ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟῦ ΕἰΣΑΓΓΕΛέΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ἀΝΕΠΤύΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 27 ΜΑΪΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Μέ ἀποφάσεις τῆς 23ης 'Απριλίου καί 21ης Μαΐου 1981 τό Tribunal de grande instance τῆς Bayonne υπέβαλε στό Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα, σχεδόν ταυτόσημα μέ εκείνα στά όποια εδόθη ήδη ἀπάντηση μέ τίς ἀποφάσεις σας της 8ης Δεκεμβρίου 1981 πού ἐξεδόθησαν ή μία στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 180 καί 266/80 (Crujeiras Tome καί Yurrita) καί ή άλλη στην υπόθεση 181/80 (Arbelaiz-Emazabel).
Τά περιστατικά τῶν υποθέσεων τῆς κυρίας δίκης ὁμοιάζουν επίσης μέ τά περιστατικά των υποθέσεων πού προανεφέρθησαν: Ισπανοί ἁλιείς συνελήφθησαν ἁλιεύοντες, χωρίς κοινοτική άδεια, στην θαλασσια ζώνη 200 μιλίων ἀπό τίς γαλλικές ἀκτές στόν 'Ατλαντικό, κατά δέ τῶν υπευθύνων ἀπηγγέλθη ἡ κατηγορία ὅτι παρεβίασαν τίς γαλλικές διατάξεις περί ἀστυνομεύσεως της ἁλιείας, οἱ ὁποίες διασφαλίζουν καί τήν τήρηση τῶν κοινοτικών διατάξεων. Μετά ἀπό τήν διευκρίνιση αὐτή, οἱ δικαστές τῆς Bayonne ἤγειραν ἐκ νέου τό ζήτημα τοῦ κύρους έναντι προγενεστέρων διεθνῶν δεσμεύσεων καί, σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, τοῦ ἀντιταξίμου έναντι των Ισπανῶν υπηκόων τοῦ συνόλου τῶν κανονισμών τοῦ Συμβουλίου περί ὁρισμένων προσωρινών μέτρων διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων πού εφαρμόζονται ἐπί ἁλιευτικών ὑπό ισπανική σημαία.
Γνωρίζομε ὅτι οἱ ἐν λόγω κανονισμοί ὄχι μόνο εξαρτούν ἀπό ὁρισμένες προϋποθέσεις τήν ενάσκηση ἁλιείας ἀπό Ισπανικά πλοία εντός τῆς ἀποκλειστικής οἰκονομικῆς ζώνης τῆς Κοινότητος πού εκτείνεται στον 'Ατλαντικό ωκεανό καί στην Βόρειο Θάλασσα πέραν τῆς αἰγιαλίτιδος ζώνης, άλλά συγχρόνως επιβάλλουν νέους ὅρους ἐνασκήσεως τῆς ἁλιείας ἀπό τά ἐν λόγω πλοία ἐντός τῆς γαλλικής αἰγιαλίτιδος ζώνης καί εἰδικότερα εντός τῆς ἀποκλειστικής ζώνης ἁλιείας μεταξύ 6 καί 12 μιλίων. Είναι εὔκολο νά διαπιστωθεί ὅτι οἱ υποθέσεις 137 καί 140/81 (Campandeguy Sagarzazu καί Echevarría Sagasti) ὁμοιάζουν μέ ἐκείνη τῆς ἀποφάσεως Crujeiras Tome — Yurrita, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ἡ ἀμφισβητούμενη κοινοτική ρύθμιση εξετάζεται κατά τό μέτρο πού τυγχάνει εφαρμογής ἐπί πράξεων αλιείας πού έλαβαν χώρα μεταξύ 12 καί 200 μιλίων, ἐνῶ οἱ υποθέσεις 138 καί 139/81 (Marticorena-Otazo καί Prego Parada) ἀντιστοιχούν ἀκριβώς στην υπόθεση Arbelaiz-Emazabel, δεδομένου ὅτι ἀφορούν πράξεις ἁλιείας πού ἀπαγορεύονται εντός τῆς γαλλικής αἰγιαλίτιδος ζώνης.
Μέ ἀμφότερες τίς προαναφερθεῖσες ἀποφάσεις του τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1981, τό Δικαστήριο ἐξήτασε τό ζήτημα τῆς επιπτώσεως, ὅσον άφορᾶ τό κύρος τῶν ὑπό κρίση κοινοτικών διατάξεων, τῶν «προγενεστέρων διεθνών δεσμεύσεων», πού ἀπορρέουν κυρίως ἀπό τήν σύμβαση τοῦ Λονδίνου περί ἁλιείας, τῆς 9ης Μαρτίου 1964, καθώς καί ἀπό τήν σύμβαση τῆς Γενεύης περί ἁλιείας καί διατηρήσεως τῶν βιολογικών πόρων τῆς ἀνοικτής θαλάσσης, τῆς 29ης 'Απριλίου 1958 (πού ἀναφέρεται στην ἀπόφαση Crujeiras Tome — Yurrita) καί ἀπό τήν γαλλοϊσπανική συμφωνία περί ἁλιείας, τῆς 20ής Μαρτίου 1967 (πού ελήφθη ὑπ' ὄψη στην ἀπόφαση Arbelaiz-Emazabel). Μετά ἀπό εξαντλητική καί ενδελεχή έρευνα, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι δέν προέκυψαν στοιχεία ἰκανά νά επηρεάσουν τό κύρος τῶν κανονισμών 2160 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 30ής Σεπτεμβρίου 1977 (ἀπόφαση Arbelaiz-Emazabel) καί 1744, τῆς 24ης 'Ιουλίου 1978 (ἀπόφαση Crujeiras Tome — Yurrita) καί ὅτι επομένως οἱ ἐν λόγω κανονισμοί ἀντιτάσσονται έναντι τῶν ἰσπανῶν υπηκόων.
Κατά τήν γνώμη μου, ἡ ἐν λόγω άποψη τοῦ Δικαστηρίου εἶναι ὀρθή γιά τό σύνολο τῆς προσωρινής ρυθμίσεως πού ἐθέσπισε τό Συμβούλιο ἐπί θεμάτων ἁλιείας ἀπό πλοία ὑπό ισπανική σημαία ἀπό τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1977, ημερομηνίας θεσπίσεως τοῦ κανονισμοῦ 373 τοῦ Συμβουλίου, μέχρι τῆς ημερομηνίας ενάρξεως Ισχύος τῆς συμφωνίας περί ἁλιείας πού υπεγράφη στίς 15 'Απριλίου 1980 μεταξύ τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας (ἤτοι μέχρι τῆς 22ας Μαΐου 1981), ἡμέρας ενάρξεως ισχύος τοῦ κανονισμοί) 554 τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1981. Πράγματι, τά κύρια επιχειρήματα ἐπί τῶν ὁποίων ερείδονται οἱ δύο ἀποφάσεις τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1981, ἀφορούν ὁλόκληρο τό προσωρινό καθεστώς ἁλιείας πού καθιέρωσε ή Κοινότης έναντι τῶν ισπανικών πλοίων ἀπό τό 1977: ἀναφέρομαι στό ἐπιχείρημα της συνεχούς συνεργασίας μέ τίς ισπανικές ἀρχές γιά τήν ἀναπροσαρμογή τοῦ ἐν λόγω καθεστώτος (σκέψεις 14 έως 16 τῆς ἀποφάσεως Crujeiras Tome — Yurrita σκέψεις 27-28 τῆς ἀποφάσεως Arbelaiz-Emazabel) καί στην ἀναγνώριση ὅτι «τό προσωρινό καθεστώς πού ἐθέσπισε ἡ Κοινότης δυνάμει τῶν ιδίων, τῆς κανόνων εντάσσεται στό πλαίσιο τῶν σχέσεων πού καθιερώ-θησαν μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας γιά τήν επίλυση τῶν προβλημάτων πού ἀφορούν τά μέτρα διατηρήσεως καί τήν ἐπέκταση τῶν ἁλιευτικών ζωνών, καθώς καί γιά τήν ἀμοιβαία διασφάλιση τῆς προσβάσεως τῶν ἁλιέων στά ὕδατα πού υπόκεινται σέ παρόμοια μέτρα. Οἱ ἐν λόγω σχέσεις ἀντικατέστησαν τό προηγουμένως εφαρμοζόμενο ἐπί τῶν ἐν λόγω ζωνῶν καθεστώς, ώστε νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ γενική εξέλιξη τοῦ διεθνούς δικαίου στόν τομέα τῆς ἁλιείας στην ἀνοικτή θάλασσα, καθώς καί ἡ ὁλοένα επιτακτικότερη ἀνάγκη διατηρήσεως τῶν βιολογικών πόρων τῆς θαλάσσης» (σκέψη 18 της πρώτης ἀποφάσεως σκέψεις 29-30 τΐ|ς δευτέρας).
Δέν θεωρώ επομένως ἀναγκαίο νά επαναλάβω ἐδῶ τίς σκέψεις πού εἶχα τήν ευκαιρία νά ἀναπτύξω μέ τίς προτάσεις μας τῆς 5ης Σεπτεμβρίου 1981 ἐπί τῶν ὑποθέσεων 180, 181 καί 266/80, ούτε καί νά ὑπομνήσω τό σύνολο τοῦ περιεχομένου τῶν δύο ἀποφάσεων τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1981. Τόσο τά πραγματικά περιστατικά, ὅσο καί τά προδικαστικά ερωτήματα ὁδηγούν, ὅπως προανέφερα, στην σχεδόν πλήρη ταύτιση μεταξύ τῶν προαναφερθεισῶν υποθέσεων καί τῶν προκειμένων ἡ πρό πενταμήνου εκδοθείσα ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου νομίζω ὅτι έχει συμπαγή δομή κανένα στοιχείο δέν προετάθη ἀπό τό παρα-πέμπον δικαστήριο κατά συνέπεια, δέν υπάρχει λόγος ἡ ἐκδοθησομένη ἀπόφαση νά έχει διαφορετικό περιεχόμενο.
2.
Πρέπει νά σημειωθεί ὅτι στίς ποινικές δίκες ἀπό τίς όποιες ἀνέκυψαν οἱ υποθέσεις 138 καί 139/81, οἱ Marticorena-Otazo καί Prego Parada διώκονται καί γιά τήν παράβαση, ἡ ὁποία συνίσταται στην χρήση δικτύων πού δέν ήταν σύμφωνα μέ τίς ισχύουσες περί βροχίδων διατάξεις. Αὐτό ἠνά-γκασε τό Tribunal νά περιλάβει μεταξύ τῶν εφαρμοστέων διατάξεων καί εκείνες τῶν κοινοτικών κανονισμών 2527 τῆς 30ής Σεπτεμβρίου 1980, 3458 τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1980 καί 272 τῆς 27ης 'Ιανουαρίου 1981, χωρίς ὅμως αὐτό νά επιφέρει οἱαδήποτε τροποποίηση τοῦ περιεχομένου τῶν προδικαστικών ερωτημάτων, τά ὁποια ἀναφέρονται κατά τρόπο γενικό στους «κανονισμούς περί ὁρισμένων προσωρινών μέτρων διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων πού εφαρμόζονται ἐπί τῶν ὑπό ἰσπανική σημαία πλοίων», τό ίδιο συμβαίνει μέ τά υποβαλλόμενα στίς υποθέσεις 137 καί 140/81 ερωτήματα. Συνεπώς οἱ δικαστές τῆς ουσίας έκριναν ὀρθώς ὅτι οἱ ἐν λόγω τρεις κανονισμοί εμπίπτουν στό σύνολο τῶν μέτρων περί διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων. Καί πράγματι, προκειμένου περί κανόνων πού επιδιώκουν τόν αυτό σκοπό, ήτοι τήν προστασία τοῦ θαλασσίου περιβάλλοντος, πού επιδιώκουν καί οἱ διατάξεις περί ἀδειων ἁλιείας (ὅπως ἀποδεικνύεται άλλωστε καί ἀπό τόν τίτλο τῶν ὑπό κρίση κανονισμών: «τεχνικά μέτρα διατηρήσεως τῶν ἁλιευτικῶν πόρων»), δέν υφίσταται κανένας λόγος πού νά δικαιολογεῖ ὅτι ἀπό τήν ἀντιπαράθεση μέ τίς προγενέστερες διεθνείς συμφωνίες πού ἀνεφέρθησαν εἶναι δυνατή ή συναγωγή συμπερασμάτων διαφόρων εκείνων τά όποια εξήχθησαν σέ σχέση μέ τους ἀφορῶντες τήν αλιεία κανονισμούς. Ή διαφορά πού ἐπεσημάνθη μεταξύ τῶν υφισταμένων καταστάσεων πραγμάτων στίς υποθέσεις 138 καί 139/81 καί εκείνων ἀπό τίς όποιες ἀνέκυψαν οἱ υποθέσεις 137 καί 140/81, πιστεύω ὅτι δέν δικαιολογεί οιαδήποτε ἀπόκλιση ἀπό τήν χαραχθεῖσα μέ τίς ἀποφάσεις τῆς 8ης παρελθόντος Δεκεμβρίου γραμμή.
3.
'Απομένει ένα ζήτημα πού συνεκέντρωσε τήν προσοχή τῶν διαδίκων (ἰδίως κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικῆς διαδικασίας) καί ἔδωσε στην υπεράσπιση των κατηγορουμένων στην κυρία δίκη τήν ευκαιρία νά προβάλουν ένα στοιχείο πού παρουσιάζει κάποιο ἐνδιαφέρον ώστε νά ἰσχυρισθοῦν ὅτι τρεις ἀπό τίς παροῦσες υποθέσεις καταλήγουν σέ διαφορετικό ἀποτέλεσμα σέ σχέση μέ τίς προμνησθεῖσες. Πρόκειται γιά τήν έξῆς άποψη : οἱ άνευ ἀδείας ἁλιευτικές δραστηριότητες οἱ όποιες συνιστούν τό πραγματικό περιστατικό όλων τῶν ἀνωτέρω υποθέσεων, έλαβαν χώρα στίς 2 Φεβρουαρίου 1981, ὅσον άφορᾶ τους Campandeguy Sagarzazu καί Marticorena-Otazo (υποθέσεις 137 καί 138), στίς 9 Φεβρουαρίου 1981, ὅσον άφορᾶ τόν Prego Parada (ὑπόθεση 139), καί τέλος στίς 10 Μαρτίου 1981, ὅσον άφορα τόν Echevarría Sagasti (υπόθεση 140/81). Κατά τήν ὡς άνω τελευταία όμως ημερομηνία ίσχυε ὁ κανονισμός 554/81, τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1981, ὁ όποιος επέτρεπε τίς ἁλιεύσεις μέχρι τήν 31η Μαΐου μέ τήν χορήγηση κοινοτικής ἀδείας στά ισπανικά πλοία: συνεπῶς, τά στοιχεῖα τῆς υποθέσεως 140/81 εἶναι ταυτόσημα μέ ἐκείνα τῶν ὑποθέσεων Crujeiras Tome — Yurrita ἀκόμη καί ἐξ ἐπόψεως τοῦ εἰδικοῦ νομικοῦ πλαισίου (μέ άλλα λόγια ἡ πράξη ἁλιείας πρέπει νά εκτιμηθεί ὑπό τό φως ενός ἀπό τους κανονισμούς πού θεσπίζουν προσωρινά μέτρα διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων). Τόσον ὅμως ἡ 2α ὅσο καί ἡ 9η Φεβρουαρίου 1981 εμπίπτουν σέ χρονική περίοδο κατά τήν ὁποία κανείς κανονισμός τοῦ είδους αὐτοῦ δέν ἴσχυε. Πράγματι, ὁ κανονισμός 3305/80, τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1980 παρέτεινε ἀπό τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1980 μέχρι τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1981 γιά τά ισπανικά πλοία τήν ἰσχύ των ἀδειῶν ἁλιείας οἱ όποιες είχαν χορηγηθεί βάσει τοῦ κανονισμοῦ 1719/80, της 30ής 'Ιουνίου 1980, τό δέ καθεστώς των ἀδειῶν δέν επανήλθε παρά μόνο μέ τόν μεταγενέστερο κανονισμό 554/81, τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1981, πού προαναφέρθη καί ἐτέθη σέ ἰσχύ στίς 4 Μαρτίου (ήτοι τήν ημερομηνία δημοσιεύσεως του). Συνεπῶς, κατά τό μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου καί 3ης Μαρτίου 1981 διάστημα κανένα μέτρο δέν ὑφίστατο περί ἐνασκήσεως ἁλιείας ἐκ μέρους τῶν ισπανικών πλοίων, ὅσον άφορᾶ τήν ἁλιευτική ζώνη τῶν υποκειμένων στην κοινοτική ρύθμιση κρατών μελών.
Ή υπεράσπιση τῶν ενδιαφερομένων γιά τήν έκβαση τῶν υποθέσεων 137, 138 καί 139/81 ἁλιέων ἐχρησιμοποίησε τήν περίπτωση αὐτή ὡς επιχείρημα γιά νά υποστηρίξει ὅτι κατά τήν διάρκεια τῆς ἐν λόγω περιόδου ἀναστολής τοῦ κοινοτικοῦ καθεστώτος τῶν ἀδειων, οἱ ισπανοί ἁλιείς θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὅτι ήταν ἐλεύθεροι νά ἀσκοῦν τήν δραστηριότητά τους εντός τῆς ἐν λόγω ἁλιευτικῆς ζώνης. Αὐτό προκύπτει καί ἀπό κάποια ἑρμηνεία τῆς συμφωνίας περί ἁλιείας πού συνήφθη στίς 15 Ἀπριλίου 1980 μεταξύ τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας, ή ὁποία ἐφηρμόζετο προσωρινώς ἀπό τῆς ημερομηνίας υπογραφής της. Ὁ εκπρόσωπος τῆς γαλλικής κυβερνήσεως, παρετήρησε ὅτι ἐν ὅσω ἡ κοινοτική ρύθμιση περί ἀδειων εἶχε ἀνασταλεί, έπρεπε νά εφαρμόζονται οἱ ισχύουσες εθνικές διατάξεις.
Κατ' ἀρχάς παρατηρώ ὅτι δέν δύναται νά ἀγνοηθεί ἤ νά λησμονηθεί τό περιεχόμενο τῶν προδικαστικών ερωτημάτων πού υπέβαλε τό Tribunal τῆς Bayonne: βάσει τῶν ἐν λόγω ερωτημάτων τό Δικαστήριο καλείται νά «ἀποφανθεί». Συνεπώς, τό τεθέν ζήτημα περιορίζεται στό κύρος καί τό ἀντιτάξιμο έναντι τῶν Ισπανών υπηκόων τῶν κοινοτικών μέτρων περί διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων, τά όποια ὅπως γνωρίζουμε ἐθεσπίσθησαν κατά τό διάστημα μεταξύ 1977 καί 1981. Ή ἀπουσία παρομοίων μέτρων ἡ καλύτερα ειδικών μέτρων περί ἀδειων ἁλιείας μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου καί 3ης Μαρτίου 1981 εἶναι ένα γεγονός πού ἐναπόκειται στους δικαστές τῆς κυρίας δίκης νά εκτιμήσουν: στην συγκεκριμένη περίπτωση δέν ζητείται ἀπό τό Δικαστήριο τό πώς πρέπει νά ἑρμηνευθεῖ τό κοινοτικό νομικό καθεστώς σέ σχέση μέ τήν ἁλιευτική δραστηριότητα τῶν ισπανικών πλοίων κατά τήν διάρκεια τῆς συγκεκριμένης αυτής περιόδου. Οἱ υποθέσεις πού εξετάζονται, ὁπως καί οἱ προγενέστερες συναφείς τους, ἀπαιτοῦν μία ὀρθή ἀντιμετώπιση: εγείρουν φυσικά πολλά ζητήματα καί παρουσιάζουν ποικίλες ὄψεις, πλην ὅμως τό Δικαστήριο δέν δύναται νά ἀποφανθεί ἐπί ὅλων αυτών τῶν ὄψεων καί ζητημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση δέν τίθεται θέμα διορθώσεως ή κατανοήσεως τοῦ συγκεκριμένου περιεχομένου ἑνός προδικαστικοῦ ερωτήματος συντεταγμένου ἀτελώς πρόκειται ἀντιθέτως περί ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐθνικοῦ δικαστοῦ μέ τήν ἀντιμετώπιση ερωτήματος προσδιορισμοῦ τῶν ἐφαρμοστέων διατάξεων, ἐνῶ ὁ εθνικός δικαστής ἐζήτησε τόν έλεγχο τῆς νομιμότητος ὁρισμένων κανονισμών. Κατά τήν γνώμη μου, παρόμοια διεύρυνση τοῦ πεδίου τῶν προδικαστικών ερωτημάτων, συνιστᾶ ἀπόπειρα τῶν ενδιαφερομένων μερών, πού δέν θά έπρεπε νά ευνοηθεί ἀπό τό Δικαστήριο.
4.
Πάντως, δέν θά παραλείψω νά εκφράσω τήν άποψη μου ἐπί τῆς προβαλλόμενης ελευθερίας τῆς ἁλιείας κατά τήν περίοδο πού ήταν ἀδύνατη ἡ χορήγηση ἀδειων λόγω ἀνυπαρξίας εφαρμοστέων κοινοτικών κανονισμών. Ό συνήγορος τῶν κατηγορουμένων στην κυρία δίκη αλιέων ὑπεγράμμισε ὀρθώς ὅτι κατά τήν ίδια περίοδο έφηρμόζετο ήδη προσωρινώς ή ἀναφερθείσα συμφωνία περί ἁλιείας μεταξύ τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας, τῆς 15ης 'Απριλίου 1980, τό άρθρο 4 τῆς ὁποίας ὁρίζει: «κάθε συμβαλλόμενος δύναται νά ἀποφασίζει ὅτι ἡ ἐκ μέρους τῶν ἁλιευτικών τοῦ ἀντισυμβαλλομένου άσκηση δραστηριότητος εντός τῆς υποκείμενης στην δικαιοδοσία τῆς ζώνης υπόκειται στην χορήγηση ἀδειων». Σύμφωνα μέ τήν άποψη τῆς υπερασπίσεως, τό γεγονός ὅτι ἡ κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπο εἰσαγωγή τοῦ καθεστώτος τῶν ἀδειων ἀνήκει στην διακριτική ευχέρεια τοο συμβαλλομένου ἀποδεικνύει ὅτι, ελλείψει κανόνων προβλεπόντων τήν χορήγηση ἀδειῶν, οἱ ισπανοί ἁλιείς είναι ελεύθεροι νά ἀσκήσουν τήν δραστηριότητά τους ἐντός τῶν κοινοτικών υδάτων.
Ή ἐν λόγω άποψη δέν ἀντέχει σέ κριτική. Κατ' ἀρχάς, εἶναι προφανές ὅτι οἱ διατάξεις μιᾶς συμφωνίας πρέπει νά ἐνταχθοῦν στό πλαίσιο τῆς συμφωνίας αυτής τό προαναφερθέν άρθρο 4 εἰδικότερα πρέπει νά διαβασθεί ὑπό τό φῶς τῶν ἀμέσως προηγουμένων άρθρων. Τό άρθρο 2 ὁρίζει ὅτι ή πρόσβαση στην υποκείμένη στην δικαιοδοσία κάθε συμβαλλομένου ζώνη ἁλιείας επιτρέπεται στά ἁλιευτικά τοῦ ἀντισυμβαλλομένου «ὑπό τους προβλεπόμενους στά ἑπόμενα άρθρα ὅρους». Τό άρθρο 3, παράγραφος 1, ὁρίζει ὅτι κάθε συμβαλλόμενος καθορίζει κατ' έτος γιά τήν ζώνη ἁλιείας πού ἀνήκει στην δικαιοδοσία του (α) «τόν συνολικό ἀριθμό τῶν ἁλιευμάτων πού επιτρέπεται νά ἁλιεύουν συγκεκριμένοι πληθυσμοί ἁλιέων ἡ ὁμάδες πληθυσμών ...» (β) «τόν ἀριθμό τῶν επιτρεπομένων στά ἁλιευτικά τοῦ ἀντισυμβαλλομένου ἁλιεύσεων καθώς καί τήν ζώνη ἐντός τής ὁποίας οἱ ἐν λόγω ἀλιεύσεις δύνανται νά λάβουν χώρα...» καί τοῦτο «ἀφοῦ προηγηθοῦν οἱ δέουσες ἀμοιβαίες διαβουλεύσεις». Είναι ἑπομένως σαφές ὅτι δέν υφίσταται ελευθερία προσβάσεως γιά τά ἁλιευτικά τοῦ ἑνός συμβαλλομένου στην ἁλιευτική ζώνη τοῦ ἑτερου: ἡ ἐν λόγω πρόσβαση καθίσταται εφικτή μέ «παραχώρηση», ἡ ὁποία — πρίν ἀκόμα ἐκδηλωθεί μέ τήν χορήγηση ἀδειῶν — προϋποθέτει τόν προσδιορισμό τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἁλιεύσεων πού τά ἁλιευτικά τοῦ ἀντισυμβαλλομένου δύνανται νά πραγματοποιήσουν. Ἔτσι εξηγείται ὁ προαιρετικός χαρακτήρας τοῦ καθεστώτος των ἀδειῶν: ἐκείνο πού προέχει εἶναι νά καθορισθεί τό ὅριο τῶν ἁλιεύσεων πού παραχωρούνται στά ἁλιευτικά τοῦ ἀντισυμβαλλομένου, ἐνῶ τίποτε δέν θά ἠδύνατο νά παρεμποδίσει τήν εφαρμογή μεθόδων ποσοστώσεων καί διαφόρων ἐλεγχων των άδειων. Πάντως, οἱ ἁλιείς τοῦ ενός συμβαλλομένου, γιά νά ἀσκήσουν τήν δραστηριότητά τους, υποχρεοῦνται ἐν πάση περιπτώσει νά ἀναμένουν ἀπό τόν έτερο νά προβεῖ στόν ετήσιο προσδιορισμό πού προβλέπει τό προαναφερθέν άρθρο 3, παράγραφος 1, καθώς καί τό αἴσιο πέρας των «δεουσῶν ἀμοιβαίων διαβουλεύσεων», περί των ὁποίων ὁμιλεῖ ἡ περίπτωση β τῆς ἐν λόγω διατάξεως.
'Αρκεί πάντως νά ἀναγνώσει κανείς τό προοίμιο τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ 554/81, τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1981, γιά νά ἀντιληφθεί ὅτι ὁ λόγος τῆς διακοπής των ισπανικών ἁλιευτικών δραστηριοτήτων εντός τῶν κοινοτικών ὑδάτων ἀπό 1ης Φεβρουαρίου 1981 ὠφείλετο ἀκριβώς στην καθυστέρηση τῶν σχετικών διαβουλεύσεων. Πράγματι, μέ τήν τρίτη αιτιολογική σκέψη τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ διευκρινίζεται ὅτι «ή Κοινότης καί ἡ 'Ισπανία προέβησαν σέ διαβουλεύσεις, σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται στην συμφωνία, σχετικά μέ τους ὅρούς ἀσκήσεως τῶν ἁλιευτικών δραστηριοτήτων ἀπό σκάφη κάθε συμβαλλομένου μέρους στην ἁλιευτική ζώνη τοῦ άλλου κατά τήν διάρκεια τοῦ έτους 1981» καί «ὅτι οἱ διαβουλεύσεις αὐτές ἐπερατώθησαν στίς 17 Φεβρουαρίου 1981». Περαιτέρω ὁρίζεται ὅτι «στό τέλος αυτών τῶν διαβουλεύσεων ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Κοινότητος ἀνέλαβε τήν ὑποχρέωση νά συστήσει στίς ἀρχές τῆς νά θεσπίσουν γιά τήν περίοδο αυτή ὁρισμένα μέτρα πού θά ἐπιτρέπουν στά ισπανικά σκάφη νά ἀσκοῦν ἁλιευτικές δραστηριότητες στίς ἁλιευτικές ζώνες τῶν κρατών μελών πού εμπίπτουν στό πεδίο ρυθμίσεως εφαρμογής τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως γιά τήν ἁλιεία». Τά ὁριστικά μέτρα γιά τό 1981 ελήφθησαν ἀργότερα με τόν προαναφερθέντα κανονισμό 1569/81, τῆς 1ης 'Ιουνίου 1981, μέ τόν ὁποίο ἐρρυθμί-ζοντο ὅλες οἱ ἁλιεύσεις ἐκ μέρους τῶν εξουσιοδοτημένων ισπανικών σκαφών κατά τήν διάρκεια τοῦ έτους, πλην τῆς περιόδου διακοπής ἀπό 1ης Φεβρουαρίου μέχρι 3ης Μαρτίου (άρθρο 10, παράγραφος 3). Ὅσον άφορᾶ τόν κανονισμό 554/81, εξεδόθη προσωρινώς ὅπως επιβεβαιώνει καί ὁ τίτλος του, στό πλαίσιο τῆς πολιτικής τῆς συγκυρίας περί τῆς ὁποίας τό άρθρο 103 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, γιά νά ἀποφευχθεί παράταση τῆς διακοπής πέραν τῆς 3ης Μαρτίου (βλ. τήν έκτη αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου), καθ' ὅμοιο τρόπο μέ εκείνον πού καθιέρωσε ὁ κανονισμός 3305/81, ὁ όποιος παρέτεινε τήν ἰσχύ τῶν ἀδειῶν ἀπό 31ης Δεκεμβρίου 1980, στίς 30 'Ιανουαρίου 1981.
Ἡ περιγραφείσα κατάσταση — καθυστέρηση τῶν διαβουλεύσεων καί συνεπώς καί τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ὁριστικοῦ καθεστώτος τῶν ἀδειων, ὄψιμη θέσπιση προσωρινοῦ μέτρου, ἐπακολουθήσασα ρύθμιση μέ μεταγενέστερο κανονισμό — ἐπα-νελήφθη καί κατά τό τρέχον έτος. Στίς 15 παρελθόντος Φεβρουαρίου, τό Συμβούλιο, διαπιστώνοντας ὅτι οἱ διαβουλεύσεις μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας ἐπερατώθησαν μόλις στίς 26 'Ιανουαρίου, εξέδωσε τόν κανονισμό 379/82 «ώστε νά καταστεί δυνατή ἡ ταχεία επανάληψη τῶν ἁλιευτικών δραστηριοτήτων» (3η αιτιολογική σκέψη) καί επέτρεψε τίς ἁλιεύσεις ἀπό τά ἰσπανικά ἁλιευτικά εντός τῆς κοινοτικῆς ἁλιευτικῆς ζώνης ἀπό 15ης Φεβρουαρίου μέχρι 30ῆς Ἀπριλίου 1982. Τούτο ἐσήμαινε ὅτι ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου μέχρι 15 Φεβρουαρίου 1982 οἱ δραστηριότητες τῶν ἐν λόγω ἁλιευτικών εντός τῶν κοινοτικών υδάτων είχαν παραλύσει. Ἐν συνεχεία, στίς 29 'Απριλίου, μέ τόν κανονισμό 1041/82 τό Συμβούλιο ἐξεπλήρωσε τίς υποχρεώσεις πού ἀνέλαβε κατά την διάρκεια τῶν διαβουλεύσεων μέ την 'Ισπανία, επιτρέποντας την ἀλιεία ἀπό τά ισπανικά πλοία (πάντα μέ τό σύστημα τῶν άδειων) γιά τό ἔτος 1982, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ διάρκεια περιω-ρίσθη κατά τίς πρώτες 45 ήμερες, δεδομένου ὅτι ἡ άδεια γιά τίς ἁλιεύσεις άφορᾶ τήν περίοδο ἀπό 15 Φεβρουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 1982 (άρθρο 1ο). 'Εξ άλλου, λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψη τό γεγονός ὅτι τά ενδιαφερόμενα σκάφη «θά ἁλιεύουν κατά τήν διάρκεια τμήματος μόνο τοῦ έτους 1982» (3η αιτιολογική σκέψη) καί συνεπῶς ὁ ἀριθμός τῶν άδειων παρέμεινε κατανεμημένος σέ ὁλόκληρο τό ημερολογιακό έτος. Ή πρόσφατη αυτή ρύθμιση ἐπιβεβαιοῖ, επομένως, ὅτι γιά τίς περιόδους εκείνες κατά τήν διάρκεια τῶν ὁποίων δέν ισχύουν τά κοινοτικά μέτρα διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἀλιευτικῶν πόρων, τά ισπανικά πλοία δέν δύνανται νά ἁλιεύουν εντός τῶν υδάτων τῆς ΕΟΚ.
5.
Στίς σκέψεις πού ἀπορρέουν ἀπό τό σύνολο τῆς συμφωνίας περί ἀλιείας μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας, καθώς καί ἀπό τόν τρόπο εφαρμογής της, προστίθενται τά ἀντλούμενα ἀπό τό γενικό διεθνές δίκαιο επιχειρήματα. Γνωρίζομε ὅτι ή ἐν λόγω συμφωνία συνήφθη μετά τήν επέκταση σέ 200 ναυτικά μίλια τῶν ζωνών ἁλιείας τῶν κρατών μελών στά ύδατα τοῦ Ἀτλαντικοῦ καί τῆς Βορείου Θαλάσσης (καταρτισθείσα τήν 1η 'Ιανουαρίου 1977) καί τήν ἀντίστοιχη επέκταση τῆς οικονομικῆς ζώνης τῆς 'Ισπανίας (ἀπό 15ης Μαρτίου 1978). Περαιτέρω γνωρίζομε ὅτι τόσο ή κοινοτική ὅσον καί ἡ ἰσπανική ἀπόφαση συνεμορφώθησαν πρός τήν κατεύθυνση του' νέου δικαίου τῆς θαλάσσης, τό όποιο ενεφανίσθη κατά τήν δεκαετία 70, καί ἐξεδηλώθη μέ σαφήνεια ἐπ᾽ ευκαιρία τῆς τρίτης συνδιασκέψεως τῶν Ἡνωμένων 'Εθνών γιά τό δίκαιο τῆς θαλάσσης, συνδιάσκεψη κατά τήν διάρκεια τῆς οποίας ή ἀναγνώριση τῆς οικονομικής ζώνης τῶν 200 μιλίων ἀποτελεί ένα σημείο ἐπί τοῦ οποίου υπήρχε ὁμοφωνία μεταξύ τῶν συμ-μετασχόντων κρατών. Στό προοίμιο τῆς συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος καί 'Ισπανίας βεβαιώνεται ὅτι ελήφθησαν ὑπ᾽ ὄψη οἱ εργασίες τῆς συνδιασκέψεως καί υπογραμμίζεται ὅτι ή ἐκ μέρους τῶν παρακτίων κρατών επέκταση τῶν ζωνών βιολογικών πόρων, οἱ όποιες ὑπάγονται στην δικαιοδοσία τους, πρέπει «νά εἶναι σύμφωνη μέ τίς ἀρχές τοῦ διεθνούς δικαίου». Συνεπώς, οἱ διάφορες διατάξεις τῆς ἐν λόγω συμφωνίας πρέπει νά ἑρμηνεύονται στό πλαίσιο τῶν ἐν λόγω άρχων.
Δέν υπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ υπαγωγή τῆς θαλάσσιας ζώνης μεταξύ 12 καί 200 μιλίων στην «δικαιοδοσία» τοῦ παρακτίου κράτους, ὅσον άφορᾶ τήν εκμετάλλευση τῶν οἰκονομικῶν πόρων καί ειδικότερα τήν ἁλιεία, συνεπάγεται τό δικαίωμα τοῦ ἐν λόγω κράτους νά ἀποκλείει τους ἁλιείς τρίτων χωρών, καί εἶναι ἀσυμβίβαστη πρός τήν υποτιθεμένη ελευθερία τῶν τελευταίων νά έχουν πρόσβαση στην ἐν λόγω θαλασσια ζώνη ὅταν δέν υπάρχει διεθνής συμφωνία πού νά τους τό επιτρέπει ή ειδική άδεια τῶν άρχων τοῦ παρακτίου κράτους. Κατ' ουσία τό καθεστώς πού ἐφηρ-μόσθη σταθερώς ἐπί τῆς αιγιαλίτιδος ζώνης τῶν κρατών καλύπτει σήμερα καί τήν οικονομική ζώνη (τήν δικαίως χαρακτηρισθεῖσα ὡς «ἀποκλειστική»), ἡ ὁποία πάντως περιορίζεται στην εκμετάλλευση τῶν πόρων της. Ή συμφωνία μεταξύ τῆς Κοινότητος καί της 'Ισπανίας καθιερώνει ὡς ἐκ τούτου τό καθεστώς περί ἁλιείας ἐντός τῶν «ἁλιευτικών ζωνών τῶν υπαγομένων στην δικαιοδοσία» κάθε συμβαλλομένου, χωρίς νά διακρίνει μεταξύ αιγιαλίτιδος και οικονομικῆς ζώνης ἐπί πλέον, τό προοίμιο ὁμιλεί περί ἀσκήσεως «των κυριαρχικών δικαιωμάτων ἐρεύνης, εκμεταλλεύσεως, διατηρήσεως καί διαχειρίσεως» τῶν πόρων πού περιλαμβάνονται εντός τῶν 200 μιλίων ἀπό τίς ἀκτές, χωρίς πάντα νά διακρίνει μεταξύ τῶν δύο θαλασσίων ζωνών στίς ὁποίες διακρίνονται ἀπό ἀπόψεως δικαίου τά ἐν λόγω 200 μίλια.
Είναι ἀληθές γεγονός ὅτι τό σχέδιο συμβάσεως γιά τό δίκαιο τῆς θαλάσσης, καρπός τῆς τρίτης συνδιασκέψεως τῶν Ἡνωμένων 'Εθνών πού έληξε προσφάτως, προβλέπει ὅτι κάθε παράκτιο κράτος ὀφείλει νά ἐπιτρέπει τήν ἐκ μέρους τῶν τρίτων κρατών άσκηση αλιείας ἐάν υπερκαλύπτεται ή ιδική του ἱκανότης ἁλιείας, ἐντός τῶν ἐπιβαλλομένων ἀπό τήν διατήρηση τῶν ἁλιευτικών πόρων ὁρίων (άρθρο 62, παράγραφος 2). 'Από τήν ιδία ὅμως διάταξη προκύπτει ὅτι ὁ καθορισμός τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν επιτρεπομένων ἁλιεύσεων καί τῆς Ικανότητος ἁλιείας τοῦ παρακτίου κράτους, στό όποιο καί ἀνήκουν (στην προκειμένη περίπτωση ἡ Κοινότης), καί ἐν πάση περιπτώσει ἡ πρόσβαση τῶν ἁλιέων τῶν τρίτων κρατών, εξαρτᾶται ἀπό προγενέστερη συμφωνία. 'Επί πλέον, στό τμήμα πού άφορᾶ τήν διαδικασία επιλύσεως τῶν διαφορών, οἱ όποιες ἀφοροῦν τήν ἑρμηνεία καί εφαρμογή τῆς συμβάσεως, τό σχέδιο ἐπιβεβαιώνει (στό άρθρο 297, παράγραφος 3) τόν κυριαρχικό χαρακτήρα τῶν δικαιωμάτων ἐπί τῶν βιολογικών πόρων τῆς οικονομικής ζώνης καί τήν ὡς ἐκ τούτου διακριτική ευχέρεια τοῦ παρακτίου κράτους νά καθορίζει τόν ὄγκο τῶν ἁλιεύσεων, τήν ἰδία του Ικανότητα ἁλιείας καί τόν καταμερισμό τῶν πλεονασμάτων μεταξύ τῶν τρίτων κρατών, ἐνῶ ἐπεκτείνει τήν ἐν λόγω διακριτική ευχέρεια μέχρι τέτοιου σημείου, ώστε νά ὁρίζεται ὅτι, προκειμένου περί διαφορών ἀφορωσῶν τά ἀνωτέρω κυριαρχικά δικαιώματα, τά κράτη δέν ὑποχρεοῦνται νά συμμορφώνονται πρός τίς διαδικασίες πού προβλέπει τό τμήμα 2 (άρθρα 286 καί επόμενα).
6.
Τελικά, τό γενικό διεθνές δίκαιο ὁδηγεί στό ἴδιο συμπέρασμα, στό ὁποῖο ήδη καταλήγομε μέ τήν ἀνάλυση τῆς συμφωνίας περί ἁλιείας μεταξύ Ευρωπαϊκής Οἰκο-νομικῆς Κοινότητος καί 'Ισπανίας: ἐλλείψει συστήματος ἀδειων χορηγουμένων ἀπό τήν Κοινότητα, ἀπαγορεύεται στους ξένους ἁλιεῖς νά εἰσέρχονται εντός τῆς ζώνης τῶν 200 μιλίων ἀπό τίς ἀκτές τῶν κρατών μελών πού ευρίσκονται στόν Ατλαντικό. Αὐτό ἐξηγεί καί τό ὅτι κατά τήν περίοδο πού οἱ διαβουλεύσεις μεταξύ Κοινότητος καί 'Ισπανίας περί τοῦ καθεστώτος ἁλιείας στην ἐν λόγω ζώνη παρετάθησαν καί μετά τήν λήξη ισχύος τοῦ προηγουμένου καθεστώτος, ἡ Κοινότης ἐπεδίωξε νά περιορίσει τίς ζημίες πού αυτό συνεπάγεται γιά τά ισπανικά πλοῖα, θεσπίζοντας προσωρινά μέτρα, ὅπως οἱ ἀναφερθέντες κανονισμοί 3305/80, 554/81 καί 379/82. Περαιτέρω, αυτό επιτρέπει τήν διαπίστωση τῆς δηλωτικῆς φύσεως τοῦ ἄρθρου 10, παράγραφος 3, τοῦ ἀναφερθέντος κανονισμοῦ 1569/81, σύμφωνα μέ τό όποιο «καμμία άδεια δέν ισχύει κατά τήν περίοδο ἀπό 1 Φεβρουαρίου μέχρι 3 Μαρτίου 1981. Κάθε ἁλιευτική δραστηριότητα πού ἀσκείται στην ζώνη πού αναφέρεται στό άρθρο 1 ἀπό σκάφη πού φέρουν ισπανική σημαία, ἀπαγορεύεται κατά τήν περίοδο αύτη». Μέ άλλους λόγους, ἡ ἀνωτέρω διάταξη — ἀντιθέτως πρός ὅ,τι ὑπεστήριξε ἡ υπεράσπιση τῶν κατηγορουμένων — δέν εισήγαγε ἀναδρομική ἀπαγόρευση, ἀλλ' ἐπεβεβαίωσε αὐτό πού συνίστα τήν ἀναγκαία έννομη συνέπεια ἐκ τῆς καθιερωθείσης ἀποκλειστικής ἁλιευτικής ζώνης υποκείμενης στην κοινοτική ρύθμιση καί ἐκ τῆς ελλείψεως ενός μηχανισμού άδειῶν γιά τήν ὡς άνω περίοδο.
Περαιτέρω, ὑπό τό φῶς τοῦ γενικοῦ διε-θνοῦς δικαίου καί τῆς περί ἁλιείας συμφωνίας μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς Ἰσπανίας, πρέπει νά ἀπορριφθεί ἡ άποψη σύμφωνα μέ την ὁποία υπερισχύουν τά «ιστορικά δικαιώματα» τῶν ισπανῶν ἁλιέων ἡ ὅτι ἀναβιώνουν γιά τό χρονικό διάστημα πού δέν ἰσχύουν κοινοτικές διατάξεις. Στό ἰσχύον νομικό καθεστώς τῆς θαλάσσης δέν φαίνεται νά υπάρχει θέση γιά την ἀναγνώριση ειδικής σχέσεως υπέρ των κατά παράδοση ἀσκούντων ἁλιεία εντός ὁρισμένων ἁλιευτικών ζωνών. Ὑπενθυμίζεται ὅτι τό άρθρο 3 τῆς συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκῆς Οικονομικῆς Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας επιβάλλει στά συμβαλλόμενα μέρη νά λαμβάνουν ὑπ' ὄψη γιά τόν καθορισμό δυνατοτήτων ἁλιείας ἐκ μέρους κάθε συμβαλλομένου στά ύδατα πού ελέγχει ὁ έτερος «τό ενδεχόμενο διαφυλάξεως τῶν παραδοσιακών χαρακτηριστικών τῶν ἁλιευτικών δραστηριοτήτων εντός τῶν παρακτίων παραμεθορίων ζωνών». 'Από τήν ἐν λόγω διάταξη ὅμως, δέν συνάγεται μετά βεβαιότητος τό δικαίωμα τοῦ ενός ἤ τοῦ άλλου συμβαλλομένου κράτους νά εξασφαλίζει υπέρ αὐτοῦ τήν ἐνάσκηση ἁλιείας στίς ἐν λόγω ζώνες σύμφωνα μέ τήν παράδοση. Ή σχετική παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3 περιορίζεται νά υποδείξει τους παράγοντες πού ἡ 'Ισπανία καί ἡ Κοινότης ὀφείλουν νά λάβουν ὑπ' ὄψη κατά τήν κατ' ἔτος άσκηση τοῦ δικαιώματος ἀμφοτέρων νά καθορίζουν τόν ὄγκο τῶν ἁλιεύσεων γιά τίς όποιες παρέχεται άδεια στά ἁλιευτικά τῆς ετέρας πλευράς. Ἐν τέλει, εἶναι σαφές ὅτι ὁ περιοδικός καθορισμός τοῦ ὄγκου αὐτοῦ ἀποτελεί προνόμιο κάθε κράτους εντός τῆς δικής του ἁλιευτικής ζώνης (στην προκειμένη περίπτωση τῆς Κοινότητος ἀντί τῶν μελών της) εἴτε κατά τό σχέδιο συμβάσεως γιά τό δίκαιο τῆς θαλάσσης πού κατηρτίσθη στό πλαίσιο τῶν 'Ηνωμένων 'Εθνών, εἴτε κατά τήν συμφωνία μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας, μέ συνέπεια ἡ διαφύλαξη τῶν παραδοσιακών ἁλιευτικών δραστηριοτήτων νά καταστεί ἁπλώς ένας ἀπό τους λόγους πού λαμβάνονται ὑπ' ὄψη ἀπό τήν ἀπόφαση (καί ἐνδεχομένως ἀκόμη καί κατά τήν διάρκεια τῶν προκαταρκτικών διμερών διαβουλεύσεων πού προβλέπει ἡ ἀναφερθείσα περί ἁλιείας συμφωνία).
Τέλος, πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι δύναται ίσως νά γίνεται λόγος περί ἀναβιώσεως τῶν «ιστορικών δικαιωμάτων» τῶν ἰσπανῶν ἁλιέων δυνάμει τῆς γαλλοϊσπα-νικῆς συμφωνίας περί ἁλιείας τοῦ 1967, ἐάν υποτεθεί ὅτι σέ περίοδο πού δέν ίσχυσαν κοινοτικές διατάξεις περί ἀδειων ἁλιείας, τυγχάνει εφαρμογής ἡ ρύθμιση πού ίσχυε στην Γαλλία πρό τοῦ 'Ιανουαρίου 1977. 'Η υπόθεση πάντως αύτη στερείται σημασίας. Είναι σαφές ὅτι ἡ συμφωνία μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας ἀφ' ὅτου εφαρμόζεται προσωρινώς — ήτοι ἀπό τῆς ημερομηνίας τῆς υπογραφής τῆς — κατισχύει προγενεστέρων ἐνδεχομένως ἀσυμβιβάστων συμφωνιών τῶν κρατών μελών, ασχέτως τῆς Ισχύος ἡ μή κοινοτικών κανονισμών περί ἀδειων ἁλιείας. Γενικότερα θεωρώ ὅτι ἐφ' ὅσον ἡ Κοινότης ἤρχισε ἀπό τό 1977 νά ἀσκεῖ τήν δικαιοδοσία τῆς ἐπί θεμάτων ἀλιείας, ὑπό τήν μορφή τῶν ἁλιεύσεων ἐντός τῆς ζώνης τῶν 200 μιλίων στόν 'Ατλαντικό, ἡ ἐν λόγω ἁρμοδιότης δέν «ἐπανακτᾶται» ἀπό τά κράτη μέλη ἀπό μόνο τό γεγονός ὅτι παρελείφθη νά εξασφαλισθεί ἡ συνέχεια τοῦ καθεστώτος τῶν ἀδειων. Στην πραγματικότητα, ἡ έλλειψη καθορισμοῦ γιά ὁρισμένο χρόνο τοῦ ὄγκου τῶν ἁλιεύσεων υπέρ τῆς 'Ισπανίας καί ή συνεπαγόμενη διακοπή τοῦ καθεστώτος τῶν ἀδειων, συνιστά αυτή καθαυτή επιλογή κοινοτικής πολιτικής κατά τό μέτρο πού ἀποκλείει τά ισπανικά πλοία ἀπό τήν ἁλιευτική ζώνη τῆς Ευρωπαϊκής Οἰκονο-μικῆς Κοινότητος: φαινόμενο πού πρέπει νά ἐπαναλαμβάνεται κάθε φορά πού δέν λαμβάνονται εγκαίρως προσωρινά μέτρα περί χορηγήσεως άδειων, δοθέντος τοῦ ἀποκλειστικοῦ χαρακτῆρος τῆς ἐν λόγω αλιευτικής ζώνης. Ἐξ άλλου, αυτό ἀπετέλει ήδη πυρήνα τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1976, περί επεκτάσεως σέ 200 μίλια τῶν υπαγομένων στην δικαιοδοσία τῆς Κοινότητος υδάτων μέ τό ἐν λόγω ψήφισμα τό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ἀπεφαίνετο ὅτι ἡ εκμετάλλευση τῶν ἁλιευτικῶν πόρων τῶν ἐν λόγω υδάτων ἐκ μέρους τρίτων χωρῶν θά ἐγίνετο βάσει κοινοτικών συμφωνιών μέ τίς ἐν λόγω χώρες καί συνεπώς ευλόγως εντός τῶν καθορισμένων μέ τίς ἐν λόγω συμφωνίες ὁρίων σχετικά μέ τους μηχανισμούς εφαρμογής τους.
7.
Γιά ὅλους τους προεκτεθέντες λόγους καταλήγω προτείνοντας στό Δικαστήριο νά δοθοῦν οἱ ἀκόλουθες ἀπαντήσεις στά προδικαστικά ερωτήματα πού υπέβαλε τό Tribunal de grande instance τῆς Bayonne μέ τίς αποφάσεις του τῆς 23ης 'Απριλίου καί 21ης Μαΐου 1981 στίς ὑποθέσεις 137, 138, 139 καί 140/81 :
α)
'Από τήν ἐξέταση τῶν κανονισμῶν τοῦ Συμβουλίου μέ τους ὁποίους καθιερώθησαν ὁρισμένα προσωρινά μέτρα διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων εφαρμοζόμενα ἐπί πλοίων ὑπό ισπανική σημαία δέν προέκυψε κανένας λόγος ἀκυρότητος.
β)
Κατά συνέπεια, οἱ ἀνωτέρω κανονισμοί Ισχύουν έναντι τῶν ισπανών υπηκόων.
Στην περίπτωση πού τό Δικαστήριο θά έκρινε ὅτι ὀφείλει νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ ζητήματος τῆς διακοπής τοῦ καθεστώτος τῶν ἀδειῶν αλιείας μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου 1980 καί 3ης Μαρτίου 1981, προτείνω σχετικώς ὅτι:
Κατά τήν περίοδο διακοπής τοῦ καθεστώτος χορηγήσεως τῶν ἀδειων στους Ισπανούς αλιείς μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου καί 3ης Μαρτίου 1981 ἀπηγορεύετο οιαδήποτε ἁλιευτική δραστηριότης τῶν τελευταίων εντός τῆς αιγιαλίτιδος ζώνης τῶν κρατών μελών καθώς καί εντός τῶν ἀντιστοίχων ἀποκλειστικών οικονομικών ζωνών, οἱ ὁποιες ὑπήγοντο στό κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν αλιευτικών πόρων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy