ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 30 ΙΟΥΝΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Έχετε επιληφθεί μιας σειράς προσφυγών που άσκησαν, στις 15 Ιουνίου 1981, κατά της Επιτροπής, ορισμένοι μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι, οι οποίες αφορούν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως διπλασίου σχολικού επιδόματος στην περίπτωση που τα τέκνα των εν λόγω υπαλλήλων φοιτούν σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Οι υποθέσεις επί των οποίων αναπτύσσω τις προτάσεις μου σήμερα, αποτελούν μέρος'μόνο εκείνων που κινήθηκαν αρχικά. Δεν περιλαμβάνονται αυτές, των οποίων το διαχωρισμό αποφασίσατε με τη διάταξη της 25ης Μαΐου 1982, λόγω της ενστάσεως απαραδέκτου που προέοαλε η Επιτροπή για εκπρόθεσμη υποβολή της διοικητικής ενστάσεως. Στις υποθέσεις αυτές, ανεστάλη η διαδικασία επ' αόριστο με την απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1982.
Οι προκείμενες προσφυγές έχουν ως αντικείμενο:
—
να αναγνωριστεί ότι δεν είναι εφαρμοστέο το άρδρο 3, τρίτη παράγραφος, περίπτωση 2, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων κατά το ότι περιορίζει το δικαίωμα διπλασιασμού στην περίπτωση όπου ο υπάλληλος απολαύει της αποζημιώσεως αποδημίας,
και
—
κατά συνέπεια, να υποχρεώσει την Επιτροπή να αναμορφώσει τους λογαριασμούς των προσφευγόντων προσθέτοντας τα ποσά που αντιστοιχούν σε διπλάσια σχολικά επιδόματα, τα οποία στερήθηκαν παράνομα.
Ι —
Τα πραγματικά περιστατικά, στις διαφορές αυτές όπου το πρόβλημα που ανακύπτει είναι καθαρά νομικό, είναι πολύ απλά.
1)
Οι προσφεύγοντες που υπηρετούν όλοι στο ίδρυμα της Ispra του Κοινού Κέντρου Ερευνών, πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση διπλάσιου ανωτάτου ορίου, εκτός μιας: δεν δικαιούνται της αποζημιώσεως αποδημίας που προβλέπεται και ρυ9μίζεται από το άρθρο 69 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και το τμήμα 2 του παραρτήματος VII. Για το λόγο αυτό, θεωρούν ότι υφίστανται διάκριση σε σχέση με τους συναδέλφους τους οι οποίοι λαμβάνουν την αποζημίωση αυτή και των οποίων τα τέκνα φοιτούν, όπως και τα δικά τους, σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα που βρίσκεται στην Ιταλία, σε απόσταση μεγαλύτερη των πενήντα χιλιομέτρων από τον τόπο διορισμού τους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται τις πιο πολλές φορές για το πανεπιστήμιο του Μιλάνου, το οποίο ορίσκεται σε απόσταση εβδομήντα δύο χιλιομέτρων από την Ispra.
Κατά το τέλος του 1980, υπέβαλαν αιτήσεις υπό την έννοια του άρ9ρου 90, παράγραφος 1, ζητώντας το διπλάσιο ανώτατο όριο. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απέρριψε τις αιτήσεις αυτές επισημαίνοντας το σαφές κείμενο του άρθρου 3 του παραρτήματος VII.
2)
Οι προσφεύγοντες άσκησαν τότε ενστάσεις κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Οι ενστάσεις αυτές απορρίφθηκαν όλες, πρώτα σιωπηρώς (δεν δόθηκε απάντηση εντός τεσσάρων μηνών), στη συνέχεια, μετά την άσκηση των προσφυγών, με γραπτές απορριπτικές αποφάσεις, στις 15 Ιουλίου ή στις 9 Δεκεμβρίου 1981.
II —
Για να εκτιμηθεί ορ9ά το επίδικο ερώτημα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει πρώτα μια επισκόπηση της — σημαντικής — εξελίξεως των προϋποθέσεων χορηγήσεως του σχολικού επιδόματος από της θέσεως σε ισχύ των κανονισμών υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και των κανονισμών που εφαρμόζονται στο λοιπό προσωπικό της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ, δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 1962 ( 2 ).
1)
Δυνάμει των κανονισμών 31 (ΕΟΚ) και 11 (ΕΚΑΕ) του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1961, το επίδομα ελάμβαναν όλοι οι υπάλληλοι, ανεξαρτήτως του αν δικαιούνταν αποζημιώσεως αποδημίας και ανεξαρτήτως ιδρύματος στο οποίο φοιτούσαν τα τέκνα.
Αντιστρόφως, το σχολικό επίδομα δεν εκά-λυπτε ολόκληρο τον κύκλο των ανωτάτων σπουδών, αφού έπαυε να χορηγείται μόλις το τέκνο συμπλήρωνε το 21ο έτος της ηλικίας. Εξάλλου, δεν προβλεπόταν διπλάσιο ανώτατο όριο.
2)
Το όριο αυτό θεσπίστηκε το 1965 ( 3 ). Χορηγούταν τότε στους υπαλλήλους τα τέκνα των οποίων φοιτούσαν σε εκπαιδευτικό ίδρυμα εφόσον δεν υπήρχε ευρωπαϊκό σχολείο σε απόσταση μεγαλύτερη των πενήντα χιλιομέτρων από τον τόπο διορισμού, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι απολαύουν της αποζημιώσεως αποδημίας. Αυτό ακριβώς το καθεστώς περιελήφθη το 1968, στον ενιαίο κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως για όλους τους υπαλλήλους της Κοινότητας ο οποίος αντικατέστησε τους κανονισμούς ΕΚΑΧ, ΕΟΚ και ΕΚΑΕ ( 4 ).
3)
Το 1972 ( 5 ), το ευεργέτημα του σχολικού επιδόματος με διπλάσιο ανώτατο όριο επεκτάθηκε στους υπαλλήλους, των οποίων τα τέκνα πραγματοποιούν ανώτατες σπουδές. Το νέο αυτό δικαίωμα εξαρτιόταν από την πλήρωση των εξής τριών προϋποθέσεων:
—
ότι ο υπάλληλος λαμβάνει αποζημίωση αποδημίας,
—
ότι δεν υπάρχει εκπαιδευτικό ίδρυμα πανεπιστημιακού επιπέδου της χώρας καταγωγής του υπαλλήλου σε ακτίνα πενήντα χιλιομέτρων από τον τόπο διορισμού του,
—
ότι το τέκνο πράγματι φοιτά σε ειδικό ίδρυμα πανεπιστημιακού επιπέδου το οποίο απέχει τουλάχιστον πενήντα χιλιόμετρα από τον τόπο διορισμού.
Από το συνδυασμό των δύο τελευταίων προϋποθέσεων προκύπτει ότι το ίδρυμα στο οποίο φοιτά το τέκνο δεν απαιτείται να βρίσκεται στη χώρα καταγωγής του υπαλλήλου.
4)
Το 1974, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση για την περαιτέρω μείωση των προϋποθέσεων χορηγήσεως του διπλασίου σχολικού επιδόματος. Η πρόταση απέβλεπε συγκεκριμένα στην κατάργηση της προϋποθέσεως που αναφέρεται στο ευεργέτημα της αποζημιώσεως αποδημίας. Θεσπίζοντας τον κανονισμό 711/75 ( 6 ) το Συμβούλιο μόνο εν μέρει ακολούθησε την πρόταση της Επιτροπής για την ανώτατη εκπαίδευση. Ενώ, για τη στοιχειώδη και για τη μέση εκπαίδευση δέχτηκε να καταργήσει την προϋπόθεση ότι χορηγείται αποζημίωση αποδημίας, τη διατήρησε όσον αφορά την ανώτατη εκπαίδευση.Πρόσθεσε μόνο, in fine, ότι η προϋπόθεση αυτή «δεν απαιτείται εφόσον δεν υπάρχει τέτοιο ίδρυμα στη χώρα της εθνικότητας του υπαλλήλου» ( 7 ).
5)
Το κείμενο που ισχύει σήμερα έχει ως
«Το ανώτατο όριο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο διπλασιάζεται για:
...
—
τον υπάλληλο του οποίου ο τόπος υπηρεσίας απέχει τουλάχιστον 50 km από ίδρυμα ανωτάτης εκπαιδεύσεως της χώρας της εθνικότητας και της γλώσσας του, υπό την προϋπόθεση ότι το τέκνο φοιτά πράγματι σε ίδρυμα ανωτάτης εκπαιδεύσεως που απέχει τουλάχιστον 50 km από τον τόπο υπηρεσίας και ότι ο υπάλληλος απολαύει αποζημιώσεως αποδημίας. η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν απαιτείται αν δεν υπάρχει τέτοιο ίδρυμα στη χώρα εθνικότητας του υπαλλήλου.»
Η διατύπωση αυτή διευρύνει μόνο σε δευτερεύοντα σημεία το προηγούμενο κείμενο ( 8 ) διατηρεί δε τις τρεις προϋποθέσεις που απαιτούσε το κείμενο αυτό.
Πρέπει να σημειωθεί επιπλέον ότι σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, των «γενικών εκτελεστικών διατάξεων όσον αφορά τη χορήγηση του σχολικού επιδόματος» ( 9 ) το σχολικό επίδομα που καταβάλλεται στην περίπτωση, φοιτήσεως σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα είναι κατά αποκοπή, υπό την έννοια ότι ισούται με το ανώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 3, πρώτη παράγραφος, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ανεξαρτήτως πραγματικών εξόδων για δίδακτρα και ανεξαρτήτως ύψους της αμοιβής του δικαιούχου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1981—1982, το σχετικό ποσό ανερχόταν σε 4105 FB μηνιαίως ανά τέκνο ( 10 ).
Ομοίως, δυνάμει της παραγράφου 2 του ιδίου άρ9ρου 5, ο υπάλληλος που συγκεντρώνει τις προϋπο9έσεις για τη χορήγηση διπλασίου επιδόματος και το τέκνο του οποίου φοιτά σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα αναλαμβάνει αυτομάτως ποσό ίσο με το διπλάσιο του ανωτάτου ορίου. Για το ίδιο έτος, ελάμβανε λοιπόν μηνιαίως το ποσό των 8210 FB ανά τέκνο.
III —
1)
Ο μόνος λόγος των προσφευγόντων αφορά την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεως, που είναι γενική αρχή του δικαίου την οποία αναγνωρίζει η νομολογία σας. Η αρχή αυτή παραβιάζεται όταν, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία, επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε παρόμοιες καταστάσεις, ή η ίδια μεταχείριση σε διαφορετικές καταστάσεις ( 11 ).
Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι η απαίτηση όσον αφορά την αποζημίωση αποδημίας για Til χορήγηση του διπλασίου ανωτάτου ορίου του σχολικού επιδόματος αποτελεί διαφορετική μεταχείριση υπαλλήλων οι οποίοι βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις χωρίς καμιά δικαιολογία.
Αναφέρουν ότι όλοι οι υπάλληλοι, τα τέκνα των οποίων πραγματοποιούν ανώτατες σπουδές σε ίδρυμα που απέχει τουλάχιστον πενήντα χιλιόμετρα από τον τόπο διορισμού τους, αντιμετωπίζουν τις ίδιες δαπάνες ως αποτέλεσμα των σπουδών αυτών. Επομένως, βρίσκονται σε πανομοιότυπες καταστάσεις. Εντούτοις, οι υπάλληλοι που λαμβάνουν αποζημίωση αποδημίας, λαμβάνουν και διπλάσιο ανώτατο όριο, το οποίο δεν χορηγείται σε όσους δεν δικαιούνται της αποζημιώσεως αυτής. Στο σημείο αυτό έγκειται η διάκριση.
2)
Επιπλέον, αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά. Νομίζω ότι το τελευταίο αυτό σημείο αποτελεί το κεντρικό πρόβλημα των υπο9έ-σεων αυτών.
Η εξάρτηση της χορηγήσεως διπλασίου σχολικού επιδόματος από τη χορήγηση της αποζημιώσεως αποδημίας αποτελεί «αυθαίρετη διαφορά στη μεταχείριση μεταξύ υπαλλήλων» ( 12 ) ή, με άλλα λόγια και σε ορισμένες περιπτώσεις, «μια κατάσταση δημιουργική διακρίσεων ... που οφείλεται στην εφαρμογή γενικού κανόνος που παραβιάζει την αρχή της ισότητας μεταξύ υπαλλήλων οι οποίοι βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις» ( 13 ) ή μήπως αποτελεί διαφοροποίηση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που έχει άμεση σχέση με με το σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλους τους υπαλλήλους οι οποίοι βρίσκονται στην κατάσταση που προβλέπει ο κανονισμός της υπηρεσιακής καταστάσεως, η οποία όμως διαφοροποίηση, σε ορισμένες οριακές περιπτώσεις, καταλήγει σε δυσχέρειες ( 14 )
Χωρίς να προκύπτει ρητά από τη σχετική διατύπωση, είναι 6έ6αιο ότι ο σκοπός που επιδιώκει το Συμβούλιο διατηρώντας την προϋπόθεση της χορηγήσεως της αποζημιώσεως αποδημίας, είναι να δώσει τη δυνατότητα στους υπαλλήλους οι οποίοι δεν έχουν την εθνικότητα του κράτους όπου είναι διορισμένοι να αντιμετωπίζουν τα υψηλότερα έξοδα που συνεπάγονται οι σπουδές των τέκνων τους στη χώρα καταγωγής τους.
Σχετικώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο και η Επιτροπή, οι σπουδές σε χώρα άλλη από τη χώρα διορισμού του πατέρα ή της μητέρας του σπουδαστή συνεπάγονται, κατά μέσο όρο, σημαντικότερα έξοδα, ιδίως μετακινήσεως, από τις σπουδές στη χώρα αυτή. Διαπιστώνεται επίσης ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι υπάλληλοι που δικαιούνται αποζημιώσεις αποδημίας δεν έχουν την εθνικότητα της χώρας διορισμού (λόγου χάρη, 97,4 % των μονίμων και εκτάκτων υπαλλήλων που υπηρετούν στην Ispra, οι οποίοι δικαιούνται αποζημιώσεως αποδημίας δεν είναι Ιταλοί) και ότι, τις περισσότερες φορές, τα τέκνα τους επιστρέφουν στη χώρα καταγωγής τους για να πραγματοποιήσουν τις ανώτερες σπουδές τους (πχ. στην Ispra, κατά το ακαδημαϊκό έτος 1981— 1982, 147 τέκνα βρίσκονταν στην κατηγορία αυτή, ενώ 36 σπούδαζαν στην Ιταλία).
3)
Πρέπει πάντως να εξεταστεί η ανάλυση που κάνουν οι προσφεύγοντες οι οποίοι δεν πείθονται από την αιτιολόγηση του Συμβουλίου και αμφισβητούν ότι τα υποτιθέμενα υψηλότερα έξοδα των σπουδών στη χώρα καταγωγής τους αποτελούν τον πραγματικό λόγο που δικαιολογεί την απαίτηση της προϋποθέσεως προς την αποζημίωση αποδημίας. Επί του σημείου αυτού προβάλλουν τρία επιχειρήματα, εκ των οποίων το τελευταίο είναι, νομίζω, το ορθότερο.
α)
Κατά τη γνώμη τους, αν η εξήγηση που δίνεται ήταν ορθή, δύσκολα γίνεται αντιληπτό γιατί η εν λόγω προϋπόθεση καταργήθηκε το 1975 όσον αφορά τη χορήγηση του διπλασίου ανωτάτου ορίου στον τομέα της στοιχειώδους και της μέσης εκπαιδεύσεως.
Ωστόσο, η σύγκριση αυτή με τις εν λόγω βαθμίδες εκπαιδεύσεως δεν μου φαίνεται δόκιμη. Διατηρώντας την προϋπόθεση της χορηγήσεως της αποζημιώσεως αποδημίας στον τομέα της ανωτάτης εκπαιδεύσεως, το Συμβούλιο επέλεξε μια πολιτική όσον αφορά το προσωπικό, η εκτίμηση της οποίας δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα ενός δικαστικού οργάνου και υιοθέτησε τις σχετικές λογικές συνέπειες. Θέλησε να δώσει εξαιρετικό χαρακτήρα στη χορήγηση του διπλασίου ανωτάτου ορίου, ιδίως για λόγους που αφορούν τον προϋπολογισμό. Όμως, η κατάργηση της προϋποθέσεως όσον αφορά την αποζημίωση αποδημίας στον τομέα της στοιχειώδους και της μέσης εκπαιδεύσεως δεν διεύρυνε σημαντικά τον αριθμό των δικαιούχων υπαλλήλων, διότι, στους τόπους διορισμού του μεγαλυτέρου μέρους αυτών, λειτουργεί τουλάχιστον ένα ευρωπαϊκό σχολείο που μπορεί να παράσχει στα τέκνα τους την κατάλληλη στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση. Αντιστρόφως, δεν υπάρχει αντίστοιχο των ευρωπαϊκών σχολείων για την ανωτέρα και την ανωτάτη εκπαίδευση, έτσι ώστε με την ίδια διεύρυνση θα είχε αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των υπαλλήλων που δικαιούνται διπλασίου ανωτάτου ορίου.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι τα επιπλέον έξοδα που συνεπάγονται οι σπουδές στη χώρα τους, των τέκνων υπαλλήλων οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί στο εξωτερικό, καλύπτονται κατ' αποκοπή από την αποζημίωση αποδημίας. Η Επιτροπή όμως ορθώς απαντά ότι η αποζημίωση αποδημίας απευθύνεται προσωπικώς στους υπαλλήλους, ενώ το σχολικό επίδομα προορίζεται να καλύψει τα έξοδα που συνεπάγονται οι σπουδές των τέκνων τους.
6)
Οι προσφεύγοντες επέμειναν, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας στο «παράλογο» του συστήματος που προβλέπει τη χορήγηση του διπλασίου ανωτάτου ορίου στους υπαλλήλους οι οποίοι δικαιούνται αποζημιώσεως αποδημίας και τη μη χορήγηση του στους συναδέλφους τους οι οποίοι δεν δικαιούνται της αποζημιώσεως αυτής, ενώ τα τέκνα τους σπουδάζουν στο ίδιο πανεπιστήμιο και έχουν επομένως τα ίδια έξοδα.
Είναι αναμφισβήτητο ότι το επιχείρημα αυτό έχει κάποια ισχύ. Δεν πείθει πάντως ότι η κατάσταση αυτή αποτελεί αυθαίρετη διάκριση. Πράγματι, από τη νομολογία σας προκύπτει ότι, για να ερμηνευτεί μια διάταξη της οποίας η διατύπωση επιδέχεται βελτίωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός της και η οικονομία της ( 15 ). Όμως, η χορήγηση διπλασίου ανωτάτου ορίου στους υπαλλήλους οι οποίοι δικαιούνται αποζημιώσεως αποδημίας — που είναι, επομένως, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αλλοδαποί στη χώρα τοποθετήσεως τους — δεν είναι ηθελημένη από το νομοθέτη. είναι απλώς συνέπεια του ατελούς χαρακτήρα του ισχύοντος κειμένου τον οποίο ατελή χαρακτήρα αναγνωρίζει και η Επιτροπή. Επομένως, οι προσφεύγοντες όφειλαν να συγκρίνουν την περίπτωση τους, μόνο με την περίπτωση των υπαλλήλων στους οποίους το Συμβούλιο θέλησε να επιφυλάξει το ευεργέτημα του διπλασίου σχολικού επιδόματος, δηλαδή των δικαιούχων της αποζημιώσεως αποδημίας οι οποίοι στέλνουν τα παιδιά τους στη χώρα καταγωγής τους.
Επιπλέον, ακόμα κι αν οι περιπτώσεις που επέλεξαν οι προσφεύγοντες ως δεύτερο σκέλος της συγκρίσεως στην οποία προβαίνουν δεν είναι οριακές ( 16 ), προκύπτει εντούτοις από τα αριθμητικά στοιχειά που προσκομίστηκαν ότι η συνηθέστερη περίπτωση είναι σαφώς εκείνη την οποία έλαβε Συμβούλιο ως βάση του επίμαχου κειμένου. Μπορεί λοιπόν να λεχθεί ότι το κείμενο αυτό αποτελεί την έφραση μιας αναμφισβήτητης κοινωνικής πραγματικότητας.
Αν, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα τέκνα των υπαλλήλων των Κοινοτήτων σπουδάζουν στη χώρα καταγωγής τους ( 17 ), είναι επειδή κινούνται από ισχυρούς λόγους. Η δυνατότητα σταδιοδρομίας σε πολυάριθμους τομείς, ιδίως στο δημόσιο τομέα και σε ορισμένα ελεύθερα επαγγέλματα εξαρτάται συχνά από την προϋπόθεση της κατοχής εθνικών πτυχίων στην παρούσα κατάσταση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των πτυχίων από τα διάφορα κράτη μέλη. Παρεμβαίνουν ενδεχομένως και σκέψεις που αναφέρονται στη γλώσσα. Τέλος, είναι σαφές ότι η ένταξη στο χώρο της εργασίας στη χώρα καταγωγής διευκολύνεται, ιδίως από ψυχολογικής σκοπιάς, όταν οι απαραίτητες σχετικές σπουδές έχουν γίνει στη χώρα αυτή.
IV —
1)
Ήδη, προκύπτει ότι η προϋπόθεση της χορηγήσεως της αποζημιώσεως αποδημίας, την οποία διατήρησε το Συμβούλιο κατά το 1975, αφενός έχει άμεση σχέση με το σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως περί του διπλασίου σχολικού επιδόματος και αφετέρου, είναι αντικειμενική και ενιαία, δηλαδή εφαρμόζεται σε όλους όσους βρίσκονται στην ίδια κατάσταση χωρίς εκτίμηση κατά διακριτική ευχέρεια της προσωπικής τους καταστάσεως.
Εντούτοις, νομίζω ότι μπορεί να συναχθεί από την ομολογία σας ότι η προϋπόθεση αυτή θα ήταν παράνομη εάν η εφαρμογή της οδηγούσε στην υπερβολική διεύρυνση του κύκλου των υπαλλήλων που δεν δικαιούνται διπλασίου ανωτάτου ορίου ενώ, λογικά, θα έπρερε να τους χορηγείται. Ήδη, και όταν δεν υπάρχει προϋπόθεση της αποζημιώσεως αποδημίας, λόγω μόνο του γεγονότος ότι «παρεμβαίνει μια γενική και αφηρημένη κανονιστική ρύθμιση», μπορούν να υπάρξουν «οριακές καταστάσεις», ( 18 ) όπου, αδίκως εκ πρώτης όψεως, ορισμένοι υπάλληλοι στερούνται διπλασίου ανωτάτου ορίου.
Αλλά ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται όπως μπορεί να αυξηθεί υπερβολικά και ο αριθμός των προσώπων που αδίκως αποκλείονται, τόσο ώστε οι περιπτώσεις τους να μην μπορούν πλέον να χαρακτηριστούν ως οριακές, όταν στα άλλα κριτήρια προστίθεται και το κριτήριο που αφορά την αποζημίωση αποδημίας. Είναι πράγματι αναμφισβήτητο ότι η εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις για την χορήγηση της αποζημιώσεως αποδημίας, μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αδικίες, ακόμη κι αν αυτές δεν εμφανίζουν το χαρακτήρα αυθαίρετης διαφοροποιήσεως ( 19 ).
Με άλλα λόγια, με την παράλληλη θέση δύο ατελών κριτηρίων, η σχετική ρύθμιση μπορεί να αποβεί δημιουργική διακρίσεων και επομένως παράνομη.
2)
Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί αν αυτό συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, τέσσερις κατηγορίες καταστάσεων που μπορούν να χαρακτηριστούν ως μη κανονικές.
α)
Πρόκειται, πρώτο, για τους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν την εθνικότητα του τόπου διορισμού και λαμβάνουν αποζημίωση αποδημίας (εξαιρετική περίπτωση), όπως, οι ιταλοί υπάλληλοι στην Ispra. Από τα στατιστικά στοιχεία που προσαρτώνται στην ανταπάντηση προκύπτει ότι, για το ακαδημαϊκό έτος 1981-1982, υπήρχαν στην Ispra μόνο εννέα τέκνα υπαλλήλων της κατηγορίας αυτής επί 374 που πραγματοποιούσαν ανώτατες σπουδές. Εφόσον δεν υπάρχει ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας εθνικότητας τους και της γλώσσας τους σε απόσταση πενήντα χιλιομέτρων από τον τόπο διορισμού, οι υπάλληλοι αυτοί δικαιούνται πάντα διπλασίου ανωτάτου ορίου είτε το συγκεκριμένο ίδρυμα βρίσκεται στη χώρα που είναι συγχρόνως η χώρα διορισμού και της εθνικότητας τους, είτε σε άλλη χώρα. Έτσι, οι υπάλληλοι αυτοί βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους συμπατριώτες τους οι οποίοι δεν λαμβάνουν αποζημίωση αποδημίας (συνήθης περίπτωση), επομένως ούτε διπλάσιο ανώτατο όριο.
6)
Θεωρώ φυσικό να μη λαμβάνουν οι τελευταίοι διπλάσιο ανώτατο όριο όταν στέλνουν τα τέκνα τους για σπουδές στο εξωτερικό εκτός τελείως εξαιρετικών περιπτώσεων. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για δυσμενή διάκριση όταν το πλεονέκτημα αυτό παρέχεται, λόγου χάρη, στο γερμανό υπάλληλο που είναι διορισμένος στην Ispra, ο οποίος στέλνει το τέκνο του σε γερμανικό πανεπιστήμιο ενώ δεν χορηγείται στον ιταλικής εθνικότητας υπάλληλο της Ispra, το τέκνο του οποίου παρακολουθεί τα ίδια μαθήματα στη Γερμανία όπως και το τέκνο του συναδέλφου του. Πράγματι, οι περιπτώσεις των δύο αυτών υπαλλήλων διαφέρουν αντικειμενικά υπό την έννοια ότι η συγκεκριμένη επιλογή είναι συχνά επιβεβλημένη για τον πρώτο αλλά σχεδόν πάντα εσκεμμένη για το δεύτερο. Βεβαίως, η επιλογή ενός αλλοδαπού πανεπιστημίου συνάδει προς την αρχή της ελεύθερης επιλογής του ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος, την οποία τα όργανα της Κοινότητας δεν μπορούν ούτε έχουν την πρόθεση να αμφισβητήσουν. Δεν μπορεί όμως να γίνει αποτελεσματική επίκληση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, προκειμένου να αναγκαστεί το Συμβούλιο να χορηγήσει στις περιπτώσεις αυτές σχολικό επίδομα με διπλάσιο ανώτατο όριο, στο οποίο, το όργανο αυτό εννοεί να επιφυλάξει εξαιρετικό χαρακτήρα.
Ο υπάλληλος, ο οποίος δικαιούται της αποζημιώσεως αποδημίας σε ένα ορισμένο τόπο διορισμού και ο οποίος χάνει το πλεονέκτημα αυτό λόγω μεταθέσεώς του στη χώρα καταγωγής του, θεωρώ ευκταίο να συνεχίζει να λαμβάνει το διπλάσιο ανώτατο όριο για το τέκνο του που συνεχίζει τις σπουδές του στην πρώτη χώρα και δεν επιθυμεί να τις διακόψει ( 20 ). Πάντως, επειδή ο αριθμός των υπαλλήλων που βρίσκονται στην κατάσταση αυτή είναι πολύ περιορισμένος, η εν λόγω κατάσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως ατυχής μεν, πλην όμως οριακή περίπτωση. Επομένως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημιουργική διακρίσεων κατά την έννοια της νομολογίας σας. Στον κοινοτικό νομοθέτη εναπόκειται μάλλον η εξεύρεση κατάλληλης λύσεως για να τεθεί τέρμα σ' αυτή την κατάσταση.
γ)
Οι προσφεύγοντες αναφέρουν και μια άλλη μη κανονική κατάσταση: πρόκειται για τους υπαλλήλους που δεν έχουν την εθνικότητα του τόπου διορισμού τους και λαμβάνουν την αποζημίωση αποδημίας (συνήθης περίπτωση) τα τέκνα όμως των οποίων πραγματοποιούν τις σπουδές τους στη χώρα διορισμού και όχι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Συμβουλίου, στη χώρα καταγωγής τους. Αυτό συμβαίνει με τα τέκνα των μη ιταλών υπαλλήλων της Ispra που σπουδάζουν στην Ιταλία, ιδίως στο Μιλάνο. Το ίδιο συμβαίνει ενδεχομένως και με τα τέκνα γάλλων υπαλλήλων που σπουδάζουν στο Βέλγιο σε γαλλόφωνο πανεπιστήμιο ή με τα τέκνα ολλαν-δόφωνων βέλγων που υπηρετούν στο Κοινό Κέντρο Ερευνών, στο Petten, τα οποία τέκνα, σπουδάζουν στις Κάτω Χώρες. Είναι πιθανό ότι ορισμένα από τα τέκνα αυτά προέρχονται από μεικτούς γάμους, ή έχουν γεννηθεί στη χώρα διορισμού του δικαιούχου υπαλλήλου μετά την είσοδο του τελευταίου στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, έτσι ώστε αισθάνονται καλύτερα ενταγμένα στη χώρα αυτή παρά στη χώρα της εθνικότητας τους. Επομένως η επιθυμία τους να πραγματοποιήσουν τις ανώτατες σπουδές τους στη χώρα αυτή είναι τελείως εύλογη.
Είναι επίσης αληθές ότι το σημερινό σύστημα επιτρέπει στους υπαλλήλους αυτούς να λαμβάνουν διπλάσιο ανώτατο όριο σχολικού επιδόματος όχι μόνο αν στέλνουν τα τέκνα τους στη χώρα καταγωγής τους αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Οι συνέπειες αυτές, για τις οποίες είναι γνωστό ότι δεν είναι ηθελημένες από το Συμβούλιο αλλά προκύπτουν απλώς από την ατελή διατύπωση του κειμένου, δεν είναι, καθεαυτές, κατακριτέες, ιδίως στο πλαίσιο ευρωπαϊκού πνεύματος, αν το παιδί σπουδάζει σε χώρα της Κοινότητας άλλη από τη χώρα διορισμού και τη χώρα εθνικότητας του. Οι συνέπειες όμως αυτές αποβαίνουν δυσάρεστες αν ληφθούν υπόψη οι αντίθετες περιπτώσεις των υπαλλήλων στις οποίες αναφέρεται το κείμενο. Πάντως, λόγω του εν πάση περιπτώσει περιορισμένου αριθμού των δικαιούχων, βάσει των αριθμητικών στοιχείων που αφορούν την Ispra δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει διάκριση εις βάρος των μη δικαιούχων. Επιπλέον, ενώ οι δικαιούχοι δεν έχουν συμφέρον να εκδηλώσουν δυσαρέσκεια για την παρούσα κατάσταση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ένα μέσο για να τεθεί τέρμα σ' αυτή την άνιση μεταχείριση είναι η κατάργηση του πλεονεκτήματος του.
δ)
Δυσάρεστες είναι και οι περιπτώσεις των υπαλλήλων οι οποίοι δεν έχουν την εθνικότητα της χώρας διορισμού και όμως δεν δικαιούνται αποζημιώσεως αποδημίας (εξαιρετική περίπτωση) ( 21 ), των οποίων όμως τα τέκνα πραγματοποιούν ανώτατες σπουδές εκτός της χώρας διορισμού, λόγου χάρη στη χώρα καταγωγής τους. Κατά το έτος 1981-1982, δεν υπήρχε καμιά τέτοια περίπτωση στην Ispra. Τα συμπληρωματικά στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή όσον αφορά το προσωπικό της που υπηρετεί στις Βρυξέλλες και στο Λουξεμβούργο επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι πρόκειται για περίπτωση πάρα πολύ σπάνια δεδομένου ότι αφορούσε μόνο 2 από τα 32 τέκνα μονίμων και εκτάκτων υπαλλήλων, κατά το έτος 1982-1983, για τα οποία χορηγείται σχολικό επίδομα λόγω ανωτάτων σπουδών.
Τέλος, οι μη κανονικές περιπτώσεις που έχουν παρατηρηθεί δεν είναι αρκετά εκτεταμένες ώστε να θεωρηθεί ότι το επίδικο κείμενο ανήκει στα κείμενα εκείνα τα οποία δημιουργούν αυθαίρετη διάκριση. Πάντως, μπορεί ευλόγως να υποστηριχτεί ότι η διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε, λόγω της πολλαπλότητας των κριτηρίων που υιοθετεί και της αναφοράς στο κριτήριο της αποζημιώσεως της αποδημίας, είναι ίσως χωρίς λόγο πολύπλοκη. Βεβαίως ένα σύστημα απόλυτα δίκαιο, στο πλαίσιο του οποίου κανείς δεν βλάπτεται ούτε ευνοείται αδικαιολόγητα, είναι ουτοπικό λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης ποικιλίας των ατομικών περιπτώσεων η οποία οφείλεται στο σημαντικό αριθμό των παραγόντων που μεσολαβούν. Εντούτοις μια διαφορετική ρύθμιση θα επέτρεπε ενδεχομένως κάποια μεγαλύτερη προσέγγιση στο στόχο αυτό της δικαιοσύνης.
Πάντως, για τους λόγους που εξέθεσα, προτείνω να απορριφθούν οι προσφυγές. Συνεπώς, οι διάδικοι πρέπει να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ΕΚΛΧ του 1962 ήταν διατυπωμένος στο σημείο αυτό κατά τρόπο πανομοιότυπο.
( 3 ) Με τους κανονισμούς 30 (ΕΟΚ) και 4 (ΕΚΛΕ) της 16ης Μαρτίου 1965' ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΛΧ τροποποιήθηκε κατά τρόπο πανομοιότυπο.
( 4 ) Με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ), 259/68 της 29ης Φεβρουαρίου 1968.
( 5 ) Με το άρθρο 52 του κανονισμού 1473/72 της 30ής Ιουνίου 1972.
( 6 ) Της 18ης Μαρτίου 1975.
( 7 ) Η εξαίρεση αυτή σκοπεί τους υπαλλήλους του Λουξεμβούργου, στη χώρα των οποίων δεν υπάρχει πλήρης κύκλος πανεπιστημιακών σπουδών.
( 8 ) Εκτός της τελικής μνείας που παρατέθηκε ήδη, πρόκειται:
— για την αντικατάσταση των λέξεων «εκπαιδευτικό ίδρυμα πανεπιστημιακού επιπέδου» από την έκφραση «ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα»,
— καθώς και της εκφράσεως «χώρα καταγωγής» από την έκφραση «χώρα της εθνικότητας και της γλώσσας».
( 9 ) Δημοσιεύτηκαν στις «Πληροφορίες διοικητικής φύσεως» 153 της 2ας Μαΐου 1977, σ. 25 ως 28.
( 10 ) Κανονισμός 372/82 του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 1982 — άρθρο πρώτο, στοιχείο 6, τελευταία περίπτωση.
( 11 ) Πχ.: 25 Οκτωβρίου 1978, Koninklijke Sclioltcn-Honig, υπόθεση 125/77, σκέψη 27, Recueil σ. 2004· πρώτο τμήμα, 15 Δεκεμβρίου 1982, Maizena, υπόθεση 5/82, σκέψη 16 και 17, Συλλογή σ. 4614' πρώτο τμήμα, 23 Φεβρουαρίου 1983, Wagner, υπόθεση 8/82, σκέψεις 18 και 19, Συλλογή σ. 387.
( 12 ) Όπως στην υπόθεση 20/71, Luisa Bertoni, σύζυγος Sabbatini, κατά Κοινοβουλίου' απόφαση του δευτέρου τμήματος, της 7ης Ιουνίου 1972, σκέψη 12, Recueil σ. 352.
( 13 ) Όπως στην υπόθεση 156/78, Ncwtli κατά Επιτροπής απόφαση του δευτέρου τμήματος, της 31ης Μαΐου 1979, σκέψη 13, Recueil σ. 1952 και 1953.
( 14 ) Όπως στις υποθέσεις 147/79, Hochstrass κατά Δικαστηρίου (απόφαση του δευτέρου τμήματος της 16ης Οκτωβρίου 1980, σκέψεις 13 και 14, Recueil σ. 3020 και 3021) και 1322/79, Vutcra κατά Επιτροπής (απόφαση του δευτέρου τμήματος, της 15ης Ιανουαρίου 1981, σκέψη 9, Συλλογή σ. 138).
( 15 ) Πρώτο τμήμα, 27 Νοεμβρίου 1980, Soraslo και λοιποί κατά Επιτροπής, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 81, 82 και 146/79, σκέψη 15, Recueil σ. 3571 και 3572.
( 16 ) Υπενθυμίζω ότι, στην Ispra, κατά το 1981-1982, 36 τέκνα υπαλλήλων, δικαιούχων της αποζημιώσεως αποδημίας σπούδαζαν στην Ιταλία, ενώ 147 είχαν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής τους, δηλαδή, κατά προσέγγιση Ι στα 4 (4,08333 για την ακρίβεια).
( 17 ) Στα στοιχεία που αναφέρθηκαν ήδη προσθέτω ότι μόνο 4 τέκνα 1050 ιταλών υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού που υπηρετούσαν στην Ιταλία, πραγματοποιούσαν ανώτατες σπουδές εκτός Ιταλίας.
( 18 ) Απόφαση Hochstrass προαναφερθείσα, σκέψη 14, Recueil 1980, σ. 3021.
( 19 ) Απόφαση Vutera προαναφερθείσα, σκέψη 9, Συλλογή 1981, σ. 138.
( 20 ) 'Ετσι, ο Carrara (υπόθεση 305/81), ιταλικής εθνικότητας, δικαιούταν αποζημιώσεως αποδημίας και ελάμ6ανε διπλάσιο σχολικό επίδομα για την κόρη του, εγγεγραμμένη στο βελγικό πανεπιστήμιο της Louva¡n-la-Ncuve όσο ήταν τοποθετημένος στο Κοινό Κέντρο Ερευνών, στο Geel. Μετά τη μετάθεση του στην Ispra, στις αρχές Δεκεμβρίου 1980, δεν δικαιούταν ούτε αποζημιώσεως αποδημίας, ούτε, επομένως, διπλασίου σχολικού επιδόματος ενώ η κόρη του συνέχιζε να σπουδάζει στο Βέλγιο.
( 21 ) Λόγου χάρη, επειδή έχουν εργαστεί σε ιδιωτική επιχείρηση στη χώρα αυτή, έστω κι αν δεν κατοικούσαν εκεί, επί περίοδο πέντε ετών που συμπληρώθηκε έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους — άρυρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, δεύτερη περίπτωση, του παραρτήματος VII.
Full & Egal Universal Law Academy