ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕἰΣΑΓΓΕΛέΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ἀΝΕΠΤύΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 4 ΜΑΡΤΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Τό Groupement des agences de voyage καί, ἐφ' ὅσον παρίσταται ἀνάγκη, τά ἀναφερόμενα πρακτορεία ταξιδίων, συνενωμένα ὑπό τήν μορφή ἑταιρίας περιορισμένης ευθύνης ὑπό σύσταση, τῆς Société européenne de voyages, ἤσκησαν ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου προσφυγή ἀκυρώσεως κατά ἀδημοσίευτου καί άνευ ἡμερομηνίας ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπής, μέ τήν ὁποία ἀνετί-θετο στην ἑταιρία Hapag-Lloyd Travel ή εκμετάλλευση ενός γραφείου ταξιδιών στην ἕδρα τῆς 'Επιτροπῆς τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων στό Λουξεμβοῦργο.
Τά πραγματικά περιστατικά έχουν ὡς έξῆς:
Ι — Προκειμένου νά εγκατασταθεί ένα γραφείο ταξιδιων ἐντός τοῦ κτιρίου της Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων στό Λουξεμβούργο, έγινε προκήρυξη διαγωνισμοῦ γιά τήν επιλογή τοῦ ἀναδόχου εκμεταλλεύσεως τοῦ γραφείου.
Ή προκήρυξη ἐδημοσιεύθη στην Ἐπίσημη 'Εφημερίδα τῆς 11ης 'Ιουνίου 1980 καί περιελάμβανε, μεταξύ ἄλλων, τους έξῆς ὅρούς:
—
«εφιστάται ... ἡ προσοχή στην υποχρέωση συμμορφώσεως πρός τήν νομοθεσία τοῦ Λουξεμβούργου» (τρίτη παράγραφος)
—
«τό πρακτορείο τό ὁποῖο θά επιλεγεῖ... ὀφείλει νά διαθέται ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1980 τίς ἀναγκαίες εξουσιοδοτήσεις ἐκ μέρους τῆς IATA καί τῶν κυριοτέρων σιδηροδρομικών καί ναυτιλιακών εταιριών, γιά τήν έκδοση κάθε εἴδους εισιτηρίων ἀπό τό γραφείο πού τῆς διατίθεται στην έδρα τῆς Ἐπιτροπῆς στό Λουξεμβούργο» (τετάρτη παράγραφος).
—
«πέρα ἀπό τήν ένδειξη τῆς έδρας της μητρικής ἑταιρίας, ἡ προσφορά ὀφείλει νά περιλαμβάνει μέ ακριβή καί λεπτομερή τρόπο κάθε χρήσιμο στοιχείο σχετικό μέ τήν επιχείρηση πού υποβάλλει τήν προσφορά, ἱδίως, τήν μορφή καί τήν ημερομηνία συστάσεώς τῆς ...» (προτελευταία παράγραφος).
Ή ὑπό σύσταση ἑταιρία περιορισμένης ευθύνης «Société européenne de voyages» (SEV), προσφεύγουσα, ἀπεκλείσθη διότι δέν πληροῦσε τόν τελευταίο ἀναφερόμενο ὅρο. Ή προσφορά τοῦ άλλου προσφεύγοντος, τοῦ σωματείου «Groupement des agences de voyages», τό όποιο μάλιστα περιλαμβάνει διάφορα πρακτορεία πού συγκροτοῦν τήν διαγωνιζομένη εταιρία, ἀπερρίφθη. Τό Groupement εκπροσωπεί τόν εξειδικευμένο κλάδο στίς ὀργανώσεις ταξιδιών της Συνομοσπονδίας εμπορίου τοῦ Λουξεμβούργου, (Confédération du commerce luxembourgeois) ἡ ὁποία, ὑπό τήν μορφή σωματείου επίσης, επιλαμβάνεται τοῦ συνόλου τῶν εμπορικών δραστηριοτήτων, στό Μεγάλο Δουκάτο.
Τό Groupement καί ἡ SEV ἤσκησαν τήν προσφυγή τῶν ἐπί τῆ βάσει τοῦ άρθρου 173, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μέ τόν ἰσχυρισμό ὅτι ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία επελέγη ἀπό τήν 'Επιτροπή, δέν πληροῦσε δύο ἀπό τους ὅρούς πού προαναφέρονται.
Οἱ προσφεύγοντες ισχυρίζονται
—
ὅτι ἡ κατά τό γερμανικό δίκαιο ἑταιρία «Hapag-Lloyd Reisebüro» δέν ἐτήρει τήν νομοθεσία τοῦ Λουξεμβούργου κατά τήν στιγμή ὑποβολῆς τῆς προσφορᾶς της, ἐφ᾿ ὅσον ἡ ἀπαιτουμένη ἀπό τήν νομοθεσία τοῦ Μεγάλου Δουκάτου άδεια ἀσκήσεως εμπορίας τῆς ἐχορηγήθη μόλις τήν 27η 'Απριλίου 1981
—
ὅτι ἡ θυγατρική τῆς «Hapag-Lloyd Reisebüro» εταιρία στό Λουξεμβούργο, ή ὁποία ἐδημιουργήθη γιά νά εκμεταλλευθεί τό επίδικο γραφείο, δέν ήταν κάταχος ἀδείας εκδόσεως σιδηροδρομικών εἰσιτηρίων ἀπό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980, καθ' ὅσον ἡ ἐν λόγω άδεια της παρεσχέθη μόλις τήν 4η Μαΐου 1981, ἐπί πλέον δέ μέχρι καί τῆς ημέρας καταθέσεως τῆς προσφυγῆς δέν ήταν ἀκόμη εγκεκριμένη ἀπό τήν IATA.
Στους ἀνωτέρω ἰσχυρισμούς ἡ 'Επιτροπή ἀντιτάσσει ὅτι ἡ υποχρέωση συμμορφώσεως πρός τήν νομοθεσία τοῦ Λουξεμβούργου εξετάζεται μόνον κατά τήν ήμερα ενάρξεως λειτουργίας τοῦ γραφείου. Ἔτσι, ἐάν ἡ επιλεγείσα ἑταιρία δέν ήταν τελικά σέ θέση νά ἀνταποκριθεί σέ αυτήν τήν υποχρέωση, ἡ ἀπόφαση μέ τήν ὁποία επελέγη θά καθίστατο ἀνενεργός. Μέ άλλα λόγια, κατά τήν 'Επιτροπή, ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση ήταν ἀπόφαση ὑπό ἀναβλητική αἵρεση. Τόν ίδιο συλλογισμό προβάλλει εμμέσως ἡ 'Επιτροπή ὅσον άφορᾶ τήν καθυστέρηση τῆς αδείας εκδόσεως σιδηροδρομικῶν εισιτηρίων καί περιορίζεται νά επισημάνει ὅτι ἡ ἀναγραφή τῆς ημερομηνίας τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980, παρά τήν δημοσίευση τῆς στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα, προέρχεται ἀπό ἁπλή παραδρομή, τόσο προφανή, πού δέν ἐχρειάζετο νά διορθωθεί. Ή 'Επιτροπή ἀναφέρει ὅτι ὁ ὅρος περί ἐγκρίσεως ἀπό τήν IATA δέν ήταν δυνατόν νά πληρούται ἀπό κανέναν ἀπό τους υποψηφίους καί έτσι θά έπρεπε νά μή ληφθεί ὑπ' ὄψη, ως ὅρος «ἀδύνατος», διότι ἡ IATA χορηγεί τήν έγκριση της μόνον μετά ἀπό επίσκεψη τῶν χώρων τοῦ αἰτοῦντος πρακτορείου, πράγμα πού προϋποθέτει ὅτι, ήδη, τό πρακτορείο λειτουργεί.
ΙΙ — 'Από ὅσα προεκτίθενται, προκύπτει σαφώς ὅτι ἡ διαφορά ὀφείλεται στην εσφαλμένη διατύπωση τῆς ἀνακοινώσεως περί υποβολής προσφορών.
Πρέπει νά εξετασθεί τό παραδεκτό τῆς προσφυγής, τό όποιο ἀμφισβητεί ἡ 'Επιτροπή.
Ή 'Επιτροπή προέτεινε τρεις ενστάσεις ἀπαραδέκτου. 'Αντιτάσσει τό εκπρόθεσμο, τήν έλλειψη Ικανότητος νά εἶναι διάδικος καί τό ἀβάσιμο τοῦ αἰτήματος.
α)
Ή προσφυγή ἠσκήθη τήν 4η 'Ιουνίου 1981, δηλαδή μετά πάροδο πλέον τῶν δύο μηνών ἀπό τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1980, ημερομηνίας κατά τήν ὁποία εἰδοποιήθησαν οἱ προσφεύγοντες περί τῆς ἀπορρίψεως τῆς προσφοράς των. Στό σημείο αυτό, εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ προσφυγή δέν στρέφεται κατά τῆς ἀπορριπτικής ὡς πρός τήν Société européenne de voyages ἀποφάσεως, άλλά ἀκριβώς κατά τῆς άνευ ημερομηνίας θετικής ἀποφάσεως, πού εγκρίνει τήν προσφορά τῆς εταιρίας Hapag-Lloyd. Κατόπιν τούτου, ἡ ημερομηνία τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1980 δέν έχει σημασία ὅσον άφορα τό σημείο ενάρξεως τοῦ εκπροθέσμου. 'Εναπόκειται στόν δικαστή νά εξετάσει, ἀκόμη καί αυτεπαγγέλτως, τίς προϋποθέσεις τοῦ παραδεκτοῦ τῆς προσφυγής (προτάσεις τοῦ γενικού εἰσαγγελέως Capotorti τῆς 13ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 155/78, Μ. κατά 'Επιτροπής, Rec. σ. 1813 ἀπόφαση τῆς 17ης Μαΐου 1976, υποθέσεις 67-85/75, Lesieur Cotelle, σκέψη 12, Rec. σ. 406).
Ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 173 ὁρίζει:
«Οἱ προσφυγές πού προβλέπονται στό παρόν άρθρο ἀσκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, ἀπό τήν δημοσίευση τῆς πράξεως, τήν κοινοποίηση της στόν προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ἡ κοινοποιήσεως, ἀπό τήν ἡμερα κατά τήν οποία ὁ προσφεύγων ἔλαβε γνώση τῆς πράξεως.»
Στην προκειμένη περίπτωση, ελλείψει δημοσιεύσεως ἡ κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως στους προσφεύγοντες, πρέπει νά ἀναζητηθεί τό χρονικό σημείο κατά τό ὁποῖο έλαβαν γνώση. Οἱ προσφεύγοντες Ισχυρίζονται ὅτι, μόλις τήν 4η Μαΐου 1981, ήμερα ενάρξεως λειτουργίας τοῦ γραφείου τῆς Hapag-Lloyd, πληροφορήθησαν ὅτι τελικά επελέγη ἡ εταιρία αύτη. "Αρα, ή προσφυγή τους ἠσκήθη ἀπολύτως εμπροθέσμως.
Ή 'Επιτροπή, προκειμένου νά ἀμφισβητήσει τόν Ισχυρισμό αὐτόν, επικαλείται ένα έγγραφο τῆς 17ης Μαρτίου 1981 πού ἀποδεικνύει ὅτι, κατά τήν ημερομηνία αυτή, οἱ προσφεύγοντες είχαν ήδη πληροφορηθεῖ τήν επιλογή ἀπό τήν Ἐπιτροπή τῆς ἑταιρίας Hapag-Lloyd.
Πρόκειται γιά μία επιστολή, συνημμένη στην ἀνταπάντηση τῆς 'Επιτροπής, ἡ ὁποία φέρει τήν υπογραφή τοῦ γενικού γραμματέα τού υπουργικού συμβουλίου τοῦ Λουξεμβούργου, ἀπευθύνεται πρός τόν διευθυντή προσωπικοῦ καί διοικήσεως τῆς 'Επιτροπής στό Λουξεμβούργο καί περιέχει, μεταξύ άλλων, τά έξῆς:
«(Οἱ τοπικοί πράκτορες ταξιδίων) υποστηρίζουν ὅτι συνεκέντρωναν ὅλες τίς ἀπαιτούμενες προϋποθέσεις, ἰδίως την προϋπόθεση τῆς παραγράφου 4 τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ (ἔκριση ὑπό τῆς ΙΑΤΑ), ἐνῶ ή ἑταιρία, υπέρ τῆς ὁποίας κατεκυρώθη ὁ διαγωνισμός, ευρισκομένη ἁπλῶς ὑπό σύσταση, δέν την ἔχει ούτε σήμερα ἀκόμη»
«... ἡ αίτηση τῆς ἑταιρίας, υπέρ τῆς ὁποίας κατεχωρήθη ὁ διαγωνισμός γιά την χορήγηση ἀδείας ἀσκήσεως εμπορίας, εκκρεμεί στό ἁρμόδιο υπουργείο».
Κατά τήν προφορική διαδικασία οἱ προσφεύγοντες δέν ἠρνήθησαν ὅτι τό περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ έγγράφου ἀπεδείκνυε ὅτι οἱ ἀρχές τοῦ Λουξεμβούργου καί τά άτομα τά όποια εἶχαν ἀπευθυνθεί πρός αυτές, ἐγνώ-ριζαν ὅτι ἡ 'Επιτροπή είχε επιλέξει τήν εταιρία Hapag-Lloyd. Τόνιζαν, ὅμως, ὅτι ή επιστολή αυτή δέν εἶχε γραφεί ἀπό τους ιδίους ούτε κατ' εντολή τους, άλλα μετά ἀπό παρέμβαση τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐμπορικοῦ επιμελητηρίου τοῦ Λουξεμβούργου ἐπί πλέον, ὁ ἀνωτέρω επελήφθη τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς πού ἀπέκλειε τους προσφεύγοντες όχι ὅμως καί τῆς προσβαλλομένης ἀποφάσεως, δηλαδή αυτής μέ τήν ὁποία προεκρίθη ἡ γερμανική εταιρία.
Ή ἀνωτέρω επιχειρηματολογία δέν μᾶς φαίνεται πειστική. Νομίζουμε πώς εἶναι ἀμφίβολο ένα κλαδικό σωματείο τῆς Συνομοσπονδίας εμπορίου τοῦ Λουξεμβούργου νά μή ἔχει ἀναμιχθεί σέ ένα διάβημα τοῦ ἐμπορικοῦ επιμελητηρίου τοῦ Λουξεμβούργου. Παρά τό ὅτι αυτοί οἱ δύο ὀργανισμοί επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς, εἶναι σαφές ὅτι διατηροῦν κατ' ἀνάγκη στενές επαφές. Ἀφ' ἑτέρου, εἶναι άνευ σημασίας τό ἄν ἡ παρέμβαση πού κατέληξε στην επιστολή τῆς 17ης Μαρτίου 1981 στηρίζεται μᾶλλον στόν ἀποκλεισμό των προσφευγόντων καί ὄχι στην ἀπόφαση επιλογής τῆς εταιρίας Hapag-Lloyd τό μόνο πού πρέπει νά ἐξετασθεί εἶναι τό κατά πόσον οἱ προσφεύγοντες ἐγνώριζαν ή ὄχι αυτήν τήν ἀπόφαση πρό τῆς 17ης Μαρτίου 1981.
Κατά τήν γνώμη μας, ἀπό τά ἀποσπάσματα πού παραθέσαμε, τεκμαίρεται μέ ἀσφάλεια ἡ γνώση τῶν προσφευγόντων. 'Εν τούτοις, καί ἄν ἀκόμη ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ σημείου παρείχατε στους προσφεύγοντες τό ευεργέτημα τῆς ἀμφιβολίας, ἡ προσφυγή τους, κατά τήν γνώμη μας, εἶναι σαφώς ἀπαράδεκτη βάσει άλλων σκέψεων.
β)
Ή ὑπό κρίση προσφυγή ἠσκήθη ἀπό δύο διαφορετικούς προσφεύγοντες: ἀφ᾽ ενός, ἀπό τό σωματείο Groupement des agences de voyages, ενταγμένο στην 'Ομοσπονδία έμπόρων τοῦ Μεγάλου Δουκάτου τοῦ Λουξεμβούργου πού, μετά τήν άσκηση τῆς προσφυγής, μετωνομάσθη σέ Συνομοσπονδία εμπορίου τοῦ Λουξεμβούργου, επίσης ὑπό τήν μορφή σωματείου ἀφ᾽ ἑτερου, ἀπό «καί ἐφ᾽ ὅσον παρίσταται ἀνάγκη τά δέκα πρακτορεία ταξιδιών, συνενωμένα ὑπό τήν μορφή εταιρίας περιωρι-σμένης ευθύνης ὑπό σύσταση τῆς SEV (Société européenne de voyages)».
1)
Όσον άφορᾶ τήν SEV, ἀπό τίς ἀγορεύσεις καί, εἰδικώτερα, ἀπό τίς διευκρινίσεις ἐπί τῆς «ταυτότητας τῶν προσφευγόντων», προκύπτει ὅτι δέν πρόκειται γιά έναν έκαστο ἀπό τους Ιδρυτές τῆς SEV θεωρούμενο ut singuli, άλλά γιά τήν ἴδια τήν ἑταιρία καί μόνον αυτήν. Όμως, είναι βέβαιο ὅτι ἡ ἑταιρία αυτή εἶναι ὑπό σύσταση καί, συνεπώς, κατά τό εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο — στό όποιο ἀνατρέ-χομε ελλείψει σχετικοῦ κανόνος κοινο-τικοῦ δικαίου — στερείται νομικής προσω-πικότητος, ὅπως προκύπτει ἀπό τό άρθρο 9, παράγραφος 4, τοῦ λουξεμβουργιανοῦ νόμου τῆς 10ης Αυγούστου 1915, περί ἑταιριών (ὅπως ισχύει μέ τόν νόμο τῆς 23ης Νοεμβρίου 1972).
Συνεπώς, τίθεται τό ερώτημα ἐάν μία ἕνωση, ἡ ὁποία δέν έχει ἡ δέν έχει ἀποκτήσει ἀκόμη νομική προσωπικότητα, έχει την ικανότητα ἀσκήσεως προσφυγής ἀκυρώσεως ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ή οιασδήποτε άλλης προσφυγής. Ή ἀπάντηση είναι προφανής καί προκύπτει ήδη ἀπό τό ἴδιο τό άρθρο 173, παράγραφος 2, παρ' ὅλο πού ἡ διατύπωση του εἶναι ευρύτατη: «Κάθε φυσικό ἡ νομικό πρόσωπο ...». Θά ἠδυνάμεθα, ἐν ἀνάγκη, να ἐπικαλεσθοῦμε τό κύρος τοῦ γενικού εισαγγελέως Lagrange ὁ όποιος ἀπό τό 1963 εἶχε διατυπώσει την γενικότερη γνώμη ὅτι «τό μόνο τό όποιο θέλουμε νά τονίσουμε ἀπό τήν εξέταση αὐτῶν τῶν κειμένων εἶναι ὅτι ἡ συνθήκη φαίνεται νά ἀπαιτεί τήν ύπαρξη τῆς νομικῆς προσωπικόνητος γιά τήν άσκηση οἱουδήποτε ενδίκου μέσου. Ή συνθήκη, ἀναφέροντας κατ' επανάληψη τά “νομικά πρόσωπα” δίπλα στά “φυσικά πρόσωπα”, έχει ὑπ᾿ ὄψη πρόσωπα, ὅπως τά φυσικά, ἱκανά νά εἶναι υποκείμενα δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων καί, κατ' ἀκολουθία, νά διαθέτουν νομική προσωπικότητα. Δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι, ὑπό τό καθεστώς τῆς συνθήκης, μόνον ένα τέτοιο “πρόσωπο” εἶναι Ικανό νά εἶναι διάδικος ...» (προτάσεις τῆς 5ης Νοεμβρίου 1963 στην ὑπόθεση 15/63, Rec. 1964, σσ. 108-109, τίς όποιες υἱοθέτησε τό Δικαστήριο στην διάταξη του τῆς 14ης Νοεμβρίου 1963).
Ἔτσι, καθ' ὅσον — έστω καί επικουρικώς — ἀσκείται προσφυγή ἀπό τήν SEV, ὑπό σύσταση εμπορική εταιρία κατά τό δίκαιο τοῦ Λουξεμβούργου, θεωρούμε τήν προσφυγή ἀπαράδεκτη.
Ἐάν τήν ὑπό κρίση προσφυγή είχαν ἀσκήσει οἱ ίδιοι οἱ ιδρυτές τῆς ἑταιρίας θά ήταν δυνατό νά δοθεί διαφορετική λύση. Συνηθίζεται σέ ὁρισμένα κράτη μέλη, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τό Λουξεμβούργο, περισσότερες ἑταιρίες νά συνενώνονται προκειμένου νά μετάσχουν ἀπό κοινού σέ δημοπρασίες ἡ σέ διαγωνισμούς. Πρός ἀποφυγή τῶν εξόδων πού συνεπάγονται οἱ νομικές αυτές ενέργειες δέν συγκροτούν πραγματική ἑταιρία παρά μόνον ἐάν επιλεγούν. Σέ παρόμοια περίπτωση, θεωρούμε ὅτι ἡ ἀπόρριψη ὡς ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγής, τήν ὁποία θά ἠδύναντο νά ἀσκήσουν ἀπό κοινού ὡς ἱδρυτές τῆς μελλούσης ἑταιρίας, θά συνεπήγετο ἀποστέρηση τους ἀπό κάθε ένδικο μέσο, κατά παράβαση τῆς ἀρχής «ubi jus, ibi remedium», ἀρχή ἡ ὁποία δέν υπάρχει λόγος νά μήν εφαρμόζεται καί στό κοινοτικό δίκαιο.
2)
Όσον άφορᾶ τό Groupement des agences de voyages, ἡ Ἐπιτροπή προέτεινε ένσταση ἀπαραδέκτου ἐπί τῆ βάσει τῆς φύσεως του ὡς σωματείου. Κατά τήν 'Επιτροπή, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1, παράγραφος 1, τοῦ λουξεμβουργιανοῦ νόμου περί σωματείων, τῆς 21ης 'Απριλίου 1928, ένα τέτοιο σωματείο δέν δύναται νά ἀσκήσει βιομηχανικές ἡ εμπορικές δραστηριότητες ούτε νά επιδιώξει τόν πορισμό υλικού ὀφέλους προς τά μέλη του. Ἄρα, τό σωματείο δέν διαθέτει τήν Ικανότητα ἀσκήσεως προσφυγής ἀκυρώσεως κατά ἀποφάσεως μέ τήν ὁποία επελέγη μία εταιρία γιά νά ἀναλάβει ένα γραφείο ταξιδιών, δραστηριότης πού έχει εμπορικό χαρακτήρα.
Τό Groupement υποστηρίζει, ἀφ᾿ ἑνός μέν, ὅτι ἤσκησε τήν προσφυγή του μέ σκοπό τήν εξασφάλιση τῆς προστασίας τῶν επαγγελματικών συμφερόντων τῶν μελών του, σύμφωνα πρός τό άρθρο 2 τοῦ καταστατικού του, ἀφ᾿ έτερου δέ, ὅτι ἡ προσφυγή του έχει επίσης ἀντικειμενικό χαρακτήρα, δηλαδή νά εξασφαλίσει τήν τήρηση τῆς διαδικασίας, ὅπως τήν καθόρισε ἡ Ἐπιτροπή μέ τήν προκήρυξη τοῦ διαγωνισμού, διαδικασία ἡ ὁποία, κατά τήν γνώμη του, παρεβιάσθη ἀπό τήν Ἐπιτροπή μέ τήν επιλογή τῆς πρόσφορᾶς τῆς ἑταιρίας Hapag-Lloyd. Προσθέτει ὅτι παρόμοια προσφυγή θά ήταν παραδεκτή ενώπιον τοῦ Comité du Contentieux du Conseil d'État (Συμβουλίου Επικρατείας) τοῦ Λουξεμβούργου, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τήν ἀπόφαση του τῆς 9ης 'Ιουλίου 1969 στην υπόθεση Walter et cons., Conzémius et cons, et Ordre des architectes κατά Ministre des travaux publics (Pasicrisie luxembourgeoise, τόμος XXI, σ. 113).
Ἔτσι, τό πρόβλημα τίθεται ἀπό ἀμφότερα τά μέρη στό πεδίο τοῦ ἐθνικού δικαίου τοῦ προσφεύγοντος. Ὅμως, τό παραδεκτό των προσφυγῶν ἀκυρώσεως, οἱ όποιες ἀσκοῦ-νται ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἀπό συνήθειες προσφεύγοντες, κατά τήν ἔννοια τοῦ άρθρου 173, παράγραφος 2, ἐξαρτάται ἀπό εἰδικούς όρους, πιό περιοριστικούς ἀπό αυτούς πού τίθενται γιά τίς ἰδίας φύσεως προσφυγές ενώπιον τῶν ἐθνικῶν δικαστηρίων.
Τό άρθρο 173, παράγραφος 2, ὁρίζει ὅτι:
«Κάθε φυσικό ἡ νομικό πρόσωπο δύναται νά ἀσκήσει προσφυγή ... κατά τῶν ἀποφάσεων πού, ἄν καί εκδίδονται ὡς κανονισμοί ή ἀποφάσεις πού ἀπευθύνονται σέ άλλο πρόσωπο, τό ἀφοροῦν ἄμεσα κοί ἀτομικά.»
Δύναται, ἐν προκειμένω, νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς «άφορᾶ άμεσα» τόν προσφεύγοντα; Ή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, οὐσιαστικά, έχει προσδιορίσει τό περιεχόμενο τῶν εννοιών αυτῶν σέ ὑποθέσεις, κατά τις όποιες τά κοινοτικά όργανα δέν έχουν ἐξουσίες ἀπ' ευθείας διαχειρίσεως, ὅπως στην περίπτωση των διαφορῶν ἐπί θεμάτων γεωργικής πολιτικῆς. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις, τό Δικαστήριο έχει δεχθεί ὅτι πληροῦται ὁ ὅρος αὐτός ὅταν τό κράτος μέλος πού μεσολαβεί — ή, ἀκριβέστερα, ὁ ὀργανισμός παρεμβάσεως πού τό κράτος καθώρισε — «περιορίζεται στην εκτέλεση μιας ἀποστολής, τήν ὁποία τοῦ ἀνέθεσε ἡ Κοινότης, χωρίς νά έχει δικαίωμα ιδίας πρωτοβουλίας», γιά νά επαναλάβουμε τίς πάντα επίκαιρες σκέψεις τοῦ γενικού εισαγγελέως Gand στίς προτάσεις του τῆς 11ης Μαρτίου 1965 (υπόθεση 38/64, Getreide Import Gesellschaft, Rec. 1965, σ. 274).
Μήπως συμβαίνει τό ἴδιο καί ὅταν τά όργανα τῆς Κοινότητας έχουν εξουσία ἀπ' ευθείας διαχειρίσεως, ὅπως στην περίπτωση προκηρύξεως διαγωνισμῶν χάριν τῆς διευκολύνσεως τῆς λειτουργίας τῶν υπηρεσιών τους; Ή προϋπόθεση αυτή ἄν καί εἶναι προφανώς ἀναγκαία — επειδή τήν προβλέπει ἡ συνθήκη — δέν θά έχει, κατά γενικό κανόνα συγκεκριμένη σημασία ή, τουλάχιστον, θά πάψει νά έχει τήν έννοια πού τῆς ἀποδίδει ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, δηλαδή ἐφ' όσον υπάρχει ἀπ' ευθείας διαχείριση, δέν παρεμβαίνει προφανώς κάποιο εθνικό όργανο γιά τό όποιο θά ἐτίθετο τό ἐρώτημα ἄν διαθέτει ἡ όχι περιθώρια ἐκτιμήσεως.
Ἐν τούτοις, ἡ προκειμένη υπόθεση ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ὅρος «άφορᾶ άμεσα», δύναται νά ἀνακτήσει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, οἱ όποιες, ἀναμφίβολα, θά εἶναι εντελώς εξαιρετικές. Είναι δυνατό νά θεωρηθεί, πράγματι, ὅτι στά πλαίσια τῆς διαδικασίας προκηρύξεως διαγωνισμών, άφορᾶ άμεσα ένα σωματείο ή ἀπόφαση μέ τήν ὁποία επιλέγεται μία εταιρία, «ἀνταγωνίστρια εκείνης, στην ὁποία συμμετέχει ὁρισμένος ἀριθμός των μελών του»; Θέτοντας τό ερώτημα δίδεται καί ἡ ἀπάντηση. Ή ἀπόφαση άφορᾶ ἄμεσα, — καί ἀτομικά, χωρίς αμφιβολία — μόνον εκείνες τίς ενώσεις, οἱ όποιες θά ἠδύναντο οἱ ἴδιες νά εἶχαν ευνοηθεί ἀπό τήν ἀπόφαση, δηλαδή οἱ διαγωνιζόμενες ἑταιρίες, πού δέν επελέγησαν.
Τέτοια περίπτωση ἀποκλείεται γιά ένα σωματεῖο, έστω καί ἄν συνεδέετο μέ μία ἀπό τίς ἑταιρίες. 'Εδώ, πρόκειται γιά τήν ένσταση ἀπαραδέκτου πού προέβαλε ἡ 'Επιτροπή, τοποθετημένη ὅμως στά πραγματικά τῆς πλαίσια τῆς ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου διαδικασίας δηλαδή ὅτι ἡ ἀπόφαση περί κατακυρώσεως στην ἑταιρία Hapag Lloyd δέν άφορᾶ άμεσα τό Groupement des agences de voyages τοῦ Μεγάλου Δουκάτου, διότι, λόγω τῆς φύσεως του ὡς σωματείου, δέν ἠδύνατο νά εἶναι οὔτε ήταν υποψήφιο στον διαγωνισμό αυτόν.
Τελικά, τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής τοῦ Groupement δέν στηρίζεται στην έλλειψη έννομου συμφέροντος ἀλλά στόν έμμεσο χαρακτήρα τοῦ συμφέροντος του. Στην προκειμένη περίπτωση, ἀντίθετα πρός ὅσα υποστηρίζει τό Groupement, ἡ προσφυγή του ἀποσκοπεί νά υπερασπίσει έμμεσα τά κοινά συμφέροντα τῶν πρακτορείων ταξιδιών τοῦ Λουξεμβούργου, τά όποια ὄφείλε νά προστατεύσει. Πράγματι, πολύ περισσότερο ἀπό συνδικαλιστική ἡ συντεχνιακή ενέργεια ἡ προσφυγή του έχει στην πραγματικότητα τά στοιχεία μιᾶς ἀτομικής ἀγωγῆς, διότι μέ αυτήν ἐπιδιώκει τόν πορισμό ενός συγκεκριμένου οφέλους υπέρ ἑνός μέρους νῶν μελών τον ὀνομαστικά ἀναφερομένων, δηλαδή τῶν συμμετεχόντων στην ὑπό σύσταση ἑταιρία SEV. Ὡς ἐκ τούτου, βάσει τῆς ἀρχης ὅτι «μόνον ὁ φορεύς τοῦ ἀξιουμένου δικαιώματος έχει τήν εξουσία νά ἀσκήσει ἀγωγή», ἡ προσφυγή τοῦ Groupement πρέπει νά κηρυχθεί ἀπαράδεκτη μεταξύ τοῦ Groupement καί της προσβαλλομένης ἀποφάσεως παρεμβάλλεται τό φάσμα τῆς ἑταιρίας Société européenne de voyages.
γ)
Κατόπιν αὐτοῦ, παρέλκει ἡ εξέταση της τρίτης ενστάσεως ἀπαραδέκτου, τήν ὁποία ήγειρε ἡ 'Επιτροπή.
III — Κατόπιν τῶν προηγουμένων συλλογισμών, κατά τους ὁποίους ἡ ἀσκηθείσα προσφυγή πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀπαράδεκτη, θά εξετάσουμε ἐν παρόδω καί μέ συντομία τήν ουσία τῆς υποθέσεως.
Μέ τά ζητήματα πού ἀνέκυψαν ἀπό τό ερώτημα περί τοῦ ἀπαραδέκτου, ὅσον άφορᾶ τίς ἡμερομηνίες, τίς ἀναγκαίες εξουσιοδοτήσεις καί τόν χρόνο ἐνάρξεως ισχύος τους, ἐθίγη κατ' ἀνάγκη καί ἡ ουσία της υποθέσεως.
Παρά τό ὅτι επικρίνουμε εντόνως τήν ἐσφαλμένη διατύπωση, τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνσιμοῦ, γιά τήν ὁποία ἀπητεῖτο επισταμένη προσοχή πρό τῆς δημοσιεύσεως της στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα, ἐν τούτοις, ή 'Επιτροπή, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ άρθρου 51 (2) τοῦ δημοσιονομικού κανονισμού, διατηροῦσε τό δικαίωμα νά επιλέξει τήν κατά τήν κρίση τῆς πλέον συμφέρουσα προσφορά καί πρός τούτο διέθετε ευρύτατα ὅρια εκτιμήσεως προκειμένου νά προβεί σέ επιλογή μεταξύ τῶν διαγωνιζομένων.
Συνεπώς, ὁδηγούμεθα στό συμπέρασμα ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη, κατά δεύτερο δέ λόγο ἀβάσιμη καί, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 69, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας οἱ προσφεύγοντες πρέπει νά καταδικασθούν στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy