ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ.ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 22 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαστές,
Ἡ παρούσα υπόθεση άφορᾶ προσφυγή πού ἤσκησε ἡ Ἐπιτροπή, δυνάμει τοῦ άρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καί μέ την ὁποία ζητεί νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἡ 'Ιρλανδία, παραλείποντας νά λάβει τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν συμμόρφωση τῆς πρός τήν δεύτερη ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου περί ἐναρμονίσεως τοῦ ἑταιρικοῦ δικαίου (77/91, τῆς 13ης Δεκεμβρίου 1976, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 06/001, σ. 230) ἐντός τῆς προβλεπομένης σχετικῶς προθεσμίας πού τάσσει τό άρθρο 43 της ἀνωτέρω ὁδηγίας, παρέβη τίς ὑποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης. Ή σχετική προθεσμία ἔληξε τήν 16η Δεκεμβρίου 1978, δύο έτη μετά τήν κοινοποίηση τῆς ὁδηγίας στά κράτη μέλη.
Ή 'Ιρλανδία ουδόλως ἰσχυρίσθη, εἴτε μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις τῆς είτε προφορικώς, ὅτι έλαβε πράγματι τά ἀπαραίτητα μέτρα γιά τήν συμμόρφωση τῆς πρός τήν οδηγία. Έδήλωσε όμως ὅτι εκίνησε τήν απαραίτητη διαδικασία τῆς συντάξεως τοθ σχετικοθ σχεδίου νόμου. 'Εφιστά τήν προσοχή τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τριών δυσχερειών, στίς όποιες ἀποδίδει τήν καθυστέρηση τῆς εφαρμογῆς τῆς ὁδηγίας. Ή πρώτη συνίσταται στό περίπλοκο τοῦ αντικειμένου, πού συνεπάγεται ουσιώδεις ἀλλαγές στό ιρλανδικό ἑταιρικό δίκαιο. Ή δεύτερη συνίσταται στήν ταχθείσα ἀπό την ὁδηγία προθεσμία, την ὁποία ἡ 'Ιρλανδία θεωρεί ως υπερβολικά βραχεία, γεγονός πού ἀποδεικνύεται κατ' αύτη καί ἀπό τό ὅτι καί άλλα κράτη μέλη δέν συνεμορφώθησαν εμπροθέσμως. Ή τρίτη άφορα την πολιτική κατάσταση στην 'Ιρλανδία, στην ὁποία ἡ διενέργεια δύο γενικῶν ἐκλογών σέ διάστημα ἑπτά μηνών προεκάλεσε σημαντική ἀπώλεια χρόνου γιά τό κοινοβουλευτικό έργο. Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, ἡ 'Ιρλανδία ισχυρίζεται ὅτι τό Δικαστήριο έχει ἁρμοδιότητα νά «εκτιμήσει δεόντως τίς ἐν λόγω πραγματικές καταστάσεις», έστω καί ἄν «δέν ἀποτελοῦν δικαιολογία ἀπό αυστηρά νομική άποψη». Ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ 'Ιρλανδία εύχεται την κατά τό δυνατόν ταχύτερη εφαρμογή τῆς οδηγίας καί ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀπορρίψει την προσφυγή ή νά μή ἀποφανθεί ἐπί τῆς διαφορᾶς ἐν ὅσω εκκρεμεί ἡ επικείμενη θέσπιση τῆς οικείας νομοθεσίας.
Πρός υποστήριξη τοῦ επιχειρήματος αὐτοῦ ὁ εκπρόσωπος τῆς 'Ιρλανδίας ἐπεκαλέσθη ἀπόσπασμα τῶν προτάσεων τοῦ γενικού εισαγγελέως Gand στην υπόθεση 31/69, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας (ECR 1970, σ. 25, στην σ. 42), μέ τίς όποιες ὁ τελευταίος εἰσηγεῖτο στό Δικαστήριο νά μή καταδικάζει ἀβασάνιστα τήν συμπεριφορά τῶν κρατών μελών, ἀφοῦ υπάρχει «ευρύ περιθώριο ἀβεβαιότητος κατά τήν εκτίμηση κάποιας συμπεριφοράς» ἀπό τό Δικαστήριο. Πάντως, στην υπόθεση εκείνη ή αιτίαση τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνεφέρετο στην καθυστέρηση πού εἶχε σημειωθεί γιά τήν καταβολή ορισμένων ποσών καί δύναται νά λεχθεί ὅτι ὑφίσταντο σχετικώς περιθώρια διακριτικής εξουσίας. Στην παρούσα ὅμως περίπτωση ἡ υποχρέωση εφαρμογής τῆς ὁδηγίας εἶναι σαφής καί δέν επαφίεται σε οιαδήποτε διακριτική ευχέρεια, μέ ἀποτέλεσμα ἡ επίκληση τοῦ ἀποσπάσματος αὐτοῦ νά μή ευσταθεί ἐν προκειμένω. Ό εκπρόσωπος τῆς 'Ιρλανδίας ἐπεκαλέσθη περαιτέρω τήν υπόθεση 91/79, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας (ECR 1980, σ. 1099, στην σ. 1104), ὅπού (σύμφωνα μέ τόν εκπρόσωπο) τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δύναται νά λάβει ὑπ᾿ ὄψη τίς ἰδιάζουσες εσωτερικές καταστάσεις τῶν κρατών μελών, ὅταν πρόκειται νά ἀποφασίσει ἄν θά κινήσει ἡ θά συνεχίσει τήν προβλεπομένη στό άρθρο 169 διαδικασία. Τό παραταθέν ἀπόσπασμα εἶναι πάντως περίληψη τῆς επιχειρηματολογίας τῆς Ἐπιτροπῆς καί δέν ἀποτελεί μέρος τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου.
Στην υπόθεση 52/75, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας (ECR 1976, σ. 277, στην σ. 284) τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι τά κράτη μέλη δέν δύνανται νά επικαλούνται τίς καθυστερήσεις άλλων κρατών μελών στην εκπλήρωση τῶν υποχρεώσεων τους, γιά νά δικαιολογήσουν τήν δική τους, έστω προσωρινή, παράλειψη νά εκπληρώσουν τίς υποχρεώσεις τους. "Αν ἡ παρεχομένη προθεσμία εφαρμογής μιας ὁδηγίας ἀποδεικνύεται υπερβολικά βραχεία, τό προσφορότερο μέσο δράσεως στό όποιο δύναται νά καταφύγει τό κράτος μέλος εἶναι νά επιδιώξει τήν ἀναγκαία παράταση τῆς προθεσμίας μέσω τοῦ ἁρμοδίου κοινοτικοῦ ὀργάνου. 'Η 'Ιρλανδία δέν ἰσχυρίσθη ὅτι ἐζήτησε τήν παράταση αυτή. Περαιτέρω υφίσταται παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά κράτη μέλη δέν δύνανται νά επικαλεσθοῦν τήν πρακτική ἡ τίς περιστάσεις πού υφίστανται στην εσωτερική έννομη τάξη τους γιά νά δικαιολογήσουν τήν μή συμμόρφωση τους πρός τίς υποχρεώσεις πού υπέχουν ἐκ τῶν ὁδηγιών.
'Ακόμη καί ἄν συμβεῖ, ὅπως ανέφερα στην υπόθεση 28/81, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας (πού δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή), τό Δικαστήριο νά ἀναβάλει κατά τήν κρίση του τήν έκδοση τῆς ἀναγνωριστικής ἀποφάσεως του, λόγω τῶν ἐκτεθεισῶν ενώπιόν του περιστάσεων, φρονώ ὅτι ἡ ἀπόφαση περί τοῦ ἐάν καί τοῦ πότε θά ἀσκηθεί προσφυγή λόγω παραλείψεως κράτους μέλους νά εκπληρώσει τίς υποχρεώσεις του εναπόκειται τελικά στην Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία, ἐφ' ὅσον ἡ παράβαση ἀποδεικνύεται νομοτύπως, δικαιούται νά ζητήσει, ἐάν επιμένει στην προσφυγή της, τήν έκδοση ἀναγνωριστικής ἀποφάσεως.
Κατά τήν δημοσία συνεδρίαση ἐπληροφορήθη τό Δικαστήριο ὅτι έχει ήδη καταρτισθεί ἡ ιρλανδική νομοθεσία γιά τήν εφαρμογή τῆς ὁδηγίας, δέν έχει ὅμως ἀκόμη συζητηθεί στό Κοινοβούλιο.
Ὁ Chief State Solicitor ἐπληροφόρησε τόν πρόεδρο τοῦ Δικαστηρίου, μέ τηλετύπημα πού τοῦ ἀπέστειλε στίς 18 'Ιουνίου 1982, ὅτι τήν 16η 'Ιουνίου 1982 εἶχε υποβληθεί στην Γερουσία νομοσχέδιο γιά τήν εκτέλεση τῆς δευτέρας περί ἑταιριῶν ὁδηγίας καί ὅτι ἀνεμένετο μέ βεβαιότητα ἡ ψήφιση τοῦ μέτρου ἀπό ἀμφότερα τά κοινοβουλευτικά σώματα μέχρι τέλους 'Ιουλίου 1982.
Πάντως, παρά τήν πρόοδο πού ἐσημειώθη μετά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, φρονῶ ὅτι, ἐφ' ὅσον ἡ Ἐπιτροπή δέν παρητήθη ἀπό τήν δίκη, πρέπει νά εκδοθεί ή αιτηθείσα ἀναγνωριστική ἀπόφαση καί ὅτι ἡ 'Ιρλανδία πρέπει νά καταδικασθεί ἐν πάση περιπτώσει στά δικαστικά έξοδα. "Αν πάλι ἡ 'Επιτροπή παραιτηθεί ἀπό τήν δίκη πρίν τό Δικαστήριο εκδώσει τήν ἀπόφαση του, τό ζήτημα εναπόκειται στό Δικαστήριο.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy