ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 17 ΜΑΡΤΙΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο προσφεύγων στη διαδικασία αυτή Kuno Ditterich ανέλαβε υπηρεσία στην Ευρατόμ το 1954 και είναι προς το παρόν υπάλληλος επιστημονικού κλάδου με βαθμό Α 5/8 στο Κοινό Κέντρο Ερευνών (στο εξής Κέντρο), στις εγκαταστάσεις της Ispra. Η προσφυγή που άσκησε στρέφεται κατά της εκθέσεως κρίσεως που τον αφορά και καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1975 μέχρι 30ής Ιουνίου 1977.
Με την έκθεση αυτή, την οποία υπέγραψε στις 20 Δεκεμβρίου 1979 ο Bishop, διευθυντής της διευθύνσεως Γ, στην οποία ο προσφεύγων υπηρετούσε μέχρι το 1976, αφού έλαβε τη γνώμη του Hannaert, προϊσταμένου του τμήματος χημείας, και του Helms, διευθυντή της διευθύνσεως Α, στην οποία ο προσφεύγων υπηρετεί τώρα, η ικανότητα και η απόδοση του προσφεύγοντος χαρακτηρίζονται στο σημείο 6 «αναλυτικές αξιολογήσεις» ως ανώτερες της προσήκουσας, ενώ η συμπεριφορά του στην υπηρεσία χαρακτηρίζεται προσήκουσα. Το σημείο 8 «γενική εκτίμηση» αναφέρει:
«Ο Ditterich έχει ασφαλώς τις κατάλληλες ικανότητες στον τομέα της αναλύσεως συστημάτων, οι οποίες, με μεγαλύτερο πνεύμα συνεργασίας, θα μπορούσαν να είναι περισσότερο επωφελείς για τον ίδιο και για το πρόγραμμα του Κοινού Κέντρου Ερευνών.»
Ο προσφεύγων, σύμφωνα με το άρθρο 43, εδάφιο 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, υπέβαλε σχετικά τις παρατηρήσεις του εγγράφως στις 17 Ιανουαρίου 1980, ζητώντας να διαγραφεί το τελευταίο τμήμα της προαναφερόμενης φράσεως της γενικής εκτιμήσεως. Ο
Ditterich ανέφερε ότι η διαπίστωση αυτή δεν ανταποκρινόταν προς τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να αποδειχτούν αντικειμενικά, αφού κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, παράλληλα με άλλες εργασίες, είχε δημοσιεύσει πολλά άρθρα, μερικά δε από αυτά σε συνεργασία με άλλους συναδέλφους του. Η έκφραση «περισσότερο επωφελείς για τον ίδιο...» αποτελεί υποκειμενική γνώμη του κριτή και η παρατήρηση βρίσκεται σε αντίφαση προς το χαρακτηρισμό «ανώτερη της προσήκουσας» με τον οποίο κρίθηκε η συμπεριφορά του στην υπηρεσία με την προηγούμενη έκθεση κρίσεως.
Αφού ο δευτεροβάθμιος κριτής Mas, αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Κοινού Κέντρου Ερευνών και διευθυντής του Ιδρύματος Ερευνών Ispra, επιβεβαίωσε την έκθεση μετά από μια συζήτηση στις 26 Μαρτίου 1980, ο προσφεύγων απευθύνθηκε στην Επιτροπή Ίσης Εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως, η οποία διατύπωσε τη γνώμη της στις 15 Ιουλίου 1980 και αποδοκίμασε το ότι η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος στην υπηρεσία, λιγότερο ευνοϊκή από την προηγούμενη έκθεση, δεν είχε αιτιολογηθεί επαρκώς.
Αφού κλήθηκε να εξετάσει εκ νέου την έκθεση λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη αυτή, ο δευτεροβάθμιος κριτής ανέφερε στον προσφεύγοντα, με έγγραφο της 22ας Οκτωβρίου 1980, ότι, κατόπιν διαβουλεύσεως με τον Bishop, αποφάσισε να προσθέσει στην έκθεση, ως αιτιολόγηση της εκτιμήσεως της συμπεριφοράς στην υπηρεσία, την ακόλουθη φράση: «Κατά την περίοδο αυτή ο Ditterich αμφισβητούσε συστηματικά όλες τις αποφάσεις των ιεραρχικώς ανωτέρων του, που τον αφορούσαν».
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 1ης Δεκεμβρίου 1980 που πρωτοκολλήθηκε στη
γενική γραμματεία της Επιτροπής στις 16 Δεκεμβρίου 1980, ο Ditterich άσκησε σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ένσταση κατά της οριστικής διατυπώσεως της εκθέσεως κρίσεως του. Επειδή δεν έλαβε απάντηση στην ένσταση του εντός της προθεσμίας που καθορίζεται με τη διάταξη αυτή, άσκησε προσφυγή στις 8 Ιουλίου 1981. Μετά τη ρητή απόρριψη της ενστάσεώς του με έγγραφο του αντιπροέδρου της Επιτροπής Davignon, στις 11 Αυγούστου 1981, ο προσφεύγων με την απάντηση του ζητεί τώρα από το Δικαστήριο:
—
Να ακυρώσει την έκθεση κρίσεως που τον αφορά για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιουλίου 1975 μέχρι 30ής Ιουνίου 1977, την απόφαση του δευτεροβάθμιου κριτή της 22ας Οκτωβρίου 1980, καθώς και την απορριπτική απόφαση που περιέχεται στο έγγραφο της Επιτροπής της 11ης Αυγούστου 1981.
—
Να υποχρεώσει την καθής λόγω των πλημμελειών και των καθυστερήσεων που σημειώθηκαν, να του καταβάλει ως αποζημίωση λόγω της υλικής και ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό που το Δικαστήριο θα καθορίσει ex aequo e: bono.
—
Εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την καθής στις δαπάνες και τα δικαστικά έξοδα.
Η άποψή μου σχετικώς είναι η εξής:
1. Επί του πρώτου αιτήματος
Με το αίτημα αυτό ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση της εκθέσεως κρίσεως του για την περίοδο μεταξύ 1975 και 1977, όπως αυτή διατυπώθηκε οριστικά με την απόφαση του δευτεροβάθμιου κριτή, της 22ας Οκτωβρίου 1980. Στρέφεται, αφενός, κατά της γενικής εκτιμήσεως, κατά την οποία, παρά τις ικανότητές του στον τομέα της αναλύσεως συστημάτων, θα μπορούσε να είναι περισσότερο επωφελής για τον ίδιο και για το πρόγραμμα του Κοινού Κέντρου Ερευνών, αφετέρου δε, κατά του ότι η συμπεριφορά του στην υπηρεσία είχε κριθεί «προσήκουσα», εκτίμηση που είναι λιγότερο ευνοϊκή από αυτή που περιλαμβάνεται στην προηγούμενη έκθεση και που αιτιολογήθηκε εκ των υστέρων με μια φράση που αναφέρει ότι ο ενδιαφερόμενος αμφισβητούσε συστηματικά όλες τις αποφάσεις των ιεραρχικως ανωτέρων του που τον αφορούσαν.
α)
Με τον πρώτο λόγο ο προσφεύγων προβάλλει ότι υπάρχει προφανής αντίφαση μεταξύ των εκτιμήσεων αυτών και των περιστατικών, στα οποία βασίζονται. Το πνεύμα συνεργασίας που επέδειξε προκύπτει ήδη από το γεγονός ότι, κατά την περίοδο αναφοράς, δημοσίευσε σειρά άρθρων σε συνεργασία με τους συναδέλφους του. Ούτε μπορεί να γίνεται λόγος ότι κατά την εν λόγω περίοδο αμφισβήτησε όλες τις οδηγίες που του έδιναν οι ιεραρχικώς ανώτεροι του. Εν πάση περιπτώσει, κατά τον προσφεύγοντα, η αιτίαση αυτή έπρεπε να αποδειχθεί με συγκεκριμένα περιστατικά.
Για να εκτιμηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί, πρέπει να υπομνηστεί πρώτον ότι, για ευνόητους λόγους, το Δικαστήριο αρνήθηκε πάντοτε μέχρι τώρα να αντικαταστήσει με τη δική του κρίση την εκτίμηση των επαγγελματικών προσόντων των υπαλλήλων, στην οποία η διοίκηση οφείλει να προβαίνει κατ' εφαρμογή του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως (βλ. τις σχετικές αποφάσεις που αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά ( 2 )). Σχετικώς, το Δικαστήριο έχει παγίως δεχτεί ότι οι εκθέσεις κρίσεως αποτελούνται από σύνθετες αξιολογικές κρίσεις οι οποίες, από τη φύση τους, δεν μπο ρούν να ελεγχθούν αντικειμενικώς και έχει, έτσι, περιοριστεί στο να ελέγχει απλώς αν η σύνταξη της εκθέσεως έγινε κατά παράβαση των διατάξεων σχετικά με την αρμοδιότητα, τους τύπους ή τη διαδικασία και αν στηρίζεται σε προφανή πλάνη ή κατάχρηση της εξουσίας εκτιμήσεως.
Πάντως, στην προκειμένη περίπτωση, και προτρέχοντας των συμπερασμάτων στα οποία θα καταλήξω, δεν νομίζω ότι υπάρχουν τέτοιες σοβαρές ελλείψεις, οι οποίες μόνο μπορούν να συνεπάγονται την ακυρότητα της αμφισβητούμενης εκθέσεως κρίσεως. Ασφαλώς, πρέπει να δεχτώ μαζί με τον προσφεύγοντα ότι η εν λόγω γενική εκτίμηση δεν είναι εντελώς σαφής ούτε ακριβής και ότι ακόμη περιέχει ίσως στοιχεία που δεν έχουν απόλυτη σχέση με τα επαγγελματικά προσόντα. Αντίθετα, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ότι η γενική αυτή παρατήρηση είναι αντιφατική καθαυτή, είναι αντίθετη με την αναλυτική εκτίμηση ή δεν είναι απόλυτα πειστική. Σε συσχετισμό με την αναλυτική εκτίμηση, αναφέρει αντιθέτως ότι παρ' όλη την πέραν της προσήκουσας ικανότητα και απόδοση του, ο προσφεύγων μπορούσε να αποδώσει καλύτερα για το Κοινό Κέντρο Ερευνών, αν ρπεδείκνυε μεγαλύτερο πνεύμα συνεργασίας.
Η σημασία της αξιολογήσεως αυτής γίνεται πλήρως σαφής,.αν ληφθεί υπόψη η αιτιολογία που έδωσε ,εκ των υστέρων ο δευτεροβάθμιος,, κριτής κατ' αίτηση της Επιτροπής Ίσης Εκπροσωπήσεως για να εξηγήσει ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος στην υπηρεσία, αντίθετα από την προηγούμενη εκτίμηση, είχε χαρακτηριστεί απλώς ως προσήκουσα και που αναφέρει ότι ο προσφεύγων αμφισβητούσε συστηματικά όλες τις οδηγίες των ιεραρχικώς ανωτέρων του που τον αφορούσαν. Η διαπίστωση αυτή, αντίθετα απ' ό,τι θεωρεί ο προσφεύγων, δεν έχει ως συνέπεια ότι η συμπεριφορά του στην υπηρεσία έπρεπε επομένως να χαρακτηριστεί, όχι ως προσήκουσα, αλλά ως κάτω της προσήκουσας, αλλά σημαίνει μόνο στην πραγματικότητα ότι η στάση του αυτή δεν είχε κριθεί τόσο σοβαρή ώστε να χαρακτηριστεί η συμπεριφορά του στην υπηρεσία ως ανεπαρκής, από την άλλη όμως πλευρά, ο βαθμός «ανώτερη της προσήκουσας» για τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία δεν φαίνεται να ενδεικνυόταν.
Αφού η αιτιολόγηση αυτή είναι σαφής και ακριβής, αν ληφθούν υπόψη τα περιστατικά, στα οποία στηρίζεται, δεν είναι πλέον δυνατό να προβάλλεται, σε συνδυασμό με την εκτίμηση που πρέπει να γίνει κατ' εφαρμογή του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και που πρέπει αναγκαστικά να είναι σύντομη, αντίθετα από την άποψη του προσφεύγοντος, ότι τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η αιτιολόγηση αυτή δεν έχουν προσδιοριστεί επαρκώς.
Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν κατόρθωσε να αποδείξει, κατά την άποψη μου, ότι οι διαπιστώσεις αυτές αντιφάσκουν προς τα γεγονότα. Ετσι, ειδικά το γεγονός ότι κατά την περίοδο αναφοράς συνεργάστηκε για τη σύνταξη πολλών άρθρων δεν αποδεικνύει τίποτα, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, ως προς το πραγματικό πνεύμα συνεργασίας στο πλαίσιο της εργασίας του. Ομοίως, δεν μπορώ να δεχτώ την άποψη του προσφεύγοντος, όταν υποστηρίζει ότι η εκ των υστέρων αιτιολόγηση που έδωσε ο δευτεροβάθμιος κριτής είναι εσφαλμένη, επειδή το μόνο που μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να του προσαφθεί είναι η ενέργεια που συνίσταται στη διοχέτευση στοιχείων που είχε επεξεργαστεί ο ίδιος, ενώ κατά κανέναν τρόπο δεν αμφισβήτησε συστηματικά όλες τις οδηγίες που έλαβε από τους ιεραρχικά προϊσταμένους του. Σχετικά, για μια ακόμα φορά πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η διαπίστωση αυτή χρησίμευσε απλώς για να αιτιολογηθεί η συμπεριφορά του στην υπηρεσία, που χαρακτηρίστηκε ως προκήκουσα και καθόλου ως ανεπαρκής και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αρκετά σοβαρή ώστε να προσαφθεί στον προσφεύγοντα υπηρεσιακό παράπτωμα σε περίπτωση υποτροπής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει επίσης να γίνει πιστευτή η Επιτροπή όταν διαβεβαιώνει ότι για τη στάση του προσφεύγοντος έναντι των προφορικών οδηγιών των ιεραρχικώς προϊσταμένων του δεν σημειώθηκε τίποτα στο φάκελό του, και ότι τα όρια της εξουσίας αξιολογήσεως που έχει ο κριτής δεν έχουν παραβιαστεί όταν η εν λόγω στάση αποτελεί ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της αξιολογήσεως της συμπεριφοράς στην υπηρεσία, η οποία αξιολόγηση είναι κατ' ανάγκη υποκειμενική και της οποίας την ορθότητα δεν μπορεί να ελέγξει το Δικαστήριο.
Τέλος, το γεγονός ότι ο δευτεροβάθμιος κριτής ανέλαβε καθήκοντα στο Ίδρυμα Ερευνών Ispra μόνο μετά την περίοδο που καλύπτει η έκθεση βαθμολογίας δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου. Σύμφωνα με το σημείο Β.8.3.1 του Οδηγού για τη σύνταξη των περιοδικών εκθέσεων κρίσεως (εφεξής Οδηγός), όπως ίσχυε το Νοέμβριο 1973, εναπόκειται στο δευτεροβάθμιο κριτή να προσπαθήσει να εξομαλύνει τη διαφορά μεταξύ του κρινόμενου και του κριτή ακούγοντας και τα δύο μέρη. Αναμφισβήτητα, όμως, αυτό έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση. Ο προσφεύγων είχε, ιδίως, την ευκαιρία, κατά τη συνάντηση με το δευτεροβάθμιο κριτή, στις 5 Μαρτίου 1980, να εκθέσει την άποψη του και να επισύρει την προσοχή του επί ενδεχομένων σφαλμάτων πριν από την παρεμβολή του επίδικου αποσπάσματος στην εκτίμηση. Εξάλλου, και ως προς τον κριτή, ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα να φροντίσει για μια τέτοια διόρθωση κατά τη συνομιλία που είχε μαζί του στις 11 Ιανουαρίου 1980.
6)
Οι σκέψεις αυτές δείχνουν σαφώς ότι και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο ο προσφεύγων προβάλλει ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της αξιολογήσεως του κριτή και της αιτιολογήσεως του δευτεροβάθμιου κριτή, όσον αφορά τη συμπεριφορά στην υπηρεσία, δεν είναι πρόσφορος να στηρίξει την ακύρωση της εκθέσεως κρίσεως. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η διαπίστωση ιδίως που ο δευτεροβάθμιος κριτής έχει προσθέσει εκ των υστέρων στην έκθεση, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής Ίσης Εκπροσωπήσεως, αντίθετα από την άποψη του προσφεύγοντος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέα αρνητική αξιολόγηση, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ότι απέβλεπε απλώς στο να αιτιολογήσει τη δυσμενέστερη από την προηγούμενη εκτίμηση.
γ)
Από τις μέχρι τώρα σκέψεις προκύπτει, εξάλλου, ότι πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος, που στηρίζεται στο διφορούμενο χαρακτήρα της αιτιολογήσεως του δευτεροβάθμιου κριτή. Θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί ότι η παρατήρηση αυτή, η οποία προστέθηκε σκόπιμα για να αιτιολογήσει την αξιολόγηση της συμπεριφοράς στην υπηρεσία, δεν μπορεί να αναφέρεται ούτε στην επαγγελματική ικανότητα ούτε στην επαγγελματική απόδοση.
δ)
Αφού ο προσφεύγων ανέφερε σαφώς στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι παραιτείται από την προβολή του τέταρτου, του πέμπτου και του όγδοσυ λόγου, τους οποίους είχε αρχικά επικαλεστεί και με τους οποίους πρόβαλε ότι ο κριτής και δευτεροβάθμιος κριτής δεν έπρεπε να προσθέσουν καμιά σημείωση στην εκτίμηση, εφόσον είχε επιλεγεί ο χαρακτηρισμός «προσήκουσα» και ότι επιπλέον η εκτίμηση δεν είχε συνταχθεί στη μητρική γλώσσα του προσφεύγοντος και ότι η απάντηση της Επιτροπής στη διοικητική του ένσταση ήταν άκυρη, απομένει μόνο να εξεταστεί υπό την άποψη αυτή ο έβδομος λόγος, που στηρίζεται στην ύπαρξη διαδικαστικής πλημμέλειας. Κατά τον προσφεύγοντα, από τη γενική παρατήρηση που περιλαμβάνεται στη σελίδα 149 του Οδηγού του 1973, προκύπτει ότι μετά την υποβολή διοικητικής ενστάσεως η Επιτροπή υποχρεούται να αποφασίσει πριν από τη λήξη της προθεσμίας απαντήσεως που καθορίζει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και αφού λάβει τη γνώμη της Επιτροπής Ίσης Εκπροσωπήσεως.
Η εν λόγω γενική παρατήρηση είναι διατυπωμένη ως εξής:
«Οι υπάλληλοι διαθέτουν, από της κοινοποιήσεως της αρνητικής γνώμης της Επιτροπής ‘Ισης Εκπροσωπήσεως (βλ. σημείο C. 3. α) ή της τελικής αποφάσεως του δευτεροβάθμιου κριτή (6λ. σημείο C 3.6), τη δυνατότητα ενστάσεως βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η Επιτροπή Ίσης Εκπροσωπήσεως διατυπώνει τη γνώμη της επ’ αυτής της ενστάσεως. Εναπόκειται, στη συνέχεια, στην Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, να αποφανθεί επί της ενστάσεως που ασκήθηκε.»
Σχετικώς, πρέπει να σημειωθεί κατά τελείως γενικό τρόπο ότι οι διατάξεις του Οδηγού, όπως κι αν χαρακτηρισθεί η νομική τους φύση, είναι υποδεέστερες των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και, επομένως, ανίκανες να εισάγουν εξαίρεση στους δεσμευτικούς κανόνες διαδικασίας του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά τους οποίους εκπρόθεσμη απάντηση στην ένσταση ισοδυναμεί με σιωπηρή απόρριψη, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Εξάλλου, δεν βλέπω ποιο μπορούσε να ήταν το πνεύμα και ο σκοπός μιας τέτοιας εξαιρέσεως. Η γενική αυτή παρατήρηση, η οποία περιλαμβάνεται στο τέλος του κεφαλαίου που αναφέρεται στη δυνατότητα προσφυγής στην Επιτροπή Ίσης Εκπροσωπήσεως και που αρχίζει με μια διάταξη περί της αρχής της προκαταρκτικής διαδικασίας, μπορεί να νοηθεί μόνο, όπως ορθά το υπογράμμισε η Επιτροπή, ως αναφορά στο ότι, μετά την κοινοποίηση του αρνητικού χαρακτηρισμού της εν λόγω επιτροπής ή της οριστικής αποφάσεως του δευτεροβάθμιου κριτή, υπάρχει η δυνατότητα υποβολής ενστάσεως δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Συνολικά, πρέπει προφανώς να διασφαλιστεί ότι η Επιτροπή Ίσης Εκπροσωπήσεως επιλαμβάνεται της υποθέσεως τουλάχιστον μία φορά πριν από την απάντηση της Επιτροπής στη διοικητική ένσταση. Αν αυτό είχε συμβεί και αν ο δευτεροβάθμιος κριτής είχε δώσει συνέχεια στο αίτημα της Επιτροπής Ίσης Εκπροσωπήσεως, όπως η επιτροπή αυτή δεν έχει αρμοδιότητα να αντικαταστήσει με τη δική της κρίση την κρίση των κριτών, δεν θα είχε κανένα νόημα η επιτροπή αυτή να επιληφθεί για δεύτερη φορά της υποθέσεως στο πλαίσιο της ενστάσεως. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να συναχθεί από τη «γενική παρατήρηση» υποχρέωση για την Επιτροπή να αποφανθεί επί της ενστάσεως εντός της προθεσμίας που προβλέπεται με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κατόπιν νέας γνώμης της Επιτροπής Ίσης Εκπροσωπήσεως. Πάντως, σχετικά με αυτό επιθυμώ να υπογραμμίσω εκ νέου ότι παρόμοια έλλειψη απαντήσεως δεν ανταποκρίνεται, κατά τη γνώμη μου, στην εικόνα της χρηστής διοικήσεως.
2. Επί του αιτήματος αποζημιώσεως
Με τον έκτο λόγο, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή διέπραξε υπηρεσιακό πταίσμα συντάσσοντας την έκθεση κρίσεως για την περίοδο 1975-1977 μόνο μετά τη λήξη της επόμενης περιόδου αναφοράς που περιλαμβάνεται μεταξύ 1977 και 1979. Η καθυστέρηση αυτή παρατάθηκε από το ότι ο δευτεροβάθμιος κριτής δεν έδωσε συνέχεια στο αίτημα της Επιτροπής Ίσης Εκπροσωπήσεως, της 15ης Ιουλίου 1980, εντός της προθεσμίας των οκτώ ημερών που επιβάλλει ο Οδηγός αλλά πρόσθεσε την αιτιολόγηση για το χαρακτηρισμό σχετικά με τη συμπεριφορά στην υπηρεσία μόλις στις 22 Οκτωβρίου 1980. Η υπαίτιος αυτή καθυστέρηση, η οποία είχε ως συνέπεια ότι ο προσωπικός του φάκελος παρέμεινε ελλιπής κατά την κρίσιμη περίοδο, του προξένησε υλική ή ηθική ζημία λόγω της μειώσεως των πιθανοτήτων προαγωγής του.
Κατά των ισχυρισμών αυτών, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο Οδηγός δεν προβλέπει ρητές προθεσμίες για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως, για να δικαιολογηθεί δε προβάλλει ότι η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε μια εσωτερική αναδιάρθρωση που είχε ως συνέπεια ότι έπρεπε να ληφθεί η γνώμη πολλών ιεραρχικώς ανωτέρων ή πρώην ανωτέρων του Ditterich. Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη ούτε υλικής ούτε ηθικής ζημίας, εφόσον κατά την εν λόγω περίοδο μόνο ένας εξαιρετικά ελάχιστος αριθμός υπαλλήλων, οι οποίοι μπορούσαν να προαχθούν και των οποίων οι εκθέσεις κρίσεως δεν ήταν συνολικά χειρότερες από την έκθεση του προσφεύγοντος, έχουν πράγματι προαχθεί.
Σχετικά με τις απόψεις αυτές, δεν μπορώ, πάντως, να δεχτώ τη γνώμη της Επιτροπής, κατά την οποία η καθυστερημένη υποβολή της εκθέσεως δεν συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα. Πραγματικά, το άρθρο 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει ότι η ικανότητα, η απόδοση και η συμπεριφορά στην υπηρεσία κάθε υπαλλήλου αποτελούν το αντικείμενο εκθέσεως που συντάσσεται τουλάχιστον ανά διετία. Μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Geist ( 3 ), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η έκθεση αυτη «πρέπει να συντάσσεται υποχρεωτικά για λόγους χρηστής διοικήσεως και ορθολογικής οργανώσεως των υπηρεσιών της Κοινότητας και για να διαφυλάσσονται τα συμφέροντα των υπαλλήλων συνιστά απαραίτητο στοιχείο αξιολογήσεως κάθε φορά που η σταδιοδρομία του υπαλλήλου λαμβάνεται υπόψη ιεραρχικώς. Επομένως, ένα από τα επιτακτικά καθήκοντα της διοικήσεως είναι να μεριμνά για την περιοδική σύνταξη της εκθέσεως αυτής κατά τα χρονικά σημεία που επιβάλλει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και για την κανονική της κατάρτιση».
Από το πνεύμα και το σκοπό αυτής της διατάξεως συνάγεται σαφώς, κατά τη γνώμη μου, ότι η έκθεση κρίσεως πρέπει να συντάσσεται εντός λογικής προθεσμίας μετά το τέλος της περιόδου αναφοράς, αλλά, εν πάση περιπτώσει, πριν από τη λήξη της επόμενης περιόδου αναφοράς. Αν η προθεσμία αυτή δεν τηρηθεί, η Επιτροπή παραβιάζει τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, όπως έκρινε το δικαστήριο στην υπόθεση Geist ( 3 ).
Τέλος, όπως και ο προσφεύγων, έχω ακόμη τη γνώμη ότι η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ή να συγχωρεθεί για το λόγο ότι, αφενός, η τοποθέτηση του προσφεύγοντος σε διάφορες θέσεις επέβαλε να ληφθεί η γνώμη πολλών ιεραρχικώς ανωτέρων και ότι, αφετέρου, ο δευτεροβάθμιος κριτής Mas, μόλις είχε αναλάβει τα νέα του καθήκοντα στην Ispia. Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι σε μια διοικητική μονάδα σχετικά μικρή και συγκεντρωμένη στον ίδιο χώρο, όπως στη περίπτωση των εγκαταστάσεων της Ispra, η λήψη γνώμης των διαφόρων ιεραρχικώς προϊσταμένων δεν πρέπει, με λίγη καλή θέληση, να υπερβαίνει τα δύο έτη και ότι νέες τοποθετήσεις δεν πρέπει να θίγουν τα δικαιώματα που ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως εξασφαλίζει στους υπαλλήλους.
Έτσι, τίθεται το περαιτέρω ζήτημα, αν η καθυστερημένη σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως προκάλεσε στον προσφεύγοντα υλική ζημία. Η ζημία αυτή, η οποία, όπως έκρινε το Δικαστηριο μεταξύ άλλων στην υπόθεση Gratreau ( 4 ), προϋποθέτει «ότι η διαπιστωθείσα πλημμέλεια ηδύνατο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή στη διαδικασία των προαγωγών», νομίζω ότι δεν έχει αποδειχτεί επαρκώς. Σχετικά, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι — αντίθετα από την υπόθεση Oberthür ( 5 ), την οποία επικαλείται — ο προσφεύγων δεν προσέβαλε κατά την εν λόγω περίοδο την προαγωγή ενός άλλου υπαλλήλου προβάλλοντας ότι η μη έγκαιρη σύνταξη της εκθέσεως τον έθεσε σε μειονεκτική θέση στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγών. Ούτε και προσκόμισε ενδείξεις ως προς το ότι οι δυνατότητες προαγωγής του έχουν πραγματικά επηρεαστεί από το υπηρεσιακό αυτό πταίσμα. Τέλος, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι σχετικοί αριθμοί, από τους οποίους, κατ' εμέ, συνάγεται ότι η ζημία που επικαλείται ο προσφεύγων δεν προσδιορίζεται επαρκώς. Έτσι, η Επιτροπή αναφέρει ότι το 1979, επί 208 υπαλλήλων ικανών να προαχθούν, προάχθηκαν μόνον 8. Το 1980, η σχέση ήταν 5 προς 203, το 1981 0 προς 201 και, τέλος, το 1982 0 προς 207. Αυτό σημαίνει ότι κατά την περίοδο αυτή των τεσσάρων ετών έγιναν μόνο 13 προαγωγές επί συνόλου 809 υπαλλήλων ικανών να προαχθούν.
Αν ληφθούν υπόψη οι σκέψεις που αποτελούν τη βάση της αποφάσεως Geist ( 6 ), θεωρώ αντίθετα δικαιολογημένη την επιδίκαση αποζημιώσεων στον προσφεύγοντα για την ηθική ζημία που υπέστη από το γεγονός ότι ο προσωπικός του φάκελος δεν ήταν κανονικός ούτε πλήρης, ενώ η υποχρεωτική σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως πρέπει να εξασφαλίζει στον υπάλληλο ότι η σταδιοδρομία του εξελίσσεται κανονικά. Ακόμα κι ay στην, παρούσα υπόθεση η καθυστέρηση δεν ήταν τόσο βαριά όσο στην προαναφερόμενη υπόθεση, μπορεί πάντως να γίνει ή διαπίστωση ότι η απουσία κρίσεως, για την οποία ευθύνεται αποκλειστικά η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αποτέλεσε για τον προσφεύγοντα αιτία ανασφάλειας και αβεβαιότητας όσον αφορά το επαγγελματικό του μέλλον. Η επιδίκαση αποζημιώσεως για την ηθική ζημία που υπέστη μου φαίνεται ακόμη περισσότερο ενδεικνυόμενη,. καθόσον, όπως έγινε γνωστό από την υπόθεση 102/74, στην οποία πάντως ή προσφυγή αποσύρθηκε εν συνεχεία, οί εκθέσείς κρίσεως του προσφεύγοντος για τα έτη 1969 μέχρι 1971 και 1971 μέχρι 1973 του κοινοποιήθηκαν μόνο περί τα μέσα ταυ έτους 1975. Τέλος, πρέπει να, υπομνηστούν οι άλλες πλημμέλειες, συναφείς, με τις προηγούμενες εκθέσεις κρίσεως του προσφεύγοντος, όπως αυτές προκύπτουν ιδίως από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner της 13ης Ιουλίου 1978 που αφορούσαν την προηγούμενη υπόθεση Ditterich ( 7 ), στις οποίες και παραπέμπω. Για την αποζημίωση του προσφεύγοντος, ένα συμβολικό ποσό 10000 βελγικών φράγκων πρέπει, πάντως, κατ' εμέ, να θεωρηθεί αρκετό.
3. Επί των δικαστικών εξόδων
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν. Επειδή ο προσφεύγων ηττήθηκε μόνο μερικώς, κατ' εμέ, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ήμισυ των εξόδων του.
4.
Συμπεραίνοντας, επομένως, προτείνω, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της προσφυγής, να καταδικαστεί η Επιτροπή να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό των 10000 βελγικών φράγκων ως αποζημίωση, επειδή παρέλειψε να συντάξει έγκαιρα την έκθεση κρίσεως για την περίοδο 1975 μέχρι 1977. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή πρέπει να φέρει τα δικαστικά της έξοδα και το ήμισυ των εξόδων του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων πρέπει να φέρει το ήμισυ των δικών του εξόδων.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Πρδλ. ιδίως απόφαση της 5ης Δεκεμνρίου 1963 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 35/62 και 16/63, Andrė Leroy κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg. 1963, σ. 423' απόφαση της 12ης Μαίου 1977 στην υπόθεση 31/76, Margherita Macevicius, σύζυγος Hcbrani, κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Slg. 1977, σ. 883.
( 3 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1977 στην υπόθεση 61/76, Jean-Jacques Geisi κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1977, σ. 1419.
( 4 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981 στις συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις 156/79 και 51/80, Pierre Gratreau κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1981, σ. 3139.
( 5 ) Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 24/79, Dominique Noëlle Oberthür κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1980, σ. 1743.
( 6 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1977 στην υπόθεση 61/76, Jean-Jacques Geist κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1977, σ. 1419.
( 7 ) Απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1978 στην υπόθεση 86/77, Kuno Ditterich κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1978, σ. 1855.
Full & Egal Universal Law Academy