ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 198211 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή προκειμένη προδικαστική υπόθεση εγείρει πρόβλημα κύρους καί ερμηνείας της κοινοτικής κανονιστικῆς ρυθμίσεως, ή ὁποία υποχρεώνει τους εισαγωγείς βοείου κατεψυγμένου κρέατος, προοριζομένου πρός μεταποίηση νά συστήσουν εγγύηση γιά νά τύχουν τοῦ ευεργετήματος ὁλικής, ἤ μερικῆς ἀναστολής καταβολής τῆς εισφοράς κατά τήν εισαγωγή.
Συνοψίζω τά πραγματικά περιστατικά:
Ή εταιρία Merkur Fleisch-Import τοῦ 'Αμβούργου, ἐζήτησε μέ έγγραφο τῆς 16ης'Οκτωβρίου 1978 ἀπό τίς τελωνειακές ἀρχές τῆς Ὁμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας νά τεθοῦν σέ ελεύθερη κυκλοφορία περίπου 13 τόννοι ἀποστεωμένου βοείου κατεψυγμένου κρέατος, δηλώνοντας ὅτι τό κρέας προωρίζετο γιά τήν παρασκευή προϊόντων άλλων ἐκτος κονσερβών. Ή τελωνειακή υπηρεσία τοῦ Hamburg-Ericus έθεσε σέ ελεύθερη κυκλοφορία τό εμπόρευμα, ἀναστέλλοντας τήν είσπραξη τῆς εισφοράς ἐν ὄψει τῆς βιομηχανικής μεταποιήσεως τοῦ κρέατος, καί ἀπό τήν πλευρά της ἡ επιχείρηση παρέσχε τραπεζική εγγύηση, συμφώνως πρός τήν σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, τῆς ὁποίας τά κύρια σημεία θά εκθέσω κατωτέρω. Ἀκολούθως, ὅμως, οἱ τελωνειακές ἀρχές διε-πίστωσαν ὅτι πλέον τῶν 8 τόννων τοῦ ἐν λόγω κρέατος μετεποιήθησαν ἀφοθ εἶχε ἤδη παρέλθει ἡ προθεσμία τῶν τριῶν μηνῶν, τῶν επομένων τοῦ μηνός εισαγωγῆς καί, κατά συνέπεια, μέ πράξη τῆς 5ης Νοεμβρίου 1979, καθώρισαν την ὀφειλομένη εισφορά για τό τμήμα αὐτό τῆς εισαχθείσης ποσότητος.
Κατά τῆς πράξεως αυτής, ἡ πραγματοποιή-σασα την εισαγωγή εταιρία κετέθεσε κατ' ἀρχάς διοικητική προσφυγή ἀκολούθως, επειδή ἡ προσφυγή δέν ἀπέφερε ἀποτέλεσμα, προσέφυγε στό Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου, ζητώντας τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῶν τελωνειακών άρχων. Βάση τῆς αιτήσεως: δεδομένου ὅτι ἡ καθυστέρηση τῆς μεταποιήσεως τοῦ κρέατος ήταν ἀσήμαντη, ἡ είσπραξη τῆς εισφοράς θά παρεβίαζε τήν σχέση ἀναλογίας πού πρέπει νά υφίσταται μεταξύ τῆς σοβα-ρότητος τῆς παραβάσεως καί τῆς σχετικής κυρώσεως. Μέ διάταξη τῆς 7ης Μαΐου 1981, τό Finanzgericht, ἀνέβαλε τήν έκδοση τῆς ὁριστικής του αποφάσεως καί υπέβαλε στό Δικαστήριο τό ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Τό άρθρο 1 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 572/78 τῆς Ἐπιτροπής τῆς 21ης Μαρτίου 1978, εἶναι μήπως ἀνίσχυρο κατά τό μέτρο πού προβλέπει ὅτι ή εγγύηση, πού συνίστᾶται ἀπό τόν εισαγωγέα, καταπίπτει καί παρακρατείται ὡς εισφορά, σέ περίπτωση υπερβάσεως τῆς τασσομένης ἀπό τήν διάταξη αυτή προθεσμίας γιά τήν κανονική μεταποίηση τοῦ κατεψυγμένου βοείου κρέατος ἡ εἶναι στην πραγματικότητα σύμφωνο μέ τό πνεῦμα τῆς συνθήκης νά ερμηνευθεί ὁ κανόνας αυτός ὑπό τήν έννοια ὅτι ἡ εγγύηση δέν καταπίπτει σέ περίπτωση ελαχίστης υπερβάσεως τῆς προθεσμίας (12 ήμερες);»
2.
Στό σημείο αὐτό, εἶναι ἀναγκαίο νά δοθεί τό περιεχόμενο τῶν κοινοτικών διατάξεων στίς όποιες ἀναφέρεται ἀμέσως ή εμμέσως τό ερώτημα τοῦ γερμανού δικαστοῦ. Τό νομικό καθεστώς τῶν εισφορών κατά τήν εισαγωγή γιά τό βόειο ἀποστεω-μένο καί κατεψυγμένο κρέας πού προορίζεται πρός μεταποίηση, ρυθμίζεται κυρίως ἀπό τόν κανονισμό 805 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 25ης 'Ιουνίου 1968, περί κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ βοείου κρέατος καί, ειδικότερα, ἀπό τό άρθρο 14 τοῦ ἐν λόγω κανονισμού, ὅπως ἐτροπο-ποιήθη ἀπό τόν μετέπειτα κανονισμό 425 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1977. Τό ἐν λόγω άρθρο ὁρίζει, μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 1: «τά κατεψυγμένα κρέατα πού προορίζονται γιά μεταποίηση καί περιλαμβάνονται στό παράρτημα τμήμα β), ὑπό τίς διακρίσεις 02.01 Α II β) καί 02.01 Α II β) 4 66), ἀπολαύουν, ὑπό τους ὅρούς πού προβλέπονται στό παρόν άρθρο: ... β) ὁλικής ἡ μερικής ἀναστολής τῆς εισφοράς, ὅταν πρόκειται γιά κρέατα πού προορίζονται γιά τήν βιομηχανία μεταποιήσεως πρός κατασκευή προϊόντων άλλα συστατικά χαρακτηριστικά έκτός ἀπό κρέας βοοειδών καί πηκτή.
Μέ τόν κανονισμό 572/78 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 21ης Μαρτίου 1978, ἐθεσπίσθησαν οἱ κανόνες εφαρμογής τοῦ ἐν λόγω εἰδικοῦ καθεστώτος. Τό άρθρο 1 παράγραφος 1 τοῦ ἀνωτέρου κανονισμού ορίζει ειδικότερα ὅτι «τό ευεργέτημα τῆς ὁλικής ἡ μερικής ἀναστολής τῆς εισφοράς κατά τήν εισαγωγή πού ἀναφέρεται στό άρθρο 14 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ 805/68, υπόκειται: ... β) στην ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγωγέως σύσταση εγγυήσεως ποσοῦ ἴσου πρός τό τμήμα τῆς ισχυούσης κατά τήν ήμερα τής εισαγωγής εισφορᾶς, τοῦ ὁποίου ἀνεστάλη ή καταβολή». Ή παράγραφος 3 τοῦ ίδιου άρθρου ὁρίζει ἐπί πλέον ὅτι «πλην περιπτώσεως ἀνωτέρας βίας, ἡ εγγύηση ... ἀποδίδεται ὁλικώς ἡ μερικώς μόνον ἐάν, εντός τῶν επομένων τοῦ μηνός εἰσαγωγῆς έξι μηνών, προσκομίζεται ἡ ἀπόδειξη ὅτι εντός τῶν επομένων τοῦ μηνός εἰσαγωγῆς τριών μηνών ὅλα τά εισαχθέντα κατεψυγμένα κρέατα ἡ μέρος αυτών μετεποιήθησαν» ὅτι «ή εγγύηση αποδίδεται κατ' ἀναλογία πρός την ποσότητα γιά τήν ὁποία προσεκο-μίσθη ἡ ἀπόδειξη τῆς μεταποιήσεως» καί τέλος ὅτι «τό ποσό τῆς μη ἀποδοθείσης εγγυήσεως παρακρατείται ως εισφορά».
Καί ἀκριβώς σέ αυτή τήν παράγραφο 3 ἀναφέρεται, ὅπως εἴδαμε, τό ερώτημα τοῦ δικαστοῦ τῆς ουσίας. Ἡ ισχύς τοῦ κανόνος ἠμφισβητήθη κυρίως ἀπό δύο ἀπόψεις: πρώτον, διότι ἠμφισβητήθη ὅτι ἡ Ἐπιτροπή έχει τήν εξουσία νά τάσσει προθεσμία γιά τήν μεταποίηση τῶν εισαχθέντων κρεάτων, νά ὁρίζει τήν σύσταση εγγυήσεως ως ἀσφάλεια τῆς τηρήσεως τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας καί νά θεσπίζει, γιά τήν περίπτωση παραβάσεως, τήν παρακράτηση τῆς εγγυήσεως καί δεύτερον διότι, καί ἄν ἀκόμη ἐγί-νετο δεκτό ὅτι ἡ Ἐπιτροπή 'έχει τήν εξουσία νά ὁρίσει κατά τόν ἀνωτέρω τρόπο τήν σύσταση εγγυήσεως καί τήν παρακράτηση της, εἶναι δυνατό ἡ ρύθμιση τοῦ θέματος να μή συμβιβάζεται πρός δύο γνωστές γενικές ἀρχές τῆς κοινοτικῆς έννόμου τάξεως, δηλαδή πρός τίς ἀρχές τῆς ἀναλο-γικότητος καί τῆς ἰσότητος.
3.
Ή νομική βάση τῆς ἐξουσίας ἐκδόσεως κανονιστικών πράξεων τῆς Ἐπιτροπής, πού ἠσκήθη μέ τήν θέσπιση τοῦ ἀνωτέρω κανονισμού 572/78, ευρίσκεται στην παράγραφο 4 ὑπό γ) τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου 14 τοῦ κανονισμού 805/68 τοῦ Συμβουλίου (ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τόν κανονισμό 425/77). Ή διάταξη αυτή ὁρίζει ὅτι «οἱ λεπτομέρειες εφαρμογῆς τοῦ παρόντος ἄρθρου καί κυρίως οἱ σχετικές μέ τόν έλεγχο τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν εισαγομένων κρεάτων “καθορίζονται” σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται στό άρθρο 27», ήτοι ἀπό τήν Ἐπιτροπή, μετά γνώμη τῆς επιτροπής διαχειρίσεως βοείου κρέατος. 'Ακόμη, τό προοίμιο τοῦ κανονισμού 572/78, στό δεύτερο εδάφιο, ἀναφέρεται ρητώς στό ἀνωτέρω άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο γ) τοῦ κανονισμού 805/68. 'Αφ' ἑτερου, πρέπει νά αποκλεισθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή έχει γενική ἁρμοδιότητα θεσπίσεως εκτελεστικών κανόνων ὅσον άφορᾶ τους κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου θά περιορισθώ νά υπενθυμίσω σχετικώς ὅτι τό άρθρο 155 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, κατά τόν καθορισμό τῶν εξουσιών τῆς 'Επιτροπής, ὁρίζει στην τετάρτη περίπτωση ὅτι ἡ 'Επιτροπή «ἀσκεῖ τίς ἁρμοδιότητες πού τῆς ἀναθέτει τό Συμβούλιο γιά τήν εκτέλεση τῶν κανόνων πού θεσπίζει».
Γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα τοῦ γερμανοῦ δικαστοῦ, ἀρμόζει συνεπώς νά εξετασθεί ἐάν καί κατά πόσο ὁ κανονισμός 572/78 υπάγεται, ὅσον άφορᾶ τό περιεχόμενό του, στό πλαίσιο τῆς ἀρμοδιότητος πού ἀνετέθη ἀπό τό Συμβούλιο στην 'Επιτροπή μέ τό άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο γ) τοῦ κανονισμού 805/68. Ή διάταξη αυτή παρέχει κατ' ἀρχάς τήν εξουσία θεσπίσεως τῶν κανόνων εφαρμογής τοῦ καθεστώτος ἀναστολής καταβολής τῆς εισφοράς πού εισάγεται ἀπό τό αυτό άρθρο 14 τοῦ κανονισμοῦ 805/68 μία εξουσία προφανώς κανονιστικού χαρακτῆρος καί γενικής φύσεως. Μόνον κατόπιν αυτής τῆς εὐρείας προβλέψεως γίνεται ιδιαίτερη ἀναφορά στον καθορισμό τῶν κανόνων ἐφαρ-μογῆς, ειδικότερα ὅσον ἀφορᾶ τόν έλεγχο τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν εισαγομένων κρεάτων. Γιά τόν λόγο αυτό, ἡ κανονιστική ρύθμιση πού ἡ Ἐπιτροπή ήταν εξουσιοδοτημένη νά θεσπίσει, ἠδύνατο νά άφορᾶ κάθε πλευρά τῶν λεπτομερειών εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 14 καί ὄχι μόνον εκείνη τοῦ έλεγχου, ἄν καί αυτή ἡ τελευταία έπρεπε νά εἶναι ἀντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής.
Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, τό εξεταστέο σημείο δέν εἶναι ἐάν ἡ επιβολή συστάσεως εγγυήσεως στους εισαγωγείς — καί ή παρακράτηση τῆς σέ περίπτωση μή μεταποιήσεως τοῦ κρέατος εντός ὁρισμένης προθεσμίας — υπάγονται ἡ ὄχι στό πλαίσιο τοῦ έλεγχου τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν εισαγομένων κρεάτων.'Εκείνο πού μοῦ φαίνεται ἀναγκαίο καί επαρκές νά εξετασθεί εἶναι μᾶλλον ἐάν οἱ διατάξεις περί εγγυήσεως πού περιλαμβάνονται στόν κανονισμό 572/78 δύνανται νά χαρακτηρισθοῦν ὡς κανόνες εφαρμογής τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου 14 τοῦ κανονισμού 805/68.
4.
Κατά τήν υπεράσπιση τῆς προσφευ-γούσης στην κυρία δίκη ἑταιρίας, οἱ 'ίδιοι οἱ σκοποί τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δέν συμβιβάζονται πρός τό σύστημα τῆς προθεσμίας γιά τήν μεταποίηση τῶν εἰσαγομένων κρεάτων καί τῆς σχετικής εγγυήσεως, πού εισήγαγε ἡ 'Επιτροπή. Τό ἐνδιαφερόμενο μέρος ἀναφέρεται σέ αυτό πού εδέχθη τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση τῆς 6ης Μαρτίου 1979 ἐπί τῆς υποθέσεως 92/78, Simmenthal κατά 'Επιτροπής, ήτοι ὅτι τό καθεστώς ἀναστολής καταβολής τῆς εισφορᾶς «πού εισήγαγε τό άρθρο 14 τοῦ κανονισμοῦ 805/68 (στην ἀρχική του έκδοση) καί διετήρησε ἐν ἰσχύι, μέ νέες λεπτομέρειες εφαρμογής, ἡ τροποποιημένη έκδοση τῆς αυτῆή διατάξεως, επιδιώκει τόν οικονομικό σκοπό τῆς προστασίας τῆς ἀνταγωνιστικότητος τῆς μεταποιητικής βιομηχανίας έναντι τῶν ἀνταγωνιστῶν πού εἶναι εγκατεστημένοι έκτός τῆς Κοινότητος καί ἀπολαύουν κατά συνέπεια τῶν τιμών πού ισχύουν στην παγκόσμια ἀγορά (Racc. 1979, σ. 777, ιδιαιτέρως σκέψη 68). Ή εταιρία Merkur ὑπογραμμίζει ὅτι, γιά τήν ἐπιδίωξη ἑνός σκοπού τοῦ εἴδους αὐτοῦ, δέν ήταν ἀναγκαίο νά τάσσεται προθεσμία γιά τήν μεταποίηση καί, προπάντων, νά επιβάλλεται ἡ παρακράτηση τῆς εγγυήσεως διότι καί μόνον δέν ἐτηρήθη ἡ προθεσμία καί ὅταν ἀκόμη ἡ μεταποίηση, έστω καί καθυστερημένα, καταλήγει νά πραγματοποιηθεί.
Ό συλλογισμός αυτός, κατά τήν γνώμη μου, δέν δύναται νά γίνει δεκτός. Ὑπάρχουν λόγοι οικονομικής τάξεως, συνδεόμενοι μέ τους σκοπούς τοῦ ἄρθρου 14, γιά τούς ὁποίους ἡ 'Επιτροπή έπρεπε νά έχει τήν εξουσία νά τάσσει προθεσμία μεταποιήσεως. Πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι τό κατεψυγμένο βόειο κρέας δύναται νά διατηρηθεί ἐπί ἀρκετά μακρό χρονικό διάστημα καί ὅτι ἡ σχετική τιμή ἀγοράς δύναται νά ποικίλλει κατά περιόδους σχετικά βραχείες: κατά συνέπεια, ἐάν οἱ εισαγωγείς επωφελούνται ἀναστολής καταβολής τῆς εισφοράς χωρίς χρονικούς περιορισμούς, θά ήταν ελεύθεροι νά διαθέτουν τό εμπόρευμα στην ἀγορά κατά τό ευνοϊκότερο γιά αυτούς χρονικό σημείο, μέ τόν κίνδυνο νά επιφέρουν ζημία στους κοινοτικούς παραγωγούς βοείου κρέατος. Ἐπ' αυτού εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ ποσότης κατεψυγμένου βοείου κρέατος προῦριζομένου πρός μεταποίηση καί ἡ ὁποία κατά συνέπεια δύναται να εισαχθεί ὑπό καθεστώς ἀναστολής καταβολής τῆς εἰ-σφοράς, πρέπει νά καθορίζεται ἀπό τήν 'Επιτροπή κάθε τρίμηνο, βάσει τοῦ άρθρου 14 παράγραφος 14 στοιχεία α) καί β) τοῦ ανωτέρου κανονισμοί) 805/68. 'Εάν λοιπόν ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ εἰσαγωγή τοῦ συστήματος αὐτοῦ, τό όποιο συνεπάγεται περιοδικό καί συχνό έλεγχο τῶν συνθηκών τῆς ἀγορᾶς, αυτό επεβλήθη προφανώς λόγω τοῦ ὅτι οἱ συνθήκες αυτές, δύνανται νά μεταβάλλονται σέ σύντομα χρονικά διαστήματα καί κάθε μεταβολή τους καθίστα ἀναγκαία μία ἀντίστοιχη ἀναπροσαρμογή τών ποσοτήτων πού δύνανται νά εισαχθοῦν ὑπό καθεστώς εύνοιας.
Ἐάν ληφθεί αὐτό ὑπ' ὄψη, ὁ καθορισμός προθεσμίας γιά τήν χρησιμοποίηση φαίνεται ὡς δικαιολογημένος κανόνας εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 14, ὁ όποῖος δέν έρχεται σέ ἀντίθεση πρός τους σκοπούς τοῦ άρθρου. Όσον άφορα τους σκοπούς αὐτούς, ἀρμόζει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι ἡ ἀναστολή καταβολής τῆς εἰσφορᾶς γιά τό προοριζόμενο πρός μεταποίηση κατεψυγμένο κρέας συνδέεται — στην έβδομη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 805/68 — μέ τόν στόχο «νά εξασφαλισθεί ικανοποιητικός εφοδιασμός τῶν βιομηχανιών μεταποιήσεως τῆς Κοινότητος, οιατηρώντας συγχρόνως τήν προτίμηση τῶν κρεάτων κοινοτικῆς παραγωγῆς». Αυτό επιβεβαιώνει ὅτι πέραν τῶν συμφερόντων τῶν επιχειρήσεων μεταποιήσεως, λαμβάνονται επίσης ὑπ᾿ ὄψη καί εκείνα τῶν κοινοτικών παραγωγῶν βοείου κρέατος. Στην περίπλοκη αυτή κατάσταση, ὁ καθορισμός προθεσμίας γιά τήν μεταποίηση τῶν εισαγομένων κρεάτων ήταν ὁ μόνος τρόπος γιά νά εξασφαλισθεί ἡ ευαίσθητη Ισορροπία τής κοινοτικής ἀγορᾶς, ἀποτρέποντας τήν εξουδετέρωση τῶν τριμηνιαίων ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς μέσω κερδοσκοπικών χειρισμών τῶν εισαγωγέων, οἱ όποιοι ενδεχομένως θά ἐνδιεφέροντο νά καθυστερήσουν τήν βιομηχανική επεξεργασία τοῦ κρέατος.
5.
Ή ἐταιρία Merkur, επιδιώκοντας πάντοτε νά ἀποδείξει ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν εἶχε τήν εξουσία νά τάξει προθεσμία γιά τήν χρησιμοποίηση τοῦ εισαγομένου κρέατος καί νά επιβάλει τήν σύσταση εγγυήσεως, προβάλλει ὅτι τό άρθρο 14 τοῦ κανονισμοί) 805/68 δέν ἀναφέρεται οὔτε στην προθεσμία ούτε στην εγγύηση, ἐνῶ θά ήταν λογικό νά ἀναμένεται μία κάποια ένδειξη ἐπί τῶν σημείων αὐτών, δεδομένου ὅτι ὁ αυτός κανονισμός προβλέπει στό άρθρο 15, γιά τά πιστοποιητικά εισαγωγής, εἴτε ἕνα χρονικό περιορισμό τῆς ισχύος εἴτε τήν υποχρέωση παροχής ἀσφαλείας ὡς εγγύηση τῆς ἐμπροθέσμου εκτελέσεως τῶν ἐπιτρα-πεισῶν πράξεων.
Κατά τήν γνώμη μου, ἀπό τό άρθρο 15 δέν δύνανται νά συναχθούν σοβαρά επιχειρήματα υπέρ τῆς θέσεως τοῦ ενδιαφερομένου μέρους. Πράγματι, οἱ δύο περιπτώσεις — πού προβλέπονται ἀντιστοίχως ἀπό τά προαναφερθέντα άρθρα 14 καί 15 — είναι σαφώς διάφορες καί κατά συνέπεια δέν δύνανται νά ἀντιπαραβληθοῦν. Τό άρθρο 14 προβλέπει, ὁπως ήδη ανέφερα, τήν ἀνα-στολή καταβολής τῆς εισφοράς, θέτοντας ὡς ὅρο τοῦ ευεργετήματος αὐτοῦ (πού ἰσο-δυναμεῖ, στην πράξη, μέ εξαίρεση) μία καθορισμένη χρήση τῶν εισαγομένων εμπορευμάτων. Ή παροχή ἀσφαλείας πού ή 'Επιτροπή επέβαλε πρός ἐγγύηση τῆς εμπροθέσμου εκτελέσεως κατά τόν καθορισμένο τρόπο, εξηγείται ἐάν ληφθεί ὑπ᾿ ὄψη ὅτι ή υποχρέωση καταβολής τῆς εισφοράς δέν παύει νά υφίσταται ἐφ᾿ ὅσον δέν πραγματοποιείται ἡ μεταποίηση τοῦ κρέατος καί ἐφ᾿ ὅσον ἡ μεταποίηση δέν πραγματοποιείται ἐντός ὁρισμένης προθεσμίας: κατά συνέπεια, τό ευεργέτημα τῆς ἀναστολής παύει νά υφίσταται ἐάν τό εμπόρευμα δέν χρησιμοποιηθεί εμπροθέσμως, καί στην περίπτωση αυτή ἡ εγγύηση παρακρατείται ὡς εισφορά ἀπό τίς τελωνειακές ἀρχές. Ή μετατροπή τῆς εγγυήσεως σέ εἰσφορά δέν έχει λοιπόν τόν χαρακτήρα κυρώσεως, άλλά εἶναι ἁπλώς ἡ λογική συνέπεια τῆς ἀνυπαρξίας τῶν ειδικών συνθηκών πού ἀπετέλεσαν τήν προϋπόθεση τῆς παροχής τοῦ ευεργετήματος στους εισαγωγείς. Τό άρθρο 15 προβλέπει, ἀπεναντίας, τήν παροχή ἀσφαλείας ὡς ἐγγύηση τῆς τηρήσεως μιᾶς υποχρεώσεως: ἡ ἀπώλειά της, ὅταν ἡ εἰσαγωγή δέν πραγματοποιείται εντός τῆς καθορισμένης προθεσμίας, έχει ὡς ἐκ τούτου τόν χαρακτήρα κυρώσεως. Λαμβανομένης ὑπ᾿ ὄψη τῆς διαφοράς αυτῆς μεταξύ τοῦ συστήματος τῆς ἀναστολής καταβολής τῆς εισφοράς καί εκείνου τῶν πιστοποιητικών εισαγωγής, ἀρνοῦμαι ὅτι δύναται νά ἀποδοθεί σημασία, ἐξ ἀπόψεως ερμηνείας, στό γεγονός ὅτι τό άρθρο 14 δέν ἀναφέρεται ούτε στην προθεσμία γιά τήν χρησιμοποίηση τοῦ εισαγομένου κρέατος, ούτε στην ἐγγύηση.
6.
'Ας εξετάσουμε ἐν συνεχεία ἐάν τό νομικό καθεστώς τῆς εγγυήσεως καί ειδικότερα ὁ κανόνας βάσει τοῦ ὁποίου ὁλόκληρο τό ποσό αυτό παρακρατείται σέ περίπτωση εκπρόθεσμης μεταποιήσεως τῶν εισαγομένων κρεάτων, ευρίσκεται ἡ ὄχι σέ ἀντίθεση πρός τίς ἀρχές τῆς ἀναλογι-κότητος καί τῆς ἰσότητος.
Ή υπεράσπιση τῆς εἰσαγωγέως εταιρίας υποστηρίζει ὅτι ἡ επιβολή παρακρατήςεως ὁλοκλήρου τῆς εγγυήσεως, τόσο στην περίπτωση καθυστερημένης μεταποιήσεως τοῦ κρέατος ὅσο καί ὅταν ἡ μεταποίηση δέν πραγματοποιείται, συνιστᾶ παραβίαση της ἀρχής τῆς ἀναλογικότητος μεταξύ παραβάσεως καί κυρώσεως. Κατά τήν γνώμη της, ἡ καθυστερημένη μεταποίηση τιμωρείται κατά τρόπο υπερβολικά αυστηρό, ἐνῶ θά ήταν ὀρθότερο καί σύμφωνο προς τό κριτήριο τῆς ἀναλογικότητος νά διαφοροποιείται σαφῶς ἡ καθυστερημένη πραγματοποίηση ἀπό τήν πλήρη μή πραγματοποίηση καί νά διαβαθμίζεται το μέτρο τῆς κυρώσεως ἀναλόγως τῆς σπουδαι-ότητος τῆς καθυστερήσεως τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ κρέατος. Ή αὐτή κύρωση παρουσιάζεται επίσης ὡς παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος: τό γεγονός ὅτι ὁ κανονισμός προβλέπει τήν παρακράτηση τῆς εγγυήσεως γιά ὅλες αδιακρίτως τίς περιπτώσεις μή τηρήσεως τῆς προθεσμίας, σημαίνει ὅτι επιφυλάσσεται ἡ αύτη μεταχείριση σέ καταστάσεις διαφορετικής σοβαρότητος.
Πρός ὑποστήριξη τῆς θέσεως αυτής, ή εταιρία Merkur επικαλείται τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, καί ειδικότερα τήν ἀπόφαση τῆς 21ης 'Ιουνίου 1979 ἐπί τῆς υποθέσεως 240/78, Atlanta κατά Produktschap voor Vee en Vlees. Στην περίπτωση εκείνη επρόκειτο γιά τήν εξέταση τοῦ ἐάν συμφωνεί πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος τό άρθρο 5 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού 1889/76 τῆς 'Επιτροπής, τό όποιο προέβλεπε τήν ὁλική παρακράτηση των εγγυήσεων πού εἶχαν συσταθεί γιά τήν χορήγηση κοινοτικῶν ενισχύσεων στους παραγωγούς χοιρείου κρέατος, σέ περίπτωση μή τηρήσεως ἀπό αυτούς τῶν υποχρεώσεων πού εἶχαν ἀναληφθεί στίς συναφθείσες μέ τους εθνικούς ὀργανισμούς παρεμβάσεως συμβάσεις. Τό Δικαστήριο ἔκρινε ὅτι μία τέτοια διάταξη, «λόγω τῆς
αὑτοματικότητός της» ἀντίκειται «προς τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος, κατά τό μέτρο πού δέν επιτρέπει τήν προσαρμογή τῆς προβλεπομένης κυρώσεως πρός τόν βαθμό μή εκπληρώσεως τῶν συμβατικών υποχρεώσεων ἡ πρός τήν βαρύτητα τῆς παραβάσεως τῶν ἀνωτέρω υποχρεώσεων» (σκέψη 15 βλ. Racc. 1979, σ. 2137 ἑπ. καί ἰδίως σ. 2150-2151). Ή ενδιαφερόμενη εταιρία προβάλλει ὅτι τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοί) 572/78, ὅπως τό άρθρο 5 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμοῦ 1889/76, δέν επιχειρεί διαβάθμιση τῆς κυρώσεως ἀναλόγως τῆς βαρύτητος τῆς μή εκπληρώσεως καί ἀπό αὐτό συνάγει ὅτι ἀντίκειται πρός τήν αρχή τῆς ἀναλογικότητος. Ἁρμόζει ἐν πρώτοις νά επαναληφθεί ὅτι ή παρακράτηση τῆς εγγυήσεως πού προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό 572/78 δέν 'έχει τόν χαρακτήρα κυρώσεως, άλλά ἀποτελεί μάλλον μορφή άρσεως τοῦ ευεργετήματος πού παρεχωρήθη στους εισαγωγείς ἀπό τόν κανονισμό 805/68 καί εκτελέσεως τῆς γενικής υποχρεώσεως καταβολής τῆς εισφορᾶς πού τίθεται ἀπό τό κοινό δασμολόγιο. Ἐφ' ὅσον ἔτσι έχουν τά πράγματα, δέν θά εἶχε καμμία δικαιολογία ἡ διαβάθμιση τοῦ μέτρου τῆς εισφοράς ἀναλόγως τῆς μεγαλύτερης ἡ μικρότερης καθυστερήσεως τῆς μεταποιήσεως τῶν εισαγομένων κρεάτων. Τό ἀποφασιστικό στοιχείο πού θέτει τέλος στην περίοδο ἀναστολής τῆς υποχρεώσεως καταβολής τῆς εισφοράς, εἶναι πράγματι ἡ εξαφάνιση μιᾶς τῶν προϋποθέσεων ἀπό τίς όποιες εξαρτάται ἡ ἰδία ή ἀναστολή πού συνίσταται στην χρησιμοποίηση τῶν εισαγομένων κρεάτων κατά τόν καθορισμένο τρόπο καί εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας). Καί εἶναι λογικό, ἐφ' ὅσον δέν πληρούνται οἰ ὅροι ἀπό τους ὁποίους εξαρτάται ἕνα ειδικό ευεργέτημα, νά παύει ὁριστικώς τό ἴδιο τό ευεργέτημα καί νά ἀνασυνιστάται καθ' ὁλοκληρία ή υποχρέωση πληρωμής.
Περαιτέρω, ἐάν ληφθούν οἱ λόγοι οικονομικῆς φύσεως πού ἀποτελούν την βάση τοῦ ειδικού καθεστῶτος τῆς εγγυήσεως πού ἐθεσπίσθη ἀπό τόν κανονισμό 572/78, θά ευρεθεί μία ἀκόμη επιβεβαίωση τοῦ γεγονότος ὅτι δέν θά ήταν λογική ἡ διαβάθμιση τοῦ μέτρου τῆς εισφορᾶς ἀναλόγως τῆς (μεταβλητής) καθυστερήσεως τῆς μεταποιήσεως, ἡ τῆς παραλείψεως τῆς μεταποιήσεως. Πράγματι, είδαμε ήδη ὅτι τό ευεργέτημα τῆς ἀναστολής καταβολής τῆς εἰ-σφορᾶς δύναται νά επιτελέσει τήν λειτουργία του τῆς προστασίας τῆς ἀνταγωνιστικότητος τῆς μεταποιητικής βιομηχανίας έναντι τῶν ἐξωκοινοτικῶν ἀνταγωνιστικῶν μόνον ἐάν περιορίζεται σέ βραχεία χρονική περίοδο. Πρέπει συνεπώς νά γίνει ἀντιληπτό οτι, ἐάν αυτό τό ευεργέτημα παρετείνετο πέραν τῶν τριῶν-τεσσάρων μηνών, οἱ συνέπειες ἐπί τῆς ἀγορᾶς βοείου κρέατος θά ἠδύναντο νά εἶναι ἀντίθετες προς τους σκοπούς πού επιδιώκει ἡ 'Επιτροπή. Ή διαπίστωση αυτή συντείνει νά καταδείξει ὅτι δέν εἶναι πειστική ἡ άποψη, κατά τήν ὁποία τό μέτρο τῆς εισφορᾶς πρέπει νά μειώνεται σέ περίπτωση καθυστερημένης χρησιμοποιήσεως τοῦ εισαγομένου κρέατος καί νά εἶναι ἀκέραιο μόνον ὅταν ἡ επιδιωκόμενη μεταποίηση δέν πραγματοποιείται καθόλου.
Ή ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ 572/78, πού κατά τήν γνώμη μου εἶναι ὀρθή καί ἡ ὁποία λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψη τους σκοπούς οικονομικής πολιτικῆς πού επιδιώκει ἡ Ἐπιτροπή μέ τήν ρύθμιση τῆς ἀγορᾶς βοείου κρέατος, ἐπιβεβαιοῦται ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου. Ἀπό αύτη τήν άποψη, θεωρώ χαρακτηριστικό ὅτι ή ἀπόφαση τῆς 26ης 'Ιουνίου 1980, ἐπί τῆς υποθέσεως 808/79, Pardini (Racc. 1980, σ. 2103) ἀνεγνώρισε ὅτι εἶναι ἀναγκαίο, οἱ επιφορτισμένες μέ τήν διαχείριση τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς ἀρχές νά διαθέτουν ἀκριβείς προβλέψεις ἐπί τῶν μελλοντικών εισαγωγών καί εξαγωγών καί έκρινε ὅτι οἱ ἐπιχειρηματίες πού ἀπολαύουν πλεονεκτημάτων ἀπορρεόντων ἀπό τό σύστημα, πρέπει επίσης νά υφίστανται τίς δυσμενείς συνέπειες πού ἀπορρέουν ἀπό τήν ἀνάγκη γιά τήν Κοινότητα νά ἀποφεύγονται καταχρήσεις (σκέψη 17 καί 21). Στην ἐν λόγω περίπτωση επρόκειτο γιά τό κατά πόσο ὁ κανόνας τοῦ κανονισμού 193/75, τῆς 'Επιτροπής, κατά τόν όποιο ὁ εξαγωγεύς, ἀπό τόν όποιο 'έχει κλαπεί πιστοποιητικό εξαγωγής ἡ προκαθορισμοί), δέν δύναται νά ἀποκτήσει νέο πιστοποιητικό, δικαιολογείται έναντι τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ έλεγχου καί τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι ὁ κίνδυνος πού φέρουν οἱ επιχειρηματίες εἶναι ἀνάλογος πρός τίς ἀπαιτήσεις στην ικανοποίηση τῶν ὁποίων ἀπεσκόπει ὁ κανόνας. 'Από δύο σημαντικές ἀπόψεις δύναται προπάντως νά ευρεθεί μία ὁρισμένη ἀναλογία μεταξύ αὐτοῦ τοῦ νομολογιακοί) προηγουμένου καί τῆς προκειμένης περιπτώσεως: πρώτον, κατά τό ὅτι ἀναγνωρίζεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή, πρός άσκηση τῶν καθηκόντων τῆς οικονομικής πολιτικῆς, πρέπει νά διαθέτει συγκεκριμένες προβλέψεις ἐπί τῆς πορείας τῆς ἀγορᾶς καί δεύτερον, κατά τό ὅτι γίνεται δεκτό ὅτι ὁ ἀποκλεισμός τῆς δυνατότητος γιά τόν επιχειρηματία νά ἀποκτήσει ἀντίτυπο τοῦ ἀπωλεσθέντος πιστοποιητικοί) δέν παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος, έστω καί ἄν ένας κανόνας τοῦ είδους αὐτοῦ προορίζεται νά ενεργεί κατά τρόπο αυστηρό καί αυτόματο.
Τέλος, νομίζω ὅτι πρέπει νά υπογραμμισθεί ὅτι ὁ καθορισμός τῆς διαρκείας τῆς περιόδου, εντός τῆς ὁποίας πρέπει νά μεταποιηθούν τά εισαγόμενα κρέατα, εἶναι ἀποτέλεσμα τεχνικής εκτιμήσεως υπαγόμένης στην ἁρμοδιότητα τῆς 'Επιτροπής. Κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας, καί ἰδιαιτέρως κατά την προφορική φάση, ἡ 'Επιτροπή επεξήγησε ἀρκετά ἀναλυτικά τους λόγους τῆς επιλογής αυτής νομίζω λοιπόν, ὅτι, ὅταν ευρισκόμεθα ενώπιον λεπτομερῶν ἐπεξηγήσεων καί, ἀφ' έτερου, δέν προκύπτουν ἀκριβή καί πειστικά ἀντίθετα στοιχεία, εἶναι λογικό νά περιορισθούμε στην ἀποδοχή τῶν επιλογών οἰκονομικῆς πολιτικής στίς όποιες προέβη ἡ 'Επιτροπή. Δέν ἀντιλαμβάνομαι πώς, σέ μία κατάσταση ὅπως ἡ προκειμένη, θά ἠδύνατο νά ἀναφερθεί ἡ άποψη ὅτι ἡ ἀναστολή καταβολής τῆς εισφοράς δέν εἶναι πρόσφορος πρός επίτευξη τῶν σκοπών οἰκονομικῆς πολιτικής γιά τους οποίους προεβλέφθη παρά μόνον ἐάν περιορίζεται σέ μία ὁρισμένη περίοδο, πού δέν δύναται νά εἶναι πολύ μακρά.
7.
Τό δεύτερο σκέλος τοῦ ερωτήματος τοῦ γερμανικού δικαστηρίου ἀναφέρεται στην ερμηνεία τῆς διατάξεως περί παρακρατήσεως τῆς εγγυήσεως, πού περιλαμβάνεται στό ἀνωτέρω άρθρο 1 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο τοῦ κανονισμού 572/78. Τό δικαστήριο έρωτᾶ ἐάν ἡ ἀνωτέρω διάταξη δύναται νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι ή παρακράτηση δέν πραγματοποιείται ὅταν τά εισαχθέντα κρέατα μετεποιήθησαν μέ ελαχίστη καθυστέρηση ἐν σχέσει πρός τήν ταχθείσα προθεσμία.
Κατ' ἀρχάς, παρατηρώ ἐπ' αυτού ὅτι κανένα στοιχείο, λαμβανόμενο εἴτε ἀπό τό γράμμα εἴτε ἀπό τήν οικονομία τοῦ άρθρου, δέν στηρίζει μία τέτοια ερμηνεία. Τό γράμμα τοῦ κανόνος εἶναι σαφές καί αυστηρό: ἡ εγγύηση ἀποδίδεται ὁλικώς μόνον ἐάν, εντός τῶν τριών μηνών, τῶν επομένων τοῦ μηνός εισαγωγῆς, ὅλα τά κρέατα μετεποιήθησαν (παραλλήλως, ἀποδί-δεται μερικώς ἐάν μετεποιήθη ένα μέρος τῶν κρεάτων). Δέν εἶναι επομένως πρόδηλο, ἐπί ποίας βάσεως δύναται νά στηρίζεται ἡ άποψη κατά τήν ὁποία ὁ ἀνωτέρω κανόνας δέχεται τήν ἀπόδοση τῆς εγγυήσεως καί μετά τήν παρέλευση τῶν ταχθέντων τριών μηνών, ἐφ' ὅσον ἡ καθυστέρηση εἶναι ελαχίστη. Δέν εἶναι ἀναγκαίο νά προστεθεί ὅτι δέν υφίσταται καμμία γενική ἀρχή δυνάμει τῆς ὁποίας ή μή τήρηση μιᾶς προθεσμίας νά δύναται νά θεωρηθεί ὅτι δέν ἐπιφέρει τίς συνέπειες της στην περίπτωση ἐλαφρᾶς καθυστερήσεως.
Προσθέτω ὅτι οἱ 'ίδιοι λόγοι γιά τους οποίους ἡ παρακράτηση τῆς εγγυήσεως ὡς εισφοράς δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι ἀντιβαίνει πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογι-κότητος ούτε πρός τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος, ισχύουν επίσης πρός ἀποκλεισμό τῆς ερμηνείας πού προτείνει ὁ δικαστής τῆς ουσίας. Ειδικότερα, τόσο τό ὅτι ἡ παρακράτηση δέν ἔχει τόν χαρακτήρα κυρώσεως, ὅσο καί τό γεγονός ὅτι στην βάση τοῦ ὑπό εξέταση κανόνος ευρίσκονται συγκεκριμένες οἰκο-νομικές ἀπαιτήσεις άξιες προστασίας, ὁδηγούν στον ἀποκλεισμό τοῦ ὅτι οἱ εἰσαγω-γεῖς δύνανται νά ἀπολαύουν τοῦ ευεργετήματος εξαιρέσεως ἀπό τῆς καταβολής τῆς εισφοράς ὅταν πραγματοποιοῦν τήν μεταποίηση μετά τήν εκπνοή τῆς προθεσμίας: καί αυτό ἀνεξαρτήτως τοῦ μέτρου της καθυστερήσεως. Δέν πρέπει νά λησμονεῖται ὅτι ἡ προθεσμία ἐτάχθη ἀπό τήν 'Επιτροπή, έναντι τοῦ συνόλου τῶν ωφελουμένων, βάσει εκτιμήσεως τῶν τυπικών καί διαρθρωτικών συνθηκών τῆς ἀγοράς βοείου κρέατος' κάθε παράταση της, γιά νά είναι δικαιολογημένη, θά έπρεπε κατά συνέπεια νά λαμβάνει τήν μορφή τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ 572/78, βάσει επανεξετάσεως των χαρακτηριστικών τῆς ἐν λόγω ἀγοράς. 'Ενδεχομένη παράταση τῆς προθεσμίας σέ ἀτομικές περιπτώσεις, ἐπαφιεμένη στην διακριτική ευχέρεια τοῦ έρμηνευτοῦ, θά ήταν αυθαίρετη καί θά διέτρεχε τόν κίνδυνο εισαγωγής διακρίσεων μεταχειρίσεως.
8.
Βάσει τοῦ συνόλου τῶν προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Finanzgericht τοῦ Ἀμβούργου, μέ διάταξη τῆς 7ης Μαΐου 1981, στην ὑπόθεση μεταξύ τῆς εταιρίας Merkur Fleisch-Import καί τοῦ Hauptzollamt Hamburg-Ericus, ὡς ἀκολούθως:
1.
Δέν προκύπτουν λόγοι κηρύξεως ὡς ἀνίσχυρου τοῦ ἄρθρου 1 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 572/78 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 21ης Μαρτίου 1978, κατά τό μέτρο πού προβλέπει ὅτι παρακρατείται ὡς εισφορά ἡ καταβληθείσα ἀπό τόν εισαγωγέα εγγύηση, σέ περίπτωση μή τηρήσεως τῆς ταχθείσης προθεσμίας για τήν χρησιμοποίηση κατά τόν καθορισμένο τρόπο τοῦ κατεψυγμένου βοείου κρέατος.
2.
Ή ἐν λόγω διάταξη ερμηνεύεται ὑπό τήν έννοια ὅτι ἡ εγγύηση δύναται νομίμως νά παρακρατείται ἀκόμη καί σέ περίπτωση ελαχίστης καθυστερήσεως κατά τήν μεταποίηση τῶν εισαγομένων κρεάτων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy