ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΔΗΣΑΝ ΣΤΙΣ 10 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ι — Εισαγωγή
1.
Ή υπόθεση Bosmans, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται στό ἔκθεμα τῆς σημερινής συνεδριάσεως, παρέχει στό Δικαστήριο την ευκαιρία νά ἀποσαφηνίσει τήν νομική κατάσταση πολλῶν υπαλλήλων, τῶν ὁποίων ἡ θέση ἡ ὁ βαθμός ( 2 ) ἐπονομάζεται «προσωπική θέση» στόν πίνακα θέσεων πού προσαρτάται στά διάφορα τμήματα τοῦ προϋπολογισμοί), κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως, σέ σημειώσεις στό κάτω μέρος τῆς σελίδος.
Σύμφωνα μέ τόν πίνακα θέσεων πού περιέχεται στην δικογραφία καί πού έδημο-σιεύθη στην 'Επίσημη Ἐφημερίδα τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1980, ὁ ἀριθμός τῶν προσωπικῶν αυτών βαθμών, στην Επιτροπή μόνον, ἀνήρχετο σέ 69. Ὡστόσο, μέ εξαίρεση τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, καί στά άλλα όργανα παρατηρείται ορισμένος ἀριθμός παρομοίων προσωπικών βαθμών. Στό Δικαστήριο μόνον, τήν ὀνομασία αὐτή ἀκολουθεί ἐνίοτε ἡ μνεία: «γιά τήν διάρκεια τῶν καθηκόντων τους». Στίς περιπτώσεις αυτές, πρόκειται πάντοτε γιά μόνιμες θέσεις ὑπό τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Μεγαλύτερη σαφήνεια ὡς πρός τήν νομική αυτή κατάσταση είναι, βεβαίως, πρός τό συμφέρον κυρίως ολων τῶν ενδιαφερομένων, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ προσφεύγων στην παρούσα δίκη. Ὡστόσο, κάποια ἀποσαφήνιση κρίνεται ενίοτε σκόπιμη καί γιά άλλους ἀκόμη λόγους, ὅπως φαίνεται ἀπό τό προσηρτημένο στην δικογραφία ἀπόσπασμα εκθέσεως τοῦ ὀργάνου πού ἀντικατεστάθη ἀπό τό σημερινό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, δηλαδή τῆς 'Επιτροπής 'Ελέγχου, περί τῶν λογαριασμών τοῦ οικονομικού έτους 1976. Στην σελίδα 33 τῆς εκθέσεως αυτής ἡ 'Επιτροπή 'Ελέγχου ἀναφέρει ὅτι ἡ ἀπονομή προσωπικών βαθμών δέν ρυθμίζεται ἀπό καμμία διάταξη τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί ὅτι επιβάλλεται, τουλάχιστον, ὁ προσδιορισμός τῆς εννοίας καί τῆς ἀκριβοῦς σημασίας αυτών τῶν παραχωρήσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Στην σελίδα 34, ή 'Επιτροπή 'Ελέγχου παρατηρεί ὅτι ἡ ἀπονομή τέτοιου προσωπικοῦ βαθμοί) στους υπαλλήλους πού δικαιοῦνται βαθμού A 3, σύμφωνα μέ τίς ἀποφάσεις σας ἐπί τῶν υποθέσεων 20 καί 21/63, Maudet κατά 'Επιτροπής (J urispr. 1964, Χ, σ. 231) καί 79 καί 82/63, Reynier καί Erba κατά 'Επιτροπής (Recueil 1964, Χ, σ. 54) δέν συμβιβάζεται μέ τίς ἀποφάσεις αυτές. Ή 'Επιτροπή 'Ελέγχου είχε κρίνει τότε ὅτι οἱ μόνες σύμφωνες πρός τό κοινοτικό δίκαιο εντάξεις σέ προσωπικό βαθμό ήσαν ὅσες ἐστηρίζοντο στόν κανονισμό 259/68 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 29ης Φεβρουαρίου 1968 (ΕΕ, εἰδ. ἔκο. 01/001, σ. 108).
2.
Λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν σκέψεων αυτών τῆς Ἐπιτροπῆς 'Ελέγχου, θεωρώ σκόπιμο, ἐν ὄψει τῆς προκειμένης διαφοράς, νά ἀναφέρω, κατ' ἀρχάς, σύντομα τίς τρεις κύριες κατηγορίες προσωπικών βαθμών στην 'Επιτροπή. Πρώτον, ἡ κατηγορία υπαλλήλων πού 'έχει ήδη ἀναφερθεί, οἱ όποιοι, κατόπιν τῶν προαναφερθεισῶν ἀποφάσεων καί σέ σχέση μέ τήν θέση σέ ισχύ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως,«προήχθησαν» στόν βαθμό Α 3. Ή προαγωγή αυτή έγινε σέ προσωπικό βαθμό. Ἐπειδή, ὡστόσο, μεταξύ άλλων λόγων, επρόκειτο στην ουσία περί προαγωγής, εννοείται ὅτι οἱ ενδιαφερόμενοι δέν ἀντέδρασαν ἀρνητικῶς, ἄν καί διερωτᾶται φυσικά κανείς, ὁπως καί ἡ Ἐπιτροπή Ἐλέγχου, μήπως ἡ λύση πού εδόθη κατόπιν των ἀποφάσεων σας ήταν σύμφωνη πρός τίς ἀποφάσεις αυτές.
Ή δευτέρα κατηγορία προσωπικών βαθμῶν, πού εἶναι κάπως ευρύτερη, προέκυψε ἀπό τόν κανονισμό 259/68 τοῦ Συμβουλίου, ὁ όποιος εξεδόθη ἐπ' ευκαιρία τῆς συγχωνεύσεως τῶν ὀργάνων, καί είχε ὡς συνέπεια, ὅπως δείχνει καί πάλι ἡ σημερινή δίκη, τόν λειτουργικό υποβιβασμό τῶν ενδιαφερομένων, διατηρώντας τόν προσωπικό βαθμό τους. Οἱ ὑπάλληλοι αυτοί, επομένως, ευρέθησαν ἀναμφιβόλως σέ μειονεκτική θέση, ὅσον άφορᾶ κυρίως τίς ἁρμοδιότητες πού τους ἀνετέθησαν, οἱ όποιες δέν ἀνταποκρίνονται στόν βαθμό τους. Ὅμως, ἡ παρέκκλιση αυτή ἀπό τό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως προεβλέφθη ἀπό τόν ἐν λόγω κανονισμό.
Ή τρίτη καί ευρύτερη κατηγορία υπαλλήλων πού κατέχουν προσωπικό βαθμό, σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού παρεσχέθησαν κατά τήν παροῦσα δίκη, ἐδημιουργήθη ἐπ' ευκαιρία τῆς πρώτης διευρύνσεως τῶν Κοινοτήτων. 'Ο προσφεύγων τῆς υποθέσεως αυτής ἀνήκει στην ἐν λόγω κατηγορία. Ἀπό τίς ἀπαντήσεις στά ερωτήματα πού υπέβαλε τό Δικαστήριο κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση τῆς υποθέσεως, δέν παρέχεται ἡ ἔνδειξη ὅτι ἐφηρμόσθησαν σαφή κριτήρια κατά τήν μετάθεση υπαλλήλων σέ θέση στην ὁποία ὁ μοναδικός βαθμός πού ἀντιστοιχεί στον, κατά τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, προσηρτημένο πίνακα είναι προσωπικός βαθμός τοῦ ιδίου άλλωστε, κατά τά λοιπά, επιπέδου. Στην παροῦσα δίκη δέν ἀμφισβητείται ὅτι ἡ θέση στην ὁποία ὁ προσφεύγων είχε τότε τοποθετηθεί ἀντιστοιχοῦσε, ὁπως καί ἡ προηγουμένη, στον βαθμό του Α 3. Ό προσφεύγων δέν τό ἀμφισβητεί ούτε ὡς πρός τήν νέα θέση συμβούλου στην ὁποία ἐτοποθετήθη μέ μετάθεση τό 1980.
'Από τήν σύγκριση τῶν τριών αυτών κατηγοριών μεταξύ τους προκύπτει ὅτι οἱ υπάλληλοι τῆς πρώτης κατηγορίας ἐξελίσσοντο πράγματι ἀπό οικονομική άποψη. Οἱ υπάλληλοι τῆς δευτέρας κατηγορίας δέν υπέστησαν μεν μείωση οικονομική, άλλά ἀνέλαβαν τήν άσκηση κατωτέρων καθηκόντων, χωρίς ὅμως νά δυνηθούν νά ἀντιδράσουν βάσει τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ. Οἱ υπάλληλοι τῆς τρίτης κατηγορίας, στην ὁποία ἀνήκει ὁ Bosmans, μετετέθησαν κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δηλαδή διετήρησαν τόν βαθμό καί ἐτοποθετήθησαν σέ θέση πού ἀντιστοιχεί σ' αυτόν, ἀλλά, στόν πίνακα θέσεων πού ἀναφέρεται στο άρθρο 6 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ὁ βαθμός αυτός ἐπωνομάσθη, ὅπως καί οἱ βαθμοί τῶν άλλων δύο κατηγοριών, «προσωπικός βαθμός». 'Αποδεικνύεται, ἑπομένως, ὅτι ὁ προσωπικός βαθμός άφορᾶ πολύ διαφορετικές κατηγορίες υπαλλήλων, τῶν ὁποίων τά συμφέροντα επηρεάζονται κατά ποικίλο τρόπο μέ τήν ἐφαρμογή τοῦ τίτλου αὐτοῦ. Πρός συμπλήρωση, σημειώνω ἀκόμη ὅτι, σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση σας στην υπόθεση Loebisch (υπόθεση 14/79, Jurispr. 1979, σ. 3692), υπάρχει ἀκόμη μία τέταρτη κατηγορία, ἴσως λιγότερο σημαντική. Πρόκειται για μία «κατά διάκριση προαγωγή υπαλλήλου, ὀφειλομένη στά προσωπικά του προσόντα καί ενδεχομένως στό γεγονός ὅτι εὑρίσκετο στό τέλος τῆς σταδιοδρομίας του». Τά καθήκοντα τοῦ ενδιαφερομένου παρέμεναν στην περίπτωση αυτή καθήκοντα ἀντιστοιχοῦντα στόν βαθμό Α 3. Νομίζω ὅτι αυτή εἶναι ή μοναδική περίπτωση ὅπου δύναται ὀρθώς νά γίνεται λόγος, ἀπό κάθε άποψη, γιά προσωπικό βαθμό.
3.
Προτού εξετάσω τήν προκειμένη περίπτωση, νομίζω ὅτι επιβάλλονται μερικές γενικές παρατηρήσεις σέ σχέση μέ την ἐν λόγω ὁρολογία. 'Από πλευρᾶς κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, οἱ σημαντικές έννοιες εἶναι ιδίως ἡ «μόνιμη θέση» καί ὁ «βαθμός». Ή έννοια «προσωπικός βαθμός» ἤ κάποια παρόμοια χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, ὁπως ήδη ἀνέφερα, στό παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοί), τό όποιο 'έχει ὑπ' ὄψη του τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, άλλα ὄχι στον ἴδιο τόν κανονισμό. Ή έννοια πού χρησιμοποιείται σέ αυτό τό παράρτημα τοῦ προϋπολογισμού διαδραματίζει κύριο ρόλο στην προκειμένη δίκη.
Τίθεται ἐν τούτοις τό ερώτημα κατά πόσο διαδραματίζει ρόλο, στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, ενδεχομένη διαφορά μεταξύ τῆς εννοίας τῆς «θέσεως» ἀπό άποψη «προϋπολογισμού» καί τῆς εννοίας τῆς θέσεως ἀπό άποψη «καθηκόντων» (στίς όποιες ἑπομένως θά ἀντιστοιχοῦσαν μία ἔννοια βαθμού ἀπό άποψη «καθηκόντων»). Σύμφωνα μέ τόν Euler (Europäisches Beamtenstatut, Kölner Schriften zum Europarecht, μέρος 4 A), ὁ ὅρός «θέση» πού χρησιμοποιείται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως δέν έχει πράγματι πάντοτε την ἴδια σημασία. 'Ενίοτε, ἰδίως στά άρθρα 1 καί 6 καί εμμέσως στό άρθρο 4, ὁ ὅρός έχει σαφώς σημασία σχετική μέ τόν προϋπολογισμό. Ὅσον άφορᾶ τό άρθρο 1, ὁ Euler στηρίζει την άποψη του, μεταξύ άλλων, στην ἀπόφαση σας στην υπόθεση 18/63 (Schmitz, Jurispr. 1964, σ. 163), ὅπού τό Δικαστήριο εδέχθη «ὅτι ἡ έννοια αύτη (τῆς μονίμου θέσεως) περιλαμβάνει μόνον τίς θέσεις πού προβλέπονται ρητῶς ὡς “μόνιμες” ἡ επονομάζονται κατά παρόμοιο τρόπο στόν προϋπολογισμό τῆς Κοινότητος». Ή ἀπόφαση αύτη ἐπεβεβαιώθη προσφάτως ἀκόμη μέ τίς σκέψεις 9 καί 10 τῆς ἀποφάσεως σας Fournier τῆς 19ης Νοεμβρίου 1981 (υπόθεση 106/80, Συλλογή 1981, σ. 2759), οἱ ὁποιες παραπέμπουν στην ἀπόφαση σας στην υπόθεση Deshormes τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1979 (υπόθεση 17/78, Jurispr. 1979, σ. 189). Ή πιό πρόσφατη ἀπό τίς ἀποφάσεις αὐτές τονίζει σαφώς την διαφορά πού υφίσταται μεταξύ τῆς εννοίας πού άφορᾶ τόν προϋπολογισμό καί τῆς εννοίας πού άφορα τά καθήκοντα, παρατηρώντας ὅτι ένας έκτακτος υπάλληλος, ὡς πρός την άσκηση τῶν καθηκόντων του, δύναται κάλλιστα νά κατέχει μόνιμη θέση σέ σχέση μέ τόν προϋπολογισμό. Ἡ ἀπόφαση τονίζει συγχρόνως ὅτι επίσης στό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ὁ ὅρος «θέση» έχει σημασία πού άφορᾶ ἀποκλειστικώς τόν προϋπολογισμό.
'Απεναντίας, στό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ὁ ίδιος ὅρος, κατά τόν Euler, έχει σαφώς σχετική μέ τά καθήκοντα σημασία, ἡ ὁποία διευκρινίζει τῆς ἁρμοδιότητες, τίς υποχρεώσεις καί ἀσχολίες τῶν υπαλλήλων (ἔνθ. ἀν. σ. 61). Ή 'ίδια σημασία πού άφορᾶ τά καθήκοντα προσήκει, κατά την γνώμη μου, στόν ὅρο «θέση» πού περιέχεται στό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τό όποιο διαδραματίζει οὐσιαστικό ρόλο στην παροῦσα δίκη μαζί μέ τά άρθρα 1 καί 5 τοῦ παραρτήματος Ι Α.
Ὅσον άφορα την σχέση μεταξύ τῆς σχετικῆς μέ τόν προϋπολογισμό καί τῆς σχετικής μέ τά καθήκοντα εννοίας τῆς «θέσεως» (καί τίς σχετικές μέ τόν προϋπολογισμό καί τίς σχετικές μέ τά καθήκοντα ἀντίστοιχες έννοιες τοῦ «βαθμοῦ»), παρατηρείται κατ' ἀρχάς ὅτι ἡ σχετική μέ τόν προϋπολογισμό έννοια θεμελιώνεται επίσης, ὁπως ελέχθη, στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα μέ την ἑρμηνεία τοῦ Δικαστηρίου. Ή ἀνωτέρω διαφορά δέν δύναται συνεπώς νά εξομοιωθεί πρός τήν διαφορά μεταξύ μιας ἐννοίας τῆς «θέσεως» σχετικής μέ τόν προϋπολογισμό καί μιᾶς άλλης σχετικής μέ τόν κανονισμό. 'Επομένως, τίθεται ἐν συνεχεία τό ερώτημα, ὅπως τό έθεσε καί ἡ Ἐπιτροπή 'Ελέγχου, ἄν ἡ έννοια «προσωπικός βαθμός», ἡ ὁποία χρησιμοποιείται στους «πίνακες προσωπικοῦ», πού προσαρτώνται στους προϋπολογισμούς κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 6 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, εἶναι πράγματι έννοια σύμφωνη πρός τό άρθρο αυτό. Ό προσφεύγων στην παροῦσα δίκη υποστηρίζει ὅτι αυτό δέν συμβαίνει ἐν προκειμένω καί ή 'Επιτροπή Ἐλέγχου, επίσης, φαίνεται ὅτι έχει πάντως ἀμφισβητήσει σοβαρῶς τό ζήτημα στην έκθεση τῆς γιά τό οικονομικό έτος 1976.
Δεύτερον, παρατηρείται ὡστόσο, ὅσον άφορᾶ την ἀνωτέρω διαφορά, ὅτι την σχετική μέ τόν προϋπολογισμό καί την σχετική μέ τά καθήκοντα έννοια τῆς «θέσεως» (καί τίς ἀντίστοιχες έννοιες τοῦ «βαθμοῦ») δέν τίς χρησιμοποιεί καθόλου ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά εντελώς ἀνεξάρτητο μεταξύ τους τρόπο, ὅπως υπεστήριξε ἡ 'Επιτροπή κατά τήν δίκη. Προϋπόθεση γιά τήν κατάληψη θέσεως, ὑπό τήν ἔννοια τῶν καθηκόντων, εἶναι νά υπάρχει διαθέσιμη ἀντίστοιχη θέση στον προϋπολογισμό (προβλ. Euler, ἔνθ. ἀν., σ. 63). Ή παρατήρηση αυτή θεωρῶ ὅτι εἶναι ἐξ ἴσου σημαντική, γιά τήν επίλυση τῆς προκειμένης διαφοράς. 'Ιδίως στην περίπτωση κατά τήν ὁποία σέ μία θέση ἀντιστοιχεί, ἀπό πλευρᾶς προϋπολογισμοῦ, στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, μόνον προσωπικός βαθμός, τότε θά ήταν δυνατό νά θεωρηθεί ὅτι ἡ θέση κατατάσσεται σέ βαθμολογικό επίπεδο κατώτερο αὐτοῦ στό όποιο πρέπει νά ἀνήκει ἀπό άποψη καθηκόντων, σύμφωνα μέ τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τίθεται δέ τό ερώτημα ἄν ἡ τακτική αυτή εἶναι πράγματι σύμφωνη μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ( 3 ). Γιά τίς περιπτώσεις μόνον πού στηρίζονται στόν κανονισμό 259/68 τοῦ Συμβουλίου, δέν δύναται νά υπάρξει ἀμφιβολία ὅτι ἡ τακτική πού ἀκολουθεί ὁ προϋπολογισμός εἶναι σύμφωνη μέ τό κοινοτικό δίκαιο. Γιά τήν τρίτη κατηγορία βαθμών σέ προσωπική θέση, δηλαδή γιά τήν κατηγορία πού εξετάζεται ἐν προκειμένω, ένας προσωπικός βαθμός A3, ἀπό άποψη προϋπολογισμοῦ, πρέπει νά ἀνταποκρίνεται, ἐν πάση περιπτώσει (ἀκόμη κι ἄν ἡ ὁρολογία αυτή γίνεται ἀποδεκτή στό πλαίσιο τοῦ προϋπολογισμοῦ) σέ θέση ἀντίστοιχη σέ βαθμό Α 3 ἀπό άποψη καθηκόντων.
4.
Κατά τά λοιπά οἱ προτάσεις μου έχουν ὡς ἀκολούθως. Στην επομένη παράγραφο θά εκθέσω συνοπτικῶς τά σημαντικά πραγματικά περιστατικά τῆς διαφοράς, τό ἀντικείμενο τῆς προσφυγής καί τους προβαλλομενους λόγους. Γιά περισσότερες λεπτομέρειες παραπέμπω, ὡς συνήθως, στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση.
Στην τρίτη παράγραφο τῶν προτάσεων μου θά εξηγήσω γιατί οἱ ενστάσεις ἀπαραδέκτου πού προέτεινε ἡ 'Επιτροπή πρέπει κατά τήν γνώμη μου νά ἀπορριφθοῦν, άλλά καί γιά ποιόν άλλο λόγο, ὅμως, πρέπει τό Δικαστήριο, κατ' ἐμέ πάντοτε, νά κηρύξει τήν προσφυγή αυτοδικαίως ἀπαράδεκτη.
Στην τετάρτη παράγραφο θά ἀναπτύξω συντόμως τίς προτάσεις μου, κατά τό μέτρο τοῦ ἀναγκαίου, ἐπί τῆς ουσίας, γιά τήν περίπτωση πού τό Δικαστήριο θά έκρινε τήν προσφυγή παραδεκτή.
Στην πέμπτη παράγραφο, τέλος, θά προβώ σέ μερικές ἀκόμη τελικές παρατηρήσεις καί θά διατυπώσω τό συμπέρασμά μου. Στην συνέχεια τῆς ἀναπτύξεως μου, θά προσπαθήσω επίσης, γιά τους λόγους πού ἀνέφερα στην ἀρχή, νά ἀποσαφηνίσω τήν νομική κατάσταση τῶν ενδιαφερομένων υπαλλήλων, καθ' ὅσον αυτό παρουσιάζει σημασία γιά τήν επίλυση τῆς παρούσης διαφοράς.
ΙΙ — Πραγματικά περιστατικά, ἀντικείμενο καί λόγοι τῆς προσφυγής
Ό προσφεύγων εισήλθε στην υπηρεσία τῆς 'Επιτροπής τήν 1η Σεπτεμβρίου 1958 μέ τόν βαθμό Α 5. Μετά ἀπό διάφορες προαγωγές, τήν 1η 'Οκτωβρίου 1963 διωρίσθη προϊστάμενος τοῦ τμήματος «Σχέσεις μέ τίς Κοινότητες καί τους Ευρωπαϊκούς 'Οργανισμούς» τῆς γενικής διευθύνσεως Ι «'Εξωτερικές Σχέσεις». 'Αργότερα, ἀνέλαβε διαδοχικῶς τήν διεύθυνση διαφόρων άλλων τμημάτων εντός τῶν γενικῶν διευθύνσεων Ι καί ΙΧ τῆς Ἐπιτροπῆς.
Μέ ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 25ης Μαΐου 1973, ὁ προσφεύγων διωρίσθη προϊστάμενος τοῦ τμήματος «Μισθοί, συντάξεις, ἀποστολές καί διάφορες ἀποζημιώσεις» τῆς ἀμέσως ἀνωτέρω ἀναφερθείσης γενικής διευθύνσεως. Ό προσφεύγων, ὅταν συνήγαγε ἀπό τόν κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 6 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πίνακα προσωπικού, πού ἐδημοσιεύθη στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα τῆς 29ης Νοεμβρίου 1973, καθώς καί ἀπό τό ὀργανόγραμμα τῆς 30ής 'Οκτωβρίου 1973, ὅτι ἡ προηγουμένη θέση του Α 3 ἀντικατεστάθη ἀπό θέση Α5/Α4 κατεχόμενη ἀπό υπάλληλο βαθμού Α 3 σέ προσωπική θέση, ὑπέβαλε αίτηση μέ τήν ὁποία ἐζήτησε ἀπό τήν ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή νά ἀντικαταστήσει πάλι τήν ὀνομασία αὐτή μέ τήν ὀνομασία τοῦ βαθμού τόν όποιο κατείχε ἀδιαλείπτως ἀπό τήν 1η 'Οκτωβρίου 1963. Κατόπιν συνομιλίας του μέ τόν γενικό διευθυντή του, κατά τήν ὁποία, σύμφωνα μέ τά λεγόμενά του, έλαβε ἀρκετά καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις ὡς πρός τό σημείο αυτό, ἀπέσυρε τήν αἴτηση του στίς 8 Φεβρουαρίου 1974. 'Επί τοῦ θέματος αὐτοῦ σημειώνω ὅτι ἀπό τήν δικογραφία δέν κατέστη δυνατό νά προκύψει σαφῶς τό περιεχόμενο τῆς συνομιλίας αυτής. Κατά τήν εξέταση τῆς ενδεχομένης σημασίας τῆς ἀνακλήσεως τῆς αιτήσεως αυτής, θά πρέπει νά ληφθεί κατά τήν γνώμη μου ὑπ' ὄψη, μεταξύ άλλων, τό γεγονός ὅτι δέν υπήρχε ἀκόμη τότε κανένα ἀπολύτως προηγούμενο, τό όποιο νά επιτρέπει τήν πρόβλεψη ὅτι ἡ τοποθέτηση σέ τέτοια προσωπική θέση θά ἐπιδρούσε ενδεχομένως στίς δυνατότητες προαγωγής ή μεταθέσεως σέ «κανονική» θέση Α 3.
'Εν πάση περιπτώσει, ἐν μέρει λόγω τῆς προσωπικής του πείρας ἀπό τίς αιτήσεις του γιά νά ἀναλάβει κανονικά ἡ υψηλότερα καθήκοντα ύστερα ἀπό τήν ἑπομένη ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 25ης Ἰουνίου 1980 περί μεταθέσεως σέ άλλη θέση, ὁ προσφεύγων υπέβαλε πάλι, στίς 25 'Ιουλίου 1980, στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή αἴτηση, μέ τήν ὁποία ἐζήτησε νά τόν διαβεβαιώσει ὅτι μετά τήν μετάθεση του κατείχε στόν πίνακα προσωπικού (ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως) θέση Α 3, ἡ ὁποία δέν εἶναι προσωπική θέση Α 3. Περίπου ένα μήνα ἀργότερα, δηλαδή μόλις στίς 4 Σεπτεμβρίου 1980, τοῦ ἀνεκοινώθη επισήμως ἀπό τόν γενικό διευθυντή προσωπικοῦ καί διοικήσεως ἡ μετάθεση του σέ θέση συμβούλου στην διεύθυνση προσωπικοῦ.
Ή ἀνακοίνωση αυτή ἀπεστάλη προφανώς προτού ἀκόμη λάβει γνώση ὁ γενικός διευθυντής τῆς ἀπό 25ης 'Ιουλίου αιτήσεως του. Στίς 13 'Οκτωβρίου 1980, ὁ γενικός διευθυντής τοῦ ἀπέστειλε ἐν πάση περιπτώσει νέα επιστολή, ἡ ὁποία, σύμφωνα μέ οσα μᾶς ἐδήλωσε ἡ 'Επιτροπή κατά τήν διαδικασία, υποτίθεται ὅτι συνιστᾶ ἀπάντηση στην αίτηση, παρ' ὅλο πού κάτι τέτοιο δέν φαίνεται ἀπό τήν 'ίδια τήν επιστολή. Τό κείμενο αυτής τῆς δευτέρας επιστολής εἶναι τό ἀκόλουθο:
«Στό πλαίσιο τῶν μέτρων ἀναδιοργανώσεως τῆς Γενικής Διευθύνσεως ΙΧ “Προσωπικό καί Διοίκηση”, ἡ 'Επιτροπή, κατά τήν 565η συνεδρίαση της, στίς 25 'Ιουνίου 1980, ἀπεφάσισε νά σᾶς τοποθετήσει ὡς σύμβουλο στην Διεύθυνση ΙΧ-Α “Προσωπικό” ἀπό 1ης Αυγούστου 1980, άνευ μεταβολής τῆς θέσεως πού κατέχετε.
Κατά συνέπεια, συνεχίζετε νά κατέχετε προσωπική θέση Α 3 τοῦ πίνακος θέσεων.»
Στίς 2 Δεκεμβρίου 1980, δηλαδή ἐντός τῆς ὁριζόμενης ἀπό τό άρθρο 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμία, ὁ προσφεύγων υπέβαλε στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ένσταση κατά τῆς ἀπορριπτούσης τήν αίτηση του ἀποφάσεως.
'Επειδή ἡ Ἐπιτροπή δέν ἀπήντησε στην ένσταση αύτη εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών, ὁ προσφεύγων ἤσκησε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου προσφυγή, κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 91 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί ἐντός τῆς τριμήνου προθεσμίας πού καθορίζει ἡ διάταξη αυτή.
Τό ἀντικείμενο τῆς προσφυγής αυτής, καθ' ὅσον ἔχει σημασία ἐν προκειμένω, είναι τό ἀκόλουθο: «ή ἀκύρωση τῆς ἀπό 25ης 'Ιουνίου 1980 ἀποφάσεως τῆς καθ' ἧς, κατά τό μέτρο πού ἡ ἀπό 1ης Αυγούστου 1980 τοποθέτηση τοῦ προσφεύγοντος ως συμβούλου στην Διεύθυνση ΙΧ-Α “Προσωπικό” ἀφορᾶ προσωπική θέση Α 3 ἡ ἀναγνώριση ὅτι ἡ θέση πού κατέχει ὁ προσφεύγων δυνάμει τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως είναι καί επιβάλλεται νά εἶναι μόνιμη θέση Α 3, περιλαμβανομένη στον πίνακα θέσεων τῆς καθ' ἧς ἡ ἀκύρωση τῆς ἀπορρίψεως τῆς ἀπό 25ης 'Ιουλίου 1980 αιτήσεως καί τῆς ἀπό 2ας Δεκεμβρίου 1980 ενστάσεως».
Συνοπτικῶς, οἱ λόγοι τους ὁποίους επικαλείται εἶναι παράβαση καί/ἤ κακή εφαρμογή:
α)
τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἰδίως τῶν άρθρων του 1, 5 καί 7, παράγραφος 1, καί τοῦ παραρτήματος Ι, ὑπό Α
β)
τῆς ἀποφάσεως τῆς 'Επιτροπῆς, ἡ ὁποία, κατ'εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 5, παράγραφος 4, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, καθορίζει τά καθήκοντα καί κατανέμει τίς ἁρμοδιότητες κάθε προτύπου θέσεως
γ)
τῆς ἀπό 10ης Δεκεμβρίου 1963 ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς περί προαγωγής τοῦ προσφεύγοντος ἀπό 1ης 'Οκτωβρίου 1963 στόν βαθμό A3
δ)
διαφόρων άρχων τοῦ δικαίου, ἰδίως τῶν ἀρχῶν τῆς ἰσότητος, τῆς χρηστής διοικήσεως καί τῆς διανεμητικής δικαιοσύνης.
III — Παραδεκτόν τῆς προσφυγής
Ή Επιτροπή προβάλλει δύο ἐνστάσεις ἀπαραδέκτου. Πρῶτον, υποστηρίζει ὅτι ἡ προσφυγή στρέφεται στην πραγματικότητα κατά μιᾶς νομικής καταστάσεως στην ὁποία ευρίσκεται ήδη ὁ ενδιαφερόμενος τουλάχιστον ἀπό τήν 1η Αυγούστου 1973, ὁπότε ἡ προσφυγή ἠσκήθη ὀψίμως. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ ένσταση αυτή πρέπει νά ἀπορριφθεί, διότι ἡ προσφυγή στρέφεται σαφώς κατά τῆς ἀποφάσεως τῆς 'Επιτροπής τῆς 25ης 'Ιουνίου 1980 καί κατά τῆς ἀποφάσεως μέ τήν ὁποία ἀπερρίφθη ἡ ἀπό 2ας Δεκεμβρίου 1980 ἔνσταση τοῦ ενδιαφερομένου. Μόνον ἀπό τήν εξέταση τῆς οὐσίας δύναται νά φανεί ἄν ἡ Ἐπιτροπή, μέ τήν ἀπόφαση τῆς τῆς 25ης 'Ιουνίου 1980, ὤφειλε νά τόν μεταθέσει καί νά ἀπονείμει στην θέση τόν κανονικό βαθμό A3 κατά τήν ἔννοια τοῦ προϋπολογισμού, δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως καί δυνάμει τῶν άλλων κανόνων ἡ γενικών ἀρχων τοῦ δικαίου. Τά περιστατικά τά όποια δύνανται νά εξηγήσουν, ἐν πάση περιπτώσει, γιατί ὁ προσφεύγων δέν ἤσκησε προσφυγή τό 1973 ἡ τό 1974 τά έχω ήδη μόλις εκθέσει, άλλά θεωρώ ὅτι τό ιστορικό αυτό δέν έχει σημασία γιά τήν παροῦσα προσφυγή.
Ή 'Επιτροπή, στηριζομένη στίς ἀποφάσεις σας στίς υποθέσεις 177/73 καί 5/74, Reinarz κατά Ἐπιτροπῆς (Jurispr. 1974, σ. 819 ἑπ.) καί 35/72, Kley κατά 'Επιτροπῆς (Jurispr. 1973, σ. 679 ἑπ.), θεωρεί ὅτι ή προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη διότι, ἐπί πλέον, ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση δέν προκαλεί βλάβη στόν ενδιαφερόμενο, ὑπό τήν έννοια πού έχει καθορισθεί ἀπό τήν νομολογία σας. Σύμφωνα μ' αυτή, θεωροῦνται βλαπτικές μόνον οἱ πράξεις πού δύνανται νά επηρεάζουν ἀπ' εὐθείας μία καθορισμένη νομική κατάσταση ἡ νά προκαλέσουν βλάβη στά ηθικά συμφέροντα καί στίς μελλοντικές προοπτικές τοῦ ενδιαφερομένου ὑπαλλήλου. Κατ' ἐμέ, ή δευτέρα αυτή ένσταση ἀπαραδέκτου πρέπει επίσης νά ἀπορριφθεί. Ό προσφεύγων ὀρθώς πράγματι ισχυρίζεται ὅτι οἱ δύο προϋποθέσεις, τίς όποιες ἡ 'Επιτροπή συνάγει ἀπό τήν νομολογία σας, πληροῦνται στην περίπτωση του. Μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ὅτι ὁ ίδιος διεπίστωσε κατ' επανάληψη ὅτι οἱ υπάλληλοι A3 σέ προσωπική θέση ἔχουν λιγότερες δυνατότητες ἀπό τους κανονικούς υπαλλήλους A3 γιά νά προαχθοῦν στον ἀμέσως ἀνώτερο βαθμό ἡ ἀκόμη νά τοποθετηθούν σέ θέση στην ὁποία ἀπονέμεται κανονικός βαθμός Α 3. Οἱ στατιστικές πού ἡ 'Επιτροπή προσεκόμισε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου δέν ἀντικρούουν ἀμέσως τόν ἰσχυρισμό αυτό. Ὁμοίως, δέν εἶναι επίσης δυνατό νά ἀπορριφθεί χωρίς εξέταση τῆς ουσίας ὁ ισχυρισμός τοῦ προσφεύγοντος ὅτι εἶναι ἀντίθετο πρός τό υπηρεσιακό συμφέρον τῆς 'Επιτροπής νά ἀποστερείται, έπειτα ἀπό προαγωγή ἡ μετάθεση, υπευθύνου προσωπικής θέσεως A3. Ὁ προσφεύγων, τέλος, επικαλείται ηθικό συμφέρον γιά τόν ὀρθό νομικό χαρακτηρισμό τῆς καταστάσεως του. Τό ζήτημα ἄν τά επιχειρήματα πού προβάλλει υπέρ τοῦ συμφέροντος αυτού είναι ἀπορριπτέα δέν δύναται ἑπομένως νά επιλυθεῖ χωρίς ἐξέταση τῆς ουσίας.
Υπάρχει βεβαίως ένας άλλος λόγος, ὅπως έχω ήδη ἀναφέρει, γιά τόν όποιο ή παρούσα προσφυγή πρέπει νά κηρυχθεί, κατά τήν γνώμη μου, αυτεπαγγέλτως ἀπαράδεκτος. Ὡς πρός τό σημείο αυτό, πρέπει νά παρατηρήσω κατ' ἀρχάς ὅτι ἡ προσφυγή κακώς ἐκκινεί ἀπό τήν βάση ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση τοποθέτησε τόν προσφεύγοντα σέ προσωπική θέση A3. 'Αντιθέτως, μέ τήν προσβαλλομένη ἀπόφαση τῆς 25ης 'Ιουνίου 1980 ἐτοποθετήθη μέ μετάθεση, ἀπολύτως σύμφωνα πρός τά άρθρα 5 καί 7 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, σέ θέση τῆς κατηγορίας του ἤ τοῦ ἀντιστοίχου σέ βαθμό Α 3 πλαισίου, ἐν προκειμένω σέ θέση συμβούλου. Αυτό προκύπτει ἰδίως ἀπό τήν ἀνακοίνωση τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1980, ἡ ὁποία τοῦ απεστάλη καί ἡ ὁποία περιέχεται στην δικογραφία. Μέ τήν ἀπάντηση καί μόνον στην ἀπό 25ης 'Ιουλίου αίτηση του, μέ τήν ὁποία ἐζήτησε νά προσδιορισθεί ἡ νομική του θέση ὡς υπαλλήλου κατέχοντος ὄχι προσωπική θέση A3, προσετέθη στίς 13 'Οκτωβρίου ὅτι ἡ τοποθέτηση έγινε χωρίς μεταβολή τῆς θέσεως του, δηλαδή συνέχιζε νά κατέχει στον πίνακα προσωπικοῦ θέση A3. Σ' αυτόν τόν προσδιορισμό τῆς νομικής του θέσεως, ελλιπώς διατυπωμένο κατά τήν γνώμη μου, ἀναφέρεται ουσιαστικώς ή προσφυγή.
Ό προσδιορισμός εἶναι ελλιπής, διότι ή θέση τοῦ ἐνδιαφερομένου, ὑπό τήν έννοια των καθηκόντων, μετεβλήθη πράγματι ἀπό θέση προϊσταμένου τμήματος σέ θέση συμβούλου. Είναι ελλιπής ἀκόμη, διότι δέν είναι ἡ θέση τοῦ ενδιαφερομένου (ή ὁποία ἀνήκει στίς μόνιμες θέσεις) πού είναι προσωπική θέση, ἀλλά ἀκριβώς ἡ βαθμός πού ἀντιστοιχεί στην θέση ὑπό τήν έννοια τοῦ προϋπολογισμού.
Ό προσδιορισμός αυτός, τόν όποιο ἡ 'Επιτροπή ελλιπώς διετύπωσε στην επιστολή της, έχει σημασία γιά τό ζήτημα τοῦ παραδεκτού πού ἐξετάζουμε τώρα, διότι εννοεῖται ὅτι ἡ ἴδια ἡ Ἐπιτροπή, μέ τήν επιστολή αὐτή, συνέβαλε στην δημιουργία συγχύσεως στό θέμα τῶν ἁρμοδιοτήτων καί τῶν διαφόρων σημασιών τοῦ ὅρου «θέση» (καί τῆς ἀντιστοίχου ἐννοίας τοῦ «βαθμοῦ») πού χρησιμοποιείται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Όπως ἐσημείωσα στίς εισαγωγικές μου παρατηρήσεις, ἡ 'Επιτροπή, ὅταν εφαρμόζει τό άρθρο 7, ὀφείλει ἀποκλειστικῶς νά τοποθετεί έναν υπάλληλο σέ θέση τῆς κατηγορίας του ή τοῦ κλάδου του ἡ ὁποία ἀντιστοιχεί στον βαθμό του, ὑπό τήν έννοια τῶν καθηκόντων του. Ὅπως έχω τονίσει ἐπίσης στίς εισαγωγικές μου παρατηρήσεις, αύτη ή ἔννοια «θέση», ὑπό την έννοια τῶν καθηκόντων, πρέπει νά διακρίνεται καλά ἀπό την έννοια «θέση» ὑπό την έννοια τοῦ προϋπολογισμοί), ἡ ὁποία χρησιμοποιείται έτσι, μεταξύ άλλων, στό άρθρο 6 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ή πρώτη έννοια εξαρτάται βεβαίως ἀπό την δευτέρα, κατά την έννοια ὅτι, δυνάμει τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου 6, ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ὀφείλει νά καταρτίζει γιά κάθε σταδιοδρομία έναν πίνακα θέσεων καί βαθμών ὁ όποιος καθορίζει τά ὅρια κινήσεως τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής κατά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 7. Ή ευθύνη ὅμως γιά τίς ἀναφερόμενες στον πίνακα αυτό θέσεις, πού δύνανται νά κατέχονται μόνον μέ προσωπικό βαθμό, δέν βαρύνει τήν 'Επιτροπή, άλλά τήν ἁρμοδία ἐπί τοῦ προϋπολογισμοί) ἀρχή, δηλαδή, πρός τό παρόν, τό Συμβούλιο καί τό Κοινοβούλιο. Ἐν προκειμένω, δέν εξετάζουμε ἄν μία προσφυγή κατά τῆς ἁρμοδίας ἐπί τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀρχής θά ήταν παραδεκτή. Τό βέβαιον είναι, κατά τήν γνώμη μου, ὅτι ἡ προσφυγή πού ὁ προσφεύγων ἤσκησε κατά τῆς 'Επιτροπής, ἐν πάση περιπτώσει, δέν εἶναι παραδεκτή. Τό συμπέρασμα αυτό τό συνάγω επίσης ἀπό τήν διάταξη τοῦ Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) στην υπόθεση Ooms κατά Ἐπιτροπής, τῆς 4ης 'Οκτωβρίου 1979 (Jurispr. 1979, σ. 3121) καί ἀναφέρω τό ἀκόλουθο ἀπόσπασμά της: «Ή προσφυγή εἶναι προφανῶς ἀπαράδεκτη. Κατά τό άρθρο 91, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, οἱ προσφυγές των υπαλλήλων, πού ἀσκοῦνται στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 179 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει νά στρέφονται κατά τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής καί νά ἀφοροῦν πράξεις ή παραλείψεις πού προέρχονται ἀπό τήν ἀρχή αυτή καί βλάπτουν τόν προσφεύγοντα. Ή προσφυγή δέν πληροί τήν προϋπόθεση αυτή, διότι άφορᾶ ἀκύρωση κανονισμού τοῦ Συμβουλίου». 'Επίσης ή προκειμένη προσφυγή οὐσιαστικῶς δέν στρέφεται, κατά τήν γνώμη μου, κατά πράξεως τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής, άλλά κατά πράξεως τῆς ἁρμοδίας ἐπί τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀρχής.
Κατά τήν προφορική διαδικασία, ἡ προσφεύγουσα ἀντέτεινε σ' αὐτό ὅτι ή ἁρμοδία ἐπί τοῦ προϋπολογισμού ἀρχή είχε λάβει ἀπόφαση στην υπόθεση αυτή κατόπιν προτάσεως τῆς 'Επιτροπής. Παρόμοιο επιχείρημα, ὅμως έχει ήδη ρητώς ἀπορριφθεί ἀπό τό Δικαστήριο μέ τήν προαναφερομένη διάταξη. Ἐπί πλέον, ὁ προσφεύγων υπεστήριξε, κατά τήν προφορική διαδικασία, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή έχει τουλάχιστον ευθύνη γιά τήν ἐφαρμογή στην περίπτωση του τῆς ἐν λόγω πράξεως τῆς ἁρμοδίας ἐπί τοῦ προϋπολογισμού ἀρχής. Στό επιχείρημα αὐτό δίδεται ἡ ἀπάντηση, πρώτον, ὅτι, ἀπό ἀπάντηση σέ ερώτημα τοῦ Δικαστηρίου κατά τήν διαδικασία, ἀποδεικνύεται ὅτι στην προκειμένη περίσταση ἐπρόκειτο γιά νέα θέση, γιά τήν ὁποία υπήρχαν διαθέσιμες μόνον προσωπικές θέσεις βαθμοῦ A3 (ὑπό τήν έννοια τοῦ προϋπολογισμού). Κανένα στοιχείο, επομένως, δέν επιτρέπει νά γίνεται λόγος γιά οἱαδήποτε ευθύνη τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν συγκεκριμένη ἀπόφαση εφαρμογής σέ σχέση μέ τόν κατά τόν προϋπολογισμό βαθμό τῆς θέσεως τοῦ προσφεύγοντος. Δεύτερον, σύμφωνα μέ τήν προηγουμένη ἀνάλυση μου, η 'Επιτροπή ἀδυνατεί ἀπολύτως νά λάβει ἀποφάσεις, στό πλαίσιο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως, περί θέσεων ή βαθμών ὑπό τήν έννοια τοῦ προϋπολογισμού, άλλά μόνον περί τοποθετήσεως σέ θέση ὑπό τήν λειτουργική έννοια, ή ὁποία ἀνταποκρίνεται στόν λειγουργικό βαθμό τοῦ ενδιαφερομένου, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀποφάσεως τῆς ἁρμοδίας ἐπί τοῦ προϋπολογισμού ἀρχής ὅσον άφορα τόν χαρακτηρισμό πού δίδει ὁ προϋπολογισμός στόν βαθμό αυτό.
'Αντιθέτως, νομίζω ὅτι στην 'Επιτροπή πρέπει νά προσαφθεί ἡ ελλιπής ἀπάντηση της πρός τόν ενδιαφερόμενο περί τῆς νομικής του καταστάσεως. "Εχω τήν γνώμη ὅτι, στά πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ κανο-νισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, ο προσφεύγων πρέπει νά θεωρηθεί ἀπό την Ἐπιτροπή ἁπλῶς ὡς υπάλληλος τοποθετημένος, σύμφωνα μέ τόν βαθμό του A 3, σέ θέση συμβούλου. Ὑπό τό πρίσμα αυτό, τό ὀργανόγραμμα πού ἡ 'Επιτροπή ἐδημοσίευσε τόν Δεκέμβριο τοῦ 1981 εἶναι πράγματι, ορθό, ὅπως ήταν επίσης ἀπολύτως ὀρθή ἐπ' αὐτοῦ ή ἀρχική τῆς ἀνακοίνωση πρός τόν προσφεύγοντα τῆς 4ης Δεκεμβρίου 1980. 'Επειδή ἡ 'Επιτροπή, ἑπομένως, μέ τήν ἀπάντηση τῆς τῆς 13ης 'Οκτωβρίου 1980, αύξησε τήν αμφιβολία ὡς πρός τήν νομική κατάσταση τοῦ προσφεύγοντος αντί νά τήν μειώσει, πρέπει κατ' ἐμέ, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 69, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμού διαδικασίας, νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα.
IV — 'Επί τῆς ουσίας
Ὅπως ἀναμφιβόλως ἀποδεικνύεται ἀπό τίς ἀνωτέρω σκέψεις, έχω τήν γνώμη ὅτι ὁ σκοπός πού επιδιώκεται ἐν προκειμένω, δηλαδή μεγαλύτερη σαφήνεια ὡς πρός τήν νομική κατάσταση τοῦ προσφεύγοντος, δύναται νά πραγματοποιηθεί κηρύσσοντας τήν προσφυγή ἀπαράδεκτη γιά τους λόγους πού έχω ἀναφέρει. Πράγματι, δέν θεωρώ ὅτι συμβάλλει στην μεγαλύτερη ἀποσαφήνιση τῆς νομικής καταστάσεως τοῦ ενδιαφερομένου ἡ ἐπίρριψη ευθυνών στην 'Επιτροπή γιά θέματα ὀργανώσεως τοῦ προσωπικοί), τά όποια ρυθμίζονται μέν ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακῆς καταστάσεως, άλλά ἡ ευθύνη γιά τήν εφαρμογή του βαρύνει σαφώς τήν αρμοδία ἐπί τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀρχή ἀπό πλευρᾶς τύπου καί περιεχομένου τους. Κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, βεβαίως, ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς ήταν διστακτικός ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ. Δέν φαίνεται ὅτι ήθελε ἁπλώς νά ἀποκλείσει τήν ευθύνη τῆς 'Επιτροπής γιά τήν συγκεκριμένη εφαρμογή τοῦ πίνακος προσωπικού, τόν όποιο καταρτίζει ἡ ἁρμοδία ἐπί τοῦ προϋπολογισμού ἀρχή κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. "Αν υποτεθεί ὅτι τελικώς θά κηρύσσατε τήν προσφυγή παραδεκτή, θά πρέπει, κατ' ἐμέ, νά ἀπορριφθεί κατ' οὐσίαν. Κατ' ἀρχάς, ή προσβαλλομένη ἀπόφαση στηρίζεται σαφώς, ὅπως 'έχω ήδη ἀναφέρει, στό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού ἀποτελεί συγκεκριμένη εφαρμογή τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
Σέ περίπτωση πού ἡ ἀπόφαση, βάσει τῆς διευκρινίσεως πού παρέχει ἡ επιστολή τῆς 13ης 'Οκτωβρίου 1980, εθεωρείτο επίσης ὡς μέτρο εφαρμογής τοῦ πίνακος προσωπικοῦ πού καταρτίζεται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6 τοϋ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τότε, παρά τήν λιγότερο καλή διατύπωση τῆς διευκρινίσεως αυτής, ἡ ἀπόφαση θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὅτι δίδει στόν πίνακα αυτό τήν σημασία πού 'έχει σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση μου τοῦ άρθρου 6. Επομένως, δέν εἶναι ἡ θέση τοῦ ενδιαφερομένου, ἀλλά ἀποκλειστικώς ὁ βαθμός πού ἀντιστοιχεί στην θέση αυτή ὁ όποιος παρουσιάζει προσωπικό χαρακτήρα, καί, καθ' ὅσον τό διαθέσιμον μιᾶς θέσεως εξαρτάται ἀπό αυτόν, πρόκειται γιά θέση τοῦ πίνακος ὑπό τήν έννοια τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως καθωρίσθη προηγουμένως, καί ὄχι γιά θέση ὑπό τήν λειτουργική ἔννοια. Ή ἐν λόγω τεχνική τοῦ προϋπολο-γισμοῦ δέν μοῦ φαίνεται βεβαίως πολύ επιμελημένη, ἄν ἀληθεύουν οἱ διαπιστώσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Έλεγχου στην προαναφερομένη έκθεση, δηλαδή ὅτι ἡ ἀποχώρηση τῶν ενδιαφερομένων υπαλλήλων δέν μειώνει τόν ἀριθμό τῶν ἐν λόγω θέσεων. Συνεπώς, επιβάλλεται 'ίσως περισσότερο νά ὁμαλοποιηθοῦν οἱ θέσεις αυτές. 'Εν τούτοις, ἡ ἐν λόγω τεχνική τοῦ προϋπολογισμοῦ δέν μοῦ φαίνεται ἀσυμβίβαστη πρός τά άρθρα τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού ἀναφέρει ὁ προσφεύγων, ἐφ' ὅσον δέν επηρεάζει ούτε τόν μόνιμο χαρακτήρα τῆς θέσεως τῶν ενδιαφερομένων ούτε τό δικαίωμά τους νά τοποθετοῦνται σέ θέση ἀντίστοιχη τοῦ βαθμοῦ τους. Ἐπί πλέον, αυτή ἡ τεχνική τοῦ προϋπολογισμοῦ φαίνεται ὅτι, σύμφωνα μέ τά περιστατικά τῆς παρούσης υποθέσεως, παρέχει στην 'Επιτροπή κάποια περιθώρια κινήσεως γιά νά δημιουργεί πλήρεις νέες θέσεις ὑπό τήν λειτουργική έννοια.
Λόγω τῆς εσφαλμένης ἑρμηνείας πού ἡ 'Επιτροπή έδωσε ἐν συνεχεία στην ἐν λόγω ἀπόφασή της, θεωρῶ, ἐν τούτοις, ὅτι, ακόμη καί ἄν ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή, υφίστανται ειδικοί λόγοι, κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 69, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, γιά νά καταδικασθεί ἡ Ἐπιτροπή στά δικαστικά έξοδα.
V — Τελικές παρατηρήσεις καί συμπέρασμα
Ή ὅλη ἀνάπτυξη μου δείχνει βεβαίως ὅτι ή παρούσα δίκη άφορᾶ κυρίως ζητήματα ὁρολογίας, δηλαδή τόν ἐπακριβέστερο χαρακτηρισμό ὁρισμένων εννοιῶν πού χρησιμοποιούνται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Τά ζητήματα αυτά δέν εἶναι βεβαίως άνευ σημασίας γιά τόν καθορισμό τῆς νομικής καταστάσεως πολλών ενδιαφερομένων ἀτόμων εντός καί έκτος τῶν ὀργάνων πού εργάζονται. Γιά τό προσωπικό πού ἀνήκει στην ἴδια μέ τόν προσφεύγοντα κατηγορία ὑπαλλήλων μέ προσωπικό βαθμό, μία δυσμενής άποψη εἶναι ἰδίως τό γεγονός ὅτι ὁ προσδιορισμός αυτός — μεταξύ άλλων, στά ὀργανογράμματα πού καταρτίζονται κατ' έτος καί προφανῶς διανέμονται τουλάχιστον εντός τῶν ὑπηρεσιών τῆς Ἐπιτροπῆς — τους τοποθετεί στό ἴδιο επίπεδο μέ τους υπαλλήλους πού, μετά τόν κανονισμό 259/68 τοῦ Συμβουλίου, κατέχουν θέση ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ σέ βαθμό κατώτερο ἀπό τόν προσωπικό βαθμό πού κατέχουν, καί, μάλιστα, χρησιμοποιώντας ὁρολογία διαφορετική ἀπό αυτήν τῶν πινάκων πού έχει ὑπ' ὄψη του τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Θεωρώ, ἐν τούτοις, ὅτι ἐπιβάλλεται επειγόντως περισσότερη σαφήνεια, ὅσον άφορα τήν νομική κατάσταση τῶν ενδιαφερομένων, γιά τους άλλους λόγους πού ἀνέφερα. "Ενας ἀπό τους λόγους αυτούς εἶναι, ὅπως εἶπα, τό γεγονός ὅτι δέν ἀποκλείεται εντελώς, κατά τήν γνώμη μου, ὅτι ἡ συνέχιση τῆς σημερινής ελλείψεως σαφήνειας ὡς πρός τήν νομική τους κατάσταση εἶναι δυνατό νά προσβάλλει ὄχι μόνον τό ἠθικό τους δικαίωμα γιά ἕναν ὀρθό νομικό χαρακτηρισμό, άλλά νά δημιουργεί επίσης σύγχυση ἡ ἀμφιβολίες κατά τήν εξέταση τῶν αιτήσεων τους προκειμένου νά καταλάβουν θέση πού δέν φέρει τόν 'ίδιο χαρακτηρισμό. "Αν μέ τήν ευκαιρία αυτή — ὅπως επίσης στό πλαίσιο τῶν ρυθμίσεων περί ἐθελουσίας εξόδου ἀπό τήν υπηρεσία καί ὅπως στίς ρυθμίσεις πού έχουν ήδη εφαρμοσθεί κατ' επανάληψη στό παρελθόν γιά διαφόρους λόγους — διαπιστωθεί ὅτι ἡ θέση τους εἶναι πράγματι δυσμενέστερη, τίθεται πράγματι ζήτημα νομιμότητος, τό όποιο πρέπει συνεπώς νά εξετάζεται κατά περίπτωση ἀπό τό Δικαστήριο.
Νομίζω ὅτι δύναται νά δοθεί ἡ μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια στό ζήτημα, ὅπως ελέχθη, κηρύσσοντας τήν προσφυγή ἀπαράδεκτη καί καταδικάζοντας τήν 'Επιτροπή στά δικαστικά έξοδα, λόγω τῆς κακής διατυπώσεως γιά τήν ὁποία ευθύνεται.
Γιά τους λόγους αυτούς, προτείνω:
1.
νά κηρυχθεί ἡ προσφυγή ἀπαράδεκτη, ἐφ' ὅσον στρέφεται στην πραγματικότητα κατά τῆς ἁρμοδίας ἐπί τοῦς προϋπολογισμοί) ἀρχής καί ὄχι κατά τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής, ἡ ὁποία, στό πλαίσιο τῶν ἁρμοδιοτήτων πού τῆς έχουν παραχωρηθεί μέ τό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, έλαβε ἀπόφαση ἀπολύτως σύμφωνη μέ τήν διάταξη αύτη, καθώς καί μέ τά άρθρα 1 καί 5 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἀπό τήν ἀγόρευση μου προκύπτει έμμεσα ὅτι ἡ Επιτροπή, ενεργώντας κατ' αυτόν τόν τρόπο, δέν παρεβίασε επίσης οιαδήποτε γενική ἀρχή τοῦ δικαίου, ὅπως αυτές πού ἐπικαλείται ὁ προσφεύγων, ἄν καί ὁ λόγος αὐτός πρέπει νά κριθεί επίσης ἀπαράδεκτος. Τό ζήτημα ἄν ἡ ἁρμοδία ἐπί τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀρχή παρέβη οιαδήποτε διάταξη τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως (ιδίως τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ) ἡ κάποια γενική ἀρχή τοῦ δικαίου δέν δύναται νά εξετασθεί κατά τήν παροῦσα δίκη
2.
νά καταδικασθεί ἡ Ἐπιτροπή στά δικαστικά έξοδα λόγω εξαιρετικῶν λόγων, ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 69, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, διότι στην ἐν λόγω ἀπόφαση έδωσε ἀσκόπως ερμηνεία πού δέν επιτρέπει τόν ἀκριβή προσδιορισμό τῆς νομικής καταστάσεως τοῦ ενδιαφερομένου.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
( 2 ) Στό Κοινοβούλιο καί στην 'Επιτροπή επονομάζεται έτσι ἡ θέση, ἐνῶ στό Συμβούλιο καί στό Δικαστήριο ὁ βαθμός, πράγμα τό όποιο καί θεωρώ ὀρθότερο γιά τους λόγους πού θά ἀναφέρω ἀμέσως. Γι' αὐτό, στην συνέχεια θά χρησιμοποιῶ τήν ὁρολογία τοῦ Συμβουλίου καί τοῦ Δικαστηρίου.
( 3 ) Στήν ὀνομασία πού χρησιμοποιείται στόν προσηρτημένο στόν προϋπολογισμό πίνακα, ἡ 'Επιτροπή ἔδωσε τήν ερμηνεία αυτή στά ὀργανογράμματα πού προσεκόμισε κατά τήν προφορική διαδικασία καί στά όποια ἡ θέση τοῦ προσφεύγοντος κατατάσσεται ἀπό άποψη προϋπολογισμοῦ ὡς θέση Α 5/Α 4.
Full & Egal Universal Law Academy