ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 18 ΜΑΡΤΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στις προδικαστικές υποθέσεις, στίς όποιες ἀναφέρονται οἱ παρούσες προτάσεις, τά προβλήματα ἐρμηνείας πού προβάλλει ὁ δικαστής τῆς ουσίας ἀφοροῦν τίς σχετικές μέ τήν χορήγηση καί τήν ἀνάκληση τῶν πριμοδοτήσεων γιά τήν μετουσίωση τοῦ ἀρτοποιησίμου σίτου καί τῆς ἀρτοποιησίμου σικάλεως κοινοτικές διατάξεις.
Συνοψίζω τά βασικά πραγματικά περιστατικά.
Μεταξύ τοῦ 1969 καί τοῦ 1974, οἱ ἐταιρίες Bay Wa AG, Μόναχο, Raiffeisenbank Unterspiesheim und Umgebung, Unterspiesheim, Raiffeisenbank Bütthard eG, Bütthard, καί Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG, 'Ανόβερο (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας) μετουσίωναν δημητριακά, οἱ τρεῖς πρῶτες μέ τήν μέθοδο τοῦ χρωματισμοί) καί ἡ τετάρτη μέ τήν μέθοδο τοῦ Ιχθυελαίου, εισέπραξαν δέ ἀπό τό 'Ομοσπονδιακό Γραφείο 'Οργανώσεως Γεωργικῶν 'Αγορών (Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung) τίς προβλεπόμενες ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο πριμοδοτήσεις γιά μετουσίωση. Μεταγενεστέρως, μεταξύ τοῦ 1975 καί τοῦ 1976, καί κατόπιν έλεγχου πού διενήργησε στίς ἀνωτέρω επιχειρήσεις, τό 'Ομοσπονδιακό Γραφείο ἐζήτησε τήν επιστροφή τῶν πριμοδοτήσεων, ισχυριζόμενο ὅτι ἀπό λογιστικά στοιχεία προέκυπτε ὅτι δέν είχαν ἀγοράσει τίς χρησιμοποιούμενες γιά τήν μετουσίωση ουσίες σέ επαρκείς ποσότητες γιά νά πραγματοποιηθεί ή μετουσίωση σύμφωνα μέ τόν επιβαλλόμενο τρόπο. Οἱ ἐν λόγω επιχειρήσεις ἐνα-ντιώθησαν στην ἀνωτέρω ἀπαίτηση υποβάλλοντας κατ' ἀρχήν αἴτηση θεραπείας καί, μετά ἀπό τήν δυσμενή γι' αυτές κατάληξη τῆς τελευταίας, ένδικο προσφυγή ενώπιον τοῦ διοικητικοῦ δικαστηρίου τῆς Φραγκφούρτης ἐπί τοῦ Μάιν. Ἔτσι, τό δικαστήριο αυτό επελήφθη τριών ὑποθέσεων μέ τό αυτό ἀντικείμενο. Στην πρώτη, προσφεύγουσες εἶναι οἱ ἑταιρίες Bay Wa, Μόναχο, Raiffeisenbank Unterspiesheim und Umgebung τοῦ Unterspiesheim καί Raiffeisenbank Bütthard, Bütthard, καί παρεμβαίνουσα iussu iudicis ἡ ἑταιρία Rhenus, Μαν-χάιμ στην δεύτερη καί στην τρίτη, προσφεύγουσα εἶναι ἡ εταιρία Raiffeisen Hauptgenossenschaft, 'Ανόβερο. Μέ τρεις ὁμοίου περιεχομένου διατάξεις τῆς 30ής 'Απριλίου 1981, τό επιληφθέν δικαστήριο ἀνέβαλε τήν έκδοση ἀποφάσεως καί υπέβαλε στό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τά ἀκόλουθα ἐρωτήματα:
«α)
Πριμοδότηση μετουσιώσεως, χορηγηθείσα βάσει τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού 172/67 ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 27ης 'Ιουνίου 1967 (ABl. 130 τῆς 28ης 'Ιουνίου 1967, σ. 2602), 'έχει καταβληθεί άνευ νομίμου αίτιας μόνον ἐφ᾿ ὅσον δέν έχει ἐπιτευχθεί μέ τήν μετουσίωση ὁ καθοριζόμενος στό άρθρο 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού 172/67/-ΕΟΚ στόχος ἡ νά ἀρκεῖ νά μή 'έχει τηρηθεί ἡ μέθοδος ἀναφοράς πού ορίζεται στό παράρτημα Ι τοῦ κανονισμοί) ΕΟΚ 1403/69 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 18ης 'Ιουλίου 1969 (ABl. L 180 τῆς 18ης 'Ιουλίου 1969, σ. 3)
β)
Δύναται ἡ ἀπαίτηση επιστροφής τῆς πριμοδοτήσεως γιά τήν μετουσίωση νά στηριχθεί στό ἀποτέλεσμα τοῦ έλεγχου τῶν λογιστικών έγγράφων καί βιβλίων, πού διενεργείται μετά τό πέρας τῆς μετουσιώσεως ἡ ἀπό τό άρθρο 4, παράγραφος 3, καί τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοί) ΕΟΚ 1403/69 προκύπτει ὅτι τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἐκ τῶν υστέρων λογιστικοί) έλεγχου δέν πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ' ὅψη; Σέ περίπτωση πού ὁ ἐκ τῶν ύστερων έλεγχος πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη, ποια εἶναι ἡ βαρύτητα τοῦ ἀνωτέρω έλέγχου σέ σχέση μέ τους ἐλεγχους πού προβλέπονται στό άρθρο 4, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 1403/69;
γ)
Ἐπιβάλλει τό άρθρο 8 τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 729/70 τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης 'Απριλίου 1970 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/005, σ. 93), στά Κράτη μέλη τήν υποχρέωση νά ἀπαιτούν, ἐν πάση περιπτώσει, τήν επιστροφή τῶν άνευ νομίμου αίτιας καταβληθεισών πριμοδοτήσεων ή παρέχει ὁ ἐν λόγω κανονισμός στά Κράτη μέλη τήν δυνατότητα νά υπαγάγουν, μέ διατάξεις εθνικού δικαίου, τό ζήτημα τῆς ἐπιστροφής σέ μία συγκεκριμένη περίπτωση στην ἐκτίμηση της ἁρμοδίας ἀρχής;»
Μέ διάταξη τῆς 15ης 'Ιουλίου 1981, τό Δικαστήριο διέταξε, κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 43 τοῦ κανονισμού διαδικασίας, τήν συνεκδίκαση, λόγω συναφειας, των τριῶν υποθέσεων πρός διευκόλυνση τῆς προφορικής διαδικασίας καί πρός έκδοση αποφάσεως.
2.
Στό πλαίσιο τῆς σχετικής μέ τήν ἀγορά τῶν δημητριακών γεωργικής πολιτικής, ή Κοινότης καθιέρωσε, μεταξύ τῶν διαφόρων μορφών παρεμβάσεως, μία παρέμβαση ή ὁποία συνίσταται στην χορήγηση πριμοδοτήσεων γιά μετουσίωση στους παραγωγούς. 'Ως μετουσίωση νοείται ἡ διαδικασία, ή ὁποία καθίστα τό γεωργικό προϊόν ἀκατάλληλο γιά κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους ή διαδικασία αυτή ενθαρρύνεται πρός τόν σκοπό υποστηρίξεως τῆς τιμής ὁρισμένων προϊόντων, τῶν ὁποίων ἡ φυσιολογική ἀγορά συνίσταται ἀκριβῶς στην κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους, άλλα τά όποια διατίθενται σέ τόσο μεγάλες ποσότητες, ώστε νά ἀπειλεῖται ἡ διατήρηση Ικανοποιητικού επιπέδου τιμών, ἄν δέν ἐφαρμοσθεί ένας μηχανισμός πού νά επιτρέπει τόν περιορισμό τῆς προσφοράς.
Τό νομοθετικό πλαίσιο στό όποιο εντάσσεται ἡ παρούσα διαφορά ἀποτελείται ἀπό τρεις κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου (120/67, 172/67, 729/70) καί δύο κανονισμούς τῆς 'Επιτροπής (1403/69 καί 1092/70).
Ό κανονισμός τοῦ Συμβουλίου 120 τῆς 13ης 'Ιουνίου 1967 ἐρρύθμισε τήν κοινή ὀργάνωση τῶν ἀγορών στον τομέα τῶν δημητριακών. Στό άρθρο 7, παράγραφος 3, ὁρίζει ὅτι οἱ ὀργανισμοί παρεμβάσεως πού ὁρίζουν τά Κράτη μέλη δύνανται νά πωλούν πρός ἐξαγωγή σέ τρίτες χώρες, ή πρός εφοδιασμό τῆς εσωτερικής ἀγοράς, τόν ἀρτοποιήσιμο μαλακό σίτο καί τήν ἀρτοποιήσιμο σίκαλη, ἀφοῦ μέ τήν μετουσίωση καταστοῦν ἀκατάλληλοι γιά τήν κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους στό τελευταίο εδάφιο προστίθεται «δύνανται επίσης νά χορηγούν πριμοδότηση γιά τήν μετουσίωση τοῦ μαλακοῦ σίτου». Μέ τήν παράγραφο 4 τοῦ ίδιου ἄρθρου ἀνετέθη στό ἴδιο τό Συμβούλιο ἡ θέσπιση «γενικών κανόνων πού διέπουν τήν παρέμβαση καί τήν μετουσίωση».
Βάσει τῆς ἀνωτέρω διατάξεως, ὁ μεταγενέστερος κανονισμός 172, τῆς 27ης 'Ιουνίου 1967, καθόρισε τους γενικούς κανόνες πού διέπουν τήν μετουσίωση τοῦ ἀρτοποιη-σίμου σίτου καί τῆς ἀρτοποιησίμου σικάλεως. Σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 1 τοῦ άρθρου 2 «οἱ εφαρμοζόμενες μέθοδοι μετουσιώσεως πρέπει νά εξασφαλίζουν ὅτι ὁ μετουσιωμένος σίτος καί ἡ μετουσιωμένη σίκαλις δέν δύνανται πλέον νά χρησιμο-ποιηθοῦν γιά κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους», στην δέ παράγραφο 2 τοῦ ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ὅτι «οἱ ἐν λόγω μέθοδοι πρέπει νά παρέχουν τουλάχιστον τίς αυτές εγγυήσεις μέ τίς εγγυήσεις πού θά παρέχει μία μέθοδος ἀναφοράς πού θά καθορισθεί». Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 2, ἡ πριμοδότηση γιά τήν μετουσίωση χορηγείται κατόπιν αιτήσεως τοῦ ενδιαφερομένου, ὑπό τόν ὅρο ὅτι έχουν τηρηθεί οἱ προϋποθέσεις πού ἀναφέρονται στό προαναφερθέν άρθρο 2, ὅτι τά δημητριακά ἀνταποκρίνονται στίς ἐλάχιστες ποιοτικές καί ποσοτικές προδιαγραφές πού θά καθορισθοῦν καί ὅτι οἱ εργασίες μετουσιώσεως έχουν πραγματοποιηθεί κατόπιν συμφωνίας μέ τόν ὀργανισμό παρεμβάσεως καί ὑπό τόν ἔλεγχό του.
Μέ τόν κανονισμό 1403 τῆς 18ης 'Ιουλίου 1969, ἡ Ἐπιτροπή καθόρισε τίς λεπτομέρειες ἐφαρμογής τοῦ προαναφερθέντος κανονισμού τοῦ Συμβουλίου. 'Ιδίως, ως μέθοδος ἀναφοράς γιά τήν μετουσίωση, πού προβλέπεται στό άρθρο 2, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού 172/67, ὁρίσθη ή μέθοδος τοῦ χρωματισμοῦ τοῦ δημητρια-κοῦ μέ ἕνα ὑδατῶδες διάλυμα τής χρωστικῆς ουσίας εἰδικόν κυανόν V (πρβλ. τό άρθρο 1 πού παραπέμπει στό παράρτημα Ι). Τό άρθρο αὐτό ὁρίζει ἐπί πλέον ὅτι «σέ περίπτωση μετουσιώσεως μέ χρωματισμό δύναται νά χρησιμοποιηθεῖ μόνον ή μέθοδος ἀναφοράς» (άρθρο 1, εδάφιο 2) καί ἐπαναλαμβάνει ὅτι «σέ περίπτωση μετουσιώσεως μέ μέθοδο άλλη ἀπό τόν χρωματισμό, τά χρησιμοποιούμενα μέσα πρέπει νά παρέχουν τίς αυτές τουλάχιστον εγγυήσεις μέ τίς εγγυήσεις πού παρέχει ή μέθοδος αναφοράς» (άρθρο 1, εδάφιο 3). Τό άρθρο 4 παράγραφος 3 ὁρίζει τέλος ὅτι «ή χορήγηση τῆς πριμοδοτήσεως μετουσιώσεως εξαρτᾶται ἀπό τόν διενεργούμενο ἀπό τόν ὀργανισμό παρεμβάσεως έλεγχο των εργασιών μετουσιώσεως τοῦ μαλακοῦ σίτου ἡ τῆς ενσωματώσεως του, αυτούσιου, στίς σύνθετες ζωοτροφές ...» καί ὅτι «ή διάρκεια τῶν ἐργασιών μετουσιώσεως δέν πρέπει νά υπερβαίνει τήν μία ήμέρα γιά σαράντα τόννους χρησιμοποιουμένων δημητριακών.
Ό μεταγενέστερος κανονισμός τῆς 'Επιτροπής 1092, τῆς 10ης 'Ιουνίου 1970 (πού άρχισε νά ισχύει τήν 1η Αυγούστου 1970), επανέλαβε καί διευκρίνισε τήν χρησιμοποίηση άλλων μεθόδων μετουσιώσεως έκτός τοῦ χρωματισμοί) (προαναφερθείσα παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμού 1403/69), εισάγοντας μία δεύτερη μέθοδο στηριζομένη στή χρήση ἰχθυελαίου ή ήπατος Ιχθύος. Οἱ κανόνες πού διέπουν τήν μέθοδο αυτή εκτίθενται λεπτομερώς σέ ένα ad hoc παράρτημα.
Τέλος πρέπει νά γίνει μνεία τοῦ κανονισμοί) τοῦ Συμβουλίου 729, τῆς 21ης 'Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής. 'Ενδιαφέρει τήν ὑπό κρίση υπόθεση κατά τό μέτρο πού άφορᾶ, Ιδίως, τήν ἀναζήτηση ἀντικανο-νικώς καταβληθεισών πριμοδοτήσεων, πρόβλημα στό όποιο ἀναφέρεται κυρίως τό τρίτο ερώτημα τοῦ γερμανικού δικαστηρίου. Σχετικώς θά πρέπει νά παρατεθεί τό άρθρο 8, κατά τό όποῖο «τά Κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα μέ τίς νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις, τά ἀναγκαία μέτρα προκειμένου... νά ἀνακτήσουν [ἀναζητήσουν] τά ἀπολεσθέντα ἐξ αἰτιας ἀνωμαλιών [ἀντικανονικῶν ενεργειών] ἡ ἀμελειών ποσά».
3.
Τό πρώτο ἀπό τά ερωτήματα πού υπέβαλε τό διοικητικό δικαστήριο τῆς Φραγκφούρτης άφορᾶ ουσιαστικώς, ὅπως είδαμε, τό πρόβλημα τῶν προϋποθέσεων γιά τήν μή χορήγηση ἡ γιά τήν ἀνάκληση τῆς πριμοδοτήσεως γιά μετουσίωση· ἀρκεί προς δικαιολόγηση τους τό γεγονός τῆς μή χρησιμοποιήσεως τῆς μεθόδου ἀναφοράς πού προβλέπεται στον προαναφερθέντα κανονισμό τῆς Ἐπιτροπῆς 1403/69, παράρτημα Ι ἡ πρέπει ἡ μετουσίωση νά μή έχει επιτύχει τόν στόχο της, ὁ ὁποίος συνίσταται στό νά καταστεῖ τό προϊόν ἀκατάλληλο γιά κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους;
Γιά νά δοθεί μία ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό, εἶναι ἀναγκαίο νά διευκρινισθεί κατ' ἀρχήν ἡ ἀξία τῶν «μεθόδων ἀναφοράς» πού πρέπει νά καθορίσει ἡ 'Επιτροπή (γνωρίζουμε ὅτι μέχρι τώρα καθώρισε δύο τήν πρώτη μέ τόν κανονισμό 1403/69 καί τήν δεύτερη μέ τόν κανονισμό 1092/70). Σημειώνω ὅτι οἱ μέθοδοι μετουσιώσεως πού χρησιμοποιοῦνται γιά τό σίτο καί τή σίκαλη ἀνεφέρθησαν γιά πρώτη φορά στό άρθρο 2 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου 172/67· ἐνῶ ὁμως ἡ παράγραφος 1 τοῦ άρθρου αὐτοῦ περιορίζεται στον προσδιορισμό τῆς λειτουργίας τους (νά καθιστοῦν τά προῖόντα ἀκατάλληλα γιά τήν κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους), στην παράγραφο 2 τίθεται μία θεμελιώδης προϋπόθεση: νά παρέχουν «τίς αὐτές τουλάχιστον» εγγυήσεις μέ τίς εγγυήσεις πού θά παρέχει ή μέθοδος ἀναφοράς, ἡ ὁποία πρέπει νά καθορισθεί. 'Η ἀκριβής έννοια τῆς διατάξεως αυτής διασαφηνίζεται ἀπό τήν πρώτη αιτιολογική σκέψη τοῦ ἴδιου κανονισμοί) 172/67, στην ὁποία ἀναφέρεται ὅτι «είναι σκόπιμο νά καθορισθούν τά τεχνικά μέσα πού παρέχουν σχετικῶς τίς ελάχιστες εγγυήσεις» (δηλαδή σχετικῶς μέ τόν ἀκατάλληλο χαρακτήρα τῶν μετουσιωθέντων δημητριακών γιά κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους) «καί νά προβλεφθεί ὅτι σέ καμία περίπτωση τά μέσα πού πράγματι εφαρμόζονται στά Κράτη μέλη δέν δύνανται νά καταλήξουν σε μικρότερο βαθμό μετουσιώσεως».
Κατά συνέπεια, ἡ εἰσαχθεῖσα ἀπό τό Συμβούλιο ρύθμιση έχει δύο συνέπειες· ἀφήνει στά Κράτη μέλη τήν ευχέρεια νά καθορίζουν μεθόδους μετουσιώσεως Ικανές νά επιτύχουν τόν επιδιωκόμενο σκοπό, ἀρκεῖ ή ἀπόδοση τῶν μεθόδων αυτών νά μή είναι μικρότερη ἀπό εκείνη τῆς μεθόδου πού θά καθώριζε ἡ Επιτροπή καί ἡ ὁποία ἀκριβώς λόγω τοῦ ὅτι ἀποτελούσε τήν ελαχίστη παράμετρο ἀπεκλήθη «μέθοδος ἀναφοράς». Εἶναι σαφές ὅτι ἀπεκλείσθη τελείως κάθε ευχέρεια επιλογής τῆς μεθόδου μετουσιώσεως ἀπό τίς ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις συνεπώς, δέν ήταν δυνατόν νά θεωρηθεί ὅτι τό γεγονός τῆς επιτεύξεως ἡ μή τοῦ στόχου, στίς διάφορες περιπτώσεις, εἶχε καθοριστική ἀξία γιά τήν χορήγηση ἡ μή τῆς πριμοδοτήσεως. Κατ' άλλο τρόπο, μέ τό άρθρο 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 172/67 δέν ἐπεδιωκετο ουδόλως νά μετατεθεί τό βάρος ἀπό τήν μέθοδο στό ἀποτέλεσμα, ὅσον άφορᾶ τους παραγωγούς· οἱ τελευταίοι έπρεπε νά θεωρήσουν ὅτι υποχρεοῦνται νά τηρούν τίς μεθόδους πού καθώρισε εἴτε ἡ Ἐπιτροπή («μέθοδος ἀναφοράς») εἴτε τό κράτος, στό όποιο ἐπραγματοποιήθη ἡ μετουσίωση, ἐντός τῶν ὁρίων πού ετέθησαν μέ τό άρθρο 2, παράγραφος 2.
Οἱ εκτελεστικές διατάξεις ἀκολούθησαν πιστώς αυτή τήν ὁδό. Θά πρέπει νά σημειωθεί ὅτι τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού 1403/69 διακρίνει μεταξύ τῆς μεθόδου τοῦ χρωματισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μέθοδος «ἀναφοράς» καί τῶν διαφορετικών μεθόδων (τήν εὐχέρεια επιλογής τῶν ὁποίων, ὅπως συνάγεται εμμέσως , είχαν τά Κράτη μέλη). Ὁσον άφορᾶ τίς τελευταίες, τίθεται ἐκ νέου ἡ προϋπόθεση ὅτι πρέπει «νά παρέχουν τίς αυτές τουλάχιστον εγγυήσεις μέ τίς εγγυήσεις πού παρέχει ή μέθοδος ἀναφορᾶς», ἐνῶ σέ σχέση μέ τήν μετουσίωση μέ χρωματισμό, τό άρθρο αυτό ὁρίζει ὅτι «δύναται νά χρησιμοποιηθεῖ μόνον ἡ μέθοδος ἀναφοράς». Ἐξ αὐτοῦ έπεται ὅτι ὅλοι οἱ σχετικοί μέ τήν μέθοδο αυτή κανόνες, οἱ όποιοι ἀναφέρονται λεπτομερώς στό παράρτημα Ι καί ἀφοροῦν τά χαρακτηριστικά τῆς χρωστικής ουσίας, τίς δόσεις πού πρέπει νά χρησιμοποιηθούν γιά τό διάλυμα, τήν ποσότητα τῶν δημητριακών πρός χρωματισμό, τήν ἀνάμειξη μεταξύ χρωματισμένων καί μή σπόρων, πρέπει νά τηροῦνται αὐστηρώς ὅταν τά δημητριακά μετουσιώνονται μέ χρωματισμό τά ἴδια τά Κράτη μέλη δέν διαθέτουν σχετικώς κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας.
Ἐξ άλλου, ἀπό τό 1967/68, ἡ Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας ἐθέσπισε κανόνες γιά τήν μετουσίωση, προβλέποντας Ιδίως τήν δυνατότητα χρησιμοποιήσεως τῆς μεθόδου πού στηρίζεται στην χρήση Ιχθυελαίου ἡ ήπατος ἰχθύος. Ό κανονισμός τῆς Ἐπιτροπής 1092/70 έλαβε ὑπ' ὄψη τήν χρησιμοποίηση τῆς μεθόδου αυτής «γιά ένα σημαντικό ποσοστό τῆς συνολικής ποσότητος μετουσιωμένων προϊόντων», ἀλλά δεδομένου ὅτι ὁρισμένα έλαια «ἐνδέ-χετο νά μή παρέχουν ὅλες τίς ἀπαιτούμενες εγγυήσεις», ἐθεωρήθη ὅτι «ήταν σκόπιμο νά επιτραπεί ἡ μετουσίωση σύμφωνα μέ τήν μέθοδο αυτή μόνο μέ τή χρησιμοποίηση τῶν ελαίων πού παρέχουν επαρκεῖς εγγυήσεις, καθώς καί νά καθορισθοῦν τά χαρακτηριστικά τῆς ἐν λόγω μεθόδου» (πρβλ. την δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοί) 1092/70). Τονίζοντας τόν λόγο γιά τόν όποιο μία μέθοδος, ἡ ὁποία εἶχε ἀρχικῶς υἱοθετηθεῖ βάσει τοῦ δικαίου ενός Κράτους μέλους καί κατόπιν ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο, τό χωρίο αὑτό ἐπιβεβαιώνει τόν αυστηρό χαρακτήρα τῶν εισαχθέντων κανόνων (οἱ όποιοι ἀποτελούν τό αντικείμενο τοῦ παραρτήματος II πού προσετέθη στόν κανονισμό 1403/69 δυνάμει τοῦ άρθρου 2 τοῦ κανονισμοί) 1092/80). Ἐξ άλλου, τό άρθρο 1 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοί), τό όποιο ὁρίζει ὅτι «ή μετουσίωση μέ Ιχθυέλαιο ἤ μέ ἥπαρ ἰχθύος πρέπει νά ικανοποιεί τίς ἀπαιτήσεις πού καθορίζονται στό παράρτημα II» ἀρκεῖ πρός ἀπόδειξη τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ.
Ἐξ ὅλων ὅσων ἀνέφερα προηγουμένως συνάγεται λογικῶς τό συμπέρασμα ὅτι ὁ παραγωγός πού επιλέγει γιά τήν μετουσίωση τοῦ σίτου ἡ τῆς σικάλεως ένα σύστημα βασιζόμενο στην μία ἡ στην άλλη ἀπό τίς μεθόδους πού καθόρισε ἡ Ἐπιτροπή σέ ἕναν ἀπό τους προαναφερθέντες κανονισμούς ἡ σέ μία μέθοδο διαφορετική καθορισθείσα ἀπό ἕνα Κράτος μέλος καί Ικανή νά παράσχει τίς ἀπαιτούμενες ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο εγγυήσεις, δέν ικανοποιεί τίς καθορισθείσες γιά τήν λήψη τῆς πριμοδοτήσεως μετουσιώσεως προϋποθέσεις, ἐφ' ὅσον 'έχει μόνον ἐν μέρει εφαρμόσει τήν επιλεγείσα μέθοδο. Τό γεγονός ὅτι έχει ενδεχομένως επιτύχει τό ἀποτέλεσμα τῆς μετουσιώσεως (ή ισχυρίζεται ὅτι έχει επιτύχει τό ἀποτέλεσμα αυτό), δέν επαρκεί γιά τήν γέννηση τοῦ δικαιώματος πριμοδοτήσεως. Πράγματι, ἄν ἐγένετο δεκτή ἡ δυνα-τότης γιά τους παραγωγούς νά ἐπιλέγουν μία ὁρισμένη μέθοδο καί νά μήν τήν τηρούν ἐξ ὁλοκλήρου ἀκολούθως, θά ήταν άσκοπη ἡ λεπτομερής περιγραφή τῶν κοινοτικών μεθόδων ἀναφοράς ἡ τῶν μεθόδων πού υἱοθετήθησαν μέ κρατικό νόμο. 'Αντιθέτως, νομίζω ὅτι οἱ μέθοδοι τοῦ είδους αὐτοῦ καθορίσθησαν προκειμένου νά περιορισθεί ἡ ἑλευθερία ενεργειών τῶν επιχειρήσεων γιά κάθε σχετικό μέ τά διάφορα στάδια τῆς διαδικασίας μετουσιώσεως θέμα, ώστε νά μή έχουν τήν ευχέρεια νά εμφανίσουν τό ἐπιτευχθέν ἀποτέλεσμα ως ικανοποιητικό, ἀνεξαρτήτως τῶν χρησιμοποιηθέντων μέσων.
4.
Μέ τό δεύτερο ερώτημα, ὁ δικαστής της ουσίας συγκρίνει τους επιτόπιους έλεγχους, πού διενεργούνται κατά τόν χρόνο τῶν εργασιών μετουσιώσεως, καί τους ἐκ τῶν υστέρων λογιστικούς έλεγχους, προκειμένου νά διαπιστώσει ἄν οἱ τελευταίοι έχουν σημασία γιά τήν ενδεχομένη ἀναζήτηση τῆς πριμοδοτήσεως γιά μετουσίωση καί, σέ καταφατική περίπτωση, ποιά εἶναι ἡ βαρύτητά τους σέ σχέση μέ τά ἀποτελέσματα τῶν «φυσικών» έλεγχων πού διενεργούνται ταυτοχρόνως μέ τήν μετουσίωση.
'Υπενθυμίζω ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοί) 172/67, γιά νά γεννηθεί τό δικαίωμα πριμοδοτήσεως, οἱ εργασίες μετουσιώσεως πρέπει νά διενεργούνται κατόπιν συμφωνίας μέ τόν ὀργανισμό παρεμβάσεως καί ὑπό τόν έλεγχό του. Σημειώνω επίσης ὅτι, δυνάμει τοῦ άρθρου 4, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμού 1403/69, ή χορήγηση τῶν πριμοδοτήσεων μετουσιώσεως «ἐξαρτάται ἀπό τόν διενεργούμενο ἀπό τόν ὀργανισμό παρεμβάσεως έλεγχο τῶν εργασιών μετουσιώσεως τοῦ μαλακού σίτου ...» ἐπί πλέον τό άρθρο 5 ορίζει ὅτι ή πριμοδότηση «καταβάλλεται μόνον ἐάν πληρούνται οἱ ἀναφερόμενες στό άρθρο 4, παράγραφος 3, προϋποθέσεις». Οἱ εθνικοί ὀργανισμοί παρεμβάσεως έχουν συνεπώς τήν υποχρέωση νά προβαίνουν σέ έλεγχο κατά τήν διάρκεια τῆς μετουσιώσεως, οἱ δέ παραγωγοί υποχρεούνται νά τους υφίστανται, ἄν επιθυμούν νά τύχουν τῶν κοινοτικών πριμοδοτήσεων. Υπολείπεται νά διαπιστωθεῖ ἄν τά Κράτη μέλη διατηρούν τήν ἁρμοδιότητα νά διατάξουν καί νά διενεργήσουν μεταγενεστέρους έλεγχους, βασιζομενους στην εξέταση λογιστικών στοιχείων, ἐπί πλέον τῶν έλεγχων πού προβλέπονται ἀπό τήν κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
Στην κυρία δίκη, οἱ προσφεύγουσες εταιρίες υποστηρίζουν ὅτι οἱ τελευταίοι αυτοί έλεγχοι (πού προβλέπονται ρητώς ἀπό τό δίκαιο τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας της Γερμανίας) επιβάλλουν μία νέα προϋπόθεση γιά την χορήγηση τῶν πριμοδοτήσεων μετουσιώσεις ἀπό την άποψη αύτη, θά ήταν ἀντίθετες πρός τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες, οἱ ὁποῖοι, ἀναφερόμενοι μόνο στους επιτόπιους ἐλεγχους πού διενεργούνται κατά την διάρκεια τῆς μετουσιώσεως, ἀποκλείουν τήν νομιμότητα των μεταγενεστέρων ἐλεγχων. Ή άποψη ὅμως αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή γιά διαφόρους λόγους. Κατά πρῶτο, τό γράμμα τῶν διατάξεων πού ἀνεφέρθησαν ἀνωτέρω δέν δικαιολογεῖ τήν περιοριστική ερμηνεία πού προτείνουν οἱ προσφεύγουσες έστω καί ἄν οἱ κανονισμοί 172/67 καί 1403/69 προβλέπουν μόνο τους ταυτοχρονους έλεγχους, δέν εἶναι λογικό νά συναχθεί ἐξ αὐτοῦ ὅτι ὁ κοινοτικός νομοθέτης ήθελε νά ἀποκλείσει τίς άλλες μορφές έλεγχου. Άντιθέτως, ὑφίστανται βάσιμοι λόγοι γιά νά υποστηριχθεί ὅτι κάθε άλλος έλεγχος, ὁ ὁποίος, βεβαίως, διενεργείται προσθέτως καί ὄχι ἀντί τοῦ προβλεπομένου έλεγχου, συμβιβάζεται ἀπολύτως μέ τό κοινοτικό δίκαιο. Δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι ὁ σκοπός τῶν έλεγχων εἶναι ἡ ἀποφυγή καταχρήσεων ἐκ μέρους τῶν δικαιούχων καί ἡ εξασφάλιση ἀποτελεσματικής εφαρμογῆς τῆς πολιτικής τῶν κινήτρων γιά τήν μετουσίωση σ' ὅλα τά Κράτη μέλη. Ή εισαγωγή έλέγχων προσθέτων σέ σχέση μέ τους έλεγχους πού προβλέπονται ἀπ' ευθείας ἀπό τους κοινοτικούς κανόνες συμβιβάζεται καί δέν ἀντίκειται στους τελευταίους ἐν τέλει, οἱ πρόσθετοι έλεγχοι ἀποτελούν συμπληρωματική ἐγγύηση γιά τήν πραγματοποίηση τῶν στόχων τῆς γεωργικής πολιτικής πού επιδιώκονται μέ τους κανονισμούς στον τομέα τῶν δημητριακών. Κάθε μέτρο τῶν Κρατών μελών πού προορίζεται νά εξασφαλίσει ὅτι οἱ πράξεις τῶν ὀργάνων ἐπιτυγχάνουν τά επιδιωκόμενα ἀποτελέσματα συμβιβάζεται μέ τήν θεμελιώδη ἀρχή πού καθορίζεται στό άρθρο 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ἐν ὄψοι ὅλων αυτών τῶν σκέψεων, καταλήγω στό νά ἑρμηνεύσω τους κοινοτικούς κανόνες, τους ὁποίους εξετάζω τώρα, ως τους ελάχιστους κανόνες, ἀπό τους ὁποίους τά Κράτη μέλη δέν δύνανται ἐπ' οὐδενί λόγω νά παρεκκλίνουν, άλλά δύνανται νά ενισχύσουν θεσπίζοντας μία λεπτομερέστερη καί πληρέστερη ρύθμιση.
Ή ἀνωτέρω άποψη δέν ἀντίκειται στην ὁμολογία τοῦ Δικαστηρίου. ΟΙ προσφεύγουσες ἑταιρίες ἐπικαλούνται τήν ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 819/79, Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας κατά Ἐπιτροπῆς (Συλλογή 1981, σ. 21), υπόθεση πού ἀφορούσε τό ἄν ὁ κανονισμός 990/72 (περί τῶν λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στό ἀποκορυφωμένο γάλα σέ σκόνη πού προορίζεται γιά τήν διατροφή ζώων), ὁ όποιος προέβλεπε τόν επιτόπιο 'έλεγχο τῶν εργασιών μετουσιώσεως, συνεβιβάζετο μέ ένα εσωτερικό σύστημα έλεγχου βασιζόμενο στον μεταγενέστερο έλεγχο τῶν λογιστικών βιβλίων τῶν ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι τό σύστημα αυτό ἀπεκλείετο ἀπό τους κοινοτικούς κανόνες, κατά τό μέτρο πού συνεπήγετο τήν μερική παράβαση τῶν τελευταίων, έθεσε δέ τήν ἀρχή ὅτι τά Κράτη μέλη πρέπει νά συμμορφώνονται πρός τους μηχανισμούς έλεγχου πού ὁρίζει τό κοινοτικό δίκαιο. Τό επιχείρημα ὅμως αυτό δέν επηρεάζει τήν άποψη πού υποστηρίζω ἐδῶ τό Δικαστήριο, κρίνοντας γιά μία κατάσταση στην ὁποία οἱ κρατικοί έλεγχοι παρέκκλιναν (μερικώς) ἀπό τους κοινοτικούς έλεγχους, ουδόλως ἀπέκλεισε τήν δυνατότητα συμπληρώσεως τῶν πρώτων ἀπό τους δεύτερους. Πράγματι, στίς προτάσεις μου τῆς 25ης Νοεμβρίου 1980, πού ἀφορούσαν ἀκριβώς τήν υπόθεση 819/79, επέκρινα τήν ερμηνεία πού έδινε ἡ γερμανική κυβέρνηση στό άρθρο 10 τοῦ κανονισμοῦ 990/72 υποστηρίζοντας ὅτι επέτρεπε παρέκκλιση ἀπό τό κοινοτικό σύστημα ἐλεγχων, ἐση-μείωσα ὅμως ὅτι ὁ ίδιος κανόνας «επέτρεπε ἀναμφισβητήτως στά Κράτη μέλη πού τό ἐπιθυμοῦσαν νά προσθέσουν τόν λογιστικό στόν φυσικό έλεγχο, ὑπό τόν ὅρο τῆς τηρήσεως τοῦ συστήματος τῆς ἀνακοινώσεως». Άφ' ἑτερου, πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι, στην σχετική μέ την ὑπόθεση 3/73, Hessische Mehlindustrie, (Raccolta 1973, σ. 745), ἀπόφαση τῆς 11ης Ἰουλίου 1973, τό ἴδιο τό Δικαστήριο, ἑρμηνεύοντας τους κανόνες πού ἀφορούσαν τους σχετικούς μέ τίς εργασίες μετουσιώσεως τοῦ ἀρτοποιη-σίμου σίτου καί τῆς ἀρτοποιησίμου σικάλεως έλέγχους, πού περιέχονται στους κανονισμούς 172/67 καί 1403/69, εδέχθη ὅτι ὁ κοινοτικός νομοθέτης «άφησε στά Κράτη μέλη τήν εὐχέρεια νά ρυθμίζουν τόν τρόπο τοῦ έλεγχου» (σκέψη 6), ἐξυπακοου-μένου τοῦ ὅτι ὁ εθνικός νομοθέτης υποχρεούται «νά εξασφαλίζει ὅτι ἡ μετουσίωση διενεργείται σύμφωνα μέ τίς εφαρμοστέες διατάξεις καί ὅτι οἱ ἀπαιτήσεις πρός καταβολή τῶν πριμοδοτήσεων είναι βάσιμες» (σκέψη 4). Νομίζω ὅτι ἀπό τήν ἀπόφαση αὐτή συνάγεται εμμέσως ὅτι τά Κράτη μέλη έχουν τήν ευχέρεια νά θεσπίζουν άλλες μορφές ἐλεγχου παράλληλα μέ ἐκείνες πού προβλέπονται ρητῶς ἀπό τίς κοινοτικές πηγές.
Ό ἀνωτέρω συλλογισμός ὁδηγεί στό συμπέρασμα ὅτι ὁ ἐκ τῶν ὑστέρων έλεγχος, ὑπό τήν μορφή λογιστικοῦ ἐλεγχου, ὄχι μόνο συμβιβάζεται μέ τήν τήρηση τοῦ κοινοτικοί) συστήματος έλεγχου πού διενεργείται ταυτοχρόνως μέ τήν μετουσίωση, άλλά έχει μεγάλη σπουδαιότητα καί δύναται ἐνδεχομένως νά ὁδηγήσει στην ἀναζήτηση τῆς ἤδη χορηγηθείσης πριμοδοτήσεως γιά μετουσίωση, ἐφ' ὅσον διαπιστωθεί ὅτι δέν συντρέχει ἡ μία ἀπό τίς προϋποθέσεις χορηγήσεως τῆς πριμοδοτήσεως αυτής (παραδείγματος χάρη ἡ χρησιμοποίηση τῆς επιβαλλομένης ελαχίστης ποσότητος χρωστικής ουσίας). Τό παραπέμπον δικαστήριο σᾶς έρωτα επίσης ὡς πρός τήν σπουδαιότητα τοῦ ἐκ τῶν υστέρων έλεγχου σέ σχέση μέ τόν ταυτόχρονο «φυσικό» έλεγχο: κατ' άλλο τρόπο, ἄν υποτεθεί ὅτι τό ἀποτέλεσμα τοῦ ταυτοχρόνου ἐλέγχου επιτρέπει τόν Ισχυρισμό ὅτι οἱ προϋποθέσεις χορηγήσεως τῆς πριμοδοτήσεως έχουν πληρωθεῖ, δύναται ὁ ἐκ τῶν υστέρων έλεγχος νά ἀνατρέψει τό ἀποτέλεσμα αυτό; Νομίζω ὅτι ἡ απάντηση πρέπει νά είναι καταφατική, ἰδίως διότι ὁ ταυτόχρονος έλεγχος δέν έχει ἀναγκαίως τήν μορφή επιτηρήσεως τῶν εργασιών ἐκ μέρους τοῦ ίδιου τοῦ εντεταλμένου υπαλλήλου τοῦ ὀργανισμοῦ παρεμβάσεως (πρβλ. σχετικώς τό σημείο 1 τοῦ διατακτικοῦ τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως Hessische Mehlindustrie ).
Γενικῶς, πιστεύω ὅτι θά πρέπει κυρίως νά τονισθεί ὅτι ὁ ταυτόχρονος έλεγχος καί ὁ ἐκ τῶν υστέρων λογιστικός έλεγχος έχουν τήν αυτή ἀποδεικτική ἀξία δέν υφίσταται μεταξύ τῶν καμία τυπική ἱεράρχηση, ὑπό τήν έννοια ὅτι τά ἀποτελέσματα πού παρέχει ὁ ένας ἀπό τους δύο έχουν κατά τόν νόμο μεγαλύτερη ἀξία. Συνεπώς, εναπόκειται στόν δικαστή τῆς ουσίας νά συγκρίνει τά ἀποτελέσματα αυτά καί βάσει αὐτών νά σχηματίσει τήν πεποίθηση του. Εἶναι προφανές ὅτι, ὅταν τό 'ίδιο γεγονός (παραδείγματος χάρη ἡ χρησιμοποιηθείσα ποσότητα τῆς χρωστικής ουσίας) ἀπετέλεσε ἀντικείμενο δύο έλεγχων, τό ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων εἶναι ἀντιφατικό, τό πρόβλημα συνίσταται στή διακρίβωση τοῦ ποιός έλεγχος εἶναι ὁ πλέον ἀξιόπιστος εἴτε λόγω τοῦ τρόπου μέ τόν όποιο διενεργήθη εἴτε λόγω τοῦ βαθμοῦ ἀντικειμενικότητος τῆς εκτιμήσεως στην περίπτωση ὅμως διαφορετικῶν γεγονότων, ὅταν τά μέν πηγάζουν ἀπό τόν φυσικό έλεγχο καί τά δέ ἀπό τόν λογιστικό, ὁ δικαστής καλεῖται νά προβεί σέ συνολική εκτίμηση, βάσει τῆς ὁποίας θά κρίνει ἄν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως ἔχουν ἐξ ὁλοκλήρου τηρηθεί.
5.
Τό τρίτο ερώτημα πού υπέβαλε τό δικαστήριο τῆς Φραγκφούρτης εἶναι καί τό πλέον λεπτό λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς υπάρξεως κοινοτικού κανόνος περί της ἀναζητήσεως, ἐκ μέρους τῶν Κρατῶν μελῶν, τῶν ἀπολεσθέντων ποσών λόγω «ἀνωμαλιών [ἀντικανονικῶν ενεργειών] ἤ ἀμελειών» (άρθρο 8 τοῦ κανονισμού 729/70), ερωτᾶται ἄν τά Κράτη μέλη διαθέτουν ἀκόμη ἐν προκειμένω ένα ὁρισμένο περιθώριο διακριτικής εξουσίας. Πρόκειται συνεπώς νά διαπιστωθεί μέχρι ποίου σημείου οἱ ἐσωτερικοί κανόνες διοικητικού δικαίου, πού ἀφορούν τήν ἀναζήτηση τῶν ἀχρεωστήτως καταβληθέντων ἀπό τήν διοίκηση ποσών, δύνανται νά εφαρμοσθούν, ἐφ' ὅσον οἱ πριμοδοτήσεις μετουσιώ-σεως τοῦ ἀρτοποιησίμου σίτου καί της ἀρτοποιησίμου σικάλεως έχουν καταβληθεί ἀδικαιολογήτως στίς επιχειρήσεις ἀπό τους ἀρμοδίους ὀργανισμούς παρεμβάσεως.
Θά πρέπει νά ἀναφερθεί ἐκ νέου τό κείμενο τοῦ ἄρθρου 8, τό όποιο εντάσσεται στό πλαίσιο τῆς κανονιστικής ρυθμίσεως τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής. Τό ἐν λόγω άρθρο ὁρίζει: «τά Κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα μέ τίς νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις, τά ἀναγκαία μέτρα προκειμένου ... ἀνακτήσουν [ἀναζητήσουν] τά ἀπολεσθέντα ἐξ αιτίας ἀνωμαλιών [ἀντικανονικών ενεργειών] ή ἀμελειών ποσά». Κατά τίς επιχειρήσεις, οἱ ὁποίες προέβησαν στην μετουσίωση, ὁ κανόνας αυτός ἀφήνει στά Κράτη μέλη τήν εξουσία νά ἐκτιμοῦν κατά περίπτωση, σύμφωνα μέ τίς ισχύουσες εσωτερικές διατάξεις περί τῆς ἀναζητήσεως τῶν ἀχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, ἄν είναι βάσιμη ἡ ὄχι ἡ ἀπαίτηση επιστροφής ἀντικανονικῶς καταβληθέντων ποσών. Ἀντιθέτως, ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπής καί ὁ εκπρόσωπος τῆς κυβερνήσεως τῆς Όμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, παρεμβαινούσης στην δίκη, φρονούν ὅτι τά κράτη υποχρεούνται ἐν πάση περιπτώσει νά προβαίνουν στίς ἀναγκαίες ἐνέργειες πρός ἀναζήτηση τῶν ἀντικανο-νικῶς καταβληθεισών πριμοδοτήσεων.
Γιά νά γίνει καλύτερα ἀντιληπτή ἡ άποψη τῶν ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, θά πρέπει νά σημειωθεί ὅτι ἡ γερμανική νομοθεσία δέν επιβάλλει στην διοίκηση τήν υποχρέωση νά ἀνακαλεί τίς βεβαρυμένες μέ ελαττώματα πράξεις τῆς καί, κατά συνέπεια, νά ἀναζητεί τά ποσά πού κατέβαλε βάσει πράξεων τοῦ είδους αὐτοῦ, άλλά ὁρίζει ἀπλώς ὅτι μία ἀντικανονική πράξη δυναται νά ἀνακληθεί, έκτος ἐάν πληροῦνται ὁρισμένες προϋποθέσεις, οἱ όποιες ἀναφέρονται κυρίως στην ἀνάγκη προστασίας τοῦ καλής πίστεως δικαιούχου (πρβλ. τό άρθρο 48 τοῦ νόμου τῆς 25ης Μαίου 1976, πού επικυρώνει τίς ήδη προηγουμένως δεκτές στην διοικητική πρακτική καί στην νομολογία γενικές ἀρχές). Άν ἐφηρμόζετο τό κριτήριο αυτό στην ὑπό κρίση υπόθεση, οἱ δικαιούχοι επιχειρήσεις θά είχαν τήν δυνατότητα νά ἀποφύγουν τήν επιστροφή τῶν εἰσπραχθεισῶν πριμοδοτήσεων, στην περίπτωση πού ἡ γερμανική διοίκηση θά έκρινε ὅτι ἠδύνατο νά κάνει χρήση υπέρ τους τῆς εξουσίας διακριτικής εκτιμήσεως πού διαθέτει καί, ἰδίως, στην περίπτωση πού ἀνεγνώριζε τήν συνδρομή τῶν προϋποθέσεων, οἱ όποιες, σύμφωνα μέ τόν ἀνωτέρω νομοθετικό κανόνα, εμποδίζουν τήν ἀναζήτηση (ὅπως παραδείγματος χάρη ἡ παρέλευση ενός ἀρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος ἀπό τῆς καταβολής μέχρι τοῦ χρονικού σημείου πού ἡ διοίκηση ἀντιλαμβάνεται ὅτι ή καταβολή ήταν ἀντικανονική).
Άς εξετάσουμε προσεκτικά τόν κοινοτικό κανόνα, ἀπό τόν όποιο εξαρτάται ἡ λύση τοῦ προβλήματος. Είναι ἀληθές ὅτι ἀναφέρεται στίς «εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις», ὑπό τήν ἔννοια ὅτι τά προβλεπόμενα κρατικά μέτρα πρέπει νά συμμορφώνονται πρός τίς διατάξεις αυτές. Άναφέρει ὅμως σαφῶς τόν στόχο, τόν όποιο πρέπει νά επιδιώκουν τά μέτρα αυτά καί ὁ όποιος συνίσταται στην ἀναζήτηση τῶν ἀπολεσθέντων ἐξ αίτιας ἀντικανονικών ενεργειών ἡ ἀμελειών ποσά. Ή έμφαση δίδεται στην επίτευξη τοῦ ἀποτελέσματος αὐτοῦ τά κράτη υποχρεοῦνται νά λαμβάνουν τά ἀναγκαία μέτρα γιά την ἀναζήτηση τῶν ἀπολεσθέντων ποσών. Κατά συνέπεια, οἱ σχετικοί μέ τήν ἀναζήτηση εσωτερικοί κανόνες, τόσο οἱ διαδικαστικοί ὅσο καί οἱ οὐσιαστικοί, θά παράγουν τά ἀποτελέσματα τους κατά τό μέτρο πού θά καθιστοῦν δυνατή τή λήψη συγκεκριμένων μέτρων καί θά διέπουν τίς λεπτομέρειες εφαρμογής τους, ἀλλα πάντοτε ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι δέν θά ἀντίκεινται στην επίτευξη τοῦ επιδιωκομένου στόχου.
Ή ερμηνεία αυτή τοὑ ἄρθρου 8 ενισχύεται ἀπό τήν παρατήρηση, κατά τήν ὁποία τά Κράτη μέλη, ὅταν προβαίνουν σέ ἀναζήτηση τῶν ἀντικανονικῶς καταβληθεισών πριμοδοτήσεων (ὅπως επίσης καί ὅταν καταβάλλουν τίς πριμοδοτήσεις στίς επιχειρήσεις), ἐνεργοῦν γιά λογαριασμό τῆς Κοινότητος καί διαχειρίζονται κοινοτικά κεφάλαια. Πράγματι, εἶναι γνωστό ὅτι οἱ παρεμβάσεις στόν γεωργικό τομέα χρηματοδοτοῦνται ἀπό τό Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμοί) καί Ἐγγυήσεων καί κατά συνέπεια επιβαρύνουν τόν κοινοτικό προϋπολογισμό (πρβλ. Ιδίως τά άρθρα 1, 3 καί 4 τοῦ προαναφερθέντος κανο-νισμοῦ 729/70 περί τῆς χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής). Συνεπώς, φρονώ ὅτι εἶναι λογικό ὅτι τά Κράτη μέλη, πού διαχειρίζονται πόρους πού δέν τους ἀνήκουν, νά μή ἀπολαύουν τῆς αὐτής διακριτικής εξουσίας μέ αυτή πού διαθέτουν ενδεχομένως, σύμφωνα μέ τους ἀντιστοίχους εθνικούς κανόνες, γιά τήν διαχείριση ἰδίων πόρων. Μία εσωτερική ἔννομη τάξη δύναται, παραδείγματος χάρη, νά ἀναγνωρίσει στην δημοσία ἀρχή τήν εὐχέρεια νά εκτιμά ἄν πρέπει ἡ ὄχι νά ἀναζητήσει ἕνα ποσό πού διετέθη σέ επιχειρηματία, λαμβάνοντας ὑπ᾿ ὄψη ὄχι μόνο τήν ἀρχή τῆς εμπιστοσύνης, άλλά καί άλλες ἀπαιτήσεις γενικοῦ χαρακτῆρος, ὅπως ἡ ἀνάγκη εξασφαλίσεως τῆς ἀπασχολήσεως ἡ τῆς ἀποφυγής πτωχεύσεως μιᾶς επιχειρήσεως. Προκειμένου ὅμως γιά τήν ἀναζήτηση κοινοτικῶν πριμοδοτήσεων, ἡ ἀναγνώριση στίς ἐθνικές ἀρχές μιᾶς τέτοιας διακριτικής εξουσίας δέν θά συνεβιβάζετο μέ τήν γενική αρχή τῆς ἰσότητος, ἡ ὁποία πρέπει νά τηρείται ἀκόμη καί σέ σχέση μέ τήν διαχείριση τῶν κοινοτικῶν κεφαλαίων.
Σχετικῶς, θά πρέπει νά σημειωθεί ὅτι τό Δικαστήριο εἶχε τήν ευκαιρία νά επιβεβαιώσει τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος σέ σχέση ἀκριβώς μέ τήν διαχείριση τῶν κοινοτικών κεφαλαίων. Στην ἀπόφαση τῆς 5ης Μαρτίου τοῦ 1980 στην υπόθεση 265/78 Ferwerda (Raccolta 1980, σ. 617), έκρινε ὅτι τά οἰκονομικά ὀφέλη πού επιβαρύνουν τόν κοινοτικό προϋπολογισμό «πρέπει νά ρυθμίζονται καί νά εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε νά επιβαρύνουν ἡ νά παρέχουν ὀφέλη κατά τρόπο ὁμοιόμορφο σέ ὅλους εκείνους, οἱ ὁποίοι πληροῦν τίς προϋποθέσεις πού καθορίζονται στίς σχετικές μέ τίς ἐν λόγω επιβαρύνσεις ἡ ὀφέλη κοινοτικές διατάξεις» (σκέψη 8). Ή κατ' αυτόν τόν τρόπο δοθεῖσα κατεύθυνση έχει προφανείς επιπτώσεις στην λύση τοῦ ὑπό εξέταση προβλήματος. Ή ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ κανονισμοῦ 729/70, ἡ ὁποία θά ἐστηρίζετο στην ἀναγνώριση στά Κράτη μέλη μιᾶς ευρείας διακριτικής εξουσίας, γιά νά ἀποφασίζουν ἄν πρέπει ἡ ὄχι νά ζητείται ἡ επιστροφή τῶν πριμοδοτήσεων, θά ἀντέβαινε πρός τήν ἀρχή πού προεβλήθη μέ τήν ἀπόφαση Ferwerda. Ή ἀναγνώριση αυτής τῆς διακριτικής εξουσίας θά έθετε σέ κίνδυνο τήν ὁμοιόμορφη εφαρμογή τοῦ κοινοτικοῦ συστήματος πριμοδοτήσεων, καί θά προεκάλη άνιση μεταχείριση τῶν επιχειρήσεων καί στρεβλώσεις τοῦ ανταγωνισμοί) στην κοινή ἀγορά.
Άντιθέτως, δέν ἀρκεῖ ἡ επίκληση τῆς επανειλημμένως τονισθείσης ἀπό τό Δικαστήριο ἀρχής, κατά τήν ὁποία οἱ διαφορές πού ἀφοροῦν τήν επιστροφή ενισχύσεων, καταβληθεισῶν στό πλαίσιο τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής, εμπίπτουν στην ἀρμοδιότητα τῶν εθνικῶν δικαστών καί πρέπει νά επιλύονται ἀπό αυτούς κατ' εφαρμογή τοῦ ἐθνικοῦ τους δικαίου. Πράγματι, ή ἀρχή αυτή ἰσχύει μόνον ὅταν τό κοινοτικό δίκαιο δέν περιέχει σχετικές διατάξεις (πρβλ. τίς ἀποφάσεις τῆς 21ης Μαΐου 1976 στην υπόθεση 26/74, Roquette, Raccolta 1976, σ. 677 τῆς 5ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 265/78, Ferwerda, προαναφερθείσα τῆς 12ης 'Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 130/79, Express Dairy Foods, Raccolta 1980, σ. 187 τῆς 12ης 'Ιουνίου 1980 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 119 καί 126/79, Lippische Hauptgenossenschaft, Raccolta 1980, σ. 1863). Κατά συνέπεια, ὅταν, ὅπως στην ὑπό κρίση υπόθεση, μία ειδική κοινοτική διάταξη επιβάλλει στά Κράτη μέλη νά ἀναζητούν τίς ἀντικανονικῶς καταβληθείσες πριμοδοτήσεις, δέν εἶναι πλέον δυνατό νά προσφεύγει κανείς στους ουσιαστικούς κανόνες τῶν εθνικῶν έννομων τάξεων ὅσον άφορᾶ τήν πλευρά αυτή τοῦ συστήματος τῶν πριμοδοτήσεων. Ἐξ άλλου, δέν παρέλειψα νά σημειώσω σέ άλλες περιπτώσεις ὅτι ἡ ἀναπόφευκτη προσφυγή στό εθνικό δίκαιο, ὅταν δέν υφίστανται κοινοτικοί κανόνες ad hoc, προκαλεί άνιση μεταχείριση. Ήδη στίς προτάσεις μου στην υπόθεση Express Dairy Foods, πού ἀνεφέρθη ἀνωτέρω (Raccolta 1980, σ. 1903), παρετήρησα, σέ σχέση μέ τά
νομισματικά εξισωτικά ποσά ὅτι «ή παραπομπή στό εσωτερικό δίκαιο πρός καθορισμό τοῦ τρόπου ἀναζητήσεως των ἀχρεωστήτως καταβληθέντων ... δέν συνιστά βεβαίως τήν πλέον κατάλληλη ἡ ὀρθή λύση» καί ἐτόνισα τό γεγονός ὅτι δέν ἐφηρμόζετο ἀκόμη ἡ γενική ἀρχή τῆς ἰσότητος μεταξύ ὅλων τῶν κοινοτικών επιχειρηματιών ὅσον άφορᾶ τίς διαδικαστικές καί ουσιαστικές προϋποθέσεις ἀναζητήσεως τῶν ἀχρεωστήτως καταβληθέντων ποσῶν. Άνάλογες σκέψεις ἀνέπτυξα στίς προτάσεις μου στην προαναφερθείσα υπόθεση Lippische Hauptgenossenschaft σέ σχέση μέ τήν προθεσμία παραγραφής τοῦ δικαιώματος τῶν εθνικών ὀργανισμών παρεμβάσεως νά ζητούν ἀπό τους δικαιούχους τήν επιστροφή τῶν παρανόμως καταβληθεισών πριμοδοτήσεων, ἀνεγνώρισα ὅτι ἡ ἀνάγκη ἀποφυγής διαφορετικής μεταχειρίσεως τῶν κοινοτικών υπηκόων ήταν δικαιολογημένη, άλλά προσέθεσα ὅτι ή ἀνάγκη αύτη δέν ἐπαρκοῦσε «γιά νά καλύψει τήν παράλειψη τοῦ κοινοτικού νομοθέτη νά θεσπίσει έναν ὁμοιόμορφο κανόνα σέ σχέση μέ τήν παραγραφή »Raccolta 1980, σ. 1881). Στην ὑπό κρίση ὑπόθεση, ἀνισότης θά ὑφίστατο μόνο στην περίπτωση πού τό άρθρο 8 ἑρμηνεύετο κατά τόν τρόπο πού θεωρώ ὡς εσφαλμένο.
Τέλος, προσθέτω ὅτι, ἄν ἠκολουθεῖτο ή ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 8 πού μόλις επέκρινα, θά ἐγένετο δεκτό ὅτι ἡ εφαρμογή εσωτερικών κανόνων δύναται νά τροποποιήσει τό πεδίο εφαρμογής τῶν διατάξεων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Τό Δικαστήριο ὅμως έχει ἀκριβώς ἀποκλείσει τήν δυνατότητα αυτή. Στην ἀπόφαση τῆς 28ης 'Ιουνίου 1977, στήν υπόθεση 118/76, Balkan (Raccolta 1977, σ. 1177), ἀναφερόμενο στην κατανομή τῶν ἀρμοδιοτήτων μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῶν Κρατών μελών ὅσον άφορᾶ τήν είσπραξη τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών, έκρινε ὅτι μία εθνική διοικητική ἀρχή δέν δύναται νά ἐφαρμόσει μία εσωτερική διάταξη ὅταν «αυτό θά εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα την τροποποίηση τῆς εμβελείας τῶν διατάξεων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου», ὅταν, δηλαδή, ἡ εφαρμογή αυτή θά τροποποιοῦσε τό ἀποτέλεσμα τῶν κοινοτικῶν κανόνων (πρβλ. ἰδίως τήν σκέψη 5).
Κατά τήν γνώμη μου, ὅλα τά επιχειρήματα πού ἀνέπτυξα μέχρι τώρα δεικνύουν κατά τρόπο διεξοδικό ὅτι τό άρθρο 8 πρέπει νά ἑρμηνευθεῖ ὑπό τήν ἐννοια ὅτι επιβάλλει στά Κράτη μέλη τήν υποχρέωση νά προβαίνουν ἐν πάση περιπτώσει στίς ἀναγκαίες ενέργειες γιά τήν ἀναζήτηση τῶν ἀχρεω-στήτως καταβληθεισῶν πριμοδοτήσεων. Αυτό βεβαίως δέν ἀποκλείει ὅτι ἡ υποχρέωση αύτη, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο, δύναται σέ ὁρισμένες εἰδικές περιπτώσεις νά μετριασθεί ἀπό ὁρισμένες ἀρχές πού ἀναγνωρίζει ἡ έννομη κοινοτική τάξη καί πού εἶναι κοινές στά Κράτη μέλη. Άναφέρομαι στην ἀρχή τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου, τῆς εμπιστοσύνης καί τῆς ἀναλογι-κότητος. Τό θέμα αυτό, τό ὅποῖο δέν ἐμπίπτει στό πλαίσιο τῆς παρούσης ὑποθέσεως, ἀνεπτύχθη προσφάτως ἀπό τόν γενικό εισαγγελέα VerLoren van Themaat στίς προτάσεις του τῆς 21 'Ιανουαρίου 1982, στην ὑπόθεση 54/81, Fromme εξέφερε τήν γνώμη οτη ἡ ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη, ὅταν ερμηνεύεται ἡ έκταση τῆς υποχρεώσεως τῶν Κρατών μελών νά ἀναζητοῦν τίς ἀντικανο-νικῶς καταβληθείσες πριμοδοτήσεις.
6.
Καταλήγω προτείνοντας νά δώσετε τίς ἀκόλουθες ἀπαντήσεις στά ερωτήματα πού υπέβαλε τό διοικητικό δικαστήριο τῆς Φραγκφούρτης ἐπί τοῦ Μάιν, τό περιεχόμενο τῶν ὁποίων παρέθεσα στην ἀρχή τῶν προτάσεων:
1)
Τά άρθρα 2 καί 4, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοί) τοῦ Συμβουλίου 172 της 27ης Ἰουνίου 1967 πρέπει νά ἑρμηνευθοῦν ῦπό τήν έννοια ὅτι ἡ πριμοδότηση γιά τήν μετουσίωση τοῦ ἀρτοποιησίμου σίτου καί τῆς ἀρτοποιησίμου σικάλεως δέν ὀφείλεται, ὅταν οἱ παραγωγοί δέν τηρούν αυστηρώς τους κανόνες πού ἀφορούν τήν μία ἀπό τίς μεθόδους ἀναφορᾶς πού έχουν καθορισθεί στους κανονισμούς τῆς Ἐπιτροπῆς ἤ τους κανόνες πού έχουν θεσπισθεί ἀπό ένα Κράτος μέλος, στην περίπτωση πού αυτό υιοθέτησε διαφορετική μέθοδο μετουσιώσεως, ἡ ὁποία δέν παρέχει λιγότερες εγγυήσεις ἀπό αὐτές πού παρέχουν οἱ μέθοδοι ἀναφοράς.
2)
Τά άρθρα 7 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου 172/67 καί 4, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς 1403 τῆς 18ης 'Ιουλίου 1969 πρέπει νά ερμηνευθοῦν ὑπό τήν έννοια ὅτι επιτρέπεται στά Κράτη μέλη νά υποβάλουν τίς εργασίες μετουσιώσεως, ὄχι μόνο σέ επιτοπιους έλεγχους, πού πρέπει νά διενεργοῦνται σύμφωνα μέ τους κοινοτικούς κανόνες κατά τόν χρόνο πού διενεργοῦται οἱ ἴδιες οἱ εργασίες μετουσιώσεως, άλλά καί σέ μεταγενεστέρους έλεγχους, πού στηρίζονται σέ λογιστικά στοιχεῖα. Οἱ ἐν λόγω ἐκ τῶν υστέρων έλεγχοι έχουν ἀποδεικτική ἀξία 'ίση μέ αύτη τῶν ταυτοχρόνων «φυσικών» έλεγχων κατά συνέπεια, δύνανται επίσης νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη γιά την ἀναζήτηση τῶν ἤδη καταβληθεισών πριμοδοτήσεων μετουσιώσεως. Ἐναπόκειται στόν δικαστή τῆς ουσίας νά συγκρίνει τά ἀντίστοιχα ἀποτελέσματα τῶν ταυτοχρόνων καί τῶν ἐκ τῶν υστέρων έλέγχων, σχηματίζοντας την πεποίθηση του βάσει μιας συνολικῆς εκτιμήσεως τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτών.
3)
Τό άρθρο 8 τοῦ κανονισμοί) τοῦ Συμβουλίου 729 τῆς 21ης Άπριλίου 1970 πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι τά Κράτη μέλη υποχρεοῦνται νά προβαίνουν στίς ἀναγκαίες ἐνέργειες πρός ἀναζήτηση τῶν ἀχρεωστήτως καταβληθέντων στους ἰδιώτες ποσῶν ὑπό τήν μορφή πριμοδοτήσεων γιά μετουσίωση. Συνεπῶς, δέν δύνανται νά παρέχουν στίς ἀρμόδιες σχετικές ἀρχές τήν διακριτική ευχέρεια νά εκτιμούν, κατά περίπτωση, κατά πόσον πρέπει ἡ ὄχι νά ζητείται ἡ επιστροφή τῶν ἀντικανονικῶς καταβληθεισών πριμοδοτήσεων, ἔστω καί ἄν τό εθνικό δίκαιο ἀναγνωρίζει τήν δυνατότητα αυτή στην περίπτωση πού συντρέχουν ὁρισμένες συνθήκες.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy