ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 8 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Μολονότι υφίσταται μία παγία νομολογία πού ἀναφέρεται στην νομιμότητα τῶν εξαιρέσεων ἀπό τήν ἀρχή τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων, εξαιρέσεις οἱ όποιες βασίζονται στά δικαιώματα βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας, τό Δικαστήριο δέν είχε ἀκόμη τήν ευκαιρία, ὥς σήμερα, νά εξετάσει τήν επίπτωση τῶν ουσιαστικών διατάξεων τῆς συνθήκης ἐπί τῆς ἀσκήσεως, ἀπό τόν κάτοχό του, τοῦ δικαιώματος επί τοῦ προτύπου (Geschmacksmusterrecht) πού παρεχωρήθη δυνάμει εθνικής νομοθεσίας.
Ή ἑταιρία Nancy Kean Gifts BV (ἐφ᾽ έξῆς: NKG), εμπορική επιχείρηση πού ἑδρεύει στην Χάγη, διαθέτει στό εμπόριο, μεταξύ ἄλλων, γυναικείες τσάντες εισαγόμενες ἀπό τήν Taiwan (Φορμόζα). Στίς 23 'Απριλίου 1979, ἡ NKG κατέθεσε τό πρότυπο στό γραφείο σχεδίων καί προτύπων τῆς Μπενελούξ.
Ἀλλά, ένα παρόμοιο πρότυπο — ἐν πάση περιπτώσει ένα ἀνάλογο πρότυπο — κατετέθη στίς 'Ηνωμένες Πολιτείες, ἡ δέ αἴτηση πρός τόν σκοπό αυτό εἶχε ήδη υποβληθεί τόν Μάρτιο 1977. Ή κατάθεση ἀναφέρει ὡς δημιουργό τόν Siegel, κάτοικο 'Αριζόνας, καί ὡς ἐκδοχέα την ἑταιρία Amba Marketing Systems Inc.
'Αλλά ἡ επιχείρηση πωλήσεων μέ ἀλληλογραφία Keurkoop BV, πού ἑδρεύει στό Ρόττερνταμ, προσέφερε πρός πώληση ἡ ἀκόμη ὡς δώρο, στίς ἀρχές τοῦ 1980, γυναικείες τσάντες ἐπίσης καταγωγής Taiwan καί εισαγόμενες κατ᾿ ευθείαν στίς Κάτω Χῶρες.
'Ενεργώντας δυνάμει τοῦ ἀποκλειστικού δικαιώματος πού τῆς ἀναγνωρίζεται ἀπό τόν ἑνιαίο νόμο περί σχεδίων καί προτύπων τῆς Μπενελούξ (Eenvormige Beneluxwet inzake tekeningen of modellen — BWTM), ὁ όποιος ετέθη σέ ἰσχύ τήν 1η 'Ιανουαρίου 1975, ἡ ἑταιρία NKG ἐζήτησε καί επέτυχε, μέ τήν διαδικασία τῶν ἀσφαλιστικῶν μέτρων, νά ἀπαγορευθεί στην εταιρία Keurkoop «νά κατασκευάζει, εισάγει, πωλεί, προσφέρει πρός πώληση, ἐκθέτει, παραδίδει, χρησιμοποιεί ἡ κατέχει γιά ἕναν ἀπό τους ἐν λόγω σκοπούς, γιά βιομηχανικό ἡ εμπορικό σκοπό, μία ή περισσότερες γυναικείες τσάντες, οἱ ὁποίες ἔχουν τήν ἴδια ἡ ἀνάλογη εμφάνιση μέ τό κατατεθέν ἀπό τήν αιτούσα σχέδιο».
Ή ἑταιρία Keurkoop ἤσκησε έφεση κατά τῆς προσωρινῆς ἀποφάσεως.
Μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 20ής Μαΐου 1981, μέ τήν οποία παραπέμπει στό Δικαστήριο, τό τρίτο τμήμα τοῦ Gerechtshof, ἐν ὄψει των περιστατικῶν, διεπίστωσε κατ' οὐσίαν ὅτι ἡ ἑταιρία NKG δέν ήταν ὁ δημιουργός τῆς γυναικείας τσάντας καί ὅτι κατέθεσε τό πρότυπο χωρίς τήν συναίνεση τοῦ δημιουργού ἡ τῶν ἑλκόντων ἐξ αυτού δικαιώματα γιά τήν Μπενελούξ.
Ὅσον άφορᾶ τό δικαίωμα, τό παραπέμπον δικαστήριο διεπίστωσε, Ιδίως στό σημείο 11 καί 12 τῆς ἀποφάσεως περί παραπομπής, τά ἀκόλουθα: ἀντιθέτως πρός τήν επιχειρηματολογία τῆς προσφευγούσης, τά άρθρα 1 καί επόμενα τοῦ νόμου BWTM δέν έχουν ὡς σκοπό «νά ἀνταμείβουν» τήν δημιουργική εργασία τοῦ δημιουργού τοῦ προτύπου. Όπως προκύπτει ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ ἐν λόγω νόμου, μόνη ὡς πρότυπο δύναται νά προστατεύεται ἡ εξωτερική εμφάνιση προϊόντος πού έχει ωφελιμιστική ἀξία. Ό νόμος δέν ἀξιώνει, επομένως, τό σχέδιο ἡ πρότυπο νά εἶναι ἡ έκφραση δημιουργικής ἡ καλλιτεχνικής δραστηριότητος. Οἱ διατάξεις αυτές ἀποβλέπουν «στό νά εμποδίζουν γιά ὁρισμένο χρονικό διάστημα τήν παραποίηση τῶν προτύπων πού επέλεξαν οἱ βιομήχανοι καί οἱ βιοτέχνες». Ἐξ αὐτοῦ συνάγεται ὅτι τό δικαίωμα προστασίας πού αφορά τό πρότυπο ἀποκτᾶται μέ τήν πρώτη κατάθεση (άρθρο 3, παράγραφος 1, τοῦ BWTM), χωρίς νά χρειάζεται νά εξετασθεί ἄν ὁ καταθέτης εἶναι ἡ ὄχι βιομήχανος ἡ βιοτέχνης, καί μάλιστα δημιουργός προτύπων. Όταν ἡ κατάθεση γίνεται χωρίς τήν συναίνεση τοῦ δημιουργοῦ ἡ τοῦ προσώπου, τό όποιο κατά τόν ἑνιαίο νόμο τῆς Μπενελούξ θεωρείται ὡς δημιουργός, μόνο ὁ δημιουργός δύναται, για ὁρισμένο χρονικό διάστημα, νά διεκδικήσει τήν κατάθεση ή νά επικαλεσθεί τήν ἀκυρότητά τῆς (άρθρο 5, παράγραφος 1).
Ἐπειδή ἡ ἐφεσείουσα προέβαλε ὅτι οἱ κατ᾿ αυτόν τόν τρόπο περιγραφόμενες διατάξεις δέν συμβιβάζονται μέ τά άρθρα 30 καί 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί ὅτι ἡ αίτηση περί εκδόσεως ἀπαγορευτικής ἀποφάσεως δέν θά ἠδύνατο ἐν πάση περιπτώσει νά γίνει δεκτή ἐφ᾿ ὅσον ἀγόρασε τίς τσάντες πού διαθέτει στό εμπόριο «σέ άλλο τόπο εντός τῆς κοινής ἀγοράς», τό Gerechtshof τῆς Χάγης υπέβαλε στό Δικαστήριο τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τά ἀκόλουθα προδικαστικά ἐρωτήματα:
«1.
Συμβιβάζεται μέ τους κανόνες της συνθήκης ΕΟΚ πού ἀφοροῦν την ἐλεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων, ειδικότερα δέ μέ τίς διατάξεις τοῦ άρθρου 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ εφαρμογή τοῦ ενιαίου νόμου τῆς Μπενελούξ περί σχεδίων καί βιομηχανικῶν προτύπων ὅταν τό αποτέλεσμα τοῦ ἐν λόγω νόμου συνίσταται στό νά παρέχει ἀποκλειστικό δικαίωμα ἐπί σχεδίου, ὅπως τό ἀναφερόμενο στον νόμο αυτό καί τό όποιο έχει τό ἀντικείμενο καί τήν λειτουργία πού περιγράφονται στήν σκέψη 11 [τῆς παρούσης ἀποφάσεως] στό πρόσωπο πού πρῶτο τό κατέθεσε στήν ἀρμοδία ἀρχή, καί ὅταν κανένα άλλο πρόσωπο, έκτος ἀπό τό πρόσωπο τό όποιο ισχυρίζεται ὅτι εἶναι ὁ σχεδιαστής ἡ ὁ ἐντολοδόχος ἡ ὁ εργοδότης τοῦ σχεδιαστοῦ δέν έχει τήν δυνατότητα νά ἀμφισβητήσει τό δικαίωμα τοῦ καταθέτου καί/ἤ ν᾿ ἀντικρούσει αίτηση περί εκδόσεως ἀπαγορευτικῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία υπεβλήθη ἀπό τόν καταθέτη, προβάλλοντας τό γεγονός ὅτι ὁ καταθέτης δέν εἶναι ὁ σχεδιαστής, ὁ ἐντολοδόχος ἡ ὁ εργοδότης τοῦ σχεδιαστοῦ;
2.
Δύναται ἡ αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως νά ἀπορριφθεί, ὅταν άφορα προϊόντα τά όποῖα ἀπέκτησε ὁ καθ' οὗ σέ χώρα ἀνήκουσα στην κοινή ἀγορά έκτός ἀπό τήν χώρα (ἀνήκουσα επίσης στην κοινή ἀγορά) γιά τήν ὁποία ἔχει ζητηθεί ἡ ἀπαγορευτική ἀπόφαση, ἄν τά δικαιώματα τοῦ καταθέτου, ὁ όποιος ζητεί τήν ἀπαγορευτική ἀπόφαση, δέν θίγονται σ᾿ αυτή τήν άλλη χώρα μέ τήν διάθεση στό εμπόριο τῶν προϊόντων αυτών;»
Οἱ προτάσεις μου ἐπί τῶν δύο αὐτών ερωτημάτων εἶναι οἱ έξης:
1.
Ή απάντηση στά ερωτήματα προϋποθέτει ὅτι τά περιστατικά τῆς υποθέσεως, ἐπί τῶν ὁποίων τό παραπέμπον δικαστήριο καλείται νά ἀποφανθεί, εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογῆς τῶν άρθρων 30 καί 36 της συνθήκης ΕΟΚ εἶναι γνωστό ὅτι οἱ διατάξεις αυτές ἀποβλέπουν ἁπλώς στό νά εξασφαλίσουν τήν ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων «μεταξύ τῶν κρατών μελών». Καί, ἡ υπόθεση στήν κυρία δίκη χαρακτηρίζεται ἀκριβώς ἀπό τό ὅτι μία ὀλλανδική εμπορική επιχείρηση προβάλλει δικαιώματα χωρικῆς προστασίας πού έχει ἐπί προϊόντων, τά όποια εισάγει κατ' ευθείαν ἀπό τρίτη χώρα (Taiwan), κατά άλλης ὀλλανδικής εμπορικῆς επιχειρήσεως, ή ὁποία προμηθεύεται παρόμοια προϊόντα εισαγόμενα επίσης κατ' ευθείαν ἀπό τήν Taiwan. Γι' αὐτό ἡ εφεσίβλητος καί ἡ Ἐπιτροπή, βασιζόμενες καί ἡ μέν καί ἡ δέ στίς διαπιστώσεις πού ἔκαμε τό Δικαστήριο στήν ὑπόθεση EMI Records ( 2 ) ἐθεώρησαν ὅτι ἡ άσκηση τοῦ ἀποκλειστικοί) δικαιώματος ἐπί σχεδίου ἡ προτύπου γιά προϊόντα καταγωγῆς τρίτης χώρας δέν επηρεάζει τήν ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων μεταξύ τῶν κρατών μελών.
Ἐναντίον μιας τέτοιας γνώμης, ἡ ἐφεσείουσα προβάλλει μεταξύ άλλων ὅτι ή ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων μεταξύ τῶν κρατών μελών επηρεάζεται ἐφ᾿ ὅσον ἡ ἀπόφαση τοῦ ὀλλανδικοῦ δικαστηρίου εἶναι εκτελεστή στά δύο άλλα κράτη μέλη πού συμμετέχουν στήν Μπενελούξ.
Ή διαμάχη αὐτή, ἡ ὁποία αναφέρεται, ἀφ᾿ ενός, στό πρόβλημα τῆς θέσεως τῆς οἰκονομικῆς ὁλότητος τῆς Μπενελούξ στους κόλπους τῆς κοινής ἀγορᾶς, καί, ἀφ᾿ έτερου, στό πρόβλημα τῆς ἀναγνωρίσεως καί ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων στά άλλα κράτη μέλη τῆς Μπενελούξ, δέν ἀπαιτεί, κατά τήν γνώμη μου, εμπεριστατωμένη εξέταση ἐν προκειμένω. Αυτό πού ἀντιθέτως εἶναι ἀποφασιστικό, εἶναι μόνο τό γεγονός ὅτι τό παραπέμπον δικαστήριο, προφανώς επηρεασμένο ἀπό την άποψη τῆς ἐφεσειούσης, σύμφωνα μέ την ὁποία τσάντες τοῦ ιδίου σχεδίου, καταγωγῆς Taiwan, θά ἠδύναντο νά εισαχθούν στίς Κάτω Χώρες, ἀπό άλλα κράτη μέλη, ἔκρινε ὅτι, γιά την λήψη της ἀποφάσεως πού ἐκαλεῖτο νά εκδώσει, ήταν ἀναγκαία ἡ ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί των υποβληθέντων ερωτημάτων. Σύμφωνα μέ τήν παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου — ὅπως αυτή διεμορφώθη τελευταίως, μεταξύ άλλων, μέ τήν ἀπόφαση Damiani ( 3 ) — εναπόκειται πράγματι στόν εθνικό δικαστή, τόν μόνο πού έχει άμεση γνώση τῶν περιστατικῶν τῆς υποθέσεως καθώς καί τῶν επιχειρημάτων πού προέβαλαν οἱ διάδικοι, καί τό όποιο θά πρέπει νά ἀναλάβει τήν ευθύνη τῆς δικαστικής ἀποφάσεως πού θά εκδοθεί, νά εκτιμᾶ λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη ὅλα τά περιστατικά τῆς υποθέσεως — στό πλαίσιο τῆς διακρίσεως τῶν δικαστικών λειτουργιών μεταξύ τῶν εθνικών δικαστηρίων καί τοῦ Δικαστηρίου [τῶν Κοινοτήτων], πού γίνεται στό άρθρο 177 τῆς συνθήκης — τήν ὀρθότητα τῶν νομικών ζητημάτων πού εγείρονται ἀπό τήν διαφορά τῆς ὁποίας επιλαμβάνεται καί ἡ ἀναγκαιότης μιᾶς προδικαστικής ἀποφάσεως, γιά τήν λήψη τῆς ἀποφάσεως πού καλείται νά εκδώσει. Θεωρώ επομένως πρόσφορο νά δοθεί ἀπάντηση στά δύο ερωτήματα.
2.
Τό παραπέμπον δικαστήριο εκλήθη νά ἀποφανθεί κατά πόσον ἡ άσκηση τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ προτύπου, πού προβλέπεται στον ενιαίο νόμο τῆς Μπε-νελούξ περί σχεδίων ἡ προτύπων, συμβιβάζεται μέ τίς διατάξεις τῆς συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων.
Γιά νά διευκρινισθεί τό ζήτημα αὐτό, είναι ἀναγκαίο τό Δικαστήριο νά ερμηνεύσει τίς σχετικές μέ τήν ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων διατάξεις, ιδίως τά άρθρα 30 καί 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Πρέπει, σχετικώς, νά θεωρηθεί ὅτι τό Δικαστήριο δέν εἶναι ἁρμόδιο, κατά τό άρθρο 177 της συνθήκης ΕΟΚ, νά ἀποφαίνεται προδικα-στικῶς παρά μόνο ἐπί τῆς ερμηνείας της συνθήκης ΕΟΚ καί τῶν πράξεων πού εκδίδουν τά ὄργανα τῆς Κοινότητος. Εἶναι, ἀντιθέτως, ἀναρμόδιο νά ερμηνεύει προδι-καστικῶς διατάξεις ἐθνικοῦ δικαίου. Τό πρώτο ερώτημα τοῦ παραπέμποντος δικαστηρίου ισοδυναμεί επομένως μέ τό κατά πόσον πρέπει νά ερμηνευθούν τά άρθρα 30 καί 36 τῆς συνθήκης κατά τήν έννοια ὅτι αντιτίθενται στην εφαρμογή εθνικών κανόνων δικαίου πού παρέχουν ἀποκλειστικό δικαίωμα ἐπί προτύπου στόν πρώτο καταθέτη, ὅταν κανένα άλλο πρόσωπο έκτός ἀπό τόν ίδιο τόν δημιουργό, τόν εντολοδόχο ἡ τόν εργοδότη τοῦ δημιουργού, ή τους ἕλκοντες ἐξ αὐτοῦ δικαιώματα, δέν ἔχει τήν δυνατότητα νά ἀμφισβητήσει τό δικαίωμα αὐτό προβάλλοντας ὅτι ὁ καταθέτης δέν εἶναι πράγματι ὁ δημιουργός.
Προκειμένου νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό, θά πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι ή άσκηση ἀποκλειστικού δικαιώματος χωρικής προστασίας συνιστά κατ' ἀρχήν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων μεταξύ τῶν κρατών μελών. 'Εξ αὐτοῦ προκύπτει ὅτι οἱ διατάξεις ἐθνικοῦ δικαίου, τῶν ὁποίων ἡ εφαρμογή δημιουργεί εμπόδια στό ενδοκοινοτικό ἐμπόριο, πρέπει νά θεωρηθούν κατ' ἀρχήν ὡς μέτρα ἰσοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Πάντως, κατά τους ὅρούς τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, οἱ διατάξεις τῶν άρθρων 30 έως καί 34 δέν ἀντιτίθενται στίς ἀπαγορεύσεις ἡ τους περιορισμούς εισαγωγών ... πού δικαιολογοῦνται ἀπό λόγους ... προστασίας τῆς βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας.
α)
Τίθεται κατ' ἀρχάς τό ερώτημα κατά πόσον, μεταξύ τῶν δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, τό δικαίωμα ἐπί τοῦ προτύπου πού θεσπίζει μία ἐθνική νομοθεσία ἐμπίπτει επίσης στίς προαναφερόμενες εξαιρετικές διατάξεις. Τό ερώτημα αυτό πρέπει νά εξετασθεί, κατά τήν γνώμη μου — τήν ὁποία συμμερίζεται τό σύνολο αυτών πού συμμετέχουν στην διαδικασία — ὑπό τό φῶς τῆς παρούσης νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου πού ἀναφέρεται στίς σχέσεις μεταξύ τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων καί τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου βιομηχανικής καί ἐμπορικής ιδιοκτησίας.
Ἀφοῦ εἶχε σέ πρώτο στάδιο διαπιστώσει, μέ μιά ὁλόκληρη σειρά ἀποφάσεων, ὅτι ἡ παραπομπή στό δικαίωμα ἐπί τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας καί στό δικαίωμα ἐπί τοῦ σήματος ἠδύνατο νά δικαιολογήσει εξαίρεση ἀπό τους κανόνες περί ἐλεύθερης κυκλοφορίας τῶν ἐμπορευμάτων — διαπίστωση ἀρχική ἁπλώς υπαινικτική στην υπόθεση Deutsche Grammophon Gesellschaft ( 4 ), ἐν συνεχεία, τελικά, ρητή στην ἀπόφαση GEMA ( 5 ) —, τό Δικαστήριο πράγματι ἔκρινε ὅτι τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἔχει επίσης ἐφαρμογή στό δικαίωμα τοῦ δημιουργοί) καί, ἐν συνεχεία, επίσης στά συγγενή δικαιώματα. Σχετικώς, τό Δικαστήριο έθεσε ὡς ἀξίωμα — ὅπως σαφώς συνάγεται ἀπό την προαναφερομένη τελευταία ἀπόφαση — ὅτι δέν ὑφίστατο λόγος ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συνθήκης νά γίνει διάκριση μεταξύ τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ καί τῶν άλλων δικαιωμάτων βιομηχανικῆς καί ἐμπορικής ιδιοκτησίας, κατά τό μέτρο πού πρόκειται γιά ἐμπορική εκμετάλλευση τῶν ἐν λόγω δικαιωμάτων του δημιουργού.
Τό ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ προτύπου συνίσταται, πάντως, στό ὅτι δύναται νά δικαιολογηθεί, ἀφ' ενός, ἀπό λόγους πού σχετίζονται μέ τό δικαίωμα τοῦ δημιουργού καί, ἀφ' έτερου, ἀπό λόγους βιομηχανικής καί εμπορικής πολιτικής. Συνεπώς, οἱ ἐθνικές νομοθεσίες περί τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ προτύπου εμφανίζουν διαφορετική δομή καί συστηματική. 'Εμπνέονται κατά ένα μέρος ἀπό τό δικαίωμα ἐπί τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ἐνῶ συγχρόνως δανείζονται ὁρισμένα χαρακτηριστικά τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργού. Στην ἀλληλουχία αυτή, δέν πρέπει νά εξετασθεί περαιτέρω τό ερώτημα αυτό, δεδομένου ὅτι κατά τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, τόσο τό δικαίωμα ἐπί τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ὅσο καί τό δικαίωμα τοῦ δημιουργού ἐμπίπτουν στην προστασία τῆς βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ώστε πρέπει νά περιληφθεί σ' αυτό καί τό δικαίωμα ἐπί τοῦ προτύπου. Δέν εἶναι δυνατό, στην ἀλληλουχία αυτή, νά ἀποσιωπηθεί τό γεγονός ὅτι ὁ νομοθέτης τῆς Μπενελούξ — ὅπως συνάγεται, μεταξύ άλλων, ἀπό τό άρθρο 3, παράγραφος 1, τοῦ BWTM — ἐθεώρησε, καί αυτός, τό ἀποκλειστικό δικαίωμα ἐπί τοῦ προτύπου ὡς δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας κατά τήν έννοια τῆς συμβάσεως τῆς Ἑνώσεως τῶν Παρισίων, τῆς 20ής Μαρτίου 1883, περί προστασίας τῆς βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Κατά τό άρθρο 1, παράγραφος 2, τῆς ἐν λόγω συμβάσεως πού ἐτροποποιήθη γιά τελευταία φορά τό 1967 στην Στοκχόλμη καί στην ὁποία προ-σεχώρησαν ὅλα τά κράτη μέλη, τά βιομηχανικά πρότυπα περιλαμβάνονται στά ἀντικείμενα προστασίας τῆς βιομηχανικῆς ιδιοκτησίας.
Φαίνεται ἐξ άλλου — ὅπως παρατηρεί ή κυβέρνηση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου — ὅτι τό Συμβούλιο θεωρεί επίσης ὅτι τά βιομηχανικά σχέδια συνιστούν μορφή βιομηχανικής ιδιοκτησίας, πράγμα πού προκύπτει, ιδίως, ἀπό τό άρθρο 4, παράγραφος 2, περίπτωση 2, γράμμα β) τοῦ κανονισμού 17 (JO 1962, ἀριθ. 13, σ. 204), πού εξέδωσε τό Συμ6ούλιο τό 1962, στόν όποιο τά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τά πρότυπα χρήσεως, τά σχέδια καί πρότυπα, ἡ σήματα περιλαμβάνονται ὡς διακρίσεις «στά δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας».
β)
Ἀφοῦ μέ τόν τρόπο αυτό επαληθεύθηκε ἡ υπόθεση σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ συγκρούσεις μεταξύ τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ προτύπου καί τῆς ἀρχής τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων πρέπει νά επιλυθούν ἐπί τῆ βάσει τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δύναται ἐξ άλλου νά γίνει παραπομπή στην παγία ἐφ' έξῆς νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, κατά τήν ὁποία προκύπτει ἀπό τήν διατύπωση, ἰδίως τῆς δεύτερης περιόδου καί τῆς θέσεως τοῦ άρθρου αὐτού στην συνθήκη, ὅτι τό ἐν λόγω άρθρο ἀσφαλώς δέν επηρεάζει τήν ύπαρξη τῶν δικαιωμάτων ιδιοκτησίας πού παρεχώρησε ή νομοθεσία κράτους μέλους, άλλα οτι, ἀντιθέτως, ἡ ἄσκηση τῶν ἐν λόγω δικαιωμάτων δύναται νά περιορισθεί ἀναλόγως των περιστάσεων, λόγω τῶν ἀπαγορευτικών κανόνων πού θέτει ἡ συνθήκη. Καθ' όσον εισάγει εξαίρεση σέ μία ἀπό τίς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς κοινῆς ἀγοράς, τό άρθρο 36 δέν επιτρέπει, σύμφωνα μέ τήν νομολογία, περιορισμούς στην ἐλεύθερη κυκλοφορία παρά μόνο κατά τό μέτρο πού δικαιολογούνται ἀπό την φροντίδα διαφυλάξεως των δικαιωμάτων, τά όποια συνιστούν τό ειδικό ἀντικείμενο τῶν δικαιωμάτων ιδιοκτησίας πού ἀφορούν. Συνεπώς, κατά την εξέταση τοῦ ερωτήματος κατά πόσον τό δικαίωμα ἐπί τοῦ προτύπου — τῆς Μπε-νελούξ — δύναται νά ἀντιταχθεί επιτυχώς στην ἀρχή τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, θά πρέπει πρῶτον νά προσδιορισθεί τό ειδικό ἀντικείμενο τοῦ ἐν λόγω δικαιώματος χωρικής προστασίας, γιά νά συναχθούν ἐν συνεχεία οἱ εμπορικοί φραγμοί πού δύνανται νά γίνουν ἀποδεκτοί κατά τό κοινοτικό δίκαιο, ἐν ἀντιθέσει μέ αυτούς πού δέν εἶναι ἀποδεκτοί.
Ὡς πρός αὐτό, τίθεται επίσης τό ερώτημα κατά πόσον τό ειδικό ἀντικείμενο τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ προτύπου προσδιορίζεται — ὅπως ισχυρίζεται ἡ ἐφεσείουσα — ἐν σχέσει μέ ὁμοιόμορφους συντελεστές καί κατά κάποιο τρόπο, ἀρχέτυπα τοῦ δικαιώματος προστασίας τοῦ προτύπου ή ἄν — ὅπως πιστεύουν ἡ βρετανική, γερμανική καί γαλλική κυβέρνηση, καθώς καί ή εφεσίβλητος καί ἡ 'Επιτροπή — πρέπει, κατά τόν προσδιορισμό τοῦ εἰδικοῦ ἀντικειμένου τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ προτύπου κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά γίνεται κάθε φορά εκκίνηση ἀπό τήν εθνική νομοθεσία πού έχει εφαρμογή ἐπί τοῦ θέματος, λαμβάνοντας ὑπ' οψη τήν ιδιομορφία τῆς καί τήν ὅλη οικονομία της.
Λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τό πνεῦμα καί τόν σκοπό τῆς εξαιρετικής διατάξεως πού θεσπίζεται μέ τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δέν εἶναι δυνατόν, κατ' ἐμέ, νά δοθεί στό ερώτημα αυτό άλλη ἀπάντηση παρά μόνο ὅτι ἐφ' ὅσον οἱ νομοθεσίες τῶν διαφόρων κρατῶν μελών περί προστασίας τῆς βιομηχανικής ιδιοκτησίας δέν έχουν εναρμονισθεί σέ κοινοτικό επίπεδο, μόνο ὁ εθνικός νομοθέτης έχει ἁρμοδιότητα νά ἀποφανθεί ἐπί τῆς υπάρξεως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ( 6 ). 'Από αυτό προκύπτει ὅτι μόνο τά κράτη μέλη ἔχουν κατ' ἀρχήν τό δικαίωμα νά καθορίσουν τό επίπεδο προστασίας πού θέλουν νά εγγυηθούν τήν προστασία τῶν δικαιωμάτων βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας, καθώς καί τήν δομή, λεπτομερειακῶς, τῶν ἐν λόγω δικαιωμάτων, ὑπό τήν ἐπιφύλαξη, πάντως, τῶν επιβαλλομένων ἀπό τήν συνθήκη ὁρίων.
Συνεπώς, δύναμαι — ὅπως προτείνει ἡ 'Επιτροπή — στηριζόμενος στην νομολογία τοῦ Δικαστηρίου — νά προσδιορίσω τό ειδικό ἀντικείμενο τοῦ προτύπου τῆς Μπενελούξ ὡς τό ἀποκλειστικό δικαίωμα τοῦ κατόχου (ἐν προκειμένω, τοῦ καταθέτου) νά διαθέτει στό ἐμπόριο πρώτος ἕνα προϊόν πού έχει καθορισμένη βιομηχανική εμφάνιση. 'Ο χαρακτηρισμός αυτός τοῦ εἰδικοῦ ἀντικειμένου τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ προτύπου, καί πού δέν διατείνομαι ὅτι εἶναι πλήρης, θεωρούμενος ἐν σχέσει μέ τόν κάτοχο τοῦ δικαιώματος, δύναται ἐπί πλέον — κατά τήν γνώμη μου — νά ἰσχύει γιά ὅλα τά δικαιώματα ἐπί τοῦ προτύπου ἐντός τῶν κρατών μελών καί ἀντιστοιχεί ἐξ άλλου στην περιγραφή τοῦ είδικοῦ ἀντικειμένου τοῦ δικαιώματος ευρεσιτεχνίας καί τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος, κατά τήν διατύπωση πού έγινε ὥς τώρα στην νομολογία τοῦ Δικαστηρίου.
γ)
Δεδομένων τῶν διαφορών δομής τῶν δικαιωμάτων πού οἱ νομοθεσίες τῶν διαφόρων κρατών μελών παρέχουν στόν τομέα αυτόν, μόνο ó εθνικός νομοθέτης δύναται σέ κάθε κράτος μέλος νά δώσει τήν ἀπάντηση ὡς πρός τό ζήτημα τοῦ κατόχου καί τῆς δομῆς τον δικαιώματος ἐπί τον προτύπου.
Λόγω τῆς διαφορᾶς ὡς πρός τόν τελικό σκοπό μεταξύ τῶν δικαιωμάτων πού παρέχουν οἱ εθνικές νομοθεσίες περί προτύπων — ὁ νόμος BWTM έχει ὡς τελικό σκοπό, ὅπως έχουμε ἀκούσει — την προστασία τουλάχιστο τῶν βιομηχάνων καί βιοτεχνῶν πού ἐπιθυμοῦν νά βεβαιώνεται ἡ πρωτοτυπία τῆς παραγωγῆς τους ἐν σχέσει μέ εκείνη άλλων κατασκευαστῶν ἡ βιοτεχνών, πρέπει, ἑπομένως, νά γίνει δεκτό ὅτι ὁ κάτοχος δικαιώματος ἐπί προτύπου δύναται νά εἶναι καί αυτός πού κατέθεσε τό πρότυπο χωρίς την συναίνεση τοῦ δημιουργοῦ του.
Τέλος, τό σύστημα πού ἐθέσπισε ὁ ενιαίος νόμος τῆς Μπενελούξ δέν δύναται νά επικριθεί, ἀκόμη καί ἄν ἐγίνετο δεκτή ή άποψη ὅτι ἡ συνθήκη ΕΟΚ έχει ὡς ἀποτέλεσμα νά περιορίζει τήν ευχέρεια τῶν κρατών μελών νά ὁρίζουν τήν δομή τῶν δικαιωμάτων βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας, ὥστε νά υποχρεώνει τό κράτος μέλος νά προστατεύει κατά τόν ἕνα ἡ τόν άλλο τρόπο τόν δημιουργό τοῦ προτύπου. Θά πρέπει, σχετικώς, νά ληφθεί ὑπ' όψη τό γεγονός — τό όποιο ἀναφέρεται ιδίως ἀπό τό Gerechtshof τῆς Χάγης καί τήν ὀλλανδική κυβέρνηση — ὅτι τό σύστημα πού ἐθέσπισε ὁ ενιαίος νόμος τῆς Μπενελούξ ἀποβλέπει, μεταξύ άλλων, στην ἀσφάλεια τοῦ δικαίου, καθ' ὅσον τό δικαίωμα γεννιέται μέ τήν κατάθεση. Γιό λόγους ἁπλότητος, ὁ νομοθέτης εκουσίως παρητήθη ἀπό τήν επαλήθευση ἄν ὁ καταθέτης εἶναι καί ὁ δημιουργός τοῦ προτύπου. Στην περίπτωση πού ἡ κατάθεση γίνεται ἀπό τρίτο, τά δικαιώματα τοῦ δημιουργοῦ προστατεύονται ἐφ' ὅσον έχει τήν δυνατότητα, εντός ὁρισμένης προθεσμίας, νά διεκδικήσει τήν κατάθεση ἡ νά ζητήσει δικαστικώς τήν ἀκύρωση της.
'Αν, ἀντιθέτως, έπρεπε νά χορηγηθεί ή δυνατότης αὐτή καί στους τρίτους — ὅπως ζητεί ἡ ἐφεσείουσα — αυτό θά εἶχε ὡς συνέπεια ὅτι ὁ πραγματικός δημιουργός δέν θά ἠδύνατο πλέον νά διεκδικήσει τό δικαίωμά του, λόγω τοῦ ὅτι τό πρότυπο δέν θά ἐπλήρου πλέον τήν προϋπόθεση τοῦ νέου ὑπό τίς προϋποθέσεις αυτές τό κοινοτικό δίκαιο θά επέφερε σοβαρό πλήγμα στην ἴδια τήν ύπαρξη τοῦ δικαιώματος πού εγγυάται τό εθνικό δίκαιο.
Ἐξ άλλου, τό συμβιβαστό μιᾶς τέτοιας νομοθετικής τεχνικής πρός τό κοινοτικό δίκαιο προκύπτει επίσης ἀπό τό ὅτι ἀνάλογη ρύθμιση προβλέπεται γιά τά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, στά άρθρα 56 καί 57 τῆς συμβάσεως περί εὐρωπαϊκοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας γιά τήν κοινή ἀγορά, πού υπέγραψαν ὅλα τά κράτη μέλη (76/76/ΕΟΚ, JΟ ἀριθ. L 17, τῆς 26ης 'Ιανουαρίου 1976, σ. 1).
δ)
Ὅπως προκύπτει ἀπό τήν διάταξη περί παραπομπής, ἡ ἐφεσείουσα έχει ἐξ άλλου τήν γνώμη ὅτι ἡ προστασία «τῶν ἀπομιμήσεων», πού κατέστη δυνατή ἀπό τόν ενιαίο νόμο Μπενελούξ δέν συμβιβάζεται μέ τήν ἀρχή τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων.
Θά πρέπει ἀμέσως νά παρατηρηθεί ὅτι, καί ὡς πρός αυτό, ἡ ενδεχομένη προστασία τῶν «ἀπομιμήσεων» ἀποτελεί, καί στην περίπτωση αυτή, μέρος τοῦ περιεχομένου τῆς νομοθεσίας περί τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ προτύπου καί ἐμπίπτει, ἑπομένως, στό σύστημα πού ἐθέσπισε κάθε κράτος μέλος. Γιά τους σκοπούς μιας νομοθεσίας περί τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ προτύπου, πού νά δύναται νά ἁρμόζει σέ ὁλόκληρη τήν Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ιδίως ἐν ὄψει τῆς εννοίας τῆς καινοτομίας ὡς ἀποτελούσης τήν διαχωριστική γραμμή μεταξύ τῶν παραποιήσεων ἡ τῶν ἀπομιμήσεων πού επιδέχονται προστασία καί εκείνων πού δέν επιδέχονται, δέν εἶναι δυνατό — ὅπως πολύ σωστά τό τονίζει ἡ κυβέρνηση τῆς Ὁμοσπονδιακής Δημοκρατίας — νά καταδειχθεί ἡ ύπαρξη ἀρχετύπων πού δύνανται νά χρησιμεύσουν ὡς ἀναφορά γιά τό σύνολο τῆς Κοινότητος, λόγω ελλείψεως εναρμονίσεως στον τομέα αυτόν. Μέ μία γρήγορη εξέταση τῶν δικαιωμάτων πού ἐχορηγήθησαν στόν τομέα τοῦ δικαίου τῶν προτύπων στά κράτη μέλη, γίνεται ἀντιθέτως ἀντιληπτό ὅτι ἡ ἐφαρμοστέα ἐπί τοῦ θέματος νομοθεσία στά άλλα κράτη μέλη θεσπίζει επίσης, κατά ὁρισμένο μέτρο, προστασία γιά τίς «ἀπομιμήσεις» πού προέρχονται ἀπό ἀρχαίες μορφές ἡ εἶναι δανεισμένες ἀπό άλλους πολιτιστικούς κόσμους (κλπ.). Οἱ διάφορες αυτές νομοθεσίες δέν προβαίνουν, γενικώς, στον διαχωρισμό μεταξύ ἀπομιμήσεων πού επιδέχονται προστασία καί εκείνων πού δέν επιδέχονται παρά μόνο σέ συνάρτηση μέ τό κριτήριο τῆς καινοτομίας άλλά, εἶναι γνωστό ὅτι ή έννοια αυτή εἶναι κατ' εξοχήν μεταβλητή καί εκτείνεται ἀπό τήν υποκειμενική καινοτομία έως τήν ριζικά ἀντικειμενική. Επίσης ἐν σχέσει μέ τήν έννοια αυτή τῆς καινοτομίας, έργο τοῦ Δικαστηρίου δέν πρέπει νά είναι — ἀντιθέτως πρός την άποψη πού υπεστήριξε ἡ ἐφεσείουσα — ἡ εναρμόνιση των ἑτεροκλήτων νομοθεσιῶν περί προτύπου πού ἐθέσπισαν τά διάφορα κράτη μέλη.
3.
Τέλος, μέ τό δενύερο ερώτημά του τό παραπέμπον δικαστήριο επιθυμεί νά γνωρίζει ἄν ὁ κάτοχος δικαιώματος ἐπί προτύπου στίς Κάτω Χῶρες δύναται νά ἀπαγορεύει την εισαγωγή προϊόντων πανομοιότυπου προτύπου μέ εκείνο πού συνιστᾶ τό ἀντικείμενο τοῦ δικαιώματός του, ὅταν τά ἐν λόγω προϊόντα διετέθησαν στό ἐμπόριο νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους. Γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό, εἶναι ἀναγκαίο γιά μιά ἀκόμη φορά νά ὑπομνησθεῖ ἡ παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου καί ἡ διάκριση στην ὁποία προβαίνει μεταξύ τῆς ὑπάρξεως καί τῆς ασκήσεως τῶν δικαιωμάτων βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας. Πράγματι, ἀκόμη καί ἄν εἶναι βέβαιο ὅτι στό παρόν στάδιο (ἀναπτύξεως) τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, ἕνα δικαίωμα ἐπί προτύπου πού ἀπεκτήθη νομίμως εντός κράτους μέλους δύναται κατ' ἀρχήν νά προβληθεί, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 36, παράγραφος 1, της συνθήκης, κατά τῆς εισαγωγής προϊόντων, τά όποια εμφανίζουν πανομοιότυπα χαρακτηριστικά ὡς πρός τό σχέδιο ἡ τό πρότυπο, παραμένει ἀκόμη νά επαληθευθεί ἄν ή ἄσκηση ἑνός τέτοιου δικαιώματος δέν συνιστά «μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων» ἤ «συγκεκαλυμμένο περιορισμό στό εμπόριο μεταξύ τῶν κρατών μελών», κατά την ἔννοια τοῦ ἄρθρου 36 in fine τῆς συνθήκης.
Προκειμένου νά καθορίσει τά ὅρια της νομίμου ἀσκήσεως τῶν δικαιωμάτων βιομηχανικῆς καί εμπορικῆς ιδιοκτησίας, βάσει τοῦ ἄρθρου 36, τό Δικαστήριο ἀνέπτυξε τήν ἀρχή κατά τήν ὁποία ὁ κάτοχος δικαιώματος βιομηχανικῆς καί εμπορικής ιδιοκτησίας πού προστατεύεται κατά τίς νομοθετικές καί κανονιστικές διατάξεις κράτους μέλους, δέν δύναται νά επικαλεσθεί τίς διατάξεις αυτές γιά νά ἀντιταχθεί στην εισαγωγή προϊόντος, τό όποιο διετέθη νομίμως στην ἀγορά τοῦ κράτους μέλους ἀπ᾽ ὅπου εισάγεται, ἀπό τόν ἴδιο τόν κάτοχο ἡ μέ τήν συναίνεση του ( 7 ).
Πράγματι, ἄν ὁ κάτοχος τοῦ δικαιώματος ἠδύνατο νά επικαλεσθεί τό ἀποκλειστικό του δικαίωμα, θά εἶχε τήν ευχέρεια νά στεγανοποιεί τίς εθνικές ἀγορές καί νά παρεμβάλει μέ τόν τρόπο αυτό περιορισμούς στό εμπόριο μεταξύ τῶν κρατών μελῶν, ἐνῶ παρόμοιοι περιορισμοί δέν εἶναι ἀναγκαίοι, πρός διαφύλαξη, ἐπ᾽ ωφελεία του, τῆς ουσίας τῶν δικαιωμάτων ἀποκλειστι-κότητος πού πηγάζουν ἀπό τό δικαίωμα προστασίας.
Σχετικά μέ τίς παρατηρήσεις πού διε-τύπωσαν ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ βρετανική καί ἡ γαλλική κυβέρνηση, δύναται νά θεωρηθεί ὡς δεδομένο — τό ἀργότερο, ἀπό τῆς ἀποφάσεως πού ἐξέδωσε τό Δικαστήριο στην υπόθεση Merck ( 8 ) — ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον ὁ κάτοχος ενός δικαιώματος προστασίας διέθεσε στό εμπόριο κατά τρόπο νόμιμο εντός ἑνός κράτους μέλους τό προστατευόμενο προϊόν ἤ τό ἐν λόγω προϊόν διετέθη στό εμπόριο εντός τῆς χώρας αυτής μέ τήν συναίνεση του, τό προϊόν αυτό δύναται νά διατεθεί στό εμπόριο στό σύνολο τῆς κοινής ἀγοράς, χωρίς νά εξετάζεται ἄν ὁ κάτοχος τοῦ δικαιώματος είχε ἡ μή τήν δυνατότητα προστασίας στό κράτος μέλος γιά τό όποιο πρόκειται. 'Αντιθέτως, ἄν τό προστατευόμενο προϊόν κατασκευάζεται ἡ διατίθεται στό εμπόριο εντός κράτους μέλους χωρίς τήν συναίνεση τοῦ κατόχου τοῦ δικαιώματος, αυτός δύναται νά ἀντιταχθεί στην εισαγωγή τοῦ ἀντιστοίχου προϊόντος στον χώρο πού καλύπτει τό δικαίωμα προστασίας.
Τέλος, τίθεται ἕνα ἄλλο πρόβλημα λόγω τοῦ ὅτι τό δικαίωμα ἐπί τοῦ προτύπου, κατά τόν ενιαίο νόμο Μπενελούξ, κτᾶται μέ την κατάθεση, πράγμα πού δύναται νά ἔχει ὡς συνέπεια ὅτι δικαιώματα βιομηχανικῆς καί εμπορικῆς ιδιοκτησίας «παράλληλα», ἀπαράλλακτα ἀπό την γένεση τους, δύνανται νά κτηθοῦν εντός διαφόρων κρατών μελῶν. Πρέπει, σχετικώς, νά σημειωθεί ὅτι ἐφ' ὅσον υφίστανται ἔννομες ἤ οικονομικές σχέσεις μεταξύ τῶν κατόχων τέτοιων δικαιωμάτων (της ἰδίας καταγωγῆς) πού επιτρέπουν τό συμπέρασμα ὅτι τά πρότυπα έχουν ἀνιαία καταγωγή, οἱ κάτοχοι δικαιωμάτων βιομηχανικῆς καί εμπορικῆς ἰδιοκτησίας, κατ' ἀνάλογη ἑρμηνεία τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου ὡς πρός τά σήματα τῆς ἰδίας καταγωγής ( 9 ), δέν δύνανται νά ἀσκοῦν τά δικαιώματα, τά όποια τους έχουν παραχωρηθεί δυνάμει τῆς εθνικής νομοθεσίας, μέ σκοπό νά απαγορεύουν τήν εισαγωγή προϊόντων των ὁποίων τό πρότυπο προστατεύεται, δεδομένου ὅτι στην ἀντίθετη περίπτωση θά καθίστατο δυνατή ἡ τεχνητή στεγανοποίηση τῶν εθνικῶν ἀγορών μέ τόν πλάγιο τρόπο τῶν δικαιωμάτων ἐπί τοῦ προτύπου τῆς ἰδίας καταγωγής, πού υφίστανται παραλλήλως εντός τῶν διαφόρων κρατών μελών. Αυτό, Ιδίως, συμβαίνει, κατά τήν νομολογία, ὅταν ἡ άσκηση τῶν δικαιωμάτων αὐτών συνιστᾶ τό ἀντικείμενο, τό μέσο ἡ συνέπεια συμφωνίας πού ἀπαγορεύεται ἀπό τήν συνθήκη.
Ή ταυτότης καταγωγής τῶν παραλλήλων δικαιωμάτων δέν δύναται, πάντως, νά γίνει δεκτή ὅταν τά δικαιώματα ἐπί τοῦ προτύπου στηρίζονται, βεβαίως, στην ἀπομίμηση, καί μάλιστα στην ιδιοποίηση τοῦ δημιουργικοῦ ἀρχικοῦ έργου τρίτου, άλλά χωρίς νά υφίσταται έννομη ἡ οικονομική σχέση μεταξύ τῶν διαφόρων καταθετών — εξαιρέσει τῆς πράγματι κοινής καταγωγής τῶν προϊόντων. 'Αν στην περίπτωση αὐτή θά έπρεπε πράγματι νά γίνει δεκτή ἡ ταυτότης καταγωγής, λόγω τοῦ ἁπλοῦ γεγονότος τοῦ ὅτι τά δύο πρότυπα στηρίζονται ἐπί τῆς ἰδίας δημιουργίας, τά κράτη μέλη — ὅπως πολύ σωστά παρατηρεί ἡ κυβέρνηση τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας — τῶν ὁποίων τό δίκαιο τῶν προτύπων προβλέπει τήν δυνατότητα καταθέσεως, θά ἀντιμετώπιζαν τήν περίπτωση, χωρίς λόγο, ἡ νομοθεσία τους νά στερείται τελικά τό περιεχόμενο της.
Πάντως, εναπόκειται στό δικαστή τῆς ουσίας νά διαπιστώσει τόν τρόπο μέ τόν όποιο λειτουργοῦν ἐν προκειμένω οἱ σχέσεις μεταξύ τῶν διαφόρων κατόχων τοῦ δικαιώματος καί ἄν τέτοια δικαιώματα ἐπί τοῦ προτύπου πού ἐκτήθησαν δυνάμει τῆς εθνικής νομοθεσίας, πανομοιότυπα ἀπό τήν καταγωγή τους, χρησιμοποιοῦνται ἀπό τόν κάτοχο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, πρός τόν σκοπό στεγανοποιήσεως τῶν ἀγορών.
4.
Λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τίς προηγούμενες σκέψεις, προτείνω, ἑπομένως, νά δοθοῦν στά ερωτήματα πού υπέβαλε τό Gerechtshof τῆς Χάγης οἱ ἀκόλουθες ἀπαντήσεις:
1.
Τά άρθρα 30 καί 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ἑρμηνευθούν κατά τήν έννοια ὅτι δέν ἀντιτίθενται στην εφαρμογή διατάξεων εσωτερικοῦ δικαίου τῶν κρατών μελῶν ὅταν οἱ διατάξεις αυτές έχουν ὡς ἀποτέλεσμα νά παρέχουν στόν πρώτο καταθέτη ἀποκλειστικό δικαίωμα ἐπί σχεδίων ἡ προτύπων, χωρίς άλλα πρόσωπα πλην τοῦ δημιουργοῦ, τοῦ ἐντολέως του ἤ τοῦ ἐργοδότου του, ἤ τοῦ ἕλκοντος ἐξ αὐτοῦ δικαίωμα νά έχουν την δυνατότητα νά ἀμφισβητήσουν τό ἐν λόγω δικαίωμα μέ την αιτιολογία ὅτι ὁ καταθέτης δέν εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ προτύπου ούτε ὁ ἐντολεύς ἤ ὁ ἐργοδότης του.
2.
Ό κάτοχος δικαιώματος ἐπί προτύπου, πού ἀπεκτήθη δυνάμει τῆς νομοθεσίας κράτους μέλους, δέν δύναται, βάσει τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά επικαλείται τό ἀποκλειστικό του δικαίωμα ἐπί τοῦ προτύπου γιά νά εμποδίζει τήν εισαγωγή προϊόντων, τά όποια διετέθησαν νομίμως στό εμπόριο εντός άλλου κράτους ἀπό τόν ίδιο ἡ μέ τήν συναίνεση του. 'Αντιθέτως, δύναται νά επικαλείται τό ἀποκλειστικό του δικαίωμα προκειμένου νά εμποδίσει τήν εισαγωγή προϊόντων, τά όποια, χωρίς τήν συναίνεση του, τρίτος διέθεσε στό εμπόριο εντός ἄλλου κράτους μέλους. Πάντως, μιά τέτοια συμπεριφορά δύναται νά συνιστᾶ μέσο αυθαιρέτου διακρίσεως ἤ συγκεκαλυμμένο περιορισμό στό εμπόριο μεταξύ κρατών μελῶν, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 36 in fine τῆς συνθήκης, ἐφ' ὅσον καταδεικνύεται ὅτι ὁ κάτοχος τοῦ ἐν λόγω δικαιώματος τό ἀσκεῖ πρός τόν σκοπό τεχνητῆς στεγανοποιήσεως τῶν ἀγορῶν.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) 'Απόφαση τῆς 15ης 'Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 51/75 — EMI Records Limited κατά CBS United Kingdom Limited —, Recueil 1976, σ. 811. 'Απόφαση τῆς 15ης 'Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 86/75 — EMI Records Limited κατά CBS Grammofon A/S—, Recueil 1976, σ. 871. 'Απόφαση τῆς 15ης 'Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 96/75 — EMI Records Limited κατά CBS Schallplatten GmbH —, Recueil 1976, σ. 913.
( 3 ) 'Απόφαση τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 53/79 — Office national des pensions pour travailleurs salariés κατά Fioravante Damiani —, Recueil 1980, σ. 273.
( 4 ) 'Απόφαση τῆς 8ης 'Ιουνίου 1971 στήν ὑπόθεση 78/70 — Deutsche Grammophon Gesellschaft mbH κατά Metro-SB-Großmärkte GmbH & Co. KG —, Recueil 1971, σ. 487.
( 5 ) 'Απόφαση τῆς 20ης 'Ιανουαρίου 1981 στίς συνεκδι-κασθεῖσες ὑποθέσεις 55 καί 57/80 — Musik-Vertrieb membran GmbH καί K-Tel International κατά GEMA (Gesellschaft für musikalische Aufführungs- und mechanische Vervielfältigunesrechte) —, Συλλογή 1981, σ. 147.
( 6 ) Πρβλ. σχετικώς: 'Απόφαση τῆς 29ης Φεβρουαρίου 1968 στην υπόθεση 24/67 — Parke, Davis and Co. κατά Probel, Reese, Beintema-Interpharm et Centrafarm —, Recueil 1968, σ. 82 καί επόμενες.
( 7 ) Πρβλ., γιά παράδειγμα, ἀπόφαση τῆς 31ης 'Οκτω-βρίου 1974 στην υπόθεση 15/74 — Centrafarm BV καί Adriaan de Peijper κατά Sterling Drug Inc. — Recueil 1974, σ. 1147 (Παράλληλη κατάθεση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας)
απόφαση τῆς 22ας 'Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 119/75 — Terrapin (Overseas) Ltd. κατά Terranova Industrie CA. Kapferer & Co. — Recueil 1976, σ. 1039 ἀπόφαση τῆς 8ης 'Ιουνίου 1971 στην ὑπόθεση 78/70 — DGG κατά Metro (ἀνεφέρθη ἀνωτέρω), (πρβλ. σημείωση 3, τέλος σελίδος)
ἀπόφαση τῆς 20ης 'Ιανουαρίου 1981 στίς υποθέσεις GEMA (ἀνεφέρθη), (βλέπε σημείωση 4, τέλος σελίδος).
( 8 ) Ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιουλίου 1981 στήν υπόθεση 187/80 — Merck & Co. Inc. κατά Stephar BV καί Petrus Stephanus Exler—, Recueil 1981, σ. 2063.
( 9 ) Πρβλ. ἀπόφαση τῆς 18ης Φεβρουαρίου 1971 στην υπόθεση 40/70 — Sirena Srl κατά EDA Sri καί λοιπών —, Recueil 1971, σ. 69 ἀπόφαση
τῆς 13ης 'Ιουλίου 1974 στήν ὑπόθεση 192/73 — Van Zuylen Frères κατά Hag AG —, Recueil 1974, σ. 731.
Full & Egal Universal Law Academy