ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΙΣ 4 ΜΑΡΤΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Οἱ τρεις αυτές αιτήσεις περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως υπεβλήθησαν ἀπό τό Kantongerecht τοῦ Apeldoorn τῶν Κάτω Χωρῶν. Ἀφοροθν τίς πρώτες ὅπως λέγεται διώξεις πού ἠσκήθησαν δυνάμει τοῦ ὀλλανδικοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1961 (τό Mestkalverenbesluit, Staatsblad σ. 296), περί εφαρμογής τοῦ άρθρου 1 τοῦ νόμου περί τῆς προστασίας των ζώων (τοῦ Wet op de Dierenbescherming). Στους κατηγορουμένους Gerrit Holdijk, Lubbartus Mulder και μία ἐταιρία περιορισμένης ευθύνης την ὁποία θá ἀποκαλώ στό έξης «Alpuro», ἀπηγγέλθη ή κατηγορία ὅτι εξέτρεψαν μόσχους προς πάχυνση σέ χώρους οἱ όποιοι δέν ἀνταπε-κρίνοντο στίς προὔποθέσεις τοῦ ἄρθρου 2 στοιχείο β τοῦ διατάγματος. Τό ἐν λόγω διάταγμα προβλέπει ὅτι οἱ χώροι αυτοί πρέπει νά εἶναι ἀρκετά εὐρεῖς ώστε τό ζώο νά δύναται ἀνεμπόδιστα νά κατακλίνεται στό κάθε πλευρό, νά στέκεται εύκολα ὄρθιο, στην θέση δέ αυτή, νά δύναται νά κινεί εύκολα τό κεφάλι του.
Σύμφωνα μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις πού κaτέθεσε ἡ Alpuro, μία πρόσφατη έρευνα στην 'Ολλανδία, έδειξε ὅτι τό 83 % περίπου τῶν πρός σφαγή μόσχων, φυλάσσονται σέ χώρους πλάτους 55 έως 64 εκατοστών. Αυτό φαίνεται νά εἶναι τό σύνηθες πλάτος, ἄν καί ὁρισμένοι χώροι μέ πλάτος μικρότερο τῶν 55 ἐκ. χρησιμοποιοῦνται γιά μόσχους, οἱ όποιοι προορίζονται πρός πώληση όταν τό βάρος τους φθáσει τά 60 περίπου κιλά. Κατά κανόνα οἱ μόσχοι πωλοῦνται σέ ἡλικία 5 μηνών καί βάρος 200 περίπου κιλών. 'Από τήν δικογραφία τοῦ Kantongerecht προκύπτει ὅτι ἡ δίωξη τοῦ Holdijk ὀφείλεται στην ἀνακάλυψη, στίς εγκαταστάσεις τοῦ Mulder, μόσχων βάρους 200 έως 220 κιλών, οἱ όποιοι ἐφυ-λάσσοντο σέ χώρους πλάτους 60 ἑκ. καί μήκους 150 ἡ 160 ἑκ.
Σέ μία ἔκθεση, ἡ ὁποία κατετέθη στό Kantongerecht, ἀναφέρεται ὅτι οἱ μόσχοι κατα-κλίνονται στό κάθε τους πλευρό, δηλ. εκτείνοντας καί τά τέσσερα πόδια τους πλαγίως έξι, τό πολύ, φορές τό 24ωρο ἐπί 5 λεπτά τήν κάθε φορά. Γιά νά έχει ένας μόσχος βάρους 200 κιλών τήν δυνατότητα νά κινείται έτσι χρειάζεται χώρο πλάτους 100 ἐκ. Ἐξ ἄλλου, ὁπως τονίζει ἡ ἔκθεση, τό βασιλικό διάταγμα δύναται νά ἑρμηνευθεῖ ὑπό τήν έννοια ὅτι ἀπαιτεί νά εἶναι οἱ χώροι ἀρκετά ευρείς ώστε νά επιτρέπουν στό ζώο νά κατακλίνεται μέ τά ἐμπρόσθια πόδια του διπλωμένα κάτω ἀπό τό στήθος του καί τά ὀπíσθιά του πόδια τεταμένα πλαγίως καί πρός τά εμπρός. Στην περίπτωση αυτή ὁ χώρος χρειάζεται νά είναι 70 ἐκ. πλάτους γιά μόσχους πού ζυγίζουν 180 έως 200 κιλά. Τό Kantongerecht δέν ἀνέφερε στίς περί παραπομπής διατάξεις του, ποια εἶναι, κατά τήν γνώμη του τό πνεύμα καί ἡ σημασία τοῦ βασιλικού διατάγματος.
'Ενα σχέδιο διατάγματος πού έχει ἐτοι-μασθεῖ γιά νά ἀντικαταστήσει τό διάταγμα τοϋ 1961 προβλέπει ὅτι οἱ μόσχοι βάρους μέχρι 100 κιλών πρέπει νά φυλάσσονται σέ χώρους πλάτους τουλάχιστον 60 ἐκ. καί μήκους 160 ἐκ., ἐνῶ ὅσοι ζυγίζουν περισσότερο ἀπό 100 κιλά πρέπει νά φυλάσσονται σέ χώρους πλάτους 70 ἑκ. καί μήκους 170 ἑκ.
Τό Kantongerecht ἐσχημάτισε τήν γνώμη ὅτι ὑπό τίς συνθῆκες αυτές, «εἶναι ἀποφασιστικής σημασίας, γιά νά δυνηθεῖ νά ἀπο-(φανθεῖ ἐπί τῆς ὑποθέσεως, ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα ἄν τό ἐν λόγω διάταγμα τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1981 περί εκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περί προστασίας τῶν ζώων, εἶναι ἡ όχι, σέ ὅ,τι άφορᾶ τήν φύλαξη τῶν πρός πάχυνση μόσχων, ἀντί-θετο ἡ ἀσυμβίβαστο πρός τήν συνθήκη ΕΟΚ, σέ περίπτωση δέ καταφατικῆς ἀπαντήσεως, ἄν συμβαίνει τό ἴδιο στην περίπτωση πού θá ἐθεσπíζετο ειδική κανονιστική ρύθ-μιση, ἡ ὁποία δέν υφίσταται ἐπί τοῦ παρόντος, περί τῶν χωρών φυλάξεως τῦν μόσχων, μέ διάταγμα τροποποιούμενο πρός τόν σκοπό αυτό». 'Απεφάσισε νά ὑποβάλει τό ερώτημα αυτό στό Δικαστήριο σας γιά τήν έκδοση προδικαστικῆς ἀποφάσεως. Τό Kantongerecht δέν διευκρινίζει τί εννοεί μέ τήν «ειδική κανονιστική ρύθμιση, ἡ ὀποία δέν ὑφίσταται ἐπί τοῦ παρόντος», εικάζεται ὅμως ὅτι υπαινίσσεται τό σχέδιο βασιλικοῦ διατάγματος.
Ή έλλειψη ἀπό τίς περί παραπομπής διατάξεις οιουδήποτε ἀποδεικτικοῦ στοιχείου περί τῶν πραγματικῶν περιστατικών, οιασδήποτε ενδείξεως ὡς πρός τους συλλογισμούς πού ὤθησαν τό Kantongerecht νά ζητήσει τήν έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως, καθώς επίσης καί οἱασδήποτε ἀναφοράς στά ειδικά ἄρθρα τῆς συνθήκης ή τήν παράγωγο νομοθεσία, τήν ὁποία ενδεχομένως εἶχε κατά νοῦν, δέν διευκολύνει τό Δικαστήριό σας στό νά δώσει ἀπάντηση στό ἐν λόγω ερώτημα. Δέν νομίζω, ωστόσο, ὅτι εἶναι ἀναγκαίο νά παραπεμφθεί ἡ υπόθεση στό Kantongerecht γιά διευκρινίσεις, ὅπως φαίνεται νά προτείνει ἡ δανική κυβέρνηση μέσω τῆς κριτικῆς πού ἀσκει, μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις της, κατά της διατυπώσεως τῆς περί παραπομπῆς ἀποφάσεως. Ὡστόσο, οἱ κατηγορούμενοι στην κυρία δίκη καί ἡ Επιτροπή συμφωνούν ὅτι τό ερώτημα τοῦ Kantongerecht θά έπρεπε νά ἀναμορφωθεί, δεδομένου ὅτι δέν είναι έργο τοῦ Δικαστηρίου νά ἀποφαίνεται, στό πλαίσιο μιας βάσει τοῦ ἄρθρου 177 διαδικασίας, ἐπί τοῦ ἄν μία εθνική νομοθεσία είναι ἀντίθετη ἡ ἀσυμβίβαστη πρός τό κοινοτικό δίκαιο. Νομίζω, ὅτι τό ερώτημα θά ἡδύνατο καλλίτερα νά διατυπωθεί ὡς έξης: «Ἀπαγορεύται, μήπως, βάσει τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τοῦ παραγώγου δικαίου ἡ κάποιας άλλης ἀρχῆς τοῦ κοινοτικοῆ δικαίου, ή θέσπιση εθνικῶν κανόνων περί των συνθηκών ὑπό τίς όποιες πρέπει νά φυλάσσονται οἱ πρός πάχυνση μόσχοι;» Διατυπωμένο κατ' αυτόν τόν τρόπο, τό ερώτημα ἀποφεύγει τό πρόβλημα πού επεσήμανε ἡ 'Επιτροπή, ἄν, δηλαδή, τό Δικαστήριο δύναται νά ἀποφανθεί στό πλαίσιο τῆς παρούσης διαδικασίας ἐπί μιας νομοθεσίας, ἡ ὁποία δέν έχει ἀκόμη τεθεί σέ ἱσχύ.
Οἱ γραπτές καί προφορικές παρατηρήσεις τόσο τῆς Alpuro, ὅσο καί τῆς δανικής κυβερνήσεως καί τῆς Ἐπιτροπῆς στρέφονται γύρω ἀπό τίς διατάξεις τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου πού περιέχονται (α) στά άρθρα 30 έως 36 τῆς συνθήκης καί (β) στον κανονισμό 805/68 τοῦ Συμβουλίου, τής 27ης 'Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. ἔκδ. 03/03, σ. 72) περί κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ βοείου κρέατος.
Ή ὀλλανδική βιομηχανία παχύνσεως μόσχων, στρέφεται πρός τίς εξαγωγές: σύμφωνα μέ την Alpuro πλέον τοῦ 90 ο/ο της συνολικής παραγωγής μόσχων τῶν Κάτω Χωρών εξάγεται, κατά κύριο λόγο στην Γερμανία, τήν Γαλλία καί τήν 'Ιταλία. Δεδομένου ὅτι τό σύνηθες πλάτος τῶν χώρων πού χρησιμοποιοῦν οἱ εκτροφείς στην 'Ολλανδία εἶναι 55 έως 64 ἑκ. ἐνῶ τό διάταγμα τοῦ 1961 επιβάλλει, ἀνάλογα μέ τήν έννοια πού θά τοῦ ἀποδοθεί, χώρους πλάτους 70 έως 100 ἑκ., όλοι οἱ υπάρχοντες χώροι πρέπει νά διαπλατυνθοῦν, ἡ δέ ἀπώλεια κεφαλαίου, ὅπως ὑπεστηρίχθη, ἀνέρχεται σέ 720 ἑκατομμύρια φιορίνια. Δέν διευκρινίσθη πώς έγινε ο υπολογισμός τοῦ ποσοῦ αυτού. Δέν παρεσχέθησαν επίσης στό Δικαστήριο, εκτενέστερες πληροφορίες ὡς πρός τίς υπάρχουσες δυνατότητες τροποποιήσεως τῶν υφισταμένων χώρων καθώς καί τῶν ἀπαιτουμένων πρός τοῦτο δαπανών. 'Επιμόνως ὑπεστηρίχθη, ὡστόσο, ὅτι οἱ οικονομικές συνέπειες ἐκ τῆς εφαρμογῆς τοῦ διατάγματος τοῦ 1961 εἶναι τέτοιες ώστε οἱ παραγωγοί πιθανώς νά εγκαταλείψουν τίς Κάτω Χώρες γιά νά εγκατασταθούν σέ άλλο Κράτος μέλος, όπου οἱ ὅροι εἶναι λιγότερο αυστηροί ἡ δέν υφίστανται κἄν καί ὅπου οἱ χώροι είναι κατά τό μάλλον ἡ ήττον τῶν ιδίων διαστάσεων μέ εκείνους πού υπήρχαν στίς εγκαταστάσεις τοῦ Mulder.
Εἶναι γενικώς παραδεκτό, ὅτι τό ὀλλανδικό διάταγμα άφορᾶ ἀδιακρίτως τόσο τους μόσχους, καί συνεπώς και τό κρέας μόσχου, πού προορίζονται γιά τήν εσωτερική ἀγορά, ὅσο καί εκείνους πού προορίζονται γιά εξαγωγή, ουδόλως ὅμως άφορᾶ τό εισαγόμενο κρέας μόσχου, έστω καί εμμέσως ἡ δυνητικῶς. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, τό ερώτημα εἶναι ἄν τό βασιλικό διάταγμα συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό τῶν εισαγωγών, τό όποιο ἀπαγορεύεται ἀπό τό άρθρο 34 τῆς συνθήκης. Κατά τήν προφορική διαδικασία ὁ δικηγόρος τῆς Alpuro ἀπέφυγε πλήρως κάθε ἀναφορά στό άρθρο 30, στό όποιο ἡ 'Επιτροπή εἶχε ἀφιερώσει τό πρώτο μέρος τῶν παρατηρήσεων της. 'Αρκεί σχετικώς, νά ἀναφερθούν οἱ δύο πιό πρόσφατες ἀποφάσεις ἐπί τῶν υποθέσεων 15/79 Groenveld κατά Produktschat voor Vlee en Vlees (1979) ECR 3409 καί 155/80 Oebel, της 14ης 'Ιουλίου 1981 (Συλλογή σ. 1993). Καί οἱ δύο υποθέσεις ἀναφέροντο σέ περιορισμούς στην παραγωγή ἀγαθών. Στην υπόθεση Groenveld ἡ εθνική νομοθεσία ἀπηγόρευε στους παραγωγούς ἀλλαντικῶν νά κατέχουν σέ ἀπόθεμα ἡ νά χρησιμοποιοῦν στην παραγωγή τους κρέας ἵππου ἤ προϊόντα πού νά περιέχουν πρωτεΐνες προερχόμενες ἀπό τέτοιο κρέας. 'Αφορμή τῆς υποθέσεως ήταν ἡ ἀπόπειρα ἐνός χονδρεμπόρου κρέατος ἵππου, νά παρασκευάσει ἀλλαντικά ἀπό τό κρέας αυτό. Σκοπός τῆς νομοθεσίας αὐτής ήταν νά προστατεύσει τίς εξαγωγές προϊόντων κρέατος πού κατευθύνοντο πρός τά άλλα Κράτη μέλη καί τίς τρίτες χώρες ὅπού ή κατανάλωση κρέατος ίππου δέν ήταν ἀποδεκτή, ἡ ὅπού ἀπηγορεύετο ἡ εισαγωγή του. Στην υπόθεση Oebel ἡ εθνική νομοθεσία ἀπηγόρευε τήν εργασία στους φούρνους πρό τῆς 4ης πρωινής ώρας.
Εἰς ἀπάντηση τοῦ επιχειρήματος πού προ-εβλήθη καί στίς δύο υποθέσεις, σύμφωνα μέ τό όποιο ἡ εθνική νομοθεσία παρεμπόδιζε τίς εξαγωγές καί, ἐπομένως, ήταν ἀντίθετη πρός τό ἄρθρο 34, τό Δικαστήριο εδέχθη τά έξῆς: (παραθέτω τό σημείο 15 τοῆ σκεπτικοί) τῆς ἀποφάσεως ἐπί τῆς υποθέσεως Oebel):«Τό ἄρθρο 34 άφορᾶ τά ἐθνικά μέτρα πού έχουν ὡς ἀντικείμενο ή ἀποτέλεσμα νά περιορίσουν ειδικώς τά ρεύματα τῶν εξαγωγών καί νά επιβάλλουν μ' αυτό τόν τρόπο μία διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ τοῦ εσωτερικοί) εμπορίου Κράτους μέλους καί τοῦ εξαγωγικοῦ του εμπορίου, κατά τρόπο ώστε νά διασφαλίσουν ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εθνική παραγωγή ή στην εσωτερική ἀγορά τοῦ ενδιαφερομένου κράτους». Στην υπόθεση Groenveld τό Δικαστήριο είχε προσθέσει στην φράση αυτή «εἰς βάρος τῆς παραγωγής ἡ τοῦ εμπορίου άλλων Κρατών μελών» πρίν συνεχίσει: «Αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση πού ἡ ἀπαγόρευση, ὅπως αυτή τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, εφαρμόζεται κατά τρόπο ἀντικειμενικό ἐπί τῆς παραγωγής ενός ὁρισμένου είδους ἐμπορευμάτων χωρίς νά διακρίνει ἀνάλογα μέ τόν ἄν προορίζονται γιά τήν εθνική ἀγορά ἡ γιά εξαγωγή» (σημείο 7 τοῦ σκεπτικοῦ).
Ουσιαστικώς, τό επιχείρημα πού προέβαλε ή Alpuro ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου εἶναι ὅτι τό γεγονός καί μόνο ὅτι οἱ εφαρμοζόμενοι σέ ένα Κράτος μέλος κανόνες περί τῶν συνθηκών ὑπό τίς όποιες πρέπει νά φυλάσσονται τά ζώα εἶναι διαφορετικοί ή αυστηρότεροι ἀπό εκείνους πού ενδεχομένως εφαρμόζονται σέ ἕνα άλλο Κράτος μέλος ὁδηγεί στό συμπέρασμα ὅτι οἱ πρώτοι ἀντίκεινται πρός τό άρθρο 34, ἐάν, ὅπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, έχουν ὡς συνέπεια νά περιορίζουν τήν παραγωγή καί κατά προέκταση τίς εξαγωγές. Πρός στήριξη τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ ἀνεφέρθησαν πρός τό Δικαστήριο ὁρισμένες ἀποφάσεις (υπόθεση 173/73 'Ιταλία κατά Ἐπιτροπῆς (1974) ECR 709, σκέψη 19, υπόθεση 147/77 'Επιτροπή κατά Ἰταλίας (1978) ECR 1307, σκέψη 2, καί υποθέσεις 15-16/76 Γαλλία κατά Επιτροπῆς (1979) ECR 321, σκέψη 31). Δέν έχω πάντως πεισθεί ὅτι οιαδήποτε ἀπό τίς ἀνωτέρω ἀποφάσεις δύναται νά στηρίξει τό επιχείρημα αυτό.
'Οπως προκύπτει ἀπό τίς ἀποφάσεις ἐπί τῶν υποθέσεων Groenveld καί Oebel, ἡ διαφορετική μεταχείριση τῶν εθνικών προϊόντων σέ σχέση μέ τά προϊόντα τῶν άλλων Κρατών μελών, δέν συνιστά τό ἀποφασιστικό κριτήριο γιά τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 34. Μόνον ὅταν ἡ διαφορά μεταχειρίσεως άφορᾶ τά εθνικά προϊόντα πού προορίζονται γιά τήν εσωτερική ἀγορά σέ σύγκριση μ' εκείνα πού προορίζονται γιά εξαγωγή εφαρμόζεται ἡ ἀπαγόρευση τοῦ άρθρου 34. Στην παρούσα περίπτωση αυτό δέν συμβαίνει. Τό γεγονός ὅτι πλέον τοῦ 90 % τοῦ παραγομένου στίς Κάτω Χώρες κρέατος εξάγεται, δέν ἀρκεί γιά νά ἀποδείξει ὅτι ἡ ὀλλανδική νομοθεσία 'έχει τά χαρακτηριστικά πού περιέγραψε τό Δικαστήριο. Κανένα άλλο στοιχείο δέν προσε-κομίσθη ἀπό τό όποιο νά προκύπτει ὅτι ή ἐν λόγω ρύθμιση 'έχει ως ἀποτέλεσμα την διαφορετική μεταχείριση τοῦ παραγομένου γιά εσωτερική κατανάλωση κρέατος μόσχου καί τοῦ παραγομένου γιά εξαγωγή ή ὅτι παρέχει ἰδιαίτερο πλεονέκτημα στό πρῶτο.
Θεωρῶ, κατά συνέπεια, βάσει τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῶν υποθέσεων Groenveld καί Oebel, ὅτι τό άρθρο 34 δέν εφαρμόζεται στην περίπτωση μιας νομοθεσίας ὅπως ἡ προκειμένη. Κατά συνέπεια περιττεύει ἡ εξέταση τοῦ ζητήματος ἄν ἡ ἐν λόγω νομοθεσία υπηρετεί ἕνα σκοπό «ὁ όποιος ἐτάχθη πρός τό γενικό συμφέρον καί, επομένως, υπερισχύει τῶν ἀπαιτήσεων τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν ἐμπορευμάτων» (βλ. υπόθεση 120/78 Rewe κατά Bundesmonopolverwaltung fur Branntwein (1979) ECR 649, σημείο 14 τοῦ σκεπτικοῦ), ὅπως δέν συντρέχει επίσης λόγος νά εξετασθεί ἄν ἡ ἀρχή αυτή ἐφαρμόζεται στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 34, κατ' ἀντιδιαστολή πρός τό άρθρο 30, περί τοῦ ὁποίου επρόκειτο στην παρούσα υπόθεση, καθώς επίσης καί τό ἄν ἡ ἐν λόγω νομοθεσία εμπίπτει στό άρθρο 36. Θά ἤθελα, ὡστόσο, νά προσθέσω ὅτι ἄν κατέληγα στό ἀντίθετο συμπέρασμα, ὅτι δηλαδή μία νομοθεσία ὁμοία αὐτής γιά τήν ὁποία πρόκειται στην παροῦσα υπόθεση ἀντίκειται πρός τό άρθρο 34, δέν θά ἀποδεχόμουν πάντως ὅτι υπάρχει μία σαφής διαφορά μεταξύ της «υγείας» καί τῆς «άνετης διαβιώσεως» τοῦ ζώου. «Υγεία» καί «άνετη διαβίωση» είναι βέβαια έννοιες διαφορετικές καί ἡ δεύτερη καλύπτει τομείς πού δέν εμπίπτουν στην πρώτη εἶναι ὅμως κατά τήν γνώμη μου πρόδηλο ὅτι οἱ δύο έννοιες ἀλληλοτἐ-μνονται ἡ ὅτι ἐν πάση περιπτώσει είναι συγγενείς. Κατά συνέπεια, έστω καί ἄν γίνει δεκτό ὅτι οἱ ἐν λόγω διατάξεις ἀφορούν τήν «άνετη διαβίωση», θά πρέπει ἀκόμα νά εξετασθεί μήπως οἱ ἐν λόγω ἀπαγορεύσεις δικαιολογούνται διά λόγους προστασίας τῆς ὑγείας τῶν ζώων, βάσει τοὑ άρθρου 36 τῆς συνθήκης.
Ή Alpuro προέβαλε επίσης τό επιχείρημα ὅτι, εἶναι ασυμβίβαστοι πρός τήν κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγοράς ὅσοι εθνικοί κανόνες επηρεάζουν τό ἐμπόριο ἡ τήν διαμόρφωση τῶν τιμών. Ἐφ' ὅσον υφίσταται μία κοινή ὀργάνωση, τα Κράτη μέλη δέν δύνανται νά λαμβάνουν μέτρα, τά ὁποία υπονομεύουν τήν ἰσότητα μεταχειρίσεως στό σύνολο τῆς Κοινότητος ἡ νοθεύουν τόν ἀνταγωνισμό. Σύμφωνα δέ μέ τά άρθρα 40 παράγραφος 3, καί 43 τῆς συνθήκης, μία κοινή ὀργάνωση ἀγοράς πρέπει νά ἀποκλείει τίς διακρίσεις καί νά δημιουργεί συνθήκες όμοιες μ' εκείνες πού επικρατούν σέ μία εσωτερική ἀγορά. Δύο φαίνεται νά εἶναι οἱ βάσεις στίς όποιες στηρίζεται τό επιχείρημα αυτό. Ή πρώτη εἶναι τό άρθρο 22 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 805/68' ή δεύτερη εἶναι τό ὅλο σύστημα πού θεσπίζει ὁ ἐν λόγω κανονισμός καί ὄχι μία συγκεκριμένη διάταξη του. Τό άρθρο 22 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού 805/68 ὁρίζει μεταξύ άλλων: «ἀπαγορεύονται στό εσωτερικό εμπόριο τῆς Κοινότητος... κάθε ποσοτικός περιορισμός ἡ μέτρο Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος».
Τό ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ είδους τῶν διατάξεων καί ἡ σχέση τους μέ τό άρθρο 34 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο ἐρεύνης σέ πολλές υποθέσεις, τίς όποιες ἀνέφεραν καί οἱ διάδικοι τῆς παρούσης υποθέσεως στίς παρατηρήσεις τους. Οἱ διατάξεις αὐτές, ἀφ' ἑνός μέν, καλύπτουν ένα φάσμα ευρύτερο ἀπ' ὅ,τι τό άρθρο 34 (υπόθεση 190/73 Officier van Justitie κατά Van Haaster (1974) ECR 1123, προτάσεις γενικοῦ εισαγγελέως Mayras στην σ. 1139) ἀφ᾿ έτερου, oἱ διατάξεις αυτές περιέπεσαν σέ ἀχρησία μετά τό τέλος τῆς μεταβατικής περιόδου (υπόθεση 251/78 Denkavit Futtermittel κατά Minister för Ernährung, Landwirtschaft und Forsten (1979) ECR 3369: υπόθεση 53/80 Officier van Justitie κατά Kaasfabriek Eyssen (1981) ECR 409 στην σ. 427, προτάσεις γενικοῦ εισαγγελέως Warner). Ἔχει τονισθεί μέ ἀφορμή ένα κανονισμό, ὁ όποιος δέν περιείχε διατάξεις παρόμοιες μ' εκείνες τῶν άρθρων 30 έως 34, ὅτι τά ἐν λόγω άρθρα πρέπει νά θεωρηθοῦν ὅτι «ἀποτελούν ἀναπόσπαστο μέρος της κοινῆς ὀργανώσεως ἀγορας» (υπόθεση 83/78 Pigs Marketing Board κατά Redmond (1978) ECR 2347, σημείο 55 τοῦ σκε-πτικοῦ) ἐξ άλλου, ἄν στους σχετικούς κανονισμούς περιέχονται παρόμοιες διατάξεις “περιττεύει” ἡ ερμηνεία τῶν άρθρων 30 έως 37 τῆς συνθήκης (υπόθεση 111/76 Officier van Justitie κατά Van den Hazel (1977) ECR 901 στά σημεία 27 καί 28 τοῦ σκε-πτικοῦ). Ή ὀλλανδική κυβέρνηση ὑπεγράμ-μισε ὅτι τό άρθρο 34 πρέπει νά ἐρμηνευθεί (α) στενῶς, ὡς διάταξη, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει ἀπλῶς τίς διακρίσεις μεταξύ εσωτερικοί) καί ἐξαγωγικοῦ εμπορίου (βλ. προαναφερθείσα υπόθεση Groenveld) ἡ (β) κατά τρόπο πολύ ευρύτερο, στό πλαίσιο μιᾶς κοινῆς ὀργανώσεως τῆς ἀγορας, ὡς διάταξη, ή ὁποία ἀπαγορεύει κάθε μέτρο πού θά ἠδύ-νατο νά παρεμβάλει εμπόδια, ἀμέσως ή εμμέσως, πραγματικῶς ἡ δυνητικῶς, στό ενδοκοινοτικό εμπόριο (προαναφερθείσα υπόθεση Van Haaster, υπόθεση 94/79 Vriend (1980) ECR 327). 'Ανεφέρθη επίσης τό γεγονός ὅτι σέ ὁρισμένες υποθέσεις, οἱ όποιες ἀφορούσαν τά εθνικά μέτρα έλεγχου τῶν τιμῶν, τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι, ἐφ᾿ ὅσον ἡ Κοινότης ἐθόσπισε κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγοράς σ' ἕνα ὁρισμένο τομέα, τά Κράτη μέλη έχουν τήν υποχρέωση νά μή λαμβάνουν μέτρα δυνάμενα νά υπονομεύσουν τήν κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς ἡ νά εισάγουν εξαιρέσεις ἡ ἀκόμα νά θέσουν σέ κίνδυνο τίς επιδιώξεις τῆς ἡ τήν λειτουργία τῆς (βλ. ὡς παράδειγμα, μεταξύ πολυαρίθμων ὑποθέσεων τήν υπόθεση 31/74 Galli (1975) ECR 47, σημεία 27 έως 30 τοῦ σκεπτικού υποθέσεις 36 καί 71/80 Irish Creamery Milk Suppliers Association κατά Ἰρλανδίας (Συλλογή, σ. 735, σημείο 15 τοῦ σκεπτικού).
Ή ὀλλανδική κυβέρνηση, μετά ἀπό ἀνάλυση τῆς νομολογίας, ισχυρίζεται ὅτι ἀπαγορεύονται τά μέτρα, τά όποια ἀναφέρονται σέ τομείς πού καλύπτονται μέ κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς. Στους ἐν λόγω τομείς ή εθνική νομοθεσία δέν ἔχει εφαρμογή ἀντίθετα εθνικές διατάξεις πού ἀναφέρονται σέ άλλους τομείς, έστω κι ἄν αυτοί έχουν σχέση μέ ζώα ἡ προϊόντα πού εμπίπτουν σέ κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς δέν υπερκαλύπτονται ὁπωσδήποτε ἀπό τους κοινοτικούς κανόνες. Θά ἠδυνάμην νά δεχθώ τόν ισχυρισμό αυτό τόν κατ' ουσία.
'Εκείνο πού εἶναι σαφές στην παροῦσα υπόθεση εἶναι ὅτι στόν κανονισμό 805/68 δέν υπάρχει τίποτα πού νά ἀναφέρεται ρητώς στίς συνθήκες ὑπό τίς όποιες πρέπει νά φυλάσσονται τά υποκείμενα σέ κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς ζώα. Τό άρθρο 23 άφορᾶ μόνο τίς συνέπειες πού δύνανται νά έχουν ἐπί τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας, τά μέτρα γιά τήν καταπολέμηση τῆς διαδόσεως τῶν ἀσθενειών, προβλέπει δέ τήν λήψη μέτρων στηρίξεως τῆς ἀγορᾶς, ὅταν αυτό κρίνεται ἀναγκαίο. 'Η διάταξη αυτή εἶναι τελείως διαφορετική ἀπό τό εἶδος τῶν διατάξεων πού περιέχει τό ὀλλανδικό διάταγμα. Κανόνες σχετικοί μέ τήν υγεία ή τήν άνετη διαβίωση τῶν ζώων δέν έχουν καμμία σχέση μέ τιμές προσανατολισμού, μέτρα παρεμβάσεως, εισφορές κατά τήν εισαγωγή καί επιστροφές κατά τήν εξαγωγή, τίς όποιες ρυθμίζει ὁ κανονισμός. Στό σημείο 20 τοῦ σκεπτικοί) τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως ἐπί τῆς υποθέσεως Irish Creamery τό Δικαστήριο ἀναφέρει τά ἐξῆς ὡς πρός την κοινή ὀργάνωση πού ἐθέσπισε ὁ ἐν λόγω κανονισμός: «Οἱ μηχανισμοί τῶν ἐν λόγω κοινῶν ὀργανώσεων έχουν ουσιαστικά ὡς σκοπό τήν επίτευξη ενός επιπέδου τιμών στά στάδια τῆς παραγωγής καί τοῦ χονδρικού εμπορίου, για τό σχηματισμό τοῦ ὁποίου λαμβάνονται ταυτόχρονα ὑπ᾿ ὄψη τά συμφέροντα τοῦ συνόλου τῆς κοινοτικής παραγωγής στον οικείο τομέα καί τά συμφέροντα τῶν καταναλωτών καί πού εξασφαλίζει τόν εφοδιασμό, χωρίς νά προκαλεί υπερπαραγωγή. Οι σκοποί αυτοί δύνανται νά θιγοῦν ἀπό εθνικά μέτρα, πού λαμβάνονται μονομερώς καί ἀσκοῦν αισθητή επίδραση, έστω καί χωρίς πρόθεση, στό επίπεδο τῶν τιμών τῆς εθνικής ἀγορᾶς στά ἴδια στάδια ή στον εφοδιασμό τῆς ἀγορᾶς αυτής».
Τό σύστημα πού θεσπίζει ὁ ἐν λόγω κανονισμός, σέ ὅ,τι τουλάχιστον άφορα τό ενδοκοινοτικό εμπόριο συνίσταται σέ μία δομή τῶν τιμών χωρίς νά υπάρχει άμεσος έλεγχος τῆς παραγωγής ἡ τῆς εμπορίας. Κατά συνέπεια, πιστεύω ὅτι δέν υπάρχει άμεση σύγκρουση μεταξύ τῶν ρητών διατάξεων τοῦ κανονισμού καί τοῦ είδους τῶν διατάξεων πού περιέχονται στό ὀλλανδικό διάταγμα. Πράγματι, οἱ διατάξεις αυτές ρυθμίζουν διαφορετικούς τομείς. Ἐκ πρώτης ὄψεως, επομένως ὁ κανονισμός δέν ἀπαγορεύει τήν θέσπιση διατάξεων περί τῶν συνθηκών φυλάξεως τῶν ζώων. Ούτε τό άρθρο 22 περιέχει τέτοια ἀπαγόρευση εἴτε διότι (α) έχει περιπέσει σέ ἀχρησία εἴτε (6) διότι πρέπει νά ερμηνευθεί, ὑπό τό φῶς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως Groenveld, ὑπό τήν έννοια ὅτι άφορα ἀπλώς καί μόνο τήν διάκριση μεταξύ ἐσωτερικοῦ εμπορίου καί εξαγωγών, καί κατά συνέπεια, δέν ὑπάρχει παράβαση του στην προκειμένη περίπτωση.
Προφανώς, ἡ ἐταιρία Alpuro εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι ἡ έλλειψη ἀπό τόν κανονισμό 805/68, διατάξεων περί έλεγχου τῆς παραγωγής κρέατος μόσχου, συνέπεια τῆς ὁποίας εἶναι ἡ εφαρμογή διαφορετικών εθνικών κανόνων, δύναται νά ἀντισταθμισθεί μέ τήν εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων μεταξύ παραγωγών καί καταναλωτών πού θεσπίζει τά άρθρο 40, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης. Τό επιχείρημα αυτό στηρίζεται ἐπί μιας παρανοήσεως: Τό πρώτο μέρος τοῦ ἄρθρου 40 παράγραφος 3 ορίζει ὅτι μία κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς «δύναται νά περιλαμβάνει ὅλα τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν επίτευξη τῶν στόχων τοῦ ἄρθρου 39». Ή ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων πού θεσπίζει ή δεύτερη παράγραφος άφορᾶ τά μέτρα, τά όποια λαμβάνονται στό πλαίσιο τῆς κοινής ἀγορας. Δέν δύναται νά ερμηνευθεί κατά παράβαση τῆς πρώτης παραγράφου, ὅτι ἐθεσπίσθη λόγω τῆς ελλείψεως ὁρισμένων μέτρων. 'Οπως επίσης δέν δύναται νά ερμηνευθεί ὅτι ἀπαιτεί νά ληφθοῦν ὅλα τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν ἐξάλειψη κάθε δυνατής διαφοράς μεταχειρίσεως μεταξύ παραγωγών καί καταναλωτών τῆς Κοινότητος. Ὑπεστηρίχθη ἀκόμη ὅτι μία κοινή ὀργάνωση πρέπει νά εξασφαλίζει ὅρούς εμπορίου «ἀναλόγους μέ εκείνους πού υπάρχουν σέ μία εθνική ἀγορά» (άρθρο 43 παράγραφος 3 στοιχείο β). Πρώτον, αυτό συμβαίνει ὅταν μία κοινή ὀργάνωση υποκαθιστά μία εθνική ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς. Δέν κατεδείχθη ὅμως ὅτι αυτό συμβαίνει πράγματι στην προκειμένη περίπτωση. Δεύτερον, οἱ επικρίσεις πού διετύπωσε ὁ δικηγόρος τῆς Alpuro δέν ήταν ὅτι «οἱ συνθήκες τοῦ εμπορίου» εἶναι διαφορετικές από εκείνες πού ἐπικρατοῦν σέ μία εθνική ἀγορά, ἀλλ᾿ ὅτι οἱ συνθῆκες παραγωγῆς διαφέρουν ἀπό τό ἕνα Κράτος μέλος στό άλλο. Τρίτον, ἡ μόνη διάκριση πού προ-εβλήθη οφείλεται στό γεγονός ὅτι τό ὀλλανδικό διάταγμα φαίνεται ὅτι εἶναι αυστηρότερο ἀπό τίς προϋποθέσεις πού ὑφίστανται στά άλλα Κράτη μέλη. Τό γεγονός αυτό ὅμως καθ' εαυτό δέν άντιβαίνει πρός την ἀρχή τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων (βλ. υπόθεση Oebel, σημείο 9 τοῦ σκεπτικοῦ).
Προτείνω κατά συνέπεια νά δοθεί ὡς ἀπάντηση στό υποβληθέν ερώτημα ὅτι κατά την παρούσα φάση εξελίξεώς του, τό κοινοτικό δίκαιο δέν ἀπαγορεύει τήν θέσπιση εθνικών κανόνων περί τῶν συνθηκῶν ὑπό τίς όποιες φυλάσσονται οἱ προς πάχυνση μόσχοι.
'Αν, ἐξ άλλου, τό Δικαστήριο καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐθνική νομοθεσία περί τῶν συνθηκῶν φυλάξεως τῶν προς πάχυνση μόσχων δύναται νά θίξει τήν κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορας ἡ νά παρεμβάλει εμπόδια στό ενδοκοινοτικό εμπόριο, θά εἶναι έργο τοῦ εθνικού δικαστηρίου νά εξετάσει ἄν τό ισχύον ὀλλανδικό διάταγμα θίγει ἡ δύναται νά θίξει «αισθητά» τήν λειτουργία τοῦ μηχανισμού τιμῶν πού θεσπίζει ὁ κανονισμός 805/68. Κατά τήν εξέταση αυτή ὀφείλει νά λάβει ὑπ᾿ ὄψη του τά σχετικά οἰκονομικά δεδομένα καί θά πρέπει ὁπωσδήποτε νά έχει κατά νουν ὅτι τό διάταγμα τοῦ 1961 εἶχε τεθεί σέ ἰσχύ πρό τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμού καί ὅτι ὅλοι οἱ ἀσχολούμενοι μέ τήν δραστηριότητα αυτή ήταν υποχρεωμένοι νά εφαρμόζουν τήν ἐν λόγω νομοθεσία.
Κατά τήν γνώμη μου πάντως, στό υποβληθέν ερώτημα δύναται νά δοθεί ή ἀπάντηση ὅτι στό παρόν στάδιο εξελίξεώς του, τό κοινοτικό δίκαιο δέν περιλαμβάνει κανόνα πού νά ἀπαγορεύει τους εθνικούς κανόνες περί τῶν ὅρών φυλάξεως τῶν πρός πάχυνση μόσχων, ἐφ᾿ ὅσον οἱ κανόνες αυτοί εφαρμόζονται χωρίς διάκριση στους μόσχους πού προορίζονται νά εφοδιάσουν τήν εσωτερική ἀγορά καί σέ ὅσους προορίζονται γιά εξαγωγή.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy