ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 22 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι βικαστές,
Ἡ παρούσα υπόθεση άφορᾶ προσφυγή πού ἤσκησε ἡ 'Επιτροπή, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καί μέ τήν ὁποία ζητεῖ νά ἀναγνωρισθεί ὅτι τό Βασίλειο τοῦ Βελγίου, παραλείποντας νά λάβει τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν συμμόρφωση του πρός τήν δεύτερη ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου (77/91, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 06/001, σ. 230) περί εναρμονίσεως τοῦ εταιρικοῦ δικαίου, εντός τῆς προβλεπομένης σχετικῶς προθεσμίας πού τάσσει τό ἄρθρο 43 τῆς ἀνωτέρω ὁδηγίας, παρέβη τίς υποχρεώσεις πού ὑπέχει ἐκ τῆς συνθήκης. Ή σχετική προθεσμία έληξε τήν 16η Δεκεμβρίου 1978, δύο έτη μετά τήν κοινοποίηση της ὁδηγίας στά κράτη μέλη.
Οὔτε κατά τήν έγγραφη διαδικασία ούτε μέ τίς προφορικές του παρατηρήσεις τό Βασίλειο τοῦ Βελγίου ἠρνήθη ὅτι παρέλειψε νά συμμορφωθεί πρός τήν ὁδηγία. 'Ισχυρίζεται πάντως ὅτι ἡ παράλειψη ὀφείλεται ἐν μέρει στίς ιδιάζουσες δυσχέρειες πού ἀνακύπτουν στό Βέλγιο λόγω τῆς νομοθετικής του πρακτικής σέ συνδυασμό μέ τήν πολιτική κρίση πού διέρχεται καί ἐν μέρει στό γεγονός ὅτι οι τασσόμενες μέ τήν ὁδηγία προθεσμίες ήσαν κατά τήν άποψη τῆς βελγικής κυβερνήσεως υπερβολικά βραχείες. Τό νομοσχέδιο μέ τό όποιο ἐπεδιώκετο ή ἐκτέλεση τῆς ὁδηγίας ενεκρίθη ἀπό τό υπουργικό συμβούλιο στίς 15 Σεπτεμβρίου 1978, στην συνέχεια δέ διεβιβάσθη στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, τό όποιο εξέδωσε την γνωμοδότηση του στίς 29 'Ιανουαρίου 1979. Ἀφοῦ ἀνεθεωρήθη, υπεβλήθη πάλι στό υπουργικό συμβούλιο καί την 5η Δεκεμβρίου 1979 κατετέθη στην Βουλή. Παρά τήν ἐπιμονή τῆς κυβερνήσεως ὅτι τό θέμα είχε επείγοντα χαρακτήρα, τό νομοσχέδιο εξετάζεται ἀκόμη ἀπό ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή ἐπί θεμάτων ἑταιρικοῦ δικαίου, ἀλλ᾽ έγινε γνωστό στό Δικαστήριο κατά τήν προφορική διαδικασία ὅτι δέν πρέπει νά ἀναμένεται ή ψήφιση τοῦ νόμου ἀπό ένα ἐκ τῶν κοινοβουλευτικών σωμάτων «πρό έξι εβδομάδων ἤ δύο μηνῶν» καί ὅτι ὁ νόμος πρόκειται νά θεσπισθεί πρό τοῦ τέλους του τρέχοντος έτους.
Κατά τήν άποψη μου, ὑφίσταται παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά κράτη μέλη δέν δύνανται νά ἐπικαλοῦνται τήν πρακτική ἤ τίς περιστάσεις πού υφίστανται στην εσωτερική έννομη τάξη τους, γιά νά δικαιολογήσουν τήν μή συμμόρφωση τους πρός τίς υποχρεώσεις πού υπέχουν ἐκ τῶν ὁδηγιών.
Φρονώ συνεπώς ὅτι τό Δικαστήριο ὀφείλει νά εκδώσει ἐν προκειμένω την ἀναγνωριστική ἀπόφαση πού τοῦ ζητεί ἡ Ἐπιτροπή καί νά καταδικάσει τό Βασίλειο τοῦ Βελγίου στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy