ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 7 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ό προσφεύγων τῆς προκειμένης υποθέσεως, στην ὁποία ἀναφέρονται οἱ παροῦσες προτάσεις, υπηρέτησε ἀπό τό 1966 μέχρι τό 1977 στην Ευρωπαϊκή Ένωση Συνεργασίας (ἐφεξής: AEC). Κατά την περίοδο αύτη ἐτέθη μεταξύ άλλων στή διάθεση τῆς Ἐπιτροπής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τῆς ὁποίας υπήρξε εκπρόσωπος στό Μπενίν τό 1975 καί στή Ζαμβία τό 1976.
Στίς ἀρχές τοῦ 1977, ὁ προσφεύγων κατήγγειλε τή σύμβαση ἀορίστου χρόνου μέ τήν AEC καί υπέγραψε στίς 9 'Ιουνίου 1977 νέα σύμβαση τήν ὁποία τοῦ προέτεινε ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Μέ τήν ἐν λόγω σύμβαση ὁ προσφεύγων προσελήφθη γιά ἕνα ἔτος, ἀναδρομικώς ἀπό 23ης Μαΐου 1977, ὡς προϊστάμενος τμήματος μέ βαθμό Α 3, κλιμάκιο 4, στή Γενική Διεύθυνση 'Αναπτύξεως (VΙΙΙ-B-2).
Μετά τή λήξη τῆς ἐν λόγω συμβάσεως καί μετά ἀπό παράταση βραχείας διαρκείας, συνήφθη στίς 15 Νοεμβρίου 1978 νέα σύμβαση ὁρισμένου χρόνου, ἡ ὁποία προέβλεπε ἀναδρομικά ἀπό τίς 23 Σεπτεμβρίου 1978 μέχρι τίς 30 'Ιουνίου 1980 τήν πρόσληψη τοῦ προσφεύγοντος στην Μόνιμη 'Αντιπροσωπεία τῆς Ἐπιτροπῆς στους διεθνείς ὀργανισμούς στή Γενεύη ὡς προϊσταμένου τμήματος μέ βαθμό Α 3, κλιμάκιο 4.
Μετά τή λήξη καί τῆς δευτέρας αυτής συμβάσεως, ἡ 'Επιτροπή προέτεινε στίς 22 Αυγούστου 1980 στόν προσφεύγοντα τή σύναψη νέας συμβάσεως μέ έναρξη Ισχύος ἀναδρομικώς τήν 1η 'Ιουλίου 1980. 'Εν ἀντιθέσει πρός τήν προηγουμένη, ἡ νέα σύμβαση προέβλεπε τήν πρόσληψη τοῦ προσφεύγοντος γιά ἀόριστο χρόνο ὡς κυρίου ὑπαλλήλου διοικήσεως βαθμού Α 4, κλιμάκιο 4, στην 'Αντιπροσωπεία τῆς 'Επιτροπής στή Γενεύη (Γενική Διεύθυνση 'Αναπτύξεως).
Ό προσφεύγων υπέγραψε καί ἐπέστρεψε στίς 27 Σεπτεμβρίου 1980 τήν ἐν λόγω σύμβαση συνοδευομένη ἀπό υπηρεσιακό σημείωμα στό όποιο διετύπωνε ρητῶς επιφύλαξη ὅσον άφορᾶ τήν κατάταξη στό βαθμό Α 4, κλιμάκιο 4. Τήν ἐπιφύλαξη αυτή ἐστήριζε, μεταξύ άλλων, στό γεγονός ὅτι οἱ προηγούμενες συμβάσεις ὁρισμένου χρόνου προέβλεπαν τήν κατάταξη του στό βαθμό Α 3 καί ὅτι τά καθήκοντά του στή Γενεύη παρέμειναν τά ἴδια. Λόγω τῆς καταστάσεως του ήταν ἐν πάση περιπτώσει ἀναγκασμένος νά υπογράψει τήν ἐν λόγω σύμβαση ἄν καί αυτή δέ συνεβιβάζετο ούτε μέ τή συνεχή δεκαπενταετή δραστηριότητά του, εμμέσως ἡ ἀμέσως, στίς υπηρεσίες τῆς Ἐπιτροπής ούτε μέ τήν υπόσχεση μονιμοποιήσεώς του ἡ ὁποία εἶχε δοθεί κατά τήν υπογραφή τῆς πρώτης συμβάσεως.
'Επειδή ἡ 'Επιτροπή δέν ἀπήντησε στό ἀνωτέρω ὑπηρεσιακό σημείωμα, ὁ προσφεύγων ἤσκησε στίς 22 Νοεμβρίου 1980 ένσταση κατά τό άρθρο 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, μέ τήν ὁποία ἐζήτει τήν ἀκύρωση τῆς κατατάξεως του στό βαθμό Α 4 καί τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν καθηκόντων του πού περιείχοντο στην σύμβαση τῆς 22ας Αυγούστου 1980 καί τήν κατάταξη του ὡς «συμβούλου» στό βαθμό Α 3. Καί στην ἐν λόγω ένσταση δέν εδόθη ἀπάντηση.
Μέ υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 9ης'Ιανουαρίου 1981, τό όποιο ἀπηύθυνε ὁ Meyer, προϊστάμενος τῆς Γενικής Διευθύνσεως 'Αναπτύξεως, στόν προϊστάμενο τῆς 'Αντιπροσωπείας τῆς Ἐπιτροπῆς στά 'Ηνωμένα "Εθνη, ὁ προσφεύγων ἐπληροφορήθη τότε ὅτι ένας νέος υπάλληλος, υπεύθυνος τῆς ΓΔ VΙΙΙ, ὁ Grumbach, θά ἤρχετο τήν 1η Φεβρουαρίου 1981 στη Γενεύη, τά δέ καθήκοντά του περιεγράφοντο λεπτομερώς στό ἀνωτέρω υπηρεσιακό σημείωμα. Συγχρόνως διευκρινίζετο ὅτι ὁ προσφεύγων ὤφειλε νά συμβάλλει στη ἐκπλήρωση των καθηκόντων αυτῶν ὑπό τήν άμεση ευθύνη τοῦ ἐν λόγω υπαλλήλου.
Μέ τήν άφιξη τοῦ Grumbach στή Γενεύη ἀνεκλήθη ἐπί πλέον ἡ διαπίστευση τοῦ προσφεύγοντος στους ἐκεῖ διεθνείς ὀργανισμούς, μέ τό αιτιολογικό ὅτι ἡ διαπίστευση αυτή προορίζετο γιά τόν υπεύθυνο τῆς Γενικής Διευθύνσεως VΙΙΙ.
Ό προσφεύγων ἤσκησε στίς 20 'Ιανουαρίου 1981 νέα ένσταση δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, μέ τήν ὁποία ἐζήτει νά τοῦ χορηγηθεί ἐκ νέου ἡ διαπίστευση στους διεθνείς ὀργανισμούς καί νά γίνει λεπτομερής περιγραφή τῶν καθηκόντων του.
Μέ ὑπηρεσιακό σημείωμα τῆς 18ης Μαρτίου 1981, ὁ προϊστάμενος τῆς Μονίμου Ἀντιπροσωπείας, Tran Van-Thinh, ἐπεβε-βαίωσε στόν προσφεύγοντα τά νέα καθήκοντα του, διευκρίνισε δέ ὅτι ὁ προσφεύγων ὤφειλε νά επικουρεί τόν Grumbach ὑπό τή διεύθυνση καί τόν έλεγχο τοῦ τελευταίου στην επεξεργασία τῶν διαφόρων θεμάτων ὅσον άφορα τους διεθνείς ὀργανισμούς.
Τελικά, μέ ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουλίου 1981, ή 'Επιτροπή ἀπέρριψε ρητώς τίς ενστάσεις τοῦ προσφεύγοντος.
Ἐν τω μεταξύ, ὁ προσφεύγων ήσκησε τήν παροῦσα προσφυγή ἡ ὁποία περιήλθε στή γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 22 'Ιουνίου 1981, μέ τήν ὁποία ζητεί κυρίως ἀπό τό Δικαστήριο:
α)
νά ἀκυρώσει τήν περιεχόμενη στή σύμβαση τῆς 22ας Αὐγούστου 1980 ἀπόφαση περί κατατάξεως του στό βαθμό Α 4 καί περί χαρακτηρισμοῦ τῶν καθηκόντων του, νά κρίνει δέ ὅτι στην ἐν λόγω σύμβαση έπρεπε νά καταταγεί στό βαθμό Α 3, κλιμάκιο 5, καί ὅτι ἡ καθ' ἧς ὀφείλει κατά συνέπεια νά προσαρμόσει ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1980 τά οικονομικά του δικαιώματα.
β)
νά ἀκυρώσει τήν ἀνάκληση τῆς διαπι-στεύσεώς του στους διεθνείς ὀργανισμούς στή Γενεύη καθώς καί τήν ἀπόφαση περί ἀπαλλαγής ἀπό τά καθήκοντα τά όποια ἀσκοῦσε προηγουμένως, ἡ οποία τοῦ ἐκοινοποιήθη στίς 9 'Ιανουαρίου 1981, νά κρίνει δέ ὅτι ή ἀνωτέρω διαπίστευση πρέπει νά τοῦ χορηγηθεί ἐκ νέου καί ὅτι πρέπει νά ἀποκατασταθεί στά καθήκοντα πού ἀσκοῦσε προηγουμένως
γ)
νά τοῦ επιδικάσει ἀποζημίωση πρός ἀποκατάσταση τῆς ηθικής βλάβης, προσαυξημένη μέ ἐτήσιο τόκο 8 % ἀπό της 22ας Νοεμβρίου 1980.
δ)
νά ἀκυρώσει τίς σιωπηρές ἀποφάσεις περί απορρίψεως τῶν ἐνστάσεών του τῆς 22ας Νοεμβρίου 1980 καί τῆς 20ής 'Ιανουαρίου 1981.
Ἐπικουρικώς, ζητεί ὁ προσφεύγων ἀπό τό Δικαστήριο νά τοῦ επιδικάσει ἀποζημίωση πρός ἀποκατάσταση τῆς ὑλικής ζημίας καί ηθικής βλάβης τήν ὁποία υπέστη, προσαυξημένη μέ τόκο 8 % ἀπό τῆς 22ας Νοεμβρίου 1980.
Ἐν τέλει ζητεί νά καταδικάσει ἐν πάση περιπτώσει τήν καθ' ἧς στά δικαστικά έξοδα.
'Απεναντίας, ἡ 'Επιτροπή ζητεί κυρίως ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀπορρίψει τήν προσφυγή ὡς ἀβάσιμη καί νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν δικαστικών ἐξόδων σύμφωνα μέ τόν κανονισμό διαδικασίας.
Ἐπί τῶν ἀνωτέρω αἰτημάτων έχω τήν έξῆς άποψη:
I — 'Επί τοῦ παραδεκτοῦ τῆς προ-σφυγής
Ή 'Επιτροπή θεωρεί ἀπαράδεκτο τό αίτημα τοῦ προσφεύγοντος περί ἀκυρώσεως τῆς σιωπηρᾶς ἀπορρίψεως τῶν ἐνστάσεων του, διότι, ὅπως εδέχθη τό Δικαστήριο ιδίως μέ τήν απόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως Kuhner ( 2 ) κάθε ἁπλώς καί μόνο ἀπορριπτική ἀπόφαση εἶναι βεβαιωτική τῆς πράξεως ἡ τῆς παραλείψεως γιά τίς όποιες παραπονείται ὁ ἐνιστάμενος καί συνεπώς δέν συνιστᾶ προσβλητή πράξη.
'Επί τῆς ἀνωτέρω ενστάσεως ἀπαραδέκτου ἀρκεῖ ἡ παρατήρηση ὅτι σύμφωνα μέ τό άρθρο 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἡ έλλειψη ἀπαντήσεως ἐπί ενστάσεως εντός τῆς τασσομένης στό άρθρο προθεσμίας θεωρείται σιωπηρά ἀπόρριψη, κατά τῆς οποίας είναι δυνατό νά ἀσκηθεῖ προσφυγή κατά τό άρθρο 91 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως. Σύμφωνα μέ τήν ἀνωτέρω διάταξη, τό Δικαστήριο ἐθεώρησε επίσης στίς ἀνωτέρω συνεκδικασθεῖσες ὑποθέσεις τήν έλλειψη ἀπαντήσεως ἐπί ενστάσεως ὡς σιωπηρά ἀπόρριψη, κατά τῆς ὁποίας παρα-δεκτῶς ἠσκήθη ἡ πρώτη προσφυγή. Μόνον ὅσον άφορᾶ τήν δευτέρα προσφυγή τό Δικαστήριο ἐδέχθη στή συνέχεια ὅτι ή ἁπλώς καί μόνο ἀπορριπτική ἀπόφαση δέν συνιστᾶ ὡς τοιαύτη μέτρο δυνάμενο νά προσβληθεί αυτοτελώς μέ προσφυγή κατά συνέπεια, έκρινε ὅτι ἡ δευτέρα προσφυγή ἐστερεῖτο ἀντικειμένου καί ἑπομένως ήταν ἀπαράδεκτη. Ἐφ' ὅσον ἡ τελευταία προϋπόθεση δέν συντρέχει ἐν προκειμένω, δέν υπάρχει κανείς λόγος νά κηρυχθεί ἀπαράδεκτη ἡ προσφυγή ὅσον άφορᾶ τό ἀνωτέρω αίτημα.
II — Ἐπί τῆς ουσίας
1. Ἐπί τον πρώτον αιτήματος
Μέ τό πρώτο αίτημα ὁ προσφεύγων ζητεί νά τροποποιηθεί ἡ κατάταξη του καί ὁ χαρακτηρισμός τῶν καθηκόντων του στήν επίδικη σύμβαση τῆς 22ας Αυγούστου 1980, ἀναδρομικώς ἀπό τοῦ χρόνου ενάρξεως τῆς ισχύος τῆς συμβάσεως, οἱ δέ λοιποί ὅροι τῆς συμβάσεως νά παραμείνουν ἀμετάβλητοι. Στηρίζει τό ἐν λόγω αίτημα κυρίως σέ δύο ισχυρισμούς, ἐπί τῶν ὁποίων παρατηρώ τά ἀκόλουθα:
α) Ἐπί τοῦ πρώτου ἰσχυρισμοῦ
Κατά τήν άποψη τοῦ προσφεύγοντος, ή κατάταξη του στό βαθμό Α 4 καί ὁ χαρακτηρισμός του ὡς κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως παραβιάζουν τήν ἀρχή τῆς ἀντιστοιχίας μεταξύ καθηκόντων, βαθμού καί θέσεως πού προβλέπεται στα άρθρα 5 καί 7 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως καί ισχύει επίσης ἐπί τῶν έκτακτων υπαλλήλων δυνάμει τῶν άρθρων 9 καί 10 τοῦ καθεστώτος λοιποῦ προσωπικοῦ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ἐπ' αὐτοῦ προβάλλει ὅτι τά καθήκοντά του καί ἡ εργασία του παρέμειναν καί μετά τίς 30 'Ιουνίου 1980, δηλαδή μετά τή λήξη τῆς δευτέρας συμβάσεως τῆς 15ης Νοεμβρίου 1978, κατ' ουσία τά ἴδια ὅπως καί κατά τό παρελθόν. Ὅπως ὅμως προκύπτει ἀπό τήν προηγουμένη σύμβαση καί ὅπως συνάγεται επίσης ἀπό τήν περιγραφή τῶν καθηκόντων καί ἁρμοδιοτήτων πού ἀνάγονται σέ κάθε πρότυπη θέση στην ὁποία προέβη ἡ καθ' ἧς κατά τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως (Ταχυδρόμος τοῦ προσωπικοῦ ἀριθ. 272 τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1973), τά καθήκοντα αυτά ἀντιστοιχοῦν στό βαθμό Α 3 καί στή θέση τοῦ συμβούλου ἡ τοῦ προϊσταμένου τμήματος. Μία διαφορετική κατάταξη καί ένας διαφορετικός χαρακτηρισμός συνιστοῦν νομική ή πραγματική πλάνη καί συνεπώς εἶναι παράνομοι. Κατά τήν άποψη τοῦ προσφεύγοντος, τό γεγονός αὐτό δέν δύνανται νά μεταβάλουν τά υπηρεσιακά σημειώματα τοῦ προϊσταμένου τῆς Γενικής Διευθύνσεως VIII τῆς 9ης 'Ιανουαρίου 1981 καί τοῦ προϊσταμένου τῆς Μονίμου 'Αντιπροσωπείας τῆς 18ης Μαρτίου 1981, τά όποια ἀπεστάλησαν ἐκ τῶν υστέρων καί τά όποῖα, ὅπως υποστηρίζει ὁ προσφεύγων, είχαν ως μόνο σκοπό νά δικαιολογήσουν ἐκ των υστέρων την πλάνη αύτη.
Ό προσφεύγων υποστηρίζει ὅτι ἀπό σειρά ενδείξεων τίς όποιες δέν ἀνεσκεύασε ἡ καθ᾽ ἧς συνάγεται ὅτι κατά τήν σύναψη της συμβάσεως πρόθεση τῆς Ἐπιτροπῆς ήταν νά συνεχίσει ὁ προσφεύγων νά ἀσκεῖ τά καθήκοντα πού ἀσκοῦσε προηγουμένως. Ὑπέρ αὐτοῦ συνηγορεί κατ' ἀρχάς τό γεγονός ὅτι καί μετά τή σύναψη τῆς συμβάσεως, τουλάχιστον μέχρι τόν 'Ιανουάριο τοῦ 1981, δηλαδή ἐπί χρονικό διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων μηνῶν, ὁ προσφεύγων συνέχισε νά ἀσκεῖ τά καθήκοντα πού ἀσκοῦσε προηγουμένως χωρίς νά τοῦ 'έχει ανακοινωθεί μεταβολή τοῦ τομέα των δραστηριοτήτων του. Ἐπί πλέον, τόσο μέ τό ὑπηρεσιακό σημείωμα τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1980, τό όποιο ἀπέστειλε κατά τή σύναψη τῆς συμβάσεως, ὅσο καί μέ τήν ἀκόλουθη ένσταση τῆς 22ας Νοεμβρίου 1980 ὁ προσφεύγων κατέστησε σαφώς γνωστό ὅτι θεωροῦσε ὅτι συνέχιζε νά ἀσκεῖ τά καθήκοντα πού ἀσκοῦσε μέχρι τότε, χωρίς ή Ἐπιτροπή νά προβάλει ὁποιαδήποτε άρνηση. Ὑπέρ τοῦ Ισχυρισμοῦ αὐτοῦ συνηγορεί τέλος καί τό γεγονός ὅτι συνέχισε νά ἀμείβεται ἀπό τήν 'ίδια θέση τοῦ προϋπολογισμού ὅπως καί ὑπό τήν προηγουμένη σύμβαση καί ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν εἶναι σέ θέση νά προσκομίσει έγγραφα ἀπό τά ὁποῖα νά συνάγεται ὅτι κατά τή σύναψη τῆς συμβάσεως εἶχε τήν πρόθεση νά μεταβάλει τά καθήκοντα τοῦ προσφεύγοντος.
Ό ἀνωτέρω ὅμως ισχυρισμός τῆς σιωπηρᾶς συνεχίσεως τῆς προηγουμένης σχέσεως εργασίας, τοῦ ὁποίου τό ἀδύνατο σημείο έγκειται στό ὅτι στηρίζεται σέ ενδείξεις, προσκρούει, κατά τήν άποψη μου, κυρίως στό γεγονός ὅτι ἡ σύμβαση τῆς 22ας Αυγούστου 1980 διαφέρει ουσιωδώς κατά τό περιεχόμενο τῆς ἀπό τήν προηγουμένη σύμβαση, καθ' ὅτι προβλέπει ρητώς καί σαφώς τήν πρόσληψη τοῦ προσφεύγοντος, γιά ἀόριστο πλέον χρόνο, ὡς κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως μέ βαθμό Α 4. 'Από τά ἀνωτέρω καθίσταται προφανές ὅτι δέν ὑπῆρχε ἡ πρόθεση νά συνεχισθεί ἁπλῶς ή μέχρι τότε ισχύουσα συμβατική σχέση. Καί ὁ προσφεύγων επίσης, ἐν γνώσει τῆς περιγραφῆς τῶν καθηκόντων καί ἁρμοδιοτήτων πού ἀνάγονται σέ κάθε πρότυπη θέση στην ὁποία προέβη ἡ 'Επιτροπή, δυσκόλως ἠδύ-νατο νά επαφίεται στην ἀπεριόριστη συνέχιση τῶν καθηκόντων μέ τά όποια ήταν μέχρι τότε ἐπιφορτισμένος. "Αν ενδεχομένως είχε ἀμφιβολίες ὡς πρός τό σημεῖο αυτό, θά ἠδύνατο ἐν πάση περιπτώσει νά τίς διασαφηνίσει υποβάλλοντας ερωτήσεις κατά τή σύναψη τῆς συμβάσεως.
Ή διατήρηση τῶν μέχρι τότε ἀσκουμένων καθηκόντων δέν εἶναι δυνατό επίσης νά συναχθεί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν διόρθωσε ἀμέσως τόν περιεχόμενο, στό υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1980 καί στην ένσταση τῆς 22ας Νοεμβρίου 1980, ἰσχυρισμό τοῦ προσφεύγοντος ὅτι θεωροῦσε ὅτι ἐξακολουθοῦσε νά είναι επιφορτισμένος μέ τά ἴδια καθήκοντα. Ἄν καί αυτό δέν ἀνταποκρίνεται πρός τήν ὀρθή διοικητική συμπεριφορά, δέν δύναται ἐν πάση περιπτώσει νά θέσει ὑπό ἀμφισβήτηση τήν σαφή κατάταξη καί τόν χαρακτηρισμό τοῦ προσφεύγοντος πού ἐπραγματοποιήθησαν προηγουμένως. Παρά τήν άποψη τοῦ προσφεύγοντος, τό ἀντίθετο δέν δύναται ἐπίσης νά συναχθεί ἀπό τή συμπεριφορά τῆς 'Επιτροπῆς, ἡ ὁποία, σύμφωνα μέ κακή συνήθεια, ἀπέρριψε ρητώς τή ένσταση τοῦ προσφεύγοντος μόνο μετά τήν παρέλευση τῆς προθεσμίας, διότι ὁ κανονισμός υπηρεσιακῆς καταστάσεως ορίζει σαφώς ὅτι ἡ παράλειψη ἀπαντήσεως ἐπί ενστάσεως εντός τῆς τετραμήνου προθεσμίας θεωρείται ἀπόρριψη.
Τέλος, ἀπό τό γεγονός ὅτι ελλείπουν εσωτερικά έγγραφα, ὅσο εκπληκτικό καί ἄν είναι αυτό, δέν δύναται νά συναχθεί κατ' ἀνάγκη ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν εἶχε τήν πρόθεση νά προβεί κατά τόν χρόνο τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως σέ καμμία μεταβολή προσωπικοῦ στίς υπηρεσίες τῆς στή Γενεύη. Όπως μᾶς διαβεβαιώνει ἡ 'Επιτροπή, τέτοιες ἀποφάσεις δύνανται νά ληφθοῦν καί προφορικώς. Ή νέα διατύπωση τῆς συμβάσεως καθώς καί ἡ τροποποιηθεῖσα πρόβλεψη τῆς θέσεως στόν προϋπολογισμό ως θέσεως έκτάκτου υπαλλήλου, βαθμοῦ Α 4/5, ἁρμοδίου γιά τίς χώρες ΑΚΕ, ἀποδεικνύουν ἐν πάση περιπτώσει ὅτι μία τέτοια ἀπόφαση εἶχε ληφθεί.
Στην εξέταση τοῦ ζητήματος ἄν ἐτηρήθη ή ἀρχή τῆς ἀντιστοιχίας μεταξύ καθηκόντων καί βαθμοῦ ἀπομένει συνεπῶς νά εξετασθεί μόνο τό ζήτημα, ὅπως ὀρθῶς υπογραμμίζει ή 'Επιτροπή, ἄν τά καθήκοντα πού ἀνετέθησαν στόν προσφεύγοντα βάσει τῆς νέας συμβάσεως ἀποτελοῦν πράγματι καθήκοντα κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως, ὁ όποιος ἔχει καταταγεί στό βαθμό Α 4. Ἐπί τοῦ σημείου αυτού, ἔχω τήν εντύπωση ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι τά καθήκοντα τά όποια ἀσκοῦσε ó προσφεύγων μέχρι τῆς εμφανίσεως τοῦ Grumbach τήν 1η Φεβρουαρίου 1981 εἶναι περίπου παρόμοια μέ τά καθήκοντα τά όποια ἀσκοῦσε προηγουμένως, ἐνῶ τό ἀργότερο κατά τήν ἀνωτέρω ημερομηνία, ὅπως προκύπτει ἀπό τά υπηρεσιακά σημειώματα τοῦ προϊσταμένου τῆς Γενικής Διευθύνσεως VIII, τῆς 9ης 'Ιανουαρίου 1981 καί τοῦ προϊσταμένου τῆς Μονίμου 'Αντιπροσωπείας στή Γενεύη, τῆς 18ης Μαρτίου 1981, επήλθε μεταβολή τόσο ἀπό ποιοτικής ὅσο καί ἀπό ποσοτικής ἀπόψεως. Κατά τήν ἄποψη ὅμως τῆς Ἐπιτροπής, ὁ υπάλληλος ὀφείλει νά ἀποδεχθεῖ τήν προσωρινή άσκηση καθηκόντων, τά όποια ἀντιστοιχοῦν σέ ἀνώτερη σταδιοδρομία.
Ή άποψη αυτή πρέπει νά γίνει δεκτή, ἐφ' ὅσον, κατά τό άρθρο 7, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ένας υπάλληλος ὁ όποιος 'έχει επιφορτισθεί γιά περίοδο μή υπερβαίνουσα τό έτος μέ καθήκοντα τά ὁποῖα ἀντιστοιχοῦν σέ θέση σταδιοδρομίας τῆς κατηγορίας του ή ὁποία εἶναι ἀνώτερη ἀπό τή σταδιοδρομία στην ὁποία ἀνήκει, δέν δύναται νά ἀρνηθεί μία τέτοια προσωρινή ἀνάθεση καθηκόντων, ἐξ αυτού δέ, ὅπως επανειλημμένως εδέχθη τό Δικαστήριο, (βλ. μεταξύ άλλων ἀποφάσεις van Reenen ( 3 )καί Tontodonati ( 4 ) ), δεν γεννάται ἀξίωση ἀνακατατά-ξεως.
'Αφ' έτερου ὅμως, θά έπρεπε νά ἔχει ληφθεῖ ὑπ' ὄψη ὅτι, ὅπως εδέχθη τό Δικαστήριο στίς υποθέσεις Boursin ( 5 ) καί Lampe ( 6 ), ἡ ἀνάθεση σέ υπάλληλο καθηκόντων τά ὁποῖα ἀντιστοιχοῦν σέ ἀνώτερη θέση πρέπει νά τύχει τῆς ρητής εγκρίσεως τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχῆς, δεδομένου ὅτι ἐκ τῆς εφαρμογής τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου γεννάται γιά τόν υπάλληλο ἀξίωση χορηγήσεως εξισωτικής ἀποζημιώσεως ἀπό τόν τέταρτο μήνα. Πρέπει ἐπί πλέον νά γίνει ή παραπομπή σχετικῶς στό άρθρο 10, παράγραφος 3 τοῦ καθεστώτος τοῦ λοιπού προσωπικού τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, σύμφωνα μέ τό όποιο πρέπει νά συναφθεί πρόσθετη σνμδαση στή σύμβαση προσλήψεως ἄν έκτακτος υπάλληλος τοποθετηθεί σέ θέση ἡ ὁποία ἀντιστοιχεί σέ βαθμό ἀνώτερο ἀπό εκείνο στον ὁποῖο προσελήφθη.
Κατά συνέπεια, ἐφ' ὅσον δέν παρεβιάσθη ή ἀρχή τῆς ἀντιστοιχίας μεταξύ θέσεως καί βαθμού, ἀπομένει ἡ εξέταση τού ἐπικου-ρικοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν ἠδύνατο νά προσφέρει στόν προσφεύγοντα καθήκοντα κατώτερα ἐν σχέσει πρός εκείνα πού ἀσκοῦσε μέχρι τότε καθώς καί θέση μικροτέρου βαθμού, χωρίς νά προσβάλει τά δικαιώματά του.
β) 'Επί τοῦ δευτέρου ισχυρισμοῦ
Ό προσφεύγων προβάλλει ὅτι ὁ υποβιβασμός του ὅσον άφορα τόν βαθμό καί τό χαρακτηρισμό τῶν καθηκόντων του συνιστά παράβαση τοῦ καθήκοντος συνδρομής πού προβλέπεται στό άρθρο 24 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καθώς καί παραβίαση μιᾶς σειράς άλλων γενικῶν άρχων τοῦ δικαίου, ιδίως τοῦ καθήκοντος ἀρωγής.
'Απεναντίας, κατά τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπής, τά δικαιώματα τά όποια επικαλεῖται ὁ προσφεύγων δέν προκύπτουν ούτε ἀπό τό καθεστώς τοῦ λοιπού προσωπικού τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, ούτε ἀπό τή σύμβαση τῆς 22ας Αυγούστου 1980, τῆς ὁποίας ἡ σύναψη προετάθη στόν προσφεύγοντα χωρίς τήν ἀνάληψη ὁποιασδήποτε υποχρεώσεως καί τήν ὁποία αὐτός υπέγραψε εκουσίως.
Όσον άφορᾶ τήν εκτίμηση τοῦ ἀνωτέρω ισχυρισμού, πρέπει νά γίνει δεκτή ἡ άποψη τῆς 'Επιτροπής, ὅτι, ὅπως εδέχθη επανειλημμένως τό Δικαστήριο, τελευταία στην υπόθεση Munk ( 7 ), τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δέν δύναται νά εφαρμοσθεί, διότι ἡ ἐν λόγω διάταξη ἀναφέρεται στην υπεράσπιση τῶν υπαλλήλων ἀπό τό όργανο στό όποιο υπηρετούν κατά επιθέσεων τρίτων, ἀλλά ὄχι κατά ενεργειών τοῦ Ιδίου τοῦ ὀργάνου. Δέν δύναμαι ἀπεναντίας νά συμμερισθώ τόν ισχυρισμό τῆς ὅτι ἡ επίμαχη σύμβαση πρέπει νά εξετασθεί μεμονωμένα, ούτε τό συμπέρασμα στό όποιο καταλήγει, ὅτι δηλαδή ἡ νέα κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος δέν προσβάλλει κανένα ἀπό τά δικαιώματα πού ἀπορρέουν ἀπό τήν μέχρι τότε ισχύουσα σχέση εργασίας..
Ἔτσι, ἰδίως τό ἐκ πρώτης όψεως τυπικό επιχείρημα ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν ήταν υποχρεωμένη μετά τή λήξη τῆς προηγουμένης συμβάσεως νά προσφέρει στόν προσφεύγοντα νέα σύμβαση καί ὅτι κατά συνέπεια δέν ἐμποδίζετο καθόλου νά τοῦ προσφέρει χαμηλότερη θέση, μετά ἀπό προσεκτικότερη εξέταση ἀποδεικνύεται ὡς μή πειστικό. Διότι δέν δύναται ἐν προκειμένω νά ἀγνοηθεί τό γεγονός ὅτι πρίν ἀπό τή σύμβαση ὑφίστατο ήδη μεταξύ τοῦ προσφεύγοντος καί τῆς καθ' ἧς σχέση εργασίας. Ή ἐν λόγω σχέση ἐργασίας θά συνεχίζετο χωρίς διακοπή, ὅπως ἀποδεικνύεται ἰδίως ἀπό τήν ἀναδρομική ἰσχύ ἡ ὁποία είχε προσδοθεί στή σύμβαση. Πρόκειται συνεπώς γιά συνεχιζόμενη σχέση ἐργασίας, ή ὁποία βασίζεται σέ περισσότερες συμβάσεις ὁρισμένου χρόνου, τῶν ὁποίων ἡ μία ἀποτελεί συνέχεια τῆς άλλης καί σέ μία σύμβαση ἀορίστου χρόνου. "Αν καί τό παραδεκτό τέτοιων ἁλυσωτῶν συμβάσεων δέν δύναται νά ἀποκλεισθεί κατά τρόπο ἀπόλυτο — εἶναι δυνατό νά υπάρχουν λόγοι οἱ όποιοι δικαιολογούν ἀπό οικονομικής ἀπόψεως τήν συμπεριφορά τοῦ εργοδότου χωρίς αυτή νά καθίσταται ἀνεπίτρεπτη ἀπό κοινωνικῆς ἀπόψεως —, πρέπει ἐν τούτοις νά θεωρηθεί ὡς βέβαιο, σύμφωνα μέ τό εργατικό δίκαιο ὅλων ή τουλάχιστον ενός μεγάλου μέρους τῶν κρατών μελών, ὅτι τέτοιες ἁλυσωτές συμβάσεις ἐργασίας δέν επιτρέπεται νά καθιστοῦν κενή περιεχομένου τήν «προστασία τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως», τήν ὁποία εγγυάται τό εργατικό δίκαιο στους οικονομικώς καί κοινωνικώς ἐξαρτώμένους ἀπό τους εργοδότες. Κατά συνέπεια, καί οἱ ἁλυσωτές συμβάσεις εργασίας πρέπει επίσης νά θεωρηθοῦν, ὅσον άφορα τήν προστασία κατά τῆς ἀπολύσεως καί τήν προστασία τῶν λοιπών κεκτημένων δικαιωμάτων τῶν εργαζομένων, ὡς ἑνιαία σχέση ἐργασίας.
Αυτό σημαίναι γιά τήν προκειμένη περίπτωση ὅτι ὁ προσφεύγων, ἀπό τήν άποψη τῆς προστασίας τῶν δικαιωμάτων του, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς νά είχε συνεχίσει νά εἶναι ἀπησχολημένος καί μάλιστα ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν πρόκειται γιά παράταση τῆς συμβάσεως ἡ γιά τή σύναψη νέας συμβάσεως. Κατά συνέπεια, τό ερώτημα τό όποιο ὀρθώς τίθεται δέν είναι πώς ἔπρεπε νά γίνει ἡ νέα κατάταξη του, άλλά ἀντιθέτως ἄν ὁ προσφεύγων, μετά τήν προηγουμένη ἀπασχόληση του ὡς προϊσταμένου τμήματος ἡ συμβούλου βαθμοῦ Α3, ἠδύνατο νά ὑποβιβασθεῖ σέ κύριο ὑπάλληλο διοικήσεως βαθμοῦ Α 4.
Ἕνας τέτοιος υποβιβασμός ἀποκλείεται κατ' ἀρχήν σύμφωνα μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων άλλά επίσης, παραδείγματος χάριν, σύμφωνα μέ τό γερμανικό ὑπαλληλικό δίκαιο — έκτος ἀπό ὁρισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, ὅπως ή περίπτωση πειθαρχικής κυρώσεως. Ἐπί πλέον, ὁ υποβιβασμός καί ἡ ἀνάθεση καθηκόντων μικροτέρας σημασίας επιτρέπεται, τουλάχιστον σύμφωνα μέ τό γερμανικό δίκαιο τῶν εργαζομένων καί υπαλλήλων στό δημόσιο τομέα, μόνο ὑπό αυστηρότατες προϋποθέσεις, ὅπως ἡ συναίνεση τοῦ υπαλλήλου ἡ ἡ καταγγελία τῆς συμβάσεως καί ἡ πρόταση νέας μέ διαφορετικούς ὅρούς. Τέλος, καί στους άλλους τομείς τοῦ ἐργατικοῦ δικαίου, ἡ ἀνάθεση καθηκόντων μικροτέρας σημασίας συνδεομένων μέ ἀντίστοιχη μείωση τῶν ἀποδοχών δέν ἐπιτρέπεται επίσης ἄνευ έτερου, άλλα μόνο ἄν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αυτή ὅμως ἡ ἰδέα τῆς προστασίας, ἡ ὁποία δύναται νά συναχθεί ἀπό τήν 'ίδια τή φύση τοῦ ἐργατικοῦ δικαίου, πρέπει επίσης νά ισχύει στά πλαίσια τοῦ καθεστώτος τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 'έστω καί ἄν ἐκεῖ δέν διατυπώνεται ρητώς. Ἑπομένως, καί στόν ἐν λόγω τομέα πρέπει νά τηρείται ἡ στοιχειώδης ἀρχή τοῦ ἐργατικοῦ δικαίου, κατά τήν ὁποία μία μακρά σχέση εργασίας συνεπάγεται ιδιαίτερα καθήκοντα προστασίας καί ἀγωγής, ἀπό δέ τά ἐν λόγω καθήκοντα προστασίας δέν εἶναι δυνατό νά υπάρξει υπεκφυγή μέσω ἁλυσωτῶν συμβάσεων ἤ μέ τήν ἀπασχόληση σέ διαφορετικά νομικά πρόσωπα, τά όποια στην πραγματικότητα ἀποτελούν μόνο κλάδους ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ φορέως.
Ὑπό τό πρίσμα τῶν ἀνωτέρω σκέψεων, πρέπει κατά συνέπεια νά ἀπορριφθεί ὁ ἰσχυρισμός τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι τό καθήκον ἀρωγής, ὅπως αυτό ἀνεγνωρίσθη ὅσον άφορᾶ τους υπαλλήλους ἀπό τό Δικαστήριο στην υπόθεση Kuhner ( 8 ), δέν ισχύει έναντι τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ.
Όσον άφορᾶ τό περιεχόμενο τοῦ καθήκοντος ἀρωγής έναντι τῶν υπαλλήλων, τό Δικαστήριο ὑπεγράμμισε στην ἀνωτέρω υπόθεση καί στην υπόθεση Arning ( 9 ) ὅτι τό καθήκον αυτό ἐφ' ὅσον ἀντικατοπτρίζει τήν ισορροπία μεταξύ τῶν ἀμοιβαίων δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων τά όποια ἐδημιούργησε ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως στά πλαίσια τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς διοικητικής ἀρχής καί τῶν υπαλλήλων, συνεπάγεται ἰδίως ὅτι ή διοίκηση, κατά τή λήψη ἀποφάσεως περί τῆς θέσεως υπαλλήλου, ὀφείλει νά λάβει ὑπ' ὄψη ὅλα τά στοιχεία τά ὁποῖα είναι ικανά νά καθορίσουν τήν ἀπόφαση της, υποχρεοῦται δέ νά υπολογίσει, ὄχι μόνο τό συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, άλλα ἐπίσης τό συμφέρον τοῦ ἐνδιαφερομένου υπαλλήλου. Κάτι ἀνάλογο πρέπει νά Ισχύει επίσης ὅσον άφορᾶ τό καθήκον ἀρωγής έναντι τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ. Καί στό πλαίσιο αυτό ἐπίσης, ἡ Ισορροπία συνεπάγεται ὅτι ή διοικητική ἀρχή, κατά τή λήψη ἀποφάσεως περί τῆς θέσεως τῶν ἐν λόγω μή μονίμων υπαλλήλων, σταθμίζοντας τά ἀμοιβαία συμφέροντα, ὀφείλει νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη ὄχι μόνο τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας άλλά ἐπίσης τό συμφέρον τῶν ενδιαφερομένων υπαλλήλων.
Δέν εἶναι επίσης δυνατό νά γίνει δεκτός ὁ επικουρικός ισχυρισμός τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι τό καθήκον ἀρωγής ισχύει μόνον ἐπί μονομερών πράξεων τῆς διοκητικῆς ἀρχής καί ὄχι ἐπί συμβατικών σχέσεων. Ὅπως Ισχυρίζεται ἡ Ἐπιτροπή, ὁ προσφεύγων υπέγραψε ἐν τέλει τή σύμβαση εκουσίως καί μέ πλήρη επίγνωση τοῦ περιεχομένου της.
'Ανεξαρτήτως τοῦ ζητήματος ἄν τό καθήκον ἀρωγής, τό όποιο εντάσσεται στό ουσιαστικό περιεχόμενο κάθε εργασιακῆς σχέσεως, εἶναι δυνατό νά ἀποφευχθεί, πρέπει νά διαπιστωθεί στην προκειμένη περίπτωση ὅτι ὁ προσφεύγων, ἡλικίας τότε 54 ετών καί εξαιρετικά εἰδικευμένος ἀπό επαγγελματικῆς ἀπόψεως, ευρισκόμενος ενώπιον τοῦ διλήμματος νά συνεχίσει νά ἀπασχολείται ως κύριος υπάλληλος διοικήσεως ἤ ὄχι, υπέγραψε μόνο κατά τά φαινόμενα ἑκουσίως καί ὑπό ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων του.
Στά πλαίσια τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος ἄν ἡ 'Επιτροπή, προβαίνοντας στόν υποβιβασμό τοῦ προσφεύγοντος παρέβη τό καθήκον ἀρωγῆς τό όποιο υπέχει βάσει τῆς ἀνωτέρω ἀρχής, ἀπομένει νά διαπιστωθεί ἄν αυτή, κατά τήν ἀνάθεση τῶν σημερινῶν καθηκόντων, ἐστάθμισε πλήρως ὅλα τά ουσιώδη στοιχεία συμπεριλαμβανομένων καί εκείνων τά ὁποῖα ἀναφέρονται στην προσωπική κατάσταση τοῦ προσφεύγοντος. 'Η Ἐπιτροπή προβάλλει σχετικώς ὅτι, ὅσον άφορα τή διάρκεια τῆς ἀπασχολήσεως του, ὁ προσφεύγων υπηρέτησε μέχρι τίς 22 Μαίου 1977 στην Ευρωπαϊκή "Ενωση Συνεργασίας, αυτόνομο νομικό πρόσωπο, καί μόνον στή συνέχεια εἰσῆλθε στην υπηρεσία τῆς 'Επιτροπής, ελευθέρα βουλήσει καί κατόπιν σταθμίσεως ὅλων τῶν συνθηκῶν.
Ἔστω καί ἄν τό ἀνωτέρω επιχείρημα εἶναι τυπικώς ὀρθό, δέν εἶναι δυνατό ἐν τούτοις νά παραβλεφθεί ὅτι ὁ προσφεύγων, ήδη κατά τή διάρκεια τῆς υπηρεσίας του στην Ευρωπαϊκή Ἕνωση Συνεργασίας, εἶχε τεθεί στή διάθεση τῆς καθ' ἧς καί, μεταξύ άλλων, υπήρξε εκπρόσωπός τῆς στό Μπενίν καί στή Ζαμβία. 'Ανεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ὅτι ἀπησχολεῖτο στην Ευρωπαϊκή Ένωση Συνεργασίας, δέν εἶναι δυνατό νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ήδη κατά τή διάρκεια τῆς περιόδου αυτής — καί αυτό θεωρώ ὅτι είναι τό ἀποφασιστικό σημείο —, λόγω τῆς φύσεως τῶν καθηκόντων τον εἰργάζετο προς τό συμφέρον τῆς Ἐπιτροπῆς καί στή διάθεση τῆς εἶχε θέσει ἐπί δέκα τέσσερα περίπου έτη τή δημιουργική του δύναμη.
Ἐπί πλέον, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη στό πλαίσιο αυτό ὅτι, κατά τήν κοινή λογική, ὁ προσφεύγων δυσκόλως θά εἶχε καταγγείλει τή σύμβαση ἀορίστου χρόνου μέ τήν Ευρωπαϊκή Ένωση Συνεργασίας ἄν δέν υπήρχε ή προοπτική θέσεως ἀπασχολήσεως μέ καθήκοντα τουλάχιστον τοῦ ἰδίου επιπέδου μέ ἐκεῖνα τά όποια ἀσκοθσε προηγουμένως. Ὅπως προκύπτει λοιπόν ἀπό τίς δύο συμβάσεις τῆς 9ης 'Ιουνίου 1977 καί τῆς 15ης Νοεμβρίου 1978, ἀμφότεροι οἱ συμβαλλόμενοι εκκινούσαν προφανώς, τουλάχιστον ἀρχικά ἀπό τήν ἰδέα ὅτι ἡ θέση προϊσταμένου τμήματος ἡ συμβούλου βαθμού Α 3 ἀντιστοιχούσε στά καθήκοντα τά όποια ὁ προσφεύγων ἀσκοῦσε προηγουμένως. Συνεπώς, κατά τήν άποψη μου, ὁ προσφεύγων ἠδύνατο ἀπολύτως δικαιολογημένα νά ἀναμένει ὅτι, βάσει τῆς ἀρχής τῆς καλής πίστεως, καί στό μέλλον ἐπίσης θά τοῦ ἀνετίθεντο καθήκοντα ἀντιστοιχοῦντα στην ἐν λόγω θέση.
Ἔναντι τῶν ἀνωτέρω δέν δύναται ιδίως νά ἀντιταχθεί ὅτι ὁ υποβιβασμός τοῦ προσφεύγοντος κατέστη ἀναγκαίος πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, διότι, γιά λόγους προϋπολογισμού, ἡ θέση τήν ὁποία ὁ προσφεύγων κατείχε μέχρι τότε έπρεπε νά πληρωθεί μέ μόνιμο υπάλληλο. Καί ἄν ἀκόμη ὁ προσφεύγων δέν ἠδύνατο πιθανώς νά ἀπασχοληθεῖ πλέον στή Γενεύη, θά ἔπρεπε ἐν πάση περιπτώσει, λαμβανομένου ὑπ' ὄψη τοῦ μεγάλου ἀριθμού θέσεων πού ευρίσκονται στή διάθεση τῆς Ἐπιτροπής, νά ευρεθεί τρόπος νά τοῦ ἀνατεθούν καθήκοντα ἀντιστοιχούντα στή θέση τήν ὁποία κατείχε μέχρι τότε.
Ὁ υποβιβασμός δέν δύναται επίσης νά δικαιολογηθεί μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι οἱ συμβάσεις βαθμού Α 3 ὁρισμένου χρόνου ἀντικατεστάθησαν μέ σύμβαση ἀορίστου χρόνου βαθμού Α4, ἡ ὁποία προσφέρει στον προσφεύγοντα μεγαλύτερη ἀσφάλεια. 'Ανεξαρτήτως τοῦ ὅτι τέτοιες συμβάσεις ἀορίστου χρόνου παρέχουν περιορισμένη προστασία λόγω τῆς δυνατότητος καταγγελίας, μέ τή συναφθείσα σύμβαση ἀορίστου χρόνου παρεχωρήθη στόν προσφεύγοντα καθεστώς τό όποιο ἐν πάση περιπτώσει ἐδικαιοῦτο, λαμβανομένων ὑπ'ὄψη ὅσων ελέχθησαν σχετικά μέ τό καθῆκον προστασίας πού ἀπορρέει ἀπό τίς ἁλυσωτές συμβάσεις.
'Εφ' ὅσον συμπερασματικά πρέπει νά διαπιστωθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή παρέβη τό καθήκον ἀρωγῆς τό όποιο υπέχει, διότι στη σύμβαση τῆς 22ας Αυγούστου 1980 προσέφερε στον προσφεύγοντα μόνο τη θέση κυρίου ὑπαλλήλου διοικήσεως βαθμού Α 4, προτείνω νά ἀκυρωθεί, σύμφωνα μέ τό αίτημα τοῦ προσφεύγοντος, ἡ κατάταξη του καί ὁ συνδεόμενος μέ αυτήν χαρακτηρισμός τῶν καθηκόντων του, νά ἀναγνωρισθεί δέ ὅτι ὁ προσφεύγων, βάσει των ἀνωτέρω γενικῶν άρχων καί πρός διασφάλιση τῶν δικαιωμάτων του, πρέπει νά καταταγεί ἀναδρομικῶς ἀπό τήν 1η 'Ιουλίου 1980 στό βαθμό τόν ὁποίο αυτός εἶχε προηγουμένως.
2. 'Επί τον δευτέρου αιτήματος τῆς προσφυγῆς
Τό αίτημα αυτό στρέφεται κατά τῆς ἀνακλήσεως τῆς διαπιστεύσεως τοῦ προσφεύγοντος στους διεθνείς ὀργανισμούς στή Γενεύη καί κατά τοῦ νέου προσδιορισμού τῶν καθηκόντων του ὁ όποιος περιείχετο στό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ προϊσταμένου τῆς Γενικής Διευθύνσεως VΙΙΙ τῆς 9ης 'Ιανουαρίου 1981. Ό προσφεύγων υποστηρίζει ὅτι πρόκειται γιά ἀποφάσεις οἱ όποιες τόν βλάπτουν καί οἱ όποιες, σύμφωνα μέ τό άρθρο 11 τοῦ καθεστώτος τοῦ λοιπού προσωπικού σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 25, παράγραφος 2, τοῦ κανο-νισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, θά έπρεπε νά εἶναι αιτιολογημένες.
'Όπως ὅμως κατέδειξα ήδη, ὡς μέτρο βλάπτον τόν προσφεύγοντα πρέπει νά θεωρηθεί ὁ περιεχόμενος στή σύμβαση τῆς 22ας Αυγούστου 1980 υποβιβασμός του. Τό επίδικο υπηρεσιακό σημείωμα δύναται συνεπώς νά θεωρηθεί μόνο ὡς πράξη εσωτερικής ὀργανώσεως ἡ ὁποία δέν βλάπτει τόν προσφεύγοντα, μέ τήν ὁποία συγκεκριμενοποιούνται τά καθήκοντά του ὡς κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως, καί ἡ ὁποία ὡς τοιαύτη δέν δύναται νά προσβληθεί αυτοτελώς. 'Επί πλέον ἐφ' ὅσον έγινε δεκτό τό πρώτο αίτημα, ἡ αιτίαση αυτή καθίσταται άνευ ἀντικειμένου, δεδομένου ὅτι ὁ προσφεύγων δέν έχει πλέον κανένα συμφέρον νά προσβάλει τήν ἐν λόγω ἀπόφαση.
Όσον άφορᾶ τό αἴτημα τοῦ προσφεύγοντος περί ἀποκαταστάσεως στά προηγούμενα καθήκοντα του, παρετήρησα ήδη επίσης ὅτι τόσο βάσει τοῦ καθεστώτος τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ὅσο καί βάσει τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, δέν υφίσταται καμμία ἀξίωση ἀσκήσεως ὁρισμένων καθηκόντων. Διότι ἡ ἀντίθετη ἀντίληψη θά κατέληγε, σύμφωνα μέ παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, σέ υπέρμετρο περιορισμό τῆς ελευθερίας τῶν κοινοτικών ὀργάνων νά προβαίνουν στην εσωτερική ὀργάνωση τῶν υπηρεσιών τους κατά τόν τρόπο πού ἀνταποκρίνεται καλύτερα πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας. Ή διακριτική εξουσία τήν ὁποία διαθέτει ἡ διοίκηση κατά τήν λήψη ἀναγκαίων ὀργανωτικών μέτρων περιορίζεται ἀπλώς καί μόνο ἀπό τό ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά ἀνατεθοῦν σέ υπάλληλο, μόνιμο ἡ μή, βάσει εκτιμήσεων καθαρά διοικητικής σκοπιμότητος καθήκοντα τά ὁποία δέν ἀνταποκρίνονται προφανώς, ὅσον άφορᾶ τή φύση, τή σημασία καί τήν έκταση τους, πρός τή μόρφωση του καί τά προηγούμενα καθήκοντά του.
Τέλος, ἡ απονομή διαπιστεύσεως σέ άλλα κράτη ἡ διεθνείς ὀργανισμούς πρέπει επίσης νά εκτιμηθεί σέ συνάρτηση μέ τήν ἀνάθεση τῶν καθηκόντων εντός τῆς υπηρεσίας. Ἐντελώς γενικά, χωρίς νά εξετάζεται τό ειδικό περιεχόμενο τῆς διαπιστεύσεως, είναι δυνατό νά διαπιστωθεί ὅτι ὁ κύριος σκοπός τῆς συνίσταται στό νά καταστήσει δυνατή καί νά διευκολύνει τήν άσκηση τῶν καθηκόντων τοῦ ενδιαφερομένου υπαλλήλου, μονίμου ἡ μή. Κατά συνέπεια, τά πλεονεκτήματα πού ἀπορρέουν ἀπό τή διαπίστευση συνδέονται επίσης μέ τή θέση καί ὄχι μέ τό πρόσωπο τοῦ ενδιαφερομένου υπαλλήλου. Ή αρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή πρέπει νά διαθέτει ἑπομένως διακριτική εξουσία ὅσον άφορᾶ τό ζήτημα ἄν ὁρισμένα καθήκοντα καθιστοῦν ἀναγκαία τή χορήγηση διαπιστεύσεως. "Αν μεταβληθούν τά καθήκοντα ἑνός υπαλλήλου καί ἄν ἡ αρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή θεωρεί κατά τή σύννομη άσκηση τῆς διακριτικής εξουσίας τῆς ὅτι ή διαπίστευση δέν εἶναι πλέον ἀναγκαία, ή ἀπόφαση αυτή δέν άφορᾶ τήν κατάσταση τοῦ ενδιαφερομένου προσώπου ἡ οποία καθορίζεται στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ἡ στό καθεστώς τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ καί συνεπῶς δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς βλαπτική πράξη κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 25, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως.
"Αν ἡ 'Επιτροπή ἀνεκάλεσε τήν διαπίστευση τοῦ προσφεύγοντος, μετά τήν ἀνάθεση νέων καθηκόντων, μέ τήν αιτιολογία ὅτι ἡ διαπίστευση δέν ήταν ἀναγκαία γιά τήν άσκηση τῆς νέας δραστηριότητος, ἡ ἐν λόγω ἀπόφαση ἐσωτερικοῦ χαρακτῆρος δέν δύναται γιά τό λόγο αυτό, οὔτε ὑπό τό πρίσμα τῆς ελλείψεως αἰτιολογίας ούτε ὑπό τό πρίσμα τῆς καταχρήσεως ἐξουσίας, νά προσβληθεί ἀπό νομικῆς απόψεως, ἡ ὁποία μόνη ενδιαφέρει ἐν προκειμένω.
Ἐφ' ὅσον, ὅπως ελέχθη, ὁ προσφεύγων δέν 'έχει καμμία ἀπαίτηση νά τοῦ ἀνατεθοῦν συγκεκριμένα καθήκοντα, δέν έχει επίσης καμμία ἀπαίτηση νά τοῦ ἐπαναχορηγηθεῖ στό μέλλον ἡ διαπίστευση.
3. 'Επί τῶν λοιπών αιτημάτων
Ὁ προσφεύγων ζητεῖ περαιτέρω ἀποκατάσταση τῆς ἠθικής βλάβης τήν ὁποία υπέστη λόγω τοῦ ὑποβιβασμοῦ του καί τῆς μεταβολής τῶν καθηκόντων του. Ή ἐν λόγω βλάβη συνίσταται κυρίως στην προσβολή τῆς επαγγελματικής του τιμής καί τῆς ὑπολήψεώς του.
'Ανεξαρτήτως τοῦ ὅτι δέν προσεκομίσθη επαρκής ἀπόδειξη τῆς ἐν λόγω ζημίας, θεωρώ ἐν πάση περιπτώσει ὅτι ἡ λύση τήν ὁποία προέτεινα ἀποτελεῖ προσήκουσα ἀποκατάσταση τῆς ενδεχομένης προσβολής τοῦ επαγγελματικοῦ κύρους τοῦ προσφεύγοντος καί κατά συνέπεια τό αίτημα ἀποκαταστάσεως τῆς ἠθικῆς βλάβης εἶναι άνευ ἀντικειμένου.
Λαμβανομένου ὑπ' ὄψη τοῦ ἀνωτέρω συμπεράσματος, τό αίτημα ἀκυρώσεως τῆς σιωπηρᾶς ἀπορρίψεως τῶν ἐνστάσεων τοῦ προσφεύγοντος καθώς καί τά επικουρικά αιτήματα εἶναι επίσης άνευ ἀντικειμένου.
III —
Ἐν συμπεράσματι, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀκυρώσει τήν περιεχομενη στή σύμβαση τῆς 22ας Αυγούστου 1980 ἀπόφαση περί τῆς κατατάξεως τοῦ προσφεύγοντος στό βαθμό Α 4 καί περί τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν καθηκόντων του καί νά ἀναγνωρίσει ὅτι, πρός διασφάλιση τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων του καί βάσει τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθεισῶν άρχων, ἡ κατάταξη του πρέπει νά γίνει μέ ἰσχύ ἀπό τήν 1η Ἰουλίου 1980, νά ἀπορρίψει δέ κατά τά λοιπά τήν προσφυγή. Ἐφ' ὅσον ἡ Ἐπιτροπή ἡττήθη κατά τό ουσιώδες μέρος τῆς ὑποθέσεως, πρέπει σύμφωνα μέ τό άρθρο 69, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας νά καταδικασθεί στά δικαστικά ἔξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Ἀπόφαση τῆς 28ης Μαΐου 1980 ἐπί τῶν συνεκδικα-σθεισῶν ὑποθέσεων 33 καί 75/79, Richard Kuhner κατά 'Επιτροπῆς, Slg. 1980, σ. 1677.
( 3 ) 'Απόφαση τῆς 19ης Μαρτίου 1974 ἐπί τῆς υποθέσεως 189/73, Van Reenen κατά 'Επιτροπής, Slg. 1975, σ.445.
( 4 ) 'Απόφαση τῆς 12ης 'Ιουλίου 1973 ἐπί τῆς υποθέσεως 28/72, Leandro Tontodonati κατά 'Επιτροπής, Slg. 1973, σ. 779.
( 5 ) 'Απόφαση τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1964 ἐπί τῆς υποθέσεως 102/63, Jacques Boursin κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής, Slg. 1964, σ. 1351.
( 6 ) 'Απόφαση τῆς 9ης 'Ιουλίου 1970 ἐπί τῆς υποθέσεως 35/69, Herta Lampe, χήρα Grosz, κατά 'Επιτροπῆς, Slg. 1970, σ. 609.
( 7 ) 'Απόφαση τῆς 25ης Μαρτίου 1982 ἐπί τῆς υποθέσεως 98/81, Κ. J. Munk κατά 'Επιτροπῆς, μή ἀκόμη δημοσιευθεῖσα στην Συλλογή.
( 8 ) 'Απόφαση τῆς 28ης Μαΐου 1980 ἐπί τῶν συνεκδι-κασθεισῶν υποθέσεων 33 καί 75/79, Richard Kuhner κατά 'Επιτροπῆς, Slg. 1980, σ. 1677.
( 9 ) 'Απόφαση τῆς 29ης 'Οκτωβρίου 1981 ἐπί τῆς υποθέσεως 125/80, Günther Arning κατά Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλ. 1981, σ. 2539.
Full & Egal Universal Law Academy