ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 15 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ὁ προσφεύγων στην παρούσα υπόθεση προσελήφθη στο Εὐρωπαϊκό Κοινοβούλιο τόν Μάρτιο τοῦ 1979. Υπηρέτησε ἀρχικώς ὡς επικουρικός υπάλληλος στό «Service du courrier» καί την 1η 'Οκτωβρίου 1980 διω-ρίσθη ὡς δόκιμος ὑπάλληλος μέ βαθμό D 3 (κλητήρας) στή Γενική Διεύθυνση Διοικήσεως Προσωπικού καί Οικονομικών.
Στίς 30 Μαρτίου 1981, δηλαδή μία ήμερα πρό τῆς λήξεως τῆς περιόδου τῆς δοκιμασίας του, τό τμήμα προσωπικού συνέταξε δυσμενή έκθεση περί τῆς δοκιμασίας του, στην ὁποία συνίστᾶτο ἡ ἀπόλυση τοῦ προσφεύγοντος κατά τήν λήξη τῆς περιόδου δοκιμασίας του. 'Η ἕκθεση ἐγνω-στοποιήθη στόν προσφεύγοντα στίς 14 'Απριλίου 1981 καί υπεγράφη ἀπό αυτόν στίς 6 Μαίου 1981. Ταυτοχρόνως, μέ επιστολή τῆς 5ης Μαΐου 1981 πρός τόν γενικό διευθυντή Διοικήσεως, Προσωπικού καί Οικονομικῶν, ὁ προσφεύγων υπέβαλε λεπτομερώς τίς παρατηρήσεις του ἐπί τῆς εκθέσεως κατόπιν τούτου, ὁ ἐν λόγω γενικός διευθυντής διέταξε τήν επανεξέταση τῆς υποθέσεως.
Μέ επιστολή τῆς 11ης 'Ιουνίου 1981, ὁ προσφεύγων ἤσκησε διοικητική ένσταση κατά τῆς μή μονιμοποιήσεώς του, άλλά, στίς 19 'Ιουνίου 1981, ὁ γενικός γραμματεύς τοῦν Κοινοβουλίου τοῦ ἐγνωστοποίησε ὅτι, λόγω τῆς δυσμενούς ἐκθέσεως περί τῆς δοκιμασίας του, θά ἀπελύετο ἀπό 15ης 'Ιουλίου 1981.
Στίς 8 'Ιουλίου 1981, ὁ προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά τῆς εκθέσεως καί τῆς ἐπακολουθησάσης ἀπολύσεως του, ταυτοχρόνως δέ ἤσκησε προσφυγή, ζητώντας τήν ἀκύρωση τῆς ἐκθέσεως περί τῆς δοκιμασίας καί τῆς ἀποφάσεως περί τῆς ἀπολύσεως του, καθώς καί τήν επιδίκαση σ' αυτόν ἀποζημιώσεως.
Ή αίτηση του περί ἀναστολής τῆς ἀπολύσεως, ἡ ὁποία υπεβλήθη συγχρόνως μέ τήν προσφυγή, ἀπερρίφθη μέ διάταξη τῆς 20ής 'Ιουλίου 1981 ἀπό τόν πρόεδρο τοῦ τρίτου τμήματος. Στίς 9 'Οκτωβρίου 1981, ὁ γενικός γραμματεύς τοῦ Κοινοβουλίου ἀπέρριψε ρητώς τήν προαναφερθείσα διοικητική ένσταση.
Ή γνώμη μου ἐπί τῆς παρούσης προσφυγής, ή ὁποία πρέπει νά θεωρηθεί παραδεκτή δυνάμει τοῦ ἄρθρου 91, παράγραφος 4, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, έχει ὡς έξῆς:
Ό προσφεύγων ἀμφισβητεί κατά πρώτο λόγο τήν έκθεση περί τῆς δοκιμασίας του, ὁ πλημμελής χαρακτήρας τῆς ὁποίας πρέπει, κατά τόν προσφεύγοντα, νά ὁδηγήσει κατ' ἀνάγκη στην ακύρωση τῆς ἀποφάσεως περί ἀπολύσεως. Πρός ὑποστήριξη τοῦ ισχυρισμού του, ὁ προσφεύγων προβάλλει ὅτι ἡ ἐν λόγω έκθεση είναι ἀνεπαρκώς αιτιολογημένη, ιδίως ὅσον άφορᾶ τίς δυσμενείς κρίσεις πού περιέχειὅτι στηρίζεται ἐξ άλλου σέ ανακριβή πραγματικά περιστατικά, συνετάγη δέ χωρίς ἀντικειμενική ἀξιολόγηση ὅλων τῶν περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων καί τῶν περιστάσεων υπέρ τοῦ προσφεύγοντος. Ὅτι, τέλος, ἡ ὅλη συμπεριφορά τῆς διοικήσεως συνιστούσε κατάχρηση ἐξουσίας, διότι ἡ έκθεση συνετάγη μέ μοναδικό σκοπό τήν ἀπομάκρυνση τοῦ προσφεύγοντος ἀπό τήν υπηρεσία, λόγω τῆς συνδικαλιστικής του δράσεως.
1.
Ἄν εξετάσουμε τους ισχυρισμούς αὐτούς διεξοδικότερα, πρέπει πρώτα νά παρατηρήσουμε, ἀπό διαδικαστικής ἀπόψεως, ὅτι, ὅπως ὀρθώς παρατηρεί ὁ προσφεύγων, σύμφωνα μέ τό άρθρο 34, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τό ἀργότερο ένα μήνα πρίν ἀπό την λήξη τῆς περιόδου δοκιμασίας, ἔπρεπε νά 'έχει καταρτισθεί ἔκθεση περί τῆς ικανότητος του καί νά τοῦ 'έχει γνωστοποιηθεί. Δεδομένου οτι, δυνάμει τοῦ άρθρου 34, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἡ περίοδος δοκιμασίας τοῦ προσφεύγοντος έληξε στίς 31 Μαρτίου 1981, ἐνω ἡ έκθεση συνετάγη στίς 30 Μαρτίου 1981, ἡ κατάρτιση της καθυστέρησε ἀδικαιολογήτως. Μία τέτοια βραδύτης στην κατάρτιση τῆς εκθέσεως, ὅπως ἐδέχθη τό Δικαστήριο στίς υποθέσεις di Pillo ( 2 ) καί Munk ( 3 ), συνιστά πράγματι παρατυπία ἐν σχέσει πρός τίς ρητές επιταγές τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ὅμως δέν εἶναι τέτοιας φύσεως ώστε «νά θίγει τό κύρος τῆς εκθέσεως».
Βεβαίως, ὅπως ὑπεγράμμισε τό Δικαστήριο στην ὑπόθεση Munk ( 3 ), εἶναι οὐσιῶδες νά παρέχεται στον ενδιαφερόμενο ἡ δυνα-τότης νά υποβάλλει τίς τυχόν παρατηρήσεις του στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή καί νά εξασφαλίζεται ὅτι ἡ ἐν λόγω ἀρχή θά δυνηθεί νά τίς λάβει ὑπ᾽ ὄψη. Ὁ χρόνος πού διέρρευσε μεταξύ τῆς γνωστοποιήσεως τῆς εκθέσεως, ἡ ὁποία έγινε στίς 14 'Απριλίου, καί τῆς ἀποφάσεως περί ἀπολύσεως τῆς 19ης 'Ιουνίου θά πρέπει νά θεωρηθεί ἐπαρκής γιά τους σκοπούς αυτούς.
Ή ἀπόφαση περί ἀπολύσεως δέν δύναται ἐξ άλλου νά ἀμφισβητηθεί λόγω τοῦ ὅτι δέν ελήφθη ἀμέσως μετά τήν λήξη τῆς περιόδου δοκιμασίας. Ναί μέν, ὅπως διευκρίνισε τό Δικαστήριο στην υπόθεση di Pillo, μία τέτοια ἀπόφαση πρέπει νά λαμβάνεται εντός ευλόγου χρόνου, ὁ χρόνος ὅμως αυτός ἀρχίζει νά τρέχει μόνο ἀπό τήν στιγμή κατά τήν ὁποία γνωστοποιείται στόν ενδιαφερόμενο ἡ έκθεση περί τῆς δοκιμασίας. Τό χρονικό διάστημα μεταξύ τῆς 14ης 'Απριλίου καί τῆς 19ης 'Ιουνίου δύναται ὁμοίως, βάσει τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου, νά θεωρηθεί εύλογο.
2.
'Αφού ἡ διαδικασία πού ἀκολούθησε τό Κοινοβούλιο γιά τήν ἀπόλυση τοῦ προσφεύγοντος δέν δύναται καθαυτή νά θεμελιώσει τήν έλλειψη νομιμότητος τῆς ἀπολύσεως, πρέπει ἐν συνεχεία νά εξετασθεί ἡ αιτίαση περί ἀνεπαρκοῦς αἰτιολογίας τῶν δυσμενών κρίσεων πού περιέχονται στην έκθεση περί τῆς δοκιμασίας.
α)
Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, πρέπει πρώτα νά παρατηρηθεί ὅτι, ἀπό τά εννέα συνολικώς κριτήρια πού ἀπαριθμοῦνται στην έκθεση, τά τέσσερα έχουν βαθμολογηθεί μέ τήν ένδειξη «ἀνεπαρκής».
Ὑπό Α.2. — κρίση καί προσαρμοστικότης — ἀναφέρεται ὅτι ὁ προσφεύγων ἐδυσκο-λεύετο νά συμβιβάσει τίς ἀπαιτήσεις τῆς υπηρεσίας μέ τίς προσωπικές του φιλοδοξίες.
Ὑπό Α. 5. — ὑπευθυνότης καί ἀφοσίωση στό καθήκον — έχει καταχωρηθεί ή παρατήρηση ὅτι ὁ προσφεύγων ἀπουσίασε επανειλημμένα ἀπό τήν εργασία του χωρίς νά ἀναφέρει τους λόγους καί χωρίς προηγουμένη προειδοποίηση.
Ὑπό C.1. — ὑπηρεσιακές σχέσεις — καί C. 2. — σχέσεις μέ τρίτους — σημειώνεται ὅτι ὁ προσφεύγων εἶχε πάντα προβλήματα τόσο μέ τους συναδέλφους του ὅσο καί μέ τους ἀνωτέρους του. Τέλος, στίς γενικές παρατηρήσεις ἀναφέρεται μεταξύ άλλων ὅτι ὁ προσφεύγων συχνά έδειχνε «έλλειψη ενδιαφέροντος» γιά τήν εργασία του καί εἶχε πολλές, ἑνίοτε δέ καί βίαιες, διαφωνίες μέ τους ἀνωτέρους του.
Κατά τόν ισχυρισμό τοῦ προσφεύγοντος οἱ παρατηρήσεις αυτές εἶναι υπερβολικά λακωνικές καί ἀνακριβείς γιά νά δύνανται νά θεωρηθούν επαρκείς αἰτιολογίες των δυσμενῶν κρίσεων. Υποστηρίζει ὅτι τά υπηρεσιακά σημειώματα πού συνετάγησαν ἀργότερα καί στά όποια προσδιορίζονται ειδικότερα οἱ κατ᾽ αὐτού επικρίσεις δέν δύνανται νά ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψη στό πλαίσιο αυτό.
Τό επιχείρημα αυτό δέν δύναται νά ἀποκρουσθεί, καθ' ὅσον μεταγενέστερες δηλώσεις, οι ὁποίες δέν ἐγνωστοποιήθησαν στον ἐνδιαφερόμενο καί ἐπί τῶν ὁποίων συνεπώς αυτός δέν ἠδυνήθη νά διατυπώσει τίς παρατηρήσεις του, δέν δύνανται νά χρησιμοποιηθούν πρός αιτιολόγηση τῶν κρίσεων πού περιέχονται στην έκθεση περί τῆς δοκιμασίας. Ή υποχρέωση γνωστοποιήσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 34 τοῦ κανονισμού περί υπηρεσιακής καταστάσεως ἔχει πράγματι ὡς σκοπό νά εξασφαλίσει στον ενδιαφερόμενο τό δικαίωμα νά διατυπώνει τίς τυχόν παρατηρήσεις του πρός τήν ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, τούτο δέ προϋποθέτει ὅτι αυτός γνωρίζει τίς κατ' αυτού επικρίσεις καί τους λόγους τῶν ἐπικρίσεων αυτών.
Κατά συνέπεια, τό μόνο ζήτημα πού γεννάται εἶναι ἄν οἱ παρατηρήσεις πού περιέχονται στην έκθεση εἶναι ἀρκετά ἀκριβείς γιά νά δύναται ὁ ενδιαφερόμενος νά λάβει θέση ἐπ' αυτών καί γιά νά εξασφαλίζεται ὁ δικαστικός έλεγχος τῆς ἀσκήσεως τῆς διακριτικής εξουσίας (βλ. ἀπόφαση von Lachmüller ( 4 ). 'Από τήν υποχρέωση αιτιολογίας πού επιβάλλεται ἀπό τό άρθρο 25, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, καί ἡ ὁποία εἶναι έκφραση μιας γενικής νομικής ἀρχής, δέν πρέπει, ἀσφαλώς, νά ἀντλοῦνται υπερβολικά αυστηρές ἀπαιτήσεις, δεδομένου ὅτι, ὅπως επανέλαβε τό Δικαστήριο στην υπόθεση Munk ( 5 ), ὁ δικαστικός έλεγχος τῆς ἀσκήσεως τῆς διακριτικής εξουσίας τῆς διοικήσεως περιορίζεται σέ περιπτώσεις προφανοῦς πλάνης. Ή αιτιολογία εἶναι, επομένως, επαρκής, ὅταν, ὅπως εδέχθη τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση Renckens ( 6 ), «οἱ λόγοι στους ὁποίους ἐστηρίχθη ἡ δυσμενής πράξη προκύπτουν κατά σαφή καί μή διφορούμενο τρόπο».
Τό ἄν αυτό εἶναι ἀληθές ειδικότερα ὡς πρός τό μέρος τῆς αιτιολογίας, κατά τό όποιο ὁ προσφεύγων ἐδυσκολεύετο νά συμβιβάσει τίς ἀπαιτήσεις τῆς υπηρεσίας μέ τίς προσωπικές του φιλοδοξίες, εἶναι ἴσως αμφίβολο, πάντως ὅμως δέν εἶναι ἀναγκαίο νά επιλυθεί στην προκειμένη περίπτωση.
Καί τούτο διότι διαπιστώνεται ὅτι ἐν πάση περιπτώσει ἡ επίσης δυσμενής κρίση πού περιέχεται ὑπό C.2. — «σχέσεις μέ τρίτους» — δέν αιτιολογείται καθόλου ἀφοῦ ή παρατήρηση ὅτι ὁ προσφεύγων είχε πάντα δυσκολίες τόσο μέ τους συναδέλφους του ὅσο καί μέ τους ἀνωτέρους του δύναται λογικά νά καλύπτει μόνο τίς ὑπό C.1. επίσης ἐπικρινόμενες «υπηρεσιακές σχέσεις».
β)
Σοβαρότερη ἀπό αυτή τήν έλλειψη αιτιολογίας μοῦ φαίνεται, ἐν τούτοις, ή περαιτέρω προσβαλλομένη ἀπό τόν προσφεύγοντα αιτίαση ὅτι ἡ έκθεση ήταν ελλιπώς συμπληρωμένη καί συνεπώς δέν καθιστούσε δυνατή τήν ἀντικειμενική ἀξιολόγηση τῶν ικανοτήτων του.
Στην ἀλληλουχία αυτή πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 34, παράγραφος 2, πρώτο ἐδάφιο, τελευταία φράση, ὁ δόκιμος υπάλληλος πού δέν έχει επιδείξει επαγγελματικές ικανότητες επαρκείς γιά τήν μονιμοποίηση του ἀπολύεται. Κατά συνέπεια, μία έκθεση περί τῆς δοκιμασίας, ἡ ὁποία ἀποτελεί τήν βάση μιας ἀποφάσεως ἀπολύσεως, πρέπει κατ' ἀρχή νά περιέχει ὅλα τά ουσιώδη περιστατικά καί κρίσεις πού ἀπαιτοῦνται γιά νά δοθεῖ μία ὅσο τό δυνατό ἀντικειμενικότερη εικόνα τῶν ικανοτήτων του ἐν ὄψει τῆς μελλοντικῆς επαγγελματικῆς του σταδιοδρομίας. Προκειμένου νά εξασφαλισθεί μία ὅσο τό δυνατό ἀντικειμενικότερη ἀξιολόγηση ἀπαιτείται, επομένως, κατ' ἀρχή, νά συμπληρωθούν ὅλα τά σημεία τῆς εκθέσεως. Τούτο ὅμως δέν έγινε στήν προκειμένη περίπτωση ὅπως προκύπτει ἀπό μία ἀπλή ματιά στην έκθεση.
'Εστω καί ἄν ἡ μή συμπλήρωση τοῦ σημείου «Διπλώματα» δέν ἀποτελεί παράλειψή ουσιώδους τύπου, παραμένει ἐν τούτοις άξιο μομφῆς τό γεγονός ὅτι ἐν προκειμένω 'έχει επίσης ἀφεθεί κενός καί ὁ χῶρος πού προορίζεται γιά την περιγραφή τῶν κυρίων δραστηριοτήτων τοῦ δοκίμου κατά τήν περίοδο τῆς δοκιμασίας. Όπως διευκρίνισε τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση Munk ( 7 ), ἡ έκθεση περί τῆς δοκιμασίας πρέπει νά περιγράφει τίς κύριες δραστηριότητες τοῦ ενδιαφερομένου κατά τήν περίοδο της δοκιμασίας, ἡ περιγραφή δέ αυτή νά εἶναι ἀρκετά ἀκριβής γιά νά επιτρέπει στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή νά λαμβάνει καί νά αιτιολογεί τήν ἀπόφαση της.
γ)
'Ακόμη καί ἄν γίνει δεκτή ἡ άποψη ὅτι, ἐν ὄψει τῶν καθηκόντων τοῦ προσφεύγοντος καί τῆς βαρύτητος τῶν λοιπών επικρίσεων κατ' αὐτοῦ, οὔτε αυτή ἡ έλλειψη θίγει τό κύρος τῆς εκθέσεως περί τῆς δοκιμασίας, μένει ἀκόμη νά παρατηρηθεί ὅτι ὁ ὑπό Β χώρος τῆς εκθέσεως, στον όποιο πρέπει νά σημειωθοῦν οἱ κρίσεις περί της ἀποδόσεως τοῦ δοκίμου, δέν έχει ούτε αυτός συμπληρωθεί. Ό κοινοτικός ὅμως νομοθέτης ἀποδίδει τόση σημασία στό κριτήριο αὐτό, ώστε, ὅπως ρητώς ὁρίζει τό άρθρο 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, «καταρτίζεται έκθεση περί της ικανότητος τοῦ ἐνδιαφερομένου πρός εκπλήρωση τῶν καθηκόντων πού τοῦ έχουν ἀνατεθεί, καθώς καί περί τῆς ἀποδόσεως καί τῆς συμπεριφοράς του στην υπηρεσία». Συνεπώς, ἡ σιγή ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ συνιστά, ἐν πάση περιπτώσει, δυνάμει τοῦ άρθρου 34 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, βαρύ τυπικό ελάττωμα, τό όποιο, ἀντίθετα πρός τήν μή τήρηση τῆς τασσομένης ἀπό τό άρθρο αὐτό προθεσμίας, θεμελιώνει τήν ἀκυρότητα τῆς εκθέσεως περί τῆς δοκιμασίας.
3.
Ἀφοῦ, ἑπομένως, ἡ έκθεση πρέπει νά ̙ἀκυρωθεί λόγω τυπικῶν ελαττωμάτων, ὡς ἐκ τούτου δέ πρέπει νά ἀκυρωθεί καί ἡ ἀπόφαση περί ἀπολύσεως πού ελήφθη βάσει τῆς εκθέσεως αυτής, δέν εἶναι πλέον ἀναγκαίο νά ἐξετασθοῦν οἱ οὐσιαστικοί λόγοι πού επικαλείται περαιτέρω ὁ προσφεύγων.
4.
Ὑπό τίς συνθήκες αὐτές, δέν συντρέχει ἐξ άλλου κανένας λόγος νά επιδικασθεί στόν προσφεύγοντα ἡ ἀποζημίωση τήν ὁποία ζητεί νά τοῦ επιδικασθεί «ενδεχομένως», ἀνερχομένη σέ 100000 βελγικών φράγκων εντόκως πρός 6 % ετησίως ἀπό τῆς ἀσκήσεως τῆς προσφυγής. Δεδομένου ὅτι ἡ ἀπόφαση περί ἀπολύσεως δέν εἶναι έγκυρη, ὁ προσφεύγων — τουλάχιστον μέχρι τῆς καταρτίσεως νέας εκθέσεως περί τῆς δοκιμασίας του καί τῆς μελλούσης νά επακολουθήσει ἀποφάσεως ὡς πρός τήν μονιμοποίηση του — εξακολουθεί νά μισθοδοτείται καί συνεπώς δέν υπέστη καμμία υλική ζημία. Ἀφ᾽ ετέρου, ἡ υποστηριζόμενη ηθική βλάβη δέν ἀπεδείχθη επαρκώς.
5.
Ἐν συμπεράσματι προτείνω, ἑπομένως, τήν ἀκύρωση τῆς εκθέσεως περί τῆς δοκιμασίας, τῆς 30ῆς Μαρτίου 1981 καθώς καί τῆς βάσει αυτής ληφθείσης ἀποφάσεως περί ἀπολύσεως, τῆς 19ης 'Ιουνίου 1981. Δεδομένου ὅτι τό καθ' οὗ ἡ προσφυγή Κοινοβούλιο ἡττήθη πρέπει αυτό, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 69, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) 'Απόφαση τῆς 12ης 'Ιουλίου 1973 στίς συνεκδικα-σδεῖσες ὑποθέσεις 10 καί 47/72, Nunzio di Pillo κατά 'Επιτροπής, Slg. 1973, σ. 763.
( 3 ) 'Απόφαση τῆς 25ης Μαρτίου 1982 στην ἀπόφαση 98/81, Κ. J. Munk κατά 'Επιτροπῆς, Συλλογή 1982, σ. 1155.
( 4 ) 'Απόφαση τῆς 15ης 'Ιουλίου 1960 στίς συνεκδικα-σθεῖσες ὑποθέσεις 43, 45 καί 48/59, Ενα von Lachmüller καί λοιποί κατά 'Επιτροπῆς, S lg. 1960, σ. 965.
( 5 ) 'Απόφαση τῆς 25ης Μαρτίου 1982 στην ἀπόφαση 98/81, Κ. J. Munk κατά Ἐπιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1155.
( 6 ) 'Απόφαση τῆς 2ας 'Ιουλίου 1969 στην ὑπόδεση 27/68, Reinaldus Renckens κατά 'Επιτροπής, Slg. 1969, σ. 255.
( 7 ) Ἀπόφαση τῆς 25ης Μαρτίου 1982 στην ἀπόφαση 98/81, Κ. J. Munk κατά Ἐπιτροπῆς, Συλλογή 1982, σ. 1155.
Full & Egal Universal Law Academy