ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 14 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Οἱ προσφεύγοντες στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις υπαλλήλων, ἐπί τῶν ὁποίων ἀναπτύσσω ακολούθως τίς προτάσεις μου, εισήλθαν ὅλοι στην υπηρεσία τῆς Επιτροπής, ὁρισμένοι τό 1977 καί άλλοι τό 1978, ὡς «χειριστές εγκαταστάσεων διερμηνείας». Προσελήφθησαν ἀρχικά ὡς ἔκτακτοι ἡ επικουρικοί υπάλληλοι, ἐν συνεχεία δέ, κατόπιν επιτυχούς συμμετοχής τους στόν εσωτερικό διαγωνισμό βάσει εξετάσεων γιά την κατάρτιση πίνακος μελλοντικῶν προσλήψεων ἀναπληρωτών υπαλλήλων γραφείου μέ βαθμό C 4/5 (COM/C/4/78), ἐμονιμοποιήθησαν ἀπό 1ης Μαρτίου 1980. Οι Parlante, Broceart καί Lattanzio κατετάγησαν στόν βαθμό C 5, οἱ δέ Micheli καί Labate στόν βαθμό C 4.
Τό Νοέμβριο τοῦ 1977, ἐνῶ διαρκούσε ἀκόμη ἡ περίοδος τῆς δοκιμασίας τους, οἱ προσφεύγοντες υπέβαλαν διοικητικές ἐνστάσεις κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, υποστηρίζοντας ὅτι στά πράγματι ἐκτελούμενα ἀπό αυτούς καθήκοντα ἀντιστοιχούσαν ὁ βαθμός καί ή θέση βοηθού γραφείου. Οἱ ενστάσεις αὐτές ἀπερρίφθησαν ἀπό τήν ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή μέ τήν αιτιολογία ὅτι ή σχετική ἀνακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως προέβλεπε ἀποκλειστικῶς τόν διορισμό ἀναπληρωτών υπαλλήλων γραφείου τῆς σταδιοδρομίας C 4/5 καί ὅχι βοηθών γραφείου τῆς σταδιοδρομίας C 3/2. Οἱ ἀποφάσεις αυτές κατέστησαν ὁριστικές, μετά τήν άπρακτη παρέλευση τῆς προθεσμίας προσβολής τους ἀπό τους προσφεύγοντες.
Ἀνεξάρτητα ἀπό τήν διαδικασία αυτή, οἱ προσφεύγοντες υπέβαλαν, στίς 25 Ἀπριλίου 1980, μία αίτηση κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 90, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού περί υπηρεσιακής καταστάσεως, ζητώντας νά τους χορηγηθεί τό επίδομα διαφορᾶς αποδοχών πού προβλέπεται στό άρθρο 7, παράγραφος 2, τοῦ ἐν λόγω κανονισμού. Ὅταν καί αυτές οἱ αιτήσεις ἀπερρίφθησαν, άλλες ρητώς καί άλλες σιωπηρώς, οἱ ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν κατά τῆς ἀπορρίψεως αυτής διοικητικές ενστάσεις βάσει τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Τέλος, καί οἱ ενστάσεις αυτές ἀπερρίφθησαν μέ έγγραφο τοῦ ἁρμοδίου γιά θέματα προσωπικού μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς 8ης Ἀπριλίου 1981.
Κατόπιν τούτου, στίς 3 Ίουλίου 1981, οἱ ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι ἤσκησαν προσφυγή, μέ τήν ὁποία ζητούσαν τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπής τῆς 8ης Ἀπριλίου 1981 καί τήν επιβολή στην καθ'ἧς τῆς υποχρεώσεως νά καταβάλει εντόκως στους προσφεύγοντες, ὑπό μορφή ἀποζημιώσεως, ἐπίδομα διαφοράς ἀποδοχών ἴσο πρός τήν διαφορά μεταξύ τῶν ἀποδοχών πού εισέπραξαν καί τῶν ἀποδοχών πού θά έπρεπε νά έχουν εισπράξει γιά τήν εκτέλεση τῶν καθηκόντων τοῦ χειριστού ἐγκαταστάσεων διερμηνείας ἀπό τῆς εἰσόδου τους στην υπηρεσία τουλάχιστον ἀπό τῆς μονιμοποιήσεώς τους.
Πρίν διατυπώσω τίς ἀπόψεις που ὡς προς τό βάσιμο τῶν προσφυγών, ἄς μοῦ ἐπιτραπεί νά παρατηρήσω ὅτι ευλόγως δύναται νά ἀμφισβητηθεί τό παραδεκτό τῶν προσφυγών αυτών, γιά τόν λόγο ὅτι επιχειρείται κατ'οὐσία ἐν προκειμένω νά επιτευχθεί εμμέσως, διά τῆς ὁδού επιδόματος διαφοράς ἀποδοχών πού προβλέπεται στό άρθρο 7, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ή de facto επανεξέταση τῆς κατατάξεως τῶν προσφευγόντων, ἡ ὁποία έχει καταστεί ἀπρόσβλητη. Ἐπειδή ὅμως δέν προετάθη ἀπό τήν καθ' ἧς ἡ ένσταση αυτή, πού ἐμποδίζει τήν πρόοδο τῆς δίκης, καί επειδή — τουλάχιστον de jure — ὁ επιδιωκόμενος σκοπός διαφέρει ἀπό εκείνον πού ἐπεδίωκαν οἱ προηγηθείσες διοικητικές διαδικασίες, θεωρῶ ενδεδειγμένο νά λάβω θέση καί ἐπί τῆς ουσίας.
1.
Ἐπί τῆς προσβολής τῆς ἀποφάσεως τῆς 8ης Ἀπριλίου 1981
α)
Πρός υποστήριξη τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ, οἱ προσφεύγοντες προβάλλουν ὅτι ή Ἐπιτροπή παρέβη τό άρθρο 5, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως καί τήν ἀρχή τῆς ἴσης ἀμοιβής γιά ὅμοια εργασία, κατά τό ὅτι παρέχει στους προσφεύγοντες ἀμοιβή κατώτερη ἀπό τήν ἀμοιβή πού λαμβάνουν άλλοι υπάλληλοι τοῦ ἴδιου ὀργάνου ἡ άλλων ὀργάνων πού ἀσκοῦν ἀνάλογα καθήκοντα.
Μολονότι ἡ Ἐπιτροπή ὀρθῶς υποστηρίζει ὅτι ἡ προβαλλόμενη διάταξη, κατά τήν ὁποία «οἱ υπάλληλοι πού ἀνήκουν στην ἴδια κατηγορία ἤ στόν ἴδιο κλάδο υπόκεινται ἀντίστοιχα στίς ἴδιες προϋποθέσεις προσλήψεως καί εξελίξεως τῆς σταδιοδρομίας», δέν ἀποβλέπει στην διασφάλιση ἴσης ἀμοιβής γιά τους υπαλλήλους πού ἀσκοῦν ἀνάλογα καθήκοντα, ἐν τούτοις δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ἡ ἀρχή της ἴσης μεταχειρίσεως πρέπει νά τηρείται καί στό δίκαιο τῆς κοινοτικής δημοσίας υπηρεσίας. Ὅπως επανειλημμένως εδέχθη τό Δικαστήριο, μεταξύ ἄλλων στην υπόθεση Boursin ( 2 ) πρέπει, βάσει ἰδίως τῆς ἀρχής τῆς ἀντιστοιχίας μεταξύ καθηκόντων καί βαθμοῦ, τήν ὁποία διασφαλίζει τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, νά ἀποφεύγεται ἡ άνιση μεταχείριση υπαλλήλων, στους ὁποίους έχουν εγκύρως ἀνατεθεί παρόμοια καθήκοντα.
Ἐν τούτοις, ἀντίθετα πρός τήν υποστηριζόμενη ἀπό τους προσφεύγοντες άποψη, δέν δύναται νά γίνει λόγος γιά παράβαση αυτής τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων σέ κάθε περίπτωση άνισου μεταχειρίσεως. Τουναντίον, ὅπως παγίως δέχεται τό Δικαστήριο, παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως πρέπει νά θεωρείται ὅτι υπάρχει μόνο ὅταν ἡ διαφοροποίηση δέν δικαιολογείται ἀντικειμενικά.
Ἀλλά μία διαφορά μεταχειρίσεως δύναται νά δικαιολογείται παρά τόν ἴδιο χαρακτηρισμό μιᾶς ὁρισμένης δραστηριότητος, ἀπό λόγους πού ἀνάγονται στην ποιότητα καί στην ποσότητα τῆς εργασίας.
Ὡς ἐκ τούτου, δέν δύναται νά προβληθούν ἀντιρρήσεις ἄν οἱ χειριστές ἐγκαταστάσεων διερμηνείας, οἱ όποιοι, ὅπως οἱ υπηρετούντες στην Ἐπιτροπή στό Λουξεμβοῦργο, σχηματίζουν μία μικρή ὁμάδα ἀπό ἕξη υπαλλήλους καί πρέπει συνεπώς κατ' ἀνάγκη νά καταβάλλουν ἀντίστοιχες προσπάθειες, ἀμείβονται καλύτερα ἀπό ὁρισμένους χειριστές πού υπηρετοῦν στην Ἐπιτροπή στίς Βρυξέλλες, ὅπου γιά τά ἀντίστοιχα καθήκοντα υπάρχουν διαθέσιμοι τουλάχιστον είκοσι δύο υπάλληλοι.
Ὑπό τό ἴδιο πρίσμα πρέπει περαιτέρω νά εξετασθεί καί ἡ σύγκριση τήν ὁποία επιχειροῦν οἱ προσφεύγοντες, μέ τους τεχνικούς πού εργάζονται στό Κοινοβούλιο. Καί ἐδῶ ἐπίσης εἶναι προφανές ὅτι τό διαφορετικό επίπεδο καθηκόντων, ἰδίως ἀπό ἀπόψεως εκτάσεως τῶν εγκαταστάσεων διερμηνείας, δύναται νά δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση τῶν τεχνικών. Οἱ διαφορετικές ἀπαιτήσεις τῆς εργασίας ἀντικατοπτρίζονται ἰδίως στους ὅρους προσλήψεως. Ἐτσι, ἡ μέν Ἐπιτροπή, στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοί) COM/C/4/78 για τήν κατάρτιση πίνακος γιά μελλοντικές προσλήψεις ἀναπληρωτών υπαλλήλων γραφείου ἀπαιτοῦσε μόνο γνώσεις ραδιοτε-χνίας, ἐνῶ τό Κοινοβούλιο σέ ἀντίστοιχη προκήρυξη γενικοῦ διαγωνισμοῦ πληρώσεως θέσεων ΡΕ 75/C ABl. C 249, τῆς 20ής Όκτωβρίου 1978, σ. 8) γιά βοηθούς γραφείου μέ βαθμό C 3 ἀπαιτοῦσε ένα τεχνικό δίπλωμα ραδιοηλεκτρολογίας.
Τέλος, ἀπό την σύγκριση πού ἐπιχειροῦν οἱ προσφεύγοντες μέ υπαλλήλους τῆς ἴδιας υπηρεσίας στίς Βρυξέλλες δέν προκύπτει ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, κατατάσσοντας τους υπαλλήλους αυτούς σέ ἀνώτερη θέση, παρεβίασε τήν ἀρχή τῆς ἴσης ἀμοιβῆς γιά ὅμοια εργασία. Στην ἀλληλουχία αυτή δέν χρειάζεται νά εξετασθεί ἄν οἱ ἐν λόγω υπάλληλοι πράγματι, παρά τήν ταυτόσημη περιγραφή τῶν καθηκόντων τους, δέν ἀσκοῦν καθήκοντα μέ μεγαλύτερες ἀπαιτήσεις, δεδομένου ὅτι ἐν πάση περιπτώσει μία διαφορετική ἀμοιβή δικαιολογείται ἐκ των πραγμάτων λόγω τῆς διαφορετικής ἀρχαιότητος καί ἡλικίας, καθώς καί τῆς συνδεόμένης πρός αυτά ἐπαγγελματικής πείρας. Ἀπό τήν εξέταση τοῦ προσκομισθέντος ἀπό τήν Ἐπιτροπή καταλόγου των υπαλλήλων πού υπηρετούν στό ὄργανο αὐτό ὡς χειριστές εγκαταστάσεων διερμηνείας σαφώς προκύπτει ὅτι αυτά τά κριτήρια εφήρμοσε ἡ Ἐπιτροπή. Ἔτσι ὁ μέσος ὅρός ἀρχαιότητος τῶν τεχνικών τοῦ βαθμοῦ C 5 εἶναι πέντε έτη, τῶν τεχνικών τοῦ βαθμοῦ C 4 έξη, τῶν υπαλλήλων C 2 δέκα ὀκτώ καί τῶν υπαλλήλων C 1 τά δέκα ὀκτώ καί μισό έτη. Ἡ ηλικία τῶν τεχνικών C 5, γιά νά ἀναφέρω ένα ἀκόμη παράδειγμα, εἶναι κάτω τῶν τριάντα ετών, ἐνῶ οἱ υπάλληλοι C 1 εἶναι άνω τῶν σαράντα ετών. Ἀν οἱ ὑπάλληλοι νεαρότερης ηλικίας καί μέ μικρότερο χρόνο υπηρεσίας κατέληγε νά κατατάσσονται ἀπό τήν ἀρχή ὅπως καί οἱ πρεσβύτεροι καί ἀρχαιότεροι υπάλληλοι πού εἶναι επιφορτισμένοι μέ παρόμοια καθήκοντα, θά καθίστατο ἀδύνατη ἡ εξέλιξη εντός τῆς ἴδιας κατηγορίας.
β)
Πρός θεμελίωση τῶν αιτημάτων τους οἱ προσφεύγοντες προβάλλουν περαιτέρω ὅτι ἡ πλημμέλεια τῆς ἀποφάσεως, μέ τήν ὁποία ἡ Ἐπιτροπή ἠρνήθη νά τους χορηγήσει επίδομα διαφοράς ἀποδοχών, προκύπτει ἐπίσης καί ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπής περί καθορισμοῦ τῶν καθηκόντων καί κατανομής τῶν ἁρμοδιοτήτων γιά κάθε πρότυπη θέση, πού ἐδημοσιεύθη στόν «Ταχυδρόμο τοῦ προσωπικοῦ», τεῦχος 272, τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1973. Ἀπό τήν ἀπόφαση αυτή συνάγεται, κατά τους προσφεύγοντες, ὅτι τά καθήκοντα ενός χειριστού εγκαταστάσεων διερμηνείας δύνανται νά ἀσκηθούν μόνο ἀπό ένα βοηθό γραφείου τῆς σταδιοδρομίας C2/C3, ὄχι όμως καί ἀπό έναν ἀναπληρωτή υπάλληλο γραφείου τῆς σταδιοδρομίας C 4/5.
Τό ἀβάσιμο τοῦ επιχειρήματος αὐτοῦ προκύπτει ήδη ἀπό τό γεγονός ὅτι, ὅπως δείχνει ἡ λέξη «ἰδίως», πού προτάσσεται τῶν ὀνομασιών τῶν καθηκόντων, ἡ ἀπαρίθμηση αυτή πρέπει νά θεωρηθεί ενδεικτική καί ὄχι ἀποκλειστική. Ἀν ἡ άποψη τῶν προσφευγόντων ήταν ὀρθή, τούτο θά εἶχε ἐπί πλέον τή συνέπεια, ὅτι πάντα μία συγκεκριμένη εργασία θά ήταν δυνατό να εκτελείται μόνο ἀπό υπαλλήλους πού ἀνήκουν σέ ένα καί τόν αυτό βαθμό. Ἀπό μία σύντομη ὅμως εξέταση τῆς ἐν λόγω περιγραφής τῶν καθηκόντων προκύπτει σαφώς ὅτι εἶναι δυνατό νά ἀσκούνται τά ἴδια καθήκοντα ἀπό υπαλλήλους πού ἀνήκουν σέ διαφορετικούς βαθμούς, κατά τρόπο ώστε ὁ ἀποφασιστικός παράγοντας γιά τήν διαφορετική κατάταξη εἶναι τό είδος τῶν διπλωμάτων ἡ ἡ έκταση τῆς επαγγελματικής πείρας.
γ)
Κατά τῆς Ἐπιτροπῆς στρέφεται τέλος ή μομφή ὅτι ἡ μή χορήγηση επιδόματος διαφοράς ἀποδοχών ἀντιβαίνει στο άρθρο 7, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοί) ὑπηρεσιακής καταστάσεως, ἀποτελεί δέ παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς επιεικείας καί παράβαση τοῦ καθήκοντος προνοίας.
Ὅπως ὅμως επανειλημμένως εδέχθη τό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων στίς υποθέσεις Küster ( 3 ) καί Lampe ( 4 ), ἡ εφαρμογή τῆς διατάξεως αυτής προϋποθέτει ρητή απόφαση τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς αρχής, δεδομένου ὅτι αύτη συνεπάγεται ἀξίωση τοῦ υπαλλήλου γιά καθορισμένες παροχές ἐκ μέρους τῆς διοικήσεως. Ἀνεξάρτητα ἀπό τό ὅτι, ὅπως είδαμε, οἱ προσφεύγοντες δέν δύνανται νά υποστηρίξουν ὅτι ἀσκούν καθήκοντα ἀνώτερα ἀπό τά καθήκοντα υπαλλήλου τοῦ βαθμού τους, ἐλλείπει ἐν πάση περιπτώσει στην προκειμένη περίπτωση μία τέτοια ρητή «ἀνάθεση». Ἐπί πλέον, ὅπως συνάγεται ἀπό τήν ἀπόφαση στην υπόθεση Prelle ( 5 ), ἡ εφαρμογή τῆς διατάξεως αυτής προϋποθέτει ὅτι τά καθήκοντα πού ὁ υπάλληλος ἀσκεῖ προσωρινώς πρέπει νά διαφέρουν σημαντικά ἀπό τά καθήκοντα πού προσιδιάζουν στην δική του θέση. Τούτο ὅμως δέν δύναται νά γίνει δεκτό στην προκειμένη περίπτωση, ὅπως επιβεβαιώνει ἡ εξέταση τῶν άλλων πραγματικών περιστατικών.
Ἐν ὄψει τῆς περιγραφείσης έννόμου καταστάσεως, δέν νομίζω ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, μή χορηγώντας τό επίδομα διαφορᾶς ἀποδοχών, παρεβίασε τήν ἀρχή τῆς επιεικείας καί παρέβη τό καθήκον προνοίας πού υπέχει.
2.
Ἐπί τοῦ αιτήματος ἀποζημιώσεως
Ἀνεξάρτητα ἀπό τους προαναφερθέντες λόγους προσφυγής, οἱ προσφεύγοντες φρονούν ὅτι ἡ Ἐπιτροπή διέπραξε δύο υπηρεσιακά πταίσματα κατά τήν ὀργάνωση των υπηρεσιών τῆς καί ὡς ἐκ τούτου ὀφείλει νά καταβάλει τό αἰτηθέν επίδομα διαφορᾶς ἀποδοχών ὑπό μορφή ἀποζημιώσεως. Τῆς προσάπτεται ἀφ᾽ ἑνός μέν ὅτι ὑπερίμησε τήν πραγματική σπουδαιότητα τῶν καθηκόντων καί τῶν εὐθυνών πού έχουν ἀνατεθεί στους προσφεύγοντες, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ὅτι δέν ἀπασχολεί βοηθούς γραφείου τοῦ βαθμού C 3 ὡς χειριστές εγκαταστάσεων διερμηνείας. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ προσφεύγοντες, πού υπάγονται υπηρεσιακώς σέ έναν υπάλληλο τοῦ βαθμού Β 1, εἶναι υποχρεωμένοι νά ἐκτελούν στην πραγματικότητα τά καθήκοντα βοηθού γραφείου.
Στους ισχυρισμούς αὐτούς πρέπει ὅμως νά ἀντιταχθεί ὅτι, ὅπως παγίως ἔχει δεχθεί τό Δικαστήριο στην νομολογία του, κάθε όργανο καταρτίζει κατά τρόπο ἀνεξάρτητο τόν πίνακα τῶν θέσεων στίς υπηρεσίες του, διαθέτει δέ ευρεία διακριτική ἐξουσία κατά τήν ὀργάνωση τῶν υπηρεσιών του. Δοθέντος ὅτι οἱ προσφεύγοντες δέν κατόρθωσαν νά ἀποδείξουν ὅτι τά τωρινά τους καθήκοντα δέν ἀντιστοιχούν πρός καθήκοντα ἀναπληρωτού υπαλλήλου γραφείου κατεταγμένου σέ θέση τῆς σταδιοδρομίας C 4/5, δέν δύναται νά προσαφθεί στην Ἐπιτροπή ἐν προκειμένω κατάχρηση εξουσίας.
Ἐπί πλέον, ὅπως ήδη ἐδείχθη, τά ἴδια καθήκοντα δύνανται νά ἀσκούνται ἀπό υπαλλήλους πού ἀνήκουν σέ διαφορετικούς βαθμούς μιᾶς σταδιοδρομίας. Ό κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως Ιδίως δέν περιέχει καμμία ένδειξη υπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἡ κατοχή μιᾶς οιασδήποτε θέσεως εξαρτᾶται ἀπό τό ἄν ἡ ἀμέσως ἀνώτερη θέση εἶναι ἡ ὄχι κατειλημμένη. Τό ἀντίθετο δέν δύναται πάντως νά συναχθεί, ὅπως υποστηρίζουν οἱ προσφεύγοντες, ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση Klaer ( 6 ), κατά τήν ὁποία ετέθη τό ζήτημα ἄν ένας υπάλληλος μέ βαθμό Α1 δύναται νά ὑπαχθεί σέ άλλο υπάλληλο τοῦ ίδιου βαθμοῦ. Βάσει τῆς περιγραφής τῶν καθηκόντων ἀπό τήν Ἀνωτάτη Ἀρχή, τό Δικαστήριο εδέχθη ἁπλώς καί μόνο ὅτι ὁ κάτοχος μιας θέσεως υπάγεται κατ' ἀρχήν σέ έναν ὑπάλληλο πού εἶναι τοποθετημένος στην ἀμέσως ἀνώτερη σταδιοδρομία.
Μετά ἀπό τίς ανωτέρω νομικῆς φύσεως σκέψεις, μένει τέλος νά παρατηρηθεί ὅτι, ὅπως ἐπληροφορήθην, ἡ Ἐπιτροπή ἀπασχολεί επτά χειριστές εγκαταστάσεων διερμηνείας μέ βαθμό C 2, οἱ ὁποίοι περιλαμβάνονται στην σταδιοδρομία C 2/3 — βοηθός γραφείου.
3.
Ἀφοῦ, επομένως, ὅλοι οἱ ισχυρισμοί τῶν προσφευγόντων εἶναι ἀστήρικτοι, προτείνω τό Δικαστήριο νά ἀπορρίψει τίς προσφυγές καί νά ἀποφανθεί ἐπί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Ἀπόφαση τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1964, υπόθεση 102/63, Jacques Boursin κατά Ἀνωτάτης Ἀρχῆς της ΕΚΑΧ, Slg. 1964, σ. 1471.
( 3 ) Ἀπόφαση τῆς 12ης Μαρτίου 1975, υπόθεση 23/74 Berthold Küster κατά Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, Slg. 1975, σ. 353.
( 4 ) Ἀπόφαση τῆς 9ης Ίουλίου 1970, υπόθεση 35/69 Herta Lampe, χήρα Grosz, κατά Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1970, σ. 609.
( 5 ) Ἀπόφαση τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1970, υπόθεση 5/70, Maurice Prelle κατά Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1970, σ. 1075.
( 6 ) Ἀπόφαση τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1965, υπόθεση 15/65, Werner Klaer κατά Ἀνωτάτης Ἀρχής τῆς ΕΚΑΧ, Slg. 1965, σ. 1375.
Full & Egal Universal Law Academy