας πελατείας καί λόγω μή τηρήσεως της προθεσμίας ἀπολύσεως, καθώς καί ἀποδοχών χρόνου ἀδείας, τέλος δέ εξοφλήσεως ενός αποκαλουμένου ἐσωτερικοῦ λογαριασμοῦ).
Ἐπειδή ó εναγόμενος προέβαλε τίς ενστάσεις τῆς καθ' ὕλην καί κατά τόπον ἀναρμο-διότητος τοῦ επιληφθέντος δικαστηρίου, τό τελευταίο εξέδωσε στίς 17 Ἀπριλίου 1978 ἀπόφαση ἐπί τῆς ἁρμοδιότητος του. Κρίνοντας ὅτι ἐπί τῆς διαφορᾶς έπρεπε νά εφαρμοσθεί ἡ ἀρχή ὅτι βάση τῶν αιτημάτων τοῦ ενάγοντος ἀποτελεί ἡ σύμοαση εργασίας, τό δικαστήριο ἐκηρύχθη καθ' ὕλην ἁρμόδιο.
Περαιτέρω, ἐκηρύχθη καί κατά τόπον ἁρμόδιο δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων καί εκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων ἐπί ἀστικών καί εμπορικών υποθέσεων (ἐφ᾿ έξῆς: «ή σύμβαση»), τό όποιον ὁρίζει:
«Τό πρόσωπο πού 'έχει τήν κατοικία του στό έδαφος συμβαλλομένου κράτους δύναται νά ἐναχθεῖ σέ άλλο συμβαλλόμενο κράτος:
1.
ἄν πρόκειται γιά διαφορά ἐκ συμβάσεως, ενώπιον τοῦ δικαστηρίου τοῦ τόπου ὅπου ἐξετελέσθη ἡ πρέπει νά εκτελεσθεί ἡ ένοχη.»
Τό δικαστήριο έκρινε συναφώς ὅτι δέν πρέπει νά γίνεται διαχωρισμός τῶν ἐπί μέρους ένοχων μιας ἀμφοτεροβαροῦς συμβάσεως, ἀλλα ἀναφορά στην πλέον χαρακτηριστική ένοχη πού, προκειμένου περί συμβάσεως ἀντιπροσωπεύσεως, είναι εκείνη τοῦ ἀντιπροσώπου. Άρα, ἁρμόδια ἐν προκειμένω εἶναι τά γαλλικά δικαστήρια, ἐφ᾿ ὅσον ἡ ένοχη πρέπει νά εκτελείται στόν τόπο ὅπού ὁ ἀντιπρόσωπος έχει τά γραφεία του, τοσούτω μᾶλλον καθ' ὅσον καμμία ρήτρα ἀπονομής ἁρμοδιότητος δέν εἶχε προβλεφθεί.
Κατά τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως, ἡ ὁποία παρέπεμψε τήν υπόθεση σέ μεταγενέστερη συνεδρίαση πρός συζήτηση ἐπί τῆς ουσίας, ó εναγόμενος ἤσκησε έφεση ενώπιον τοῦ Cour d'Appel τῆς Colmar πού τόν ἐδικαίωσε ἐν μέρει. Πράγματι, μέ ἀπόφαση τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1978 τό Chambre Sociale τοῦ ἐν λόγω εφετείου ἐπεκύρωσε τήν άποψη τοῦ δικάσαντος κατά πρώτο βαθμό δικαστηρίου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία πρέπει νά γίνει δεκτή ἡ ὕπαρξη συμβάσεως ἐργασίας καί, ἑπομένως, ἡ καν' ῠλην άρμοδιότης τῶν ἐπιλαμβανομένων σχετικώς δικαστηρίων. Ἀντιθέτως, δέν δύναται νά γίνει δεκτή ή κατά τόπον ἀρμοδιότης τῶν γαλλικών δικαστηρίων βάσει τοῦ ἄρθρου 5 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως. Πράγματι, ἐπ᾽ αὐτοῦ πρέπει νά προστρέξομε στίς ένοχες πού συνιστούν την βάση τῆς ἀγωγής. Συνεπῶς, επειδή ἡ καταβολή τῶν προμηθειών καί τῶν λοιπών ἀποζημιώσεων πρέπει νά γίνει, τόσον κατά τό γαλλικό ὅσον καί κατά τό γερμανικό δίκαιο, στην κατοικία τοῦ ὀφειλέτου καί ὄχι τοῦ δικαιούχου, ὁ τόπος εκτελέσεως δέν δύναται ὑπ᾽ αυτή τήν ἔννοια παρά νά εὑρίσκεται στην 'Ὀμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας.
Μέ ἀπόφαση πού εξέδωσε ἐπί τῆς ἀναιρέσεως πού ἤσκησε στίς 22 Δεκεμβρίου 1978 ὁ ενάγων στην κυρία δίκη, τό Chambre Sociale τοῦ Cour de Cassation τῆς Γαλλίας έκρινε ὅτι, ἐπειδή στην προκειμένη υπόθεση πρόκειται γιά σύμβαση ἀντιπροσωπεύσεως, συνεπαγόμενη ἀμοιβαῖες υποχρεώσεις, ὁρισμένες ἀπό τίς όποιες έπρεπε νά εκπληρωθούν στην Γαλλία, ὁ προσδιορισμός 'ένός τόπου εκτελέσεως τῆς συμβάσεως δημιουργεί κάποιες δυσχέρειες. Γιά τόν λόγο αυτό ἀπεφάσισε νά ἀναβάλει τήν έκδοση τῆς ὁριστικής ἀποφάσεως του καί νά ζητήσει, μέ ἀπόφαση τῆς 2ας 'Απριλίου 1981, ἀπό τό Δικαστήριο νά ερμηνεύσει τό άρθρο 5 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως, λόγω τῶν ιδιαιτεροτήτων πού παρουσιάζει ἡ διαφορά τῆς ὁποίας έχει επιληφθεῖ.
Τό ερώτημα αυτό ἐπιβάλλει τήν ἐκ μέρους μου διατύπωση τῶν ἀκολούθων παρατηρήσεων:
1.
'Όταν πρόκειται γιά τόν τόπο εκτελέσεως, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 5 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως, ὅταν δηλαδή πρέπει νά προσδιορισθεί ο τόπος στόν όποιο υποχρεοῦνται νά εκτελεσθούν ειδικές συμβατικές υποχρεώσεις, ὁ ἐπιλαμβανομένος δικαστής καλείται κατά πρώτον νά λύσει ένα πρόβλημα κανόνων συγκρούσεως ἁρμοδιοτήτων. Ὀφείλει νά προσδιορίσει, σέ συνάρτηση μέ τους κανόνες τοῦ ιδιωτικού διεθνούς δικαίου πού εφαρμόζει, τό εφαρμοστέο ἐπί τῆς συμβατικής σχέσεως δίκαιο καί μέ βάση τό δίκαιο αυτό νά ὁρίσει τόν τόπο στόν όποιο πρέπει νά εκτελεσθούν οἱ ένοχες. Ὑπ᾽ αυτήν τήν έννοια — δοθέντος ὅτι ἡ σύμβαση δέν δίδει ἴδιο ὁρισμό τῆς εννοίας τοῦ τόπου εκτελέσεως — ἀπεφάνθη τό Δικαστήριο στην υπόθεση 12/76 ( 2 ) καί αυτό φαίνεται ὅτι εξακολουθεί νά ισχύει — ἐν πάση δέ περιπτώσει ἀπό τήν παρούσα υπόθεση καί τίς παρατηρήσεις πού διετυπώθησαν σχετικώς δέν επιτρέπεται ἡ συναγωγή άλλων λύσεων.
Στό πλαίσιο μιας πρώτης προσεγγίσεως καταλήγομε προφανώς στον χαρακτηρισμό τῆς επιδίκου συμβατικής σχέσεως. Είναι γνωστό ἐν προκειμένω ὅτι τά πρωτοβάθμια καί δευτεροβάθμια δικαστήρια έκριναν ὅτι επρόκειτο περί σχέσεως ἐργασίας.
Ἡ υπόθεση αύτη ὁδηγεί στό συμπέρασμα ὅτι εἶναι εφαρμοστέο τό γαλλικό δίκαιο, ήτοι τά άρθρα L 751-1 καί ἑπόμενα τοῦ εργατικού κωδικός. Τήν άποψη αυτή φαίνεται ὅτι υποστηρίζει καί ἡ γαλλική θεωρία, ὁ εναγόμενος μάλιστα ανέφερε ἐπ᾽ αὐτοῦ τό σύγγραμμα τοῦ Battifol «Traité De Droit International Privé», 1976, αριθ. 576. Εἶναι επίσης σύμφωνη μέ τά προβλεπόμενα ἀπό τήν σύμβαση περί τοῦ εφαρμοστέου ἐπί τῶν ένοχων ἐκ συμβάσεως δικαίου (ABl. No L 266 τῆς 9ης 'Οκτωβρίου 1980, σ. 1) πού δέν έχει τεθεί ἀκόμη σέ ἰσχύ. Πράγματι στό άρθρο 6 τῆς ἐν λόγω συμβάσεως ὁρίζεται ὅτι σέ περίπτωση πού δέν έχει επιλεγεί τό εφαρμοστέο δίκαιο, ἡ σύμβαση εργασίας διέπεται ἀπό τό δίκαιο τῆς χώρας ὅπου ὁ ἐργαζόμενος εἰς εκτέλεση τῆς συμβάσεως, εκτελεί συνήθως τήν ἐργασία του, περαιτέρω δέ ὁρίζει ὅτι ἡ ενδεχομένη επιλογή τοῦ εφαρμοστέου δικαίου δέν δύναται νά έχει ὡς συνέπεια ὁ εργαζόμενος νά στερηθεί τῆς προστασίας πού τοῦ έξασφαλίζουν οἱ ἀναγκαστικές διατάξεις τοῦ δικαίου, τό ὁποίο μόλις ἀνεφέρθη ὡς κατ᾽ ἀρχήν εφαρμοστέο.
Ή επιχειρηματολογία τόσον τοῦ ενάγοντος στην κυρία δίκη ὅσον καί τῆς 'Επιτροπῆς εἶχε ὡς ἀποκλειστική ἀφετηρία τήν ἐν λόγω νομική βάση. Θεωρώ πάντως ὅτι ή προσέγγιση τοῦ προβλήματος περιορίζεται κατ' αυτόν τόν τρόπο ἀπαραδέκτως.
Προβάλλοντας μία σειρά λόγων, τους ὁποίους δέν θά ἀπαριθμήσω ἐφ᾽ ὅσον δέν εναπόκειται σ᾽ ἐμάς νά λύσουμε τό ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμού, ὁ εναγόμενος στην κυρία δίκη ἀμφισβητεί κατ' ουσία τήν άποψη ὅτι πρόκειται περί σχέσεως εργασίας καί υποστηρίζει σθεναρῶς ὅτι ή ενάγων πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς ἀνεξάρτητος ἐμπορικός ἀνηπρόσωπος. Ἀναμφιβόλως δέν δύναμαι νά εκλάβω ὡς δεδομένο ὅτι τό ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ έχει ήδη λυθεί οριστικώς. Πράγματι, ἀφ᾽ ἑνός ὁ εναγόμενος δέν έχει μέχρι στιγμής λόγους νά ἀμφισβητήσει τήν ἀναγνώριση τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων εργατικών διαφορών — δοθέντος ὅτι ἐν πάση περιπτώσει τό Cour d'Appel τῆς Colmar δέν εδέχθη τήν κατά τόπον αρμοδιότητα τῶν γαλλικών δικαστηρίων — ἀφ᾽ έτερου δέ τό Cour de Cassation, τό όποιο δέν επελήφθη τοῦ ερωτήματος τῆς καθ' ὕλην αρμοδιότητος, ενδέχεται νά καταλήξει σέ διαφορετικό συμπέρασμα σχετικώς μέ τό θέμα τοῦ χαρακτηρισμοῦ, στά πλαίσια εφαρμογής τοῦ άρθρου 5 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως.
Εἶναι συνεπῶς σκόπιμο τό άρθρο 5 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως νά μή τύχει συσταλτικής ἑρμηνείας, ὅπως συμβαίνει ὅταν ἐκκινεῖ κανείς μόνον ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ διαφορά στην κυρία δίκη άφορᾶ σύμβαση εργασίας, ἀλλά νά ἀντιμετωπισθεί μᾶλλον ὑπό ευρύτερο πρίσμα.
2.
Πρέπει επίσης νά ἐπιστηθεί ἡ προσοχή τοῦ παραπέμποντος δικαστηρίου, τό όποιο καλείται νά προσδιορίσει, σύμφωνα μέ τους ὅρους πού μόλις ἐθίξαμε, τόν ἡ τους τόπους εκτελέσεως πού λαμβάνονται ὑπ᾽ ὄψη γιά τήν επίδικη συμβατική σχέση, χάριν τῆς ὀρθής εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 5 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως, ἐπί τῆς ἀποφάσεως πού εξεδόθη στην ὑπόθεση 14/76 ( 3 ).
α)
Μέ τήν ἀνωτέρω ἀπόφαση του τό Δικαστήριο, ἀφοῦ ἤκουσε τίς προτάσεις μου ὅπού διετύπωνα καταλλήλως επιχειρήματα ὑπό τήν αυτή έννοια, έκρινε ὅτι τό άρθρο 5 περίπτωση 1 δέν βασίζεται ἐπί τῆς ἀρχής ἑνός μοναδικοῦ τόπου εκτελέσεως, ὁ ὁποῖος θά ίσχυε γιά τό σύνολο τῆς συμβατικής σχέσεως, ἀλλ᾽ ὅτι ἀποτελεί συνάρτηση τῆς πλέον χαρακτηριστικής ένοχῆς τῆς συμβάσεως. Ὠς ένοχη κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 5 περίπτωση 1 πρέπει επομένως νά εννοείται μάλλον ἡ ένοχη ἐκ συμβάσεως πού ἀποτελεί καί τό ἀντικείμενο τῆς ἀγωγής· πρέπει, έπομένως, νά προστρέξομε στην ένοχη πού ἀντιστοιχεί στό συμβατικό δικαίωμα πού συνιστά τήν βάση τῆς ἀγωγής.
Αυτό ἀξίζει νά ὑπογραμμισθεί δοθέντος ὅτι ή ἀπόφαση περί παραπομπής κάνει ὁρισμένους — πολύ σύντομους — υπαινιγμούς πού δίδουν τήν εντύπωση ὅτι, κατά τό Cour de Cassation, προκειμένου νά τύχει εφαρμογής τό άρθρο 5 περίπτωση 1 ἀρκεῖ ορισμένες ἀπό τίς ένοχες τῆς επιδίκου ἀμφοτεροβαροῦς συμβάσεως νά έχουν ἐκτελεσθεί στην Γαλλία, έστω καί ἄν δέν πρόκειται γιά επίδικες ένοχες.
Ὡς πρός τά λοιπά, ἡ παρούσα δίκη δέν προσφέρει καμμία ένδειξη ικανή νά δικαιολογήσει ἐκ νέου μία γενική ἀπόκλιση ἀπό τήν προμνησθείσα ἀρχή. 'Εν συνεχεία θά εξετάσω τό ζήτημα κατά πόσον ενδείκνυται κάποια τροποποίηση τῶν καθ' εαυτών συμβάσεων εργασίας.
β)
Ἀξίζει νά γίνει ὑπόμνηση άλλων δύο σημείων τῆς ἀποφάσεως αυτής:
—
Πρώτον, ὡς πρός τίς ἀντισταθμιστικές ἀποζημιώσεις, κατόπιν λύσεως τῆς συμβάσεως μέ την ὁποία παραχωρείται τό δικαίωμα πωλήσεως κατ᾿ ἀποκλειστικότητα, οἱ όποιες καταβάλλονται γιά την δημιουργία πελατείας ἀπό τόν ἀντιπρόσωπο, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε ὅτι εναπόκειται στό ἐθνικό δικαστήριο νά διακριβώσει ἄν, σύμφωνα μέ τό εφαρμοστέο ἐπί τῆς συμβάσεως δίκαιο, πρόκειται περί αυτοτελοῦς υποχρεώσεως ἡ ὑποκαθιστώ σης τίς μή εκτελεσθείσες συμβατικές ὑποχρεώσεις. Φαίνεται ὅτι τό Δικαστήριο έκλινε υπέρ αυτής τῆς εκδοχής λόγω των σοβαρών προβλημάτων πού ἀναφύονται συναφώς στό βελγικό δίκαιο, ἡ ἐφαρμογή τοῦ ὁποίου ἠμφισβητεῖτο τότε (πρβλ. ἐπί παραδείγματι Vander Elst, Journal des Tribunaux, 1976, σ. 733 ἑπ.). Είμαι τῆς γνώμης, πάντως, ὅτι στην ὑπό κρίση υπόθεση, δέν πρόκειται περί αὐτοῦ, λαμβανομένων ὑπ᾿ ὄψη τῶν δικαίων γιά τά όποια πρόκειται. Στό γαλλικό κυρίως δίκαιο, φαίνεται ὅτι είναι σαφές — καί ὑπ᾿ αυτή τήν έννοια πρέπει νά εννοηθοῦν οἱ παρατηρήσεις τοῦ εναγομένου — ὅτι τά δικαιώματα πού ἀναγνωρίζει ὁ εργατικός κώδικας μετά ἀπό καταγγελία συμβάσεως εμπορικής ἀντιπροσωπεύσεως δέν εἶναι αυτοτελή δικαιώματα, ἀλλ᾿ υποκαθιστούν τά ἀρχικά συμβατικά δικαιώματα, στά όποια ἀντιστοιχοῦν οἱ κύριες υποχρεώσεις τοῦ εργοδότου. Γιά τόν λόγο αυτό δέν συντρέχει ἐδῶ λόγος νά επιμείνω περισσότερο ἐπί τοῦ σημείου ἐκείνου τῆς ἀποφάσεως 14/76, τό όποιο — ὅπως ἀπέδειξε ἡ Ἐπιτροπή — προεκάλεσε διαμάχες, οὔτε νά εξετασθεί ἐπί παραδείγματι, τό ζήτημα κατά πόσον σκέψεις, στίς όποιες επανέρχομαι ἀμέσως, δύνανται νά ὁδηγήσουν σέ ἀπεμπόληση τῆς θέσεως αυτής, ήτοι στό νά θεωρήσομε σέ παρόμοια περίπτωση ὡς ὅμοια πρός συμβατικά δικαιώματα ὅλα τά δικαιώματα, ἀκόμη καί ἄν δέν συνδέονται πρός τήν εκτέλεση τῆς συμβάσεως ἀλλά πρός παροχές υποκαταστάσεως ὑπό ευρύτερη έννοια. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι σοβαροί λόγοι συνηγορούν υπέρ τῆς ἀπόψεως αυτής.
—
Δεύτερον, μέ τήν ἐν λόγω ἀπόφαση διευκρινίζεται ὅτι προκειμένου περί διαφοράς ὡς πρός τίς συνέπειες ἐκ τῆς παραβάσεως συμβάσεως, μέ τήν ὁποία παραχωρείται τό δικαίωμα πωλήσεως κατ' ἀποκλειστικότητα ἐκ μέρους τοῦ παραχωρή-σαντος τό δικαίωμα, συνέπειες ὅπως ή καταβολή ἀποζημιώσεως ἡ ἡ λύση τῆς συμβάσεως, ἡ συμβατική υποχρέωση τοῦ παραχωρήσαντος τό δικαίωμα στην ὁποία πρέπει νά ἀνατρέξομε εἶναι εκείνη τῆς ὁποίας προβάλλεται ἡ μή ἐκτέλεση καί κατά συνέπεια αυτή ὀφείλει νά καθορίσει τήν ἀρμοδιότητα τοῦ δικαστού τοῦ τόπου εκτελέσεως. Αυτό εκφράζει τήν άποψη πού συνίσταται στην ἀποφυγή πλειόνων κατά τόπον ἀρμοδίων δικαστηρίων καί συνάγεται σαφώς καί ἀπό ένα άλλο ἀπόσπασμα τῆς ἀποφάσεως ὅπου τονίζεται ρητώς ή ἀνάγκη «νά ἀποφεύγεται κατά τό μέτρο τοῦ δυνατού τό ἐνδεχόμενο πλειόνων ἁρμοδίων δικαστηρίων ἐπί τῆς αυτής συμβάσεως» (ένατη έως ενδέκατη σκέψεις). Μέ τίς προτάσεις μου εἶχα ταχθεί μέ τήν άποψη αύτη, ἀποδεχόμενος τήν άποψη της 'Επιτροπής, καί εἶχα προτείνει ρητώς νά δοθεί ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 5 περίπτωση 2 σύμφωνα μέ τόν βασικό στόχο τῆς συμβάσεως, ὑπό τήν έννοια ὅτι ἐπί πλειόνων υποχρεώσεων πού ὁ ένας ἀπό τους συμβαλλομένους υπέχει ἐκ τῆς συμβατικής σχέσεως, πρέπει νά γίνεται ἀναφορά στην κυρία ένοχη. Στην ὑπό κρίση υπόθεση τό Δικαστήριο θά ἠδύνατο, προκειμένου νά ἀποσαφηνίσει καί ενδεχομένως νά διευρύνει τήν νομολογία ἐκ τῆς ἀποφάσεως 14/76, μάλιστα δέ κατ' ἐμέ θά ὤφειλε νά προσβάλει μέ τήν ἀναγκαία σαφήνεια τήν ἐν λόγω ἀρχή περί τῆς σπουδαιότητος τῆς κυρίας ένοχης τοῦ ἐναγομένου.
3.
Μολονότι δέν εναπόκειται σέ εμάς νά ἀποφανθοῦμε τώρα ἐπ᾿ αὐτοῦ, οἱ ἀνωτέρω ενδείξεις δύνανται νά έχουν ὡς συνέπεια, ὅσον ἀφορα τήν διαφορά στην κυρία δίκη, ὅτι τά ενώπιον τοῦ δικαστηρίου προ-βληθέντα δικαιώματα πρέπει νά θεωρηθοῦν ὅτι έχουν ὡς τόπο εκτελέσεως τήν Γαλλία καί ὅτι εμπίπτουν, συνεπώς, στην ἁρμοδιότητα τῶν γαλλικών δικαστηρίων.
Εἶναι γνωστόν ὅτι ὁ ενάγων ζητεί ουσιαστικῶς την καταδίκη τοῦ εναγομένου στην καταβολή προμηθεῶν καί ἀποζημιώσεων λόγω μη τηρήσεως τῆς προθεσμίας ἀπολύσεως, λόγω ἀπώλειας πελατείας, καί πρός ἀποκατάσταση γιά την ἀδικαιολογήτως διακοπείσα συμβατική σχέση. 'Επομένως, ἐν μέρει πρόκειται γιά τήν εκτέλεση τῆς συμβάσεως (καταβολή τῶν προμηθειών, εκκαθάριση ἑνός «ἐσωτερικοθ λογαριασμοί)» πού ἀπέβλεπε στην εξασφάλιση τοῦ ενάγοντος ὡς πρός τήν κατάσταση τῶν εισπράξεων καί τίς ἀπαιτήσεις του) καί ἐν μέρει γιά αιτήματα λόγω μή εκτελέσεως τῆς συμβάσεως (ἀποδοχές χρόνου ἀδείας, ἀποζημίωση λόγω μή τηρήσεως τῆς προθεσμίας ἀπολύσεως καί ἀποζημίωση λόγω παρανόμου μονομερούς λύσεως τῆς συμβατικής σχέσεως).
Ὡς πρός τίς πρώτες υποχρεώσεις, ἀπό ὅσα εξετέθησαν δύναται νά δημιουργηθεί ή εντύπωση ὅτι πρέπει νά ἐκπληρωθοῦν στην Γαλλία, ἐν πάση περιπτώσει ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι πρόκειται γιά σύμβαση ἐργασίας. Ὑπενθυμίζω ἐπ᾽ αὐτοῦ τίς παρατηρήσεις πού κατέθεσε ὁ ενάγων, καί πού τεκμηριώνει μέ ἀναφορές στην νομολογία καί κατά τίς ὁποίες οἱ μισθοί καταβάλλονται κατά τό γαλλικό δίκαιο στόν τόπο ὅπου ἐξετελέσθη ή ἐργασία καί ὅτι περαιτέρω οἱ μισθοί τῶν περιοδευόντων καταβάλλονται στην κατοικία τους, στην περίπτωση δέ αυτή ἀπαιτείται πληρωμή μέ τραπεζική επιταγή ή μεταφορά ὅταν ὁ μισθός υπερβαίνει ὁρισμένο ποσό, γεγονός πού σημαίνει ὅτι κανονικά ἡ ένοχη εκτελείται στόν τόπο κατοικίας τοῦ μισθωτοθ.
Οἱ αυτές ἀρχές θά ἒπρεπε νά τυγχάνουν εφαρμογής καί ἐπί τῶν αιτημάτων πού στηρίζονται στην μή εκτέλεση (ἀποζημίωση λόγω καταγγελίας τῆς συμβατικής σχέσεως, ἀποζημίωση λόγω μή τηρήσεως τῆς προθεσμίας ἀπολύσεως), ἐφ᾽ ὅσον θεμελιώνονται ἐπί τῆς υποχρεώσεως τοῦ ἐναγομένου νά μή παρενοχλεί τόν ενάγοντα κατά τήν άσκηση τῶν δραστηριοτήτων του καί ὡς πρός τό σημείο αυτό, προδήλως ὡς τόπος εκτελέσεως δύναται νά ληφθεῖ ὑπ᾽ ὄψη μόνο ἡ χώρα ὅπού ὁ ἐνάγων ὀφείλει νά ἀσκεῖ τίς δραστηριότητες αυτές. Παραπέμπω συναφώς στό προαναφερθέν άρθρο τοῦ Vander Elst, καθώς καί στην βελγική νομολογία· (ἀπόφαση τοῦ Cour d'Appel τής Mons τῆς 3ης Μαΐου 1974, ἀπόφαση τοῦ Cour de Cassation τῆς 6ης Ἀπριλίου 1978, ἀπόφαση τοῦ Cour d'Appel τῆς Λιέγης τῆς 12ης Μαίου 1977 πού ἀναδημοσιεύονται στό Nachschlagewerk der Rechtsprechung zum Gemeinschaftsrecht (Ευρετήριο νομολογίας κοινοτικοῦ δικαίου) σειρά D, Σύμβαση τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968 άρθρο 5).
'Ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ἡ ἀνωτέρω άποψη είναι ὀρθή — τελικώς ἐναπόκειται στον ἐθνικό δικαστή νά ἀποφανθεῖ ἐπ᾽ αὐτοῦ, ὁ όποιος καί καλείται ν' ἀποφασίσει ἐπί τῶν ἀντιρρήσεων τοῦ εναγομένου κατά τίς οποίες ὁ ενάγων ἐζήτησε νά τοῦ εφαρμοσθούν οἱ ἐφαρμοστέες στους γερμανούς ἀντιπροσώπους προϋποθέσεις ἀμοιβής καί νά εισπράττει τίς ἀποδοχές του σέ γερμανικά μάρκα αυτό θά ἐσήμαινε πράγματι συμμόρφωση πρός ἀπόφαση τοῦ Cour d'Appel τῆς Angers τῆς 29ης 'Ιανουαρίου 1980 πού ἀνέφερε ἡ Ἐπιτροπή καί πού ἀφορούσε ἀνάλογη διαφορά. Αυτό ισχύει τουλάχιστον κατά τό μέτρο πού ἡ ἀπόφαση λαμβάνει ὡς ἀφετηρία τήν ἀρχή ὅτι οἱ ἐν λόγω υποχρεώσεις πληρωμής ἀντικατέστησαν τίς μή ἐκτελεσθείσες συμβατικές υποχρεώσεις καί ὅτι τά αιτήματα περί καταβολής ἀποζημιώσεως λόγω μή τηρήσεως τῆς προθεσμίας ἀπολύσεως καί λόγω ἀπωλείας πελατείας, καθώς καί περί ἀνορθώσεως τῆς ζημίας στηρίζονται στην μή ἐκπλήρωση τῆς ὑποχρεώσεως τηρήσεως τῆς συμβάσεως. Ἀντιθέτως, ἄν ληφθεῖ ὑπ᾽ ὄψη ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, καθίσταται ἀμφίβολη ἡ ἀποδοχή τῆς σκέψεως πού ἀνευρίσκεται στην προαναφερθείσα ἀπόφαση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ ἀγωγές περί καταβολής προμηθειών καί ἀντισταθμιστικών ἀποζημιώσεων αποδοχών χρόνου ἀδείας έχουν ὡς βάση τήν μή εκπλήρωση υποχρεώσεων πού συνιστούν τήν ἀντιπαροχή τῆς παρασχεθείσης ἐργασίας καί ὅτι πρέπει νά γίνει δεκτός ὡς τόπος εκτελέσεως τους ὁ τόπος εργασίας.
Ἐπί πλέον, τό προτεινόμενο σχήμα ἀνταποκρίνεται στην ευχή πού ἐκφράζεται στήν ἔκθεση Jenard κατά τόπον ἁρμόδιο δικαστήριο νά εἶναι τό δικαστήριο τοῦ κράτους, τό δίκαιο τοῦ ὁποίου διέπει τήν επίδικη συμβατική σχέση.
4.
Τέλος, ἄς μοῦ επιτραπεί πάντως, ὅπως τό προανήγγειλα, νά επανέλθω στό ζήτημα ἄν καί κατά πόσον, τουλάχιστον ως προς τήν σύμβαση ἐργασίας, δέν εἶναι σκόπιμο νά ἀντιμετωπισθεί μία σαφής μεταστροφή τῆς νομολογίας πού καθιέρωσε ἡ απόφαση 14/76.
Ἡ Ἐπιτροπή διετύπωσε ἐν προκειμένω ορισμένες σκέψεις. Ἐννοεί προφανῶς νά προσδιορίζει ἕνα κέντρο βάρους ὡς πρός τίς έννομες σχέσεις αὐτοῦ τοῦ ὑπό κρίση είδους καί νά καθορίζει μέ τόν τρόπο αυτό καί μόνον — ὁ τόπος στόν όποιο πρέπει νά ἐκτελεσθεί ἡ ἐργασία καί τοῦ ὁποίου εφαρμόζονται οἱ ἀναγκαστικές διατάξεις πρέπει νά εἶναι καθοριστικός — τόν τόπο ἐκτελέσεως κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 5 περίπτωση 1, νά στηρίζεται δηλαδή σέ ένα μοναδικό τόπο ἐκτελέσεως γιά τό σύνολο τής συμβατικής σχέσεως. Αυτό θά επέτρεπε νά ἑδραιωθεί, τουλάχιστον στην σφαίρα τοῦ εργατικοῦ δικαίου, ἡ άποψη σύμφωνα μέ τήν ὁποία ενδιαφέρει ἡ πλέον χαρακτηριστική ένοχη τῆς συμβάσεως καί ή κατ' ἀνάγκη συναγωγή ἐξ αυτής ὡς ἁρμοδίου τοῦ δικαστηρίου τοῦ τόπου εκτελέσεως.
Λόγω πάντως, τῆς σημερινῆς καταστάσεως τοῦ δικαίου έχω τή γνώμη, ὅτι ἡ άποψη αυτή, δέν δύναται ευχερώς νά υποστηριχθεί.
Πρέπει βεβαίως νά παραδεχθώ ὅτι στην έκθεση Jenard, ἡ ὁποία έχει ἀναμφιβόλως σημασία γιά τήν ἑρμηνεία τῆς συμβάσεως, ἀναφέρεται ὅτι τά εἰδικά προβλήματα πού δημιουργούνται ἀπό τίς συμβάσεις εργασίας ἀντιμετωπίσθησαν κατά τήν σύνταξη τής συμβάσεως, ὑπογραμμίζει μάλιστα ὅτι «είναι ευκταίο στό μέτρο τοῦ δυνατού οἱ διαφορές ἐκ συμβάσεως εργασίας νά φέρονται πρός ἐκβίκαση ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τοῦ κράτους, τό δίκαιο τοῦ ὁποίου διέπει τήν σύμβαση». Εἶναι, άρα, ἀδύνατον νά ἀγνοήσω ὅτι ἡ σύμβαση δέν περιέλαβε τήν διάταξη πού προέβλεπε τό προσχέδιο συμβάσεως καί πού ἐπί υποθέσεων ἐκ συμβάσεως εργασίας ἀποκλειστικώς ἁρμόδια καθίσταντο τά δικαστήρια τοῦ συμβαλλομένου κράτους ὅπού εὑρίσκετο εἴτε ή ἐνδιαφερόμενη εγκατάσταση εἴτε ὁ τόπος ὅπου έπρεπε νά εκτελεσθεί ἡ ἐργασία. 'Αντιθέτως, ἡ έκθεση ἀναφέρει ρητώς ὅτι δέν ἐθεωρήθη σκόπιμο νά περιληφθούν κανόνες περί ἁρμοδιότητος στην σφαίρα τοῦ ἐργατικοῦ δικαίου καί αυτό προφανώς ἐν ὄψει τῶν εργασιών τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ΕΟΚ γιά τήν εναρμόνιση τῆς εφαρμογής τῶν κανόνων τοῦ ἐργατικοῦ δικαίου εντός τῶν Κρατών μελών ἀκόμη ἡ έκθεση ἀναφέρει ρητώς ὅτι ἐπί τῶν συμβάσεων εργασίας εφαρμόζονται οἱ γενικοί κανόνες τῆς συμβάσεως καί ὅτι, ὁπως ἀπεδείχθη ήδη μέ τήν ἀπόφαση 14/76, οἱ κανόνες αυτοί είναι ἀσυμβίβαστοι πρός τήν θεωρία σύμφωνα μέ τήν οποία, ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου 5 περίπτωση 1, ενδιαφέρει ἡ πλέον χαρακτηριστική ένοχη. Τέλος, οἱαδήποτε απομάκρυνση είναι ἀνέφικτη, δεδομένου ὅτι ἐν τῶ μεταξύ έχομε στην διάθεση μας τό κείμενο τῆς συμβάσεως περί τοῦ εφαρμοστέου ἐπί τῶν ένοχων ἐκ συμβάσεως δικαίου πού δέν ετέθη ἀκόμη σέ ἰσχύ. Ή έκθεση Jenard ἀναφέρει σχετικώς (ABl. C 59, τῆς 5ης Μαρτίου 1979, σ. 24):
«Μετά τήν ὁλοκλήρωση τῶν ἐργασιών στά πλαίσια τῆς 'Επιτροπής, οἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως δύνανται νά τροποποιήθοῦν εἴτε μέ τήν σύναψη προσθέτου πρωτοκόλλου, εἴτε μέ τήν κατάρτιση συμφωνίας ρυθμιζούσης τό σύνολο τῶν ἐκ συμβάσεων εργασίας προβλημάτων.»
5.
Γιά τους ἀνωτέρω λόγους προτείνω νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στό προδικαστικό ἐρώτημα πού υπέβαλε τό γαλλικό Cour de Cassation:
Τό άρθρο 5 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως πρέπει νά ἑρμηνευθεί ὑπό την έννοια ὅτι ἐπί ἀμφοτεροβαρῶν συμβάσεων δέν πρέπει νά καθορίζεται 'ένας τόπος εκτελέσεως σέ συνάρτηση μέ την πλέον χαρακτηριστική ένοχη τῆς συμβάσεως, ἀλλ᾽ ἀντιθέτως νά γίνεται ἀναφορά στην ένοχη πού συνιστᾶ την βάση τῆς ἀγωγῆς. 'Όταν πρόκειται γιά αιτήματα λόγω παραβάσεως συμβατικῶν υποχρεώσεων, πρέπει νά γίνεται ἀναφορά στην υποχρέωση, ἡ μή εκτέλεση τῆς ὁποίας προβάλλεται. 'Ἀν προβάλλονται περισσότερες ἀπαιτήσεις πού ἀπορρέουν ἀπό τήν αυτή συμβατική σχέση, πρέπει νά καθορίζεται ἡ ἀντίστοιχη κυρία ένοχη τοῦ εναγομένου κατά τό εφαρμοστέο ἐπί τῆς συμβάσεως δίκαιο ὁ κατά τό δίκαιο αυτό τόπος εκτελέσεως καθορίζει ἐν συνεχεία τό κατά τόπον αρμόδιο νά επιληφθεί τέτοιας υποθέσεως δικαστήριο.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Ἀπόφαση τῆς 6ης 'Οκτωβρίου 1976 στην υπόθεση 12/76, Industrie Tessili Italiana Como κατά Dunlop AG, Slg. 1976, α 1473.
( 3 ) Ἀπόφαση τῆς 6ης 'Οκτωβρίου 1976 στην υπόθεση 14/76, Éts. Α. De Bloos SPRL κατά Société en commandite par actions Boyer, Slg. 1976, σ. 1497.
Full & Egal Universal Law Academy