ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕ- ΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 11 ΜΑΡΤΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Τά πραγματικά περιστατικά καί τά προδικαστικά ερωτήματα
Στίς 27 Ἀπριλίου 1972 καί στίς 7 Ίουνίου 1972, ἡ εταιρία Wünsche, προσφεύγουσα στην κυρία δίκη, εξήγαγε στό Ήνωμένο Βασίλειο ὁρισμένες παρτίδες συνθέτων ζωοτροφῶν μέ βάση τά δημητριακά. Δεδομένου ὅτι κατά τόν χρόνο αυτό ἡ χώρα αυτή δέν εἶχε ἀκόμη προσχωρήσει στην Κοινότητα, ἡ προσφεύγουσα ἠδύνατο νά ζητήσει για τήν εξαγωγή αύτη επιστροφές λόγω εξαγωγῆς, τό ὕψος τῶν ὁποίων προ-εβλέπετο ἀπό τους κανονισμούς τῆς Ἐπιτροπῆς 661/72 τῆς 29ης Μαρτίου 1972 (PB 1972, L 79, σ. 35) καί 1121/72 τῆς 29ης Μαΐου 1972 (PB 1972, L 126, σ. 33). Γιά νά λάβει τίς ἐν λόγω επιστροφές, υπέβαλε σχετική δήλωση στό Hauptzollamt, τό όποιο κατέβαλε τό ποσό τῶν 102895,49 γερμανικῶν μάρκων (DM). Ή σύνθεση τῶν συνθέτων ζωοτροφών περιεγράφετο ὡς έξης:
66 % άλευρο κριθῆς, λοιπά,
20 % φλοιοί κριθῆς, ἀλεσμένοι,
12 % άμυλο πατάτας,
1 % μίγμα ἀνόργανων ουσιών,
1 % μελάσσα.
Τό Hauptzollamt, ὅμως, διεπίστωσε ἀργότερα ὅτι ἡ βάση υπολογισμού τῆς επιστροφῆς ήταν λανθασμένη, ἐφ' ὅσον, κατ' ἀρχάς, ἐβασίσθη στό ὅτι τό 66 % ἀπό «άλευρο κριθῆς, λοιπά» ήταν παράγωγο δημητριακῶν κατά τήν ἔννοια τῶν ἀναφερθέντων κανονισμών. Διεπιστώθη ὅτι τό συστατικό αυτό ἀπετελεῖτο ἀπό μίγμα ἀλεσμένης κριθής καί ἀλεύρου, ἀποκαλουμένου «ἀλεύρου ἀποφλοιώσεως», τό όποιο προέρχεται ἀπό ἀπόξεση κριθής πρώτης καί δευτέρας φάσεως ἀποφλοιώσεως πού πραγματοποιείται κατά τήν παραγωγή πληγουριοῦ κριθῆς. Τό Hauptzollamt ἐθεώρησε ὅτι στό μίγμα αυτό θά έπρεπε νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη μόνον ἡ ἀλεσμένη κριθή καί κατά συνέπεια ἐζήτησε τήν επιστροφή ποσού 89175,33 DM. Τό Hauptzollamt έκρινε ὅτι τό ἄλευρο ἀποφλοιώσεως ήταν υποπροϊόν τῆς παραγωγῆς πληγουριοῦ κριθής καί γιά τόν λόγο αυτόν ὑπήγετο στην δασμολογική κλάση 23.03 τοῦ κοινού δασμολογίου. Μετά ἀπό τήν ἀπόρριψη τοῦ ισχυρισμού αὐτού ἀπό τό Finanzgericht, μέ τήν αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ὅτι καί τό άλευρο ἀποφλοιώσεως πρέπει νά θεωρηθεί ὡς παράγωγο δημητριακών, τό Hauptzollamt ἤσκησε Revision. Τό Bundesfinanzhof, ἀπό τό όποιο ἐζητήθη νά ἀποφανθεί, ἄν ἡ έννοια τοῦ παραγώγου δημητριακών εἶχε ὀρθώς ερμηνευθεί βάσει τῶν ἀναφερθέντων κανονισμών, υπέβαλε στό Δικαστήριο τά ἀκόλουθα ερωτήματα:
1)
Πρέπει κατά τήν κρίση περί τῆς περιεκτικότητος τῶν συνθέτων ζωοτροφών σέ παράγωγα δημητριακών νά λαμβάνονται ὑπ᾽ ὄψη κατά τήν έννοια τῶν κανονισμών ΕΟΚ 661/72 καί 1121/72, τῆς Ἐπιτροπῆς καί προϊόντα, τά όποια προκύπτουν κατά τήν ἀπόξεση ἡ τήν ἀποφλοίωση καί ὄχι κατά τήν άλεση τῶν σπόρων;
2)
Ή περιεκτικότης τῶν συνθέτων ζωοτροφών σέ παράγωγα δημητριακών πρέπει νά καθορίζεται κατά τήν έννοια τῶν ἀνωτέρω κανονισμών βάσει τοῦ συνόλου τῶν συστατικών πού περιέχονται στή σύνθετη ζωοτροφή, τά όποια προκύπτουν ἀπό τήν επεξεργασία ή κατεργασία σπόρων;
3)
Σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως στό ερώτημα 2: δύναται ένα παράγωγο δημητριακών νά συνιστᾶ κατά τήν έννοια τῶν ἀνωτέρω κανονισμών πρόμιγμα, τό όποιο ἀποτελείται ἀπό αλεσμένη κριθή καί ἀπό, ὅπως ἀποκαλείται, άλευρο ἀποφλοιώσεως;
4)
Σέ περίπτωση ἀπαντήσεως καταφατικής στό ερώτημα 1 καί ἀρνητικής στό ερώτημα 3: Πρέπει τά άλευρα ἀποφλοιώσεως, πού προκύπτουν κατά τίς φάσεις τῆς ἀποφλοιώσεως ἤ τῆς ἀποξέσεως στην παραγωγή πληγουριοῦ κριθής κατά τήν κρίση περί τῆς περιεκτικότητος τῶν συνθέτων ζωοτροφών σέ παράγωγα δημητριακών κατά τήν έννοια τῶν ἀνωτέρω κανονισμών, νά λαμβάνονται χωριστά ὑπ᾽ ὄψη για κάθε φάση ;
2. Τό εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο
Ή κοινή ὀργάνωση ἀγορών στόν τομέα τῶν δημητριακών, ἱδρύθη μέ τόν κανονισμό 120/67/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου τῆς 13ης Ίουνίου 1967 (PB 1967, L 117, σ. 2269). Βάσει τοῦ κανονισμού αυτού τό Συμβούλιο ἐθέσπισε τόν κανονισμό 968/68/ΕΟΚ τῆς 15ης Ίουλίου 1968 (PB 1968, L 166, σ. 2) περί τοῦ συστήματος πού ἐφαρμόζεται στίς σύνθετες ζωοτροφές μέ βάση τά δημητριακά. Ή καταβολή καί ὁ καθορισμός τῶν επιστροφών πού ἀφορούν τίς ζωοτροφές αυτές καθωρίσθησαν μέ τόν κανονισμό 1913/69 τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 29ης Σεπτεμβρίου 1969 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/004, σ. 218), ἐνῶ τά πραγματικά ποσά πού ἴσχυαν κατά τίς σχετικές περιόδους καθωρίσθησαν μέ τους κανονισμούς 661/72 καί 1121/72 τῆς Ἐπιτροπής, πού ήδη ἀνεφέρθησαν, τῆς 29ης Μαρτίου 1972 (PB 1972, L 79, σ. 35) καί τῆς 29ης Μαΐου 1972 (PB 1972, L 126, σ. 33) ἀντιστοίχως.
3. Τό πρώτο ερώτημα
Τό πρώτο ερώτημα τοῦ Bundesfinanzhof άφορα τό ἄν τό άλευρο ἀποφλοιώσεως κριθής υπάγεται, καί αυτό, στό πεδίο εφαρμογής τῶν δύο κανονισμών τῆς Ἐπιτροπής, δηλαδή ἄν ὁ τρόπος παραγωγής (άλεση ἤ ἀπόξεση) έχει επίσης σημασία, ὅταν πρόκειται νά καθορισθεί τό τί πρέπει νά νοείται μέ τήν φράση «παράγωγα δημητριακών». Τό άρθρο 7 τοῦ κανονισμού 968/68 καθορίζει το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογῆς τοῦ συστήματος τῶν ἐν λόγω επιστροφῶν ὡς έξης:
«1.
Ή επιστροφή λόγω εξαγωγής καθορίζεται, ἀφοῦ ληφθούν ὑπ' ὄψη μόνον ὁρισμένα προϊόντα πού χρησιμοποιοῦνται κατά τήν παραγωγή συνθέτων τροφῶν καί γιά τά όποια εἶναι δυνατόν νά καθορισθεῖ επιστροφή λόγω εξαγωγής.»
Βάσει αὐτοῦ, ἡ τετάρτη αιτιολογική σκέψη των δύο κανονισμών 661/72 καί 1121/72 τῆς Ἐπιτροπής, ὁρίζει:
«... ἡ επιστροφή λόγω εξαγωγής τῶν συνθέτων τροφών πού ἀποτελούνται ἀπό παράγωγα δημητριακών καθορίζεται ἀφού ληφθούν ὑπ' ὄψη μόνον τά προϊόντα πού συνήθως χρησιμοποιούνται γιά τήν παραγωγή συνθέτων τροφών καί γιά τά όποια εἶναι δυνατόν νά καθορισθεί επιστροφή».
Όσον άφορᾶ τά «παράγωγα δημητριακών», πού ενσωματώνονται στίς σύνθετες ζωοτροφές, ἡ σημείωση 2 τοῦ παραρτήματος, πού επισυνάπτεται σέ κάθε ἕναν ἀπό τους κανονισμούς αυτούς, παραπέμπει στό κεφάλαιο 10 καί στίς κλάσεις 11.01 καί 11.02 (μέ εξαίρεση τήν διάκριση 11.02 G) τοῦ κοινού δασμολογίου. (Τό κείμενο τοῦ κοινού δασμολογίου πού ἐφηρμόζετο πρίν ἀπό τό 1972 ἐδημοσιεύθη στην ΡΒ 1972, L 1). Βάσει τῶν ἀνωτέρω, ἡ έννοια τῶν «παραγώγων δημητριακών» πού προβλέπεται ἀπό τους κανονισμούς 661/72 καί 1121/72 περιλαμβάνει:
—
τά δημητριακά (κεφάλαιο 10),
—
τά άλευρα δημητριακών (κλάση 11.01),
—
τά πληγούρια, τά σιμιγδάλια, τους σπόρους μετά μερική ἀπόξεση τοῦ περικαρπίου τους, μεθ' ολοσχερή σχεδόν ἀπόξεση τοῦ περικαρπίου τους καί στρογγύλευση αυτών κατά τά δύο άκρα, τεθραυσμένους καί πεπλατυσμένους (συμπεριλαμβανομένων καί τῶν νιφάδων) (κλάση 11.02).
Δεδομένου ὅτι κανένας ἀπό τους κανονισμούς δέν προβλέπει ειδική ὀνοματολογία ούτε ἀντίθετες διατάξεις, τό ζήτημα ἄν τό άλευρο ἀποφλοιώσεως κριθής περιλαμβάνεται στην έννοια «παράγωγα δημητριακών» ὁπως καθωρίσθη, πρέπει νά επιλυθεί κατόπιν ερμηνείας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου. Αυτό εἶχε ήδη προτείνει ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Mayras στην υπόθεση 80/72, πού εἶναι παρόμοια μέ τήν ὑπό κρίση (Jurispr. 1973, σ. 661, ἀριστερή στήλη). Δεδομένου ὅτι το κεφάλαιο 10 (δημητριακά) δέν εἶναι δυνατόν νά ἐφαρμοσθεί λόγω τῆς φύσεως τοῦ προϊόντος, πρέπει νά εξετασθούν οἱ ἀναφερθείσες κλάσεις 11.01 καί 11.02 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, καθώς καί τά κριτήρια, βάσει τῶν ὁποίων τά προϊόντα κατατάσσονται στίς κλάσεις αυτές. Φαίνεται ὅμως, ὅτι σύμφωνα μέ τήν περίπτωση 2 Α τῶν σημειώσεων ἐπί τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, τό διπλό κριτήριο υπαγωγής τῆς κριθής εἶναι τό έξης: ἡ περιεκτικότης — ταυτοχρόνως — τουλάχιστον κατά 45 % σέ άμυλο καί κατ' ἀνώτατο ὅριο κατά 3 % σέ τέφρες. Ἀν ἕνα ἀπό τά κριτήρια αυτά δέν συντρέχει, τό σχετικό προϊόν ἀλευροποιίας υπάγεται, σύμφωνα μέ τήν σημείωση αυτή, στην κλάση 23.02 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, ή ὁποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, «τά πίτυρα ἐν γένει καί τά έτερα υπολείμματα τοῦ κοσκινίσματος, τῆς ἀλέσεως ἡ ἑτέρων κατεργασιών τῶν σπόρων δημητριακών καί ὀσπριοειδῶν». Ἀν πληροί τίς ἀναφερθείσες προϋποθέσεις, δέν έχει πλέον σημασία τό πώς παρήχθη τό προϊόν, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση κατόπιν ἀλέσεως ἡ ἀποφλοιώσεως. Ή σημασία τῶν δύο αυτών κριτηρίων ἐξητάσθη λεπτομερώς ἀπό τό Δικαστήριο στην ἀναφερθείσα ἀπόφαση 80/72 (Lassie-fabrieken κατά Hoofdproduktscbap voor Akkerbouwprodukten, Jurispr. 1973, σ. 635). Γενικότερα, ἡ ερμηνεία αύτη είναι σύμφωνη μέ τήν ἀρχή πού τό Δικαστήριο ήδη εξήγγειλε πολλές φορές καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ υπαγωγή τῶν προϊόντων στό κοινό δασμολόγιο πρέπει νά βασίζεται σέ ἀντικειμενικά χαρακτηριστικά, δηλαδή στην σύνθεση τοῦ προϊόντος καί ὄχι στον τρόπο παραγωγής του. Ἐπ' αυτού τοῦ σημείου παραπέμπω στίς ἀποφάσεις πού εκδώσατε στίς υποθέσεις 36/71 (Henck, Jurispr. 1972, σ. 187), 128/73 (Past, Jurispr. 1973, σ. 1277), 185/73 (König, Jurispr. 1974, σ. 607), 53/75 (Vandertalen, Jurispr. 1975, σ. 1647), 98 καί 99/75 (Carstens, Jurispr. 1976, σ. 241), 38/76 (Luma, Jurispr. 1976, σ. 2027) καί 62/77 (Carlsen, Jurispr. 1977, σ. 2343).
Βάσει τῶν συλλογισμῶν αυτών, προτείνω την ἀκόλουθη ἀπάντηση στο πρώτο ερώτημα πού ἔθεσε τό Bundesfinanzhof:
Τό ζήτημα ἄν, προϊόντα πού προέρχονται ἀπό την ἀποφλοίωση ἡ την άλεση τῶν σπόρων δημητριακών πρέπει νά θεωρούνται ὡς παράγωγα δημητριακών κατά τήν έννοια τῶν κανονισμών ΕΟΚ 661/72 καί 1121/72, πρέπει νά επιλυθεί μόνον μέ τήν εφαρμογή ποσοτικών κριτηρίων υπαγωγῆς, στην προκειμένη περίπτωση, ἀφοῦ ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ περιεκτικότης σέ άμυλο καί σέ τέφρες, κριτήρια, στα όποια βασίζονται οἱ κλάσεις 11.01 καί 11.02 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, στίς όποιες παραπέμπει ἡ σημείωση 2 τοῦ παραρτήματος τῶν ἀναφερθέντων κανονισμών. Ό τρόπος παραγωγής, συνεπώς, δέν ἔχει σημασία.
4. Τό δεύτερο ερώτημα
Ἀφοῦ καθωρίσθη μέ τόν τρόπο αυτό ή έννοια «παράγωγα δημητριακών», γεννᾶται τό ερώτημα, ἄν, γιά τόν καθορισμό των ἐπιστροφῶν, πρέπει τό προϊόν να εξετασθεί σάν σύνολο μέ βάση τά ἀναφερθέντα κριτήρια ἤ ἄν πρέπει ἡ εξέταση αύτη νά γίνει μεμονωμένα γιά κάθε ένα ἀπό τά συστατικά του στοιχεία. Γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό, πού εἶναι τό δεύτερο ερώτημα πού έθεσε τό Bundesfinanzhof, εἶναι δυνατή, ευθύς ἐξ ἀρχης, ή παραπομπή στό άρθρο 7 τοῦ βασικοῦ κανονισμοῦ 968/68, ὁ όποιος καθορίζει τήν βάση τοῦ συστήματος τῶν ἐπιστροφών λόγω εξαγωγής. Ἀπό τό κείμενο της πρώτης παραγράφου τῆς διατάξεως αὐτῆς (« ... ἀφοῦ ληφθούν ὐπ' ὄψη μόνον ορισμένα προϊόντα ...»), φαίνεται ὅτι, ὅσον άφορα τά προϊόντα πού έχουν ἀνομοιογενή σύνθεση, τήν βάση γιά τόν υπολογισμό της επιστροφῆς ἀποτελούν τά μεμονωμένα συστατικά στοιχεῖα. Αυτό προκύπτει επίσης ἀπό τό γράμμα τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κανονισμοῦ 1913/69:
«1.
Ό εξαγωγεύς δηλώνει στους ἀρμόδιους ὀργανισμούς τήν ὅλη σύνθεση τῆς συνθέτου τροφής μέ βάση σιτηρά, μέ τό ἀκριβές ποσοστό κατά δασμολογική κλάση κάθε τύπου τῶν προϊόντων τά όποια έχουν ενσωματωθεί.»
Ή ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό μέ επιχειρήματα πού βασίζονται στό κείμενο ενισχύεται περισσότερο, ἄν ληφθεί ὐπ' ὄψη τό σύστημα τῶν επιστροφών λόγω εξαγωγής ζωοτροφών. Ἀπό τήν τρίτη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 968/68 συνάγεται ὅτι, ὅσον άφορᾶ τόν υπολογισμό, τό σύστημα αυτό συνδέεται μέ τήν τροφή πού έχει τήν περισσότερη ἀξία, δηλαδή τόν ἀραβόσιτο. Ἀπό τό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ, πού ήδη ἀνεφέρθη συνάγεται ὅτι γιά τίς επιστροφές λαμβάνονται ὐπ' ὄψη προϊόντα πού, κατά τό μέτρο τοῦ δυνατοῦ, είναι ισοδύναμα ἀπό ποιοτικῆς ἀπόψεως καί ὄχι υποπροϊόντα ἡ υπολείμματα, ἀκόμη καί ἄν τέτοια συστατικά δύνανται επίσης νά χρησιμοποιηθοῦν ὡς ζωοτροφές.
Ή δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 1913/69, συνεπώς, ὁρίζει:
«Ἐκτιμώντας ὅτι, πρός τόν σκοπό αυτό πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη μόνο τά προϊόντα, τῶν ὁποίων ἡ ἐνσωματουμένη ποσότητα στην σύνθετη τροφή, ὡς καί τά χαρακτηριστικά τῶν εἶναι σαφώς ἀντιπροσωπευτικά τῆς υποστάσεως [ουσίας] τῆς ἐν λόγω συνθέτου τροφής μέ βάση τά σιτηρά, ἤτοι ἰδίως τά σιτηρά, τά άλευρα σιτηρῶν καί προϊόντα μή παρασκευασ-θέντα, προερχόμενα ἀπό άλευρα καί μεταχείριση [επεξεργασία] σιτηρῶν, ἀποκλειομένων άλλων προϊόντων, τῶν ὁποίων ή ενσωμάτωση σ' αυτό τό είδος τῶν τροφών παρουσιάζει μία συμπληρωματική ή περιθωριακή ὄψη ...»
Ή επιστροφή γιά ζωοτροφές εξαρτᾶται, επομένως, κατά μεγάλο μέρος ἀπό τήν ποιότητα τους, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση ἀπό προϊόντα μέ μικρή περιεκτικότητα σέ τέφρες καί μεγάλη περιεκτικότητα σέ άμυλο. Ή δυσκολία ἀναλύσεως τῶν ζωοτροφών προκειμένου νά προσδιορισθοῦν τά μεμονωμένα συστατικά τους στοιχεία εἶναι, επομένως, ἡ αιτία τῆς υποχρεώσεως πού ὁρίζεται στό άρθρο 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοί) 1913/69, πού ήδη ἀνεφέρθη, βάσει τῆς ὁποίας οἱ εξαγωγείς ὀφείλουν νά δηλώσουν τά συστατικά αυτά στοιχεία επακριβῶς, ἀναφερόμενοι στίς ἀντίστοιχες κλάσεις τοῦ κοινοῦ δασμολογίου.
Γιά τόν λόγο αυτό, προτείνω τήν έξης ἀπάντηση στό δεύτερο ερώτημα πού υπέβαλε τό Bundesfinanzhof:
Ή περιεκτικότης σέ παράγωγα δημητριακῶν τῶν συνθέτων ζωοτροφῶν κατά την ἔννοια τῶν κανονισμών ΕΟΚ 661/72 καί 1121/72 πρέπει νά προσδιορισθεί βάσει τῶν μεμονωμένων συστατικών στοιχείων πού προέρχονται ἀπό τήν επεξεργασία ἡ τήν κατεργασία τῶν δημητριακών.
5. Τό τρίτο καί τέταρτο ερώτημα
Ή ἀπάντηση στό πρώτο καί στό δεύτερο ερώτημα δίδει επίσης τήν ἀπάντηση στό τρίτο καί τέταρτο ερώτημα πού υπέβαλε τό Bundesfinanzhof. Ἐν ὄψει τῆς δυσκολίας ἀναλύσεως τῶν συνθέτων ζωοτροφών, πού ήδη ἀνεφέρθη, τό άρθρο 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοί) 1913/69 προβλέπει, ὅπως ήδη ἐξετέθη, ἀκριβή δήλωση τῶν διαφόρων συστατικών στοιχείων. Ή ἁπλή δήλωση ὅτι ένα προϊόν εἶναι «μίγμα» ενέχει τόν κίνδυνο νά πληρωθούν πολύ υψηλές επιστροφές. Τό επιχείρημα πού προέβαλε σχετικά ἡ προσφεύγουσα, σύμφωνα μέ τό όποιο μιά τέτοια δήλωση εἶναι δυνατόν νά γίνει κατά τό χρονικό σημείο τῆς εισαγωγής, δέν εἶναι πειστικό. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται γιά τόν καθορισμό επιστροφών λόγω εξαγωγής καί ὄχι γιά τήν δασμολογική υπαγωγή κατά τήν εισαγωγή. Ή υποχρέωση δηλώσεως τῶν μεμονωμένων συστατικών στοιχείων δέν βασίζεται στό κοινό δασμολόγιο, τό ὁποῖο ἀποτελεί ἁπλώς επικουρικό μέσο, τό όποιο διευκολύνει τήν δήλωση αυτή, ἀλλά στόν προαναφερθέντα κανονισμό 1913/69, διότι εἶναι συνέπεια τοῦ συστήματος τῶν επιστροφών λόγω εξαγωγής ζωοτροφών. Ἔτσι, ἡ ἀπάντηση στό δεύτερο ερώτημα δίδει επίσης τήν ἀπάντηση στό τρίτο καί στό τέταρτο ερώτημα, ώστε εἶναι τελείως περιττή ἡ διατύπωση χωριστής ἀπαντήσεως.
6. Τό ζήτημα τῆς ἀκυρότητος τῶν κανονισμών 661/72 καί 1121/72
Περαίνοντας τό υπόμνημα της, ἡ προσφεύγουσα ισχυρίζεται, τέλος, ὅτι οἱ δύο κανονισμοί τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι άκυροι. Γιά νά στηρίξει τόν ισχυρισμό τῆς περί ἀκυρότητος, επικαλείται τήν διαφορά πού υπάρχει μεταξύ τοῦ καθ' ύλη πεδίου εφαρμογής τοῦ συστήματος τῶν επιστροφών λόγω εξαγωγής, ὅπως προβλέπεται στό άρθρο 7, παράγραφος 1, τοῦ βασικοῦ κανονισμοῦ 968/68 καί τῆς τετάρτης αιτιολογικῆς σκέψεως τῶν δύο κανονισμῶν της Ἐπιτροπής. Τό άρθρο 7, παράγραφος 1, ὁμιλεί γιά «... bestimmte Erzeugnisse ...», ἐνῶ οἱ δύο κανονισμοί τῆς Ἐπιτροπῆς αναφέρουν «... Erzeugnisse ... die gewöhnlich ...». Δεδομένου ὅτι τό Bundesfinanzhof δέν ὑπέβαλε ερωτήματα σχετικά μέ αὐτόν τόν λόγο πού προέβαλε ἡ προσφεύγουσα, δέν θεωρῶ ἀναγκαίο νά ἐξετάσει τό Δικαστήριο τό ζήτημα αυτό. Γιά τήν περίπτωση ὅμως πού τό Δικαστήριο θά προέβαινε στήν εξέταση αύτη, θεωρῶ ὅτι ὁ λόγος αυτός πρέπει νά ἀπορριφθεί.
Είναι ἀληθές ὅτι εἶναι πράγματι δυνατόν νά διαπιστωθεί μία κάποια ἀντιφατικότης στήν σύνταξη τοῦ γερμανικοῦ κειμένου τῶν διατάξεων πού έγινε επίκληση, ἡ ὁποία ἀντιφατικότης υπάρχει επίσης καί στό γαλλικό κείμενο τό όποιο ὁμιλεί γιά «... certains produits ...» καί γιά «... produits qui entrent habituellement...». Στήν προκειμένη περίπτωση, ὅμως, πρόκειται γιά ἀντιφατικότητα λόγω συντάξεως καί ὄχι γιά ἀντιφατικότητα ουσιαστικού δικαίου, ἡ ὁποία θά εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τόν περιορισμό τοῦ πεδίου εφαρμογής τῶν κανονισμών 661/72 καί 1121/72 ἐν σχέσει πρός τό πεδίο εφαρμογῆς τοῦ κανονισμοῦ 968/68. Αυτό συνάγεται, μεταξύ ἄλλων, ἀπό τό ὀλλανδικό κείμενο πού καί στις δύο περιπτώσεις ὁμιλεί γιά «bepaalde produkten». Ή προσφεύγουσα δέν ἠδυνήθη νά ἀποδείξει ὅτι ὁ περιορισμός αυτός, πού περιέχεται στις αιτιολογικές σκέψεις τῶν δύο κανονισμών της Ἐπιτροπῆς είχε ἀποφασιστική επίδραση καί στίς συγκεκριμένες διατάξεις τῶν ἐν λόγω κανονισμών. Παρομοίως, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει δεκτό τό συμπέρασμά τῆς ὅτι αυτή ἡ ἀντιφατικότης στήν σύνταξη ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά καταστήσει ἀσυμβίβαστη πρός τόν κανονισμό 968/68 τήν παραπομπή στίς ἀντίστοιχες κλάσεις τοῦ κοινού δασμολογίου, πού αναφέρεται στην σημείωση 2 τοῦ παραρτήματος. Πράγματι, τό ἀποτέλεσμα θά ήταν ἀσυμβίβαστο πρός τό προαναφερθέν σύστημα τῶν επιστροφών πού εφαρμόζεται στίς ζωοτροφές, ὑπό τήν έννοια ὅτι θά ήταν δυνατόν νά καταβληθοῦν επιστροφές καί γιά προϊόντα πού υπάγονται στην κλάση 23.02 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου (ή ὁποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τά υποπροϊόντα). Ήδη ἀνεφέρθη ὅτι τό σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται ἀκριβώς ἀπό τόν συσχετισμό πού κάνει μεταξύ τῶν επιστροφών καί τῆς ποιότητος τῶν προϊόντων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy