ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 10 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ή υπόθεση πού σᾶς υπεβλήθη ἔχει ὡς ἀντικείμενο προσφυγή πού ἤσκησε ἡ 'Επιτροπή κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης τῆς Ρώμης, μέ τήν ὁποία ζητείται νά ωναγνωρισθεί ὅτι τό Βασίλειο τῆς Δανίας παρέβη τίς ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ υποχρεώσεις του επειδή δέν ἐθέσπισε εντός τῆς ὁρισθείσης προθεσμίας τίς ἀναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις προκειμένου νά συμμορφωθεί πρός τήν ὁδηγία 76/891/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 4ης Νοεμβρίου 1976, περί προσεγγίσεως τῶν νομοθεσιῶν τῶν κρατῶν μελῶν τῶν ἀναφερομένων στους μετρητές ηλεκτρικής ἐνεργείας (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 13/004, σ. 226).
2.
Συνοψίζω τό περιεχόμενο τῆς ὁδηγίας 76/891.'Η ἐν λόγω ὁδηγία πού στηρίζεται στό άρθρο 100 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀποτελεί μέρος ενός μεγάλου συνόλου ὁδηγιών πού ἐθέσπισε τό Συμβούλιο μέ σκοπό τήν εξάλειψη τῶν τεχνικών εμποδίων στό ενδοκοινοτικό εμπόριο πού προκύπτουν ἀπό τίς νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις τῶν κρατών μελών, τά όποια εξαρτούν τήν διάθεση στην ἀγορά καί τήν λειτουργία ὁρισμένων προϊόντων ἀπό τήν τήρηση διαφόρων τεχνικών προϋποθέσεων. Ή ὁδηγία 76/981 άφορα συγκεκριμένα μιά ειδική πλευρά τῆς μετρολογίας, τομέας στον όποιο ἀναφέρεται ρητώς τό «πρόγραμμα εξαλείψεως τῶν τεχνικών εμποδίων στίς συναλλαγές» πού ενέκρινε τό Συμβούλιο, προτάσει τῆς 'Επιτροπής, μέ ψήφισμα τῆς 28ης Μαΐου 1969 (GU C 76, σ. 1).
Τό σύστημα ἐπί τοῦ ὁποίου στηρίζεται ή κοινοτική νομοθεσία περί ὀργάνων μετρήσεως, καθορίζεται στην ἀποκαλούμενη ὁδηγία-πλαίσιο 71/316/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 26ης 'Ιουνίου 1971, περί προσεγγίσεως τῶν νομοθεσιών τῶν κρατών μελών τῶν σχετικών μέ τίς κοινές διατάξεις γιά τά όργανα μετρήσεως καί γιά τίς μεθόδους μετρολογικοῦ έλεγχου (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 13/001, σ. 138), τροποποιηθείσα ἐν συνεχεία μέ τήν ὁδηγία 72/427/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 13/002, σ. 56) καί συμπληρωθείσα μέ τήν ὁδηγία 82/621/ΕΟΚ τῆς 'Επιτροπής, τῆς 1ης'Ιουλίου 1982 (ΕΕ L 252, σ. 1). Ή ἐν λόγω ὁδηγία πλαίσιο 'έχει κυρίως ὡς σκοπό τήν εναρμόνιση τῶν εθνικών διατάξεων πού ἀφορούν τους έλεγχους, οἱ όποιοι γίνονται πρίν ἀπό τήν διάθεση στό εμπόριο τῶν ἐν λόγω ὀργάνων στηρίζεται στην ἀμοιβαία ἀναγνώριση τῶν έλεγχων καί προβλέπει «έγκριση προτύπου» καί «ἀρχικό έλεγχο ΕΟΚ» : τά όργανα φέρουν τήν ένδειξη καί τό σῆμα ΕΟΚ, πού περιγράφονται στά παραρτήματα Ι καί ΙΙ τῆς ὁδηγίας καί πιστοποιούν ὅτι τά όργανα έχουν υποβληθεί στους έλεγχους καί πληρούν τίς προδιαγραφές τῆς ὁδηγίας αυτής, δύνανται δέ νά κυκλοφορούν ελεύθερα εντός τῆς Κοινότητος χωρίς νά υποβάλλονται σέ άλλους έλεγχους στά σύνορα.
"Εξ άλλου, ἡ ὁδηγία-πλαίσιο παραπέμπει σέ ειδικές ὁδηγίες πού θά καθορίσουν, γιά κάθε κατηγορία ὁργάνων μετρήσεως, τίς μετρολογικές ιδιότητες, καθώς καί τίς προδιαγραφές τίς σχετικές μέ τήν τεχνική πραγματοποίηση καί τήν λειτουργία. Όπως προκύπτει ἀπό τήν δεύτερη αἰτιολογική σκέψη, ἡ ὁδηγία 76/891 ἀποτελεί ἀκριβώς μία ἀπό αυτές τίς εἰδικές ὁδηγίες. Ή ἐν λόγω ὁδηγία ἐφαρμόζεται σέ καινούργιους, κοινής χρήσεως, επαγωγικούς μετρητές ἀμεσου συνδέσεως ἁπλών ἡ πολλαπλῶν τιμολογίων σχεδιασμένους γιά τήν μέτρηση της ἐνεργοῦς καταναλώσεως μόνο φασικοῦ καί πολυφασικού ηλεκτρικού ρεύματος συχνότητος 50 Hz (άρθρο 1). Σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τά κράτη μέλη «δέν δύνανται νά ἀρνηθούν, νά ἀπαγορεύσουν ἤ νά περιορίσουν τήν διάθεση στην ἀγορά ἡ τήν χρησιμοποίηση μετρητών ηλεκτρικής ενεργείας ἄν οἱ ἐν λόγω μετρητές φέρουν τήν ένδειξη εγκρίσεως προτύπου ΕΟΚ καί τό σήμα ἀρχικοῦ έλεγχου ΕΟΚ». Σύμφωνα μέ τό άρθρο 2, ἡ χρησιμοποίηση τῶν σημάτων καί τῶν ενδείξεων επιτρέπεται μόνο στους μετρητές ηλεκτρικής ενεργείας πού πληρούν τίς τεχνικές καί μετρολογικές προδιαγραφές, τίς ὁποίες ὁρίζει τό παράρτημα τῆς ὁδηγίας. Όσον άφορᾶ τήν εφαρμογή τῆς ὁδηγίας, τό άρθρο 4 τάσσει στά κράτη μέλη προθεσμία 18 μηνών προκειμένου νά συμμορφωθούν πρός τίς διατάξεις τῆς καί τους επιβάλλει τήν υποχρέωση νά ἐνημερώνουν τήν 'Επιτροπή ἐπί τῶν θεσπιζόμενων μέτρων.
3.
Τά πραγματικά περιστατικά, βάσει τῶν ὁποίων ἡ Ἐπιτροπή ἤσκησε τήν παρούσα προσφυγή, εἶναι τά έξῆς.
Ή ὁδηγία 76/891 κοινοποιήθηκε στό Βασίλειο τῆς Δανίας στίς 9 Νοεμβρίου 1976. "Αρα, ἡ προβλεπομένη γιά τήν εφαρμογή της προθεσμία έληξε στίς 9 Μαΐου 1978. Ἐν τούτοις, ὅπως προκύπτει, ήδη πρίν ἀπό τήν λήξη τῆς προθεσμίας αυτής, καί συγκεκριμένα στίς 30 Μαρτίου 1978, ἡ μόνιμη ἀντιπροσωπεία τῆς Δανίας, ἀπαντώντας σέ έγγραφο τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 18ης 'Ιανουαρίου 1978 γνωστοποίησε ὅτι δέν υπήρχε εἰδική ρύθμιση ὡς πρός τους μετρητές ηλεκτρικής ενεργείας. 'Επομένως, κατά τήν γνώμη τῆς δανικής κυβερνήσεως οἱ δανικές ἀρχές δέν δύνανται νά ἀρνηθούν, νά ἀπαγορεύσουν ἡ νά περιορίσουν τήν διάθεση στην ἀγορά ἡ τήν χρησιμοποίηση μετρητών πού φέρουν τήν ένδειξη εγκρίσεως προτύπου ΕΟΚ καί τό σήμα ἀρχικού ἐλεγχου ΕΟΚ, άρα, ἡ ὁδηγία 76/891 δέν ἀπαιτεί κανένα εἰδικό μέτρο εφαρμογής.
Μέ έγγραφο τῆς 7ης 'Ιουνίου 1978, ἡ 'Επιτροπή επεσήμανε στην δανική κυβέρνηση ὅτι οἱ ἐκ τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας υποχρεώσεις τῶν κρατών μελών δέν ἀναφέρονται μόνο στην διάθεση στην ἀγορά καί στην χρησιμοποίηση τῶν μετρητών ηλεκτρικής ενεργείας, τους ὁποίους άφορᾶ ἡ ὁδηγία. Ή ὁδηγία αὐτή τους επιβάλλει, ἐπί πλέον, τήν υποχρέωση νά εφοδιάζουν τίς συσκευές μέ τίς ενδείξεις εγκρίσεως προτύπου ΕΟΚ καί μέ τά σήματα ἀρχικοῦ έλεγχου ΕΟΚ. 'Επειδή ἡ Δανία δέν προέβη στην ἐφαρμογή τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας, ἡ Ἐπιτροπή, μέ έγγραφο τῆς 23ης Μαΐου 1979, ἐκάλεσε τήν δανική κυβέρνηση νά διατυπώσει τίς παρατηρήσεις της, σύμφωνα μέ τό άρθρο 169, πρώτη παράγραφος, τῆς συνθήκης.
Στην ἀπό 22ας Αὐγούστου 1979 ἀπάντηση της, ἡ δανική κυβέρνηση ἀμφισβήτησε τήν άποψη ὅτι ὤφειλε νά δημιουργήσει τήν ἀναγκαία διοικητική δομή γιά τήν χορήγηση τῶν εγκρίσεων καί τήν διεξαγωγή τῶν έλεγχων ὡς πρός τους μετρητές πού κατασκευάζονται στην Δανία. Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, προσεκόμισε τό κείμενο κοινής δηλώσεως τοῦ Συμβουλίου καί τῆς 'Επιτροπής περί τοῦ ἄρθρου 2 τῆς ὁδηγίας, ή ὁποία δήλωση εἶχε καταχωρηθεί στά πρακτικά τῆς συνόδου τοῦ Συμβουλίου κατά τήν θέσπιση τῆς ὁδηγίας αὐτής.
Ή 'Επιτροπή, ἡ ὁποία δέν ἐπείσθη ἀπό τά επιχειρήματα τῆς δανικής κυβερνήσεως, διετύπωσε, στίς 6 'Οκτωβρίου 1980, αιτιολογημένη γνώμη ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ. Δεδομένου ὅτι ἡ δανική κυβέρνηση ενέμεινε στην άποψη της, ἡ Ἐπιτροπή ἤσκησε, στίς 3 'Ιουλίου 1981, τήν παρούσα προσφυγή, ἡ ὁποία ἐπρωτοκολλήθη στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 13 'Ιουλίου 1981.
4.
Κατά πρώτον, πρέπει νά ἐξετασθούν οι ἐνστάσεις ἀπαραδέκτου τίς όποιες προέβαλε ἡ δανική κυβέρνηση καί σύμφωνα μέ τίς όποιες ἡ προδικασία πού προηγείται τῆς ἀσκήσεως προσφυγής καί ἡ ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου διαδικασία φέρεται ὅτι έχουν διαφορετικό ἀντικείμενο. Ή δανική κυβέρνηση παρατηρεί, ὅτι ἡ 'Επιτροπή διετύπωσε τό έγγραφο ὀχλήσεως κατά τρόπο ἐντελῶς γενικό, ἐνῶ ὀφείλει νά καθορίσει καί νά αιτιολογήσει τήν φερομένη παράβαση προκειμένου νά καταστήσει δυνατό τόν γόνιμο διάλογο μέ τό κράτος μέλος. Ἐν συνεχεία ὑποστηρίζει ὅτι οἱ λόγοι ἐπί των ὁποίων θεμελιώνεται ἡ άποψη τῆς 'Επιτροπής, ὅπως προκύπτουν ἀπό τήν αιτιολογημένη γνώμη, έχουν μεταβληθεί στό δικόγραφο τῆς προσφυγής. Ή 'Επιτροπή μόλις κατά τό έσχατο αυτό στάδιο ἐπεκα-λέσθη τήν ὁδηγία-πλαίσιο 71/316 γιά νά συναγάγει τίς υποχρεώσεις πού, κατά τήν γνώμη της, δεσμεύουν τήν δανική κυβέρνηση. Λόγω τῆς μεταβολής αυτής τῶν επιχειρημάτων, ἡ 'Επιτροπή ὤφειλε νά διατυπώσει νέα αιτιολογημένη γνώμη. Ἑπομένως, ἡ ενέργεια τῆς Ἐπιτροπῆς δέν ἀνταποκρίνεται στό καθήκον επιμελείας πού ὑπέχει ἡ εκτελεστική λειτουργία κατά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί ἀποτελεί ἀνεπίτρεπτη προσβολή τοῦ δικαιώματος ὑπερασπίσεως τῆς Δανίας.
Κατά τήν γνώμη μου, ἐν τούτοις, ἡ ενέργεια τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνταποκρίνεται πρός τήν συνθήκη. Βεβαίως, ὁ ἀναγκαστικός χαρακτήρας τῆς διαδικασίας τοῦ άρθρου 169 περιλαμβάνει σειρά ἀποτελεσματικών νομικών εγγυήσεων υπέρ τῶν κρατών μελών. 'Εσείς οἱ 'ίδιοι έχετε υπογραμμίσει τήν σπουδαιότητα τῆς διοικητικής φάσεως καί έχετε δεχθεί ὅτι, ἐπειδή ἡ δυνατότης τῶν κρατών μελών νά διατυπώνουν τίς παρατηρήσεις τους ἐπί μιᾶς σαφώς διατυπωμένης κατηγορίας «ἀποτελεῖ ουσιώδη εγγύηση, ηθελημένη ἀπό τήν συνθήκη, ή τήρηση τῆς συνιστᾶ ουσιώδη τύπο τῆς νομιμότητος τῆς διαδικασίας περί διαπιστώσεως παραβάσεως ἀπό κράτος μέλος» (ἀπό-φαση τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1970 στην υπόθεση 31/69, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας, Racc. 1970, σ. 25, 13η σκέψη). Ἐπομένως, τό έγγραφο ὀχλήσεως έχει τό ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ὅτι ὁριοθετεί άπαξ διά παντός τό ἀντικείμενο τῆς διαφοράς, χωρίς καμμία δυνατότητα τροποποιήσεως, καί ὅτι καθιστά δυνατό στό κράτος νά λάβει τά μέτρα του γιά τήν υπεράσπιση του. 'Από τήν σκοπιά αυτή, ὁλόκληρη ἡ διαδικασία πού προηγείται τῆς ἀσκήσεως τῆς προσφυγής φαίνεται ὅτι έχει ὡς σκοπό νά ἐξασφαλίσει τήν τήρηση τῆς γνωστής «audietur et altera pars».
Ἐν τούτοις, εἶναι γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή έδωσε τήν δυνατότητα στην δανική κυβέρνηση νά προβεί στην υπεράσπιση της, τό όποιο καί έκανε. Όπως ἀνέφερα ήδη, ή δανική κυβέρνηση καταλογίζει στην 'Επιτροπή ὅτι διετύπωσε τό έγγραφο ὀχλήσεως κατά τρόπο γενικό. Κατά τήν γνώμη μου, ὅμως, τό έγγραφο αυτό πληροί τίς ουσιώδεις προϋποθέσεις μιᾶς κανονικής ὀχλήσεως, δηλαδή ειδική μνεία τῆς παραβάσεως ή ὁποία προσάπτεται στό κράτος μέλος (παράλειψη εφαρμογής τῆς ὁδηγίας εντός τῆς ορισθείσης προθεσμίας), προειδοποίηση ὅτι ἡ 'Επιτροπή έχει τήν πρόθεση νά κινήσει τήν διαδικασία τοῦ ἄρθρου 169 καί καθορισμός προθεσμίας, εντός τῆς ὁποίας τό κράτος ὀφείλει νά διατυπώσει τίς παρατηρήσεις του.
Στό σημείο αυτό επιτρέψτε μου νά παραθέσω ὁρισμένες παρατηρήσεις τοῦ γενικού εισαγγελέα Gand ἀπό τίς προτάσεις του στην υπόθεση 45/64: «Τό έγγραφο μέ τό όποιο κινείται ἡ διαδικασία ἀποτελεί προκαταρκτική πράξη μέ τήν ὁποία επισημαίνεται στό κράτος μέλος ἡ πράξη ἡ ή παράλειψη πού τοῦ πρασάπτεται καθώς καί οἱ κοινοτικοί κανόνες πού ἡ Ἐπιτροπή θεωρεί ὅτι παρέβη τό κράτος αὐτό έχει ὡς μόνο σκοπό την έναρξη διαλόγου. Οι παρατηρήσεις πού διατυπώνει τό κράτος μέλος δυνατόν νά κλονίσουν την πεποίθηση τῆς Ἐπιτροπῆς ἤ νά την επιβεβαιώσουν ἡ νά ἀναγκάσουν τό όργανο αυτό νά διευκρινήσει ἤ καί νά τροποποιήσει τους λόγους πού ἐστήριξαν τήν ἀρχική πεποίθηση' τότε μόνο διατυπώνεται ἡ αιτιολογημένη γνώμη, ἡ ὁποία καθορίζει τήν ὁριστική θέση τοῦ ὀργάνου καί βάσει τῆς ὁποίας εκδίδεται ἡ ἀπόφαση σας. Αυτή ὅμως ἡ προκαταρκτική διαδικασία δέν πρέπει νά περιορίζεται σέ ένα αυστηρό πλαίσιο (Racc. 1965, σ. 1075).
Ἐξ άλλου, δέν νομίζω ὅτι ευσταθεί ή αιτίαση κατά τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι δέν ὑπέδειξε ἐπακριβῶς, ήδη μέ τό έγγραφο τῆς ὀχλήσεως, τήν φύση τῶν λεπτομερειών, μέ τίς όποιες θεωρεί ὅτι συνδέεται κατ' ἀνάγκη ἡ εφαρμογή τῆς ὁδηγίας στό εθνικό επίπεδο. 'Επειδή, ὅμως, ἡ 'Επιτροπή 'έχει, στό θέμα αυτό, ευρεία διακριτική ευχέρεια, δέν υποχρεούται νά υποδείξει τά ειδικά μέτρα πού εἶναι ἀναγκαία γιά νά παύσει ἡ παράβαση. Δεδομένου δέ ὅτι στην παρούσα περίπτωση, επρόκειτο γιά μεταφορά, στό εσωτερικό επίπεδο, υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό οδηγία, ἡ 'Επιτροπή ὤφειλε μάλιστα, δυνάμει τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 189 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά σεβασθεί τήν εξουσιοδότηση πού επιφυλάσσεται στά κράτη ὅσον άφορᾶ τόν τύπο καί τά μέσα.
'Επίσης, δέν νομίζω ὅτι ἡ 'Επιτροπή δύναται νά επικριθεί επειδή ἐπεκαλέσθη τήν συνάφεια τῶν διατάξεων τῆς ὁδηγίας-πλαισίου 71/316 τῆς ὁδηγίας περί μετρητών ηλεκτρικής ενεργείας μόνο στό δικόγραφο τῆς προσφυγής καί όχι στην αιτιολογημένη γνώμη. Εἶναι ἀληθές ὅτι τά συμφέροντα τῆς υπερασπίσεως βλάπτονται ἄν τροποποιηθοῦν, μέ τό δικόγραφο τῆς προσφυγής, τά πραγματικά καί νομικά στοιχεία πού ἀναφέρονται στην αιτιολογημένη γνώμη. Είναι όμως ἐξ 'ίσου ἀληθές ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῶν ἐκ τῆς ὁδηγίας 76/891 υποχρεώσεων εἶναι δυνατή μόνο εντός τοῦ ευρύτερου πλαισίου τῶν διατάξεων, στό όποιο εντάσσεται. Ἐξ άλλου, ἡ στάση τῆς 'Επιτροπής δύναται νά εξηγηθεί μέ τό ὅτι έπρεπε νά δοθεί ἀπάντηση στίς παρατηρήσεις πού διετύπωσε ἡ δανική κυβέρνηση ἐπί τῆς αιτιολογημένης γνώμης.
Ἐπί πλέον, ὅπως προκύπτει σαφώς ἀπό τά στοιχεία τῆς δικογραφίας, ἡ δανική κυβέρνηση προέβη στην ὑπεράσπιση της ήδη ἀπό τῆς πρό τῆς ἀσκήσεως τῆς προσφυγής διαδικαστικής φάσεως, διατυπώνοντας τίς παρατηρήσεις τῆς ἐπί τοῦ εἰδικοῦ ἀντικειμένου τῆς διαφοράς, χωρίς νά υπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅσον ἀφορᾶ τήν παράβαση πού τῆς προσάπτει ἡ 'Επιτροπή.
Γιά τους ἀνωτέρω λόγους, νομίζω ὅτι οἱ ενστάσεις ἀπαραδέκτου πού προεβλήθησαν ἐν προκειμένω εἶναι ἀπορριπτέες.
5.
Ἐν συνεχεία πρέπει νά εξετασθοῦν τά ζητήματα πού ἀναφέρονται στην ουσία τῆς ὑποθέσεως. Όπως γνωρίζετε, τά ζητήματα αυτά ἀναφέρονται στην έκταση τῶν υποχρεώσεων πού έχουν τά κράτη μέλη ἐκ τῆς ὁδηγίας 76/891 περί μετρητών ηλεκτρικής ενεργείας.
Στίς γραπτές τῆς παρατηρήσεις καί κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας, ή δανική κυβέρνηση ἐστήριξε τήν υπεράσπιση τῆς στά άρθρα 2, παράγραφος 2 καί 8, παράγραφος 2, τῆς ὁδηγίας-πλαισίου 71/316. Τά άρθρα αυτά προβλέπουν, ἀφ' ἑνός, ὅτι «ὅταν οἱ εξοπλισμοί έλεγχου πού διαθέτουν τό επιτρέπουν, τά κράτη μέλη παραχωροῦν, κατόπιν αιτήσεως τοῦ κατα-σκευαστοῦ ἡ τοῦ εντολοδόχου του, τήν έγκριση προτύπου ΕΟΚ» (άρθρο 2, παράγραφος 2) καί, ἀφ' ἑτερου, ὅτι «τά κράτη μέλη προβαίνουν στον ἀρχικό έλεγχο ΕΟΚ ... ἐφ' όσον οἱ εξοπλισμοί έλεγχου τους οποίους αυτά διαθέτουν τό επιτρέπουν» (άρθρο 8, παράγραφος 2). Κατά την δανική κυβέρνηση, οἱ διατάξεις αυτές δέν επιβάλλουν στά κράτη μέλη την υποχρέωση νά δημιουργήσουν τήν διοικητική καί τεχνική δομή πού εἶναι ἀναγκαία γιά τήν χορήγηση τῶν ἐν λόγω εγκρίσεων καί τήν διεξαγωγή των ἀπαιτουμένων έλεγχων ὅταν ἡ εθνική διοίκηση δέν διαθέτει καμμία υπηρεσία πρός τόν σκοπό αυτό.
Κατά τήν 'Επιτροπή, ἀντιθέτως, οἱ διατάξεις τῆς οδηγίας 76/891, ἑρμηνευόμενες ὑπό τό φως τῆς ὁδηγίας-πλαισίου 71/316, γεννοῦν δύο εἰδῶν υποχρεώσεις. Ή πρώτη, ἀρνητική, συνίσταται στην εξάλειψη των εμποδίων στό ενδοκοινοτικό εμπόριο μετρητών ηλεκτρικής ἐνεργείας. Πλέον συγκεκριμένα, τά κράτη μέλη δέν δύναται «νά ἀρνηθοῦν, νά ἀπαγορεύσουν ἡ νά περιορίσουν τήν διάθεση στην ἀγορά καί τήν χρησιμοποίηση μετρητῶν ηλεκτρικής ενεργείας ἄν οἱ ἐν λόγω μετρητές φέρουν τήν ένδειξη εγκρίσεως προτύπου ΕΟΚ καί τό σήμα ἀρχικοῦ ἐλεγχου ΕΟΚ» (άρθρο 3, πρώτη παράγραφος, τῆς ὁδηγίας 76/891 καί άρθρο 1, παράγραφος 1, τῆς ὁδηγίας 71/316). Ή δεύτερη ὑποχρέωση, θετική, έχει ὡς ἀντικείμενο τά εθνικά μέτρα πού εἶναι ἀναγκαία γιά τήν διενέργεια των έλεγχων πού προβλέπει ἡ ὁδηγία. Ή 'Επιτροπή προσάπτει στην Δανία μόνο τό ὅτι δέν ἐξεπλήρωσε τήν δεύτερη αυτή υποχρέωση. Πράγματι, ἡ δανική κυβέρνηση, υποστηρίζει, δέν συνεμορφώθη πρός τήν ὁδηγία δεδομένου ὅτι δέν ἐδημιούργησε τήν διοικητική δομή πού εἶναι ἀναγκαία γιά τήν χορήγηση τῶν εγκρίσεων καί τήν διεξαγωγή τῶν έλεγχων πού προβλέπει ή ὁδηγία.
Σημειωτέον σχετικῶς ὅτι ἡ Ἐπιτροπή στηρίζει τήν άποψη τῆς σέ μία μέθοδο ερμηνείας ἡ ὁποία λαμβάνει ὑπ' ὄψη ὁλόκληρη τήν ὁδηγία 76/316 καί, ἰδίως, τά παραρτήματα της. Ὅμως, τά παραρτήματα αυτά ορίζουν, τόσο γιά τήν ἔγκριση προτύπου ΕΟΚ ὅσο καί γιά τόν ἀρχικό έλεγχο ΕΟΚ, ὅτι «ή μελέτη τῶν δικαιολογητικών έγγραφων καί ἡ εξέταση τῶν μετρολογικῶν χαρακτηριστικών τοῦ προτύπου μπορούν νά γίνουν στά εργαστήρια τῆς μετρολο-γικῆς υπηρεσίας ἡ στά εξουσιοδοτημένα εργαστήρια ἡ στόν τόπο κατασκευής, παραδόσεως ἡ ἐγκαταστάσεως» καί ὅτι «ή μετρολογική υπηρεσία δύναται νά ἀξιώσει ἀπό τόν αιτούντα νά θέσει στην διάθεση της τά πρότυπα σταθμών καί τά κατάλληλα βοηθητικά μέσα σέ ὑλικό καί σέ προσωπικό γιά τήν εκτέλεση τῶν δοκιμών εγκρίσεως καί ἀρχικού έλεγχου». Ἑπομένως, κατά τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, ή φράση «ὅταν οἱ ἐξοπλισμοί έλεγχου πού διαθέτουν τό επιτρέπουν» σημαίνει ὅτι εἶναι δυνατό τό κράτος μέλος νά μή διαθέτει, τό ἴδιο, τους ἀναγκαίους εξοπλισμούς στά δικά του εργαστήρια ή, ἐν πάση περιπτώσει, στά εργαστήρια πού λειτουργούν ὑπό τόν έλεγχό του, αυτό ὅμως δέν τό ἀπαλλάσσει ἀπό τήν υποχρέωση νά διεξάγει, ὅταν τοῦ ζητείται, τίς εργασίες τίς σχετικές μέ τήν χορήγηση τῆς εγκρίσεως καί τόν αρχικό έλεγχο. Ή 'Επιτροπή θεωρεί επομένως, ὅτι τό κράτος μέλος τό όποιο δέν διαθέτει τήν ἀναγκαία διοικητική δομή ὀφείλει νά συστήσει μιά κατάλληλη υπηρεσία προκειμένου νά δύνανται ημεδαποί ή ἀλλοδαποί παραγωγοί νά λαμβάνουν τήν έγκριση καί τόν ἀρχικό έλεγχο ΕΟΚ.
6.
'Από τίς δύο αυτές ἀπόψεις προτιμώ τήν άποψη τῆς δανικής κυβερνήσεως. Εἶμαι, πράγματι, πεπεισμένος ὅτι ἡ έκταση τῶν υποχρεώσεων πού υπέχουν τά κράτη μέλη ὁρίζεται στά άρθρα 2, παράγραφος 2 καί 8, παράγραφος 2, τῆς ὁδηγίας 71/316. Επομένως, τά κράτη μέλη ὑποχρεούνται νά συστήσουν υπηρεσίες γιά τήν έγκριση καί γιά τόν ἀρχικό έλεγχο ΕΟΚ μόνο ἐφ' ὅσον διαθέτουν ήδη διοικητική καί τεχνική δομή, έστω καί στοιχειώδη, πού τους επιτρέπει νά ελέγχουν τίς συσκευές μετρήσεως τῆς ηλεκτρικής ενεργείας. Ή πεποίθηση αυτή στηρίζεται σέ διάφορες σκέψεις πού ἀφοροῦν την διατύπωση καί την σκοπιμότητα τῶν διατάξεων, την θέση τους εντός τοῦ συστήματος, τήν σχέση μεταξύ τῆς ὁδηγίας-πλαισίου καί τῆς ειδικής ὁδηγίας καί τά Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πού παρουσιάζει ἡ προσέγγιση τῶν νομοθεσιών στον τομέα αυτό.
Ή διατύπωση τῶν διατάξεων αυτῶν εἶναι σαφής. Ή φράση «ὅταν οἱ εξοπλισμοί έλεγχου πού διαθέτουν τό επιτρέπουν» δέν γεννοῦν καμμία ἀμφιβολία, ὅπως αποδεικνύει καί ἡ διατύπωση τους στίς άλλες ἐπίσημες γλῶσσες. Μία μόνο έννοια δύνανται νά έχουν: ὅτι εξαρτούν, δηλαδή, τήν υποχρέωση τῶν κρατών μελών νά συστήσουν τήν σχετική υπηρεσία, ἀπό τήν ύπαρξη συγκεκριμένων εσωτερικών δομών. Ἑπομένως, ἡ ερμηνεία πού υποστηρίζει ή 'Επιτροπή εἶναι ἀντίθετη πρός τό γράμμα τῆς οδηγίας. Οἱ διατάξεις αυτές δέν ἀποκτούν διαφορετική έννοια ὑπό τό φως άλλων διατάξεων τῆς ὁδηγίας ἡ των παραρτημάτων της.
Πρός στήριξη τῆς ἀπόψεως της, ἡ Ἐπιτροπή παρατηρεί ὅτι, κατά τό άρθρο 2, παράγραφος 2, τῆς ὁδηγίας 76/891 περί μετρητών ηλεκτρικής ἐνεργείας, οἱ μετρητές αυτοί «υπόκεινται» στην έγκριση προτύπου ΕΟΚ καί «υποβάλλονται στόν ἀρχικό έλεγχο ΕΟΚ». 'Επομένως, ὅλα τά κράτη μέλη ὀφείλουν νά εἶναι σέ θέση, ὡς ἐκ τῆς διοικητικής τους δομής, νά καθιστούν δυνατή τή χορήγηση τῆς εγκρίσεως ΕΟΚ σέ ὅλους τους μετρητές ηλεκτρικής ενεργείας, περιλαμβανομένων καί τῶν εθνικής παραγωγής. Ό συλλογισμός αυτός δέν ευσταθεῖ. Θεωρώ λογικότερο νά ἑρμηνευθεί ή δεύτερη παράγραφος ὑπό τό φῶς τῆς πρώτης (ὅπως πρότεινε ἡ δανική κυβέρνηση) καί, συνεπώς, νά γίνει δεκτό ὅτι γιά νά λάβουν τήν ἐν λόγω ένδειξη, οἱ μετρητές πρέπει νά υποβληθούν στην έγκριση καί στόν έλεγχο. Πράγματι, δέν νομίζω ὅτι δύναται νά συναχθεῖ ἀπό τήν ἀνωτέρω παράγραφο οὔτε ἀπό ὁλόκληρη τήν ὁδηγία 76/891 ὅτι, ὅπως ισχυρίζεται ή 'Επιτροπή, ἡ Δανία έχει τήν υποχρέωση νά δημιουργήσει τίς ἀναγκαίες διοικητικές δομές γιά τήν διενέργεια τῶν ἐν λόγω ἐλεγχων. Ἐπίσης, θεωρώ άσχετο τό ὅτι τό παράρτημα τῆς ὁδηγίας-πλαισίου 71/316 προβλέπει ένα ειδικό σύμβολο γιά τήν Δανία. Δύναται νά παρατηρηθεί, ἀφ' ἑνός, ὅτι ἡ ὁδηγία-πλαίσιο ἀναφέρεται σέ πολυάριθμα όργανα μετρήσεως, προβαίνοντας γιά καθ' ένα ἀπ' αυτά σέ πλήρη εναρμόνιση καί, ἀφ' έτερου, ὅτι δέν ήταν δυνατόν νά μή προβλεφθεί ένα σήμα γιά τήν Δανία πού θά ἠδύναντο νά χρησιμοποιοῦν οἱ ἀρχές τῆς χώρας αυτής ἄν εἶχαν τήν πρόθεση νά δημιουργήσουν τήν ἀναγκαία διοικητική δομή γιά νά ἀναλάβουν τους ἐν λόγω έλεγχους.
Δέν νομίζω, ἐξ άλλου, ὅτι ευσταθεί ή επίκληση τῶν παραρτημάτων τῆς ὁδηγίας 71/316, σύμφωνα μέ τά ὁποῖα τά κράτη μέλη δύνανται νά χρησιμοποιούν ἰδιωτικά εργαστήρια ἡ εργαστήρια τῶν άλλων κρατών μελών. Κατά τήν άποψη μου, ἡ διάταξη αὐτή στηρίζεται στην ελευθερία πού έχουν τά κράτη μέλη νά διεξάγουν τά 'ίδια τους έλεγχους ἡ νά δέχονται τά ἀποτελέσματα τῶν έλεγχων πού διενεργούνται ἀλλοῦ.
7.
ΟΙ προπαρασκευαστικές εργασίες τῆς ὁδηγίας-πλαισίου 71/316 ενισχύουν ἀπό πολλές πλευρές τήν ἑρμηνεία πού προτείνω. Σέ ορισμένες περιπτώσεις, ὅπως είναι γνωστό, τό Δικαστήριο έλαβε ὑπ' όψη του τίς προπαρασκευαστικές εργασίες τοῦ παραγώγου κοινοτικού δικαίου προκειμένου νά καθορίσει τήν γενική διάρθρωση τῆς ρυθμίσεως (λόγου χάριν, ἀπόφαση τῆς 12ης Νοεμβρίου 1969 στην υπόθεση 29/69, Stauder κατά πόλεως Ulm-Sozialamt, Racc. 1969, σ. 419, ἀπόφαση τῆς 9ης 'Οκτωβρίου 1974 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 112, 144 καί 145/73, Campogrande καί λοιποί κατά 'Επιτροπής, Racc. 1974, σ. 957, ἀπόφαση τῆς 5ης 'Ιουλίου 1973 στην ὑπόθεση 81/72, 'Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Racc. 1973, σ. 575, καί ἀπόφαση τῆς 26ης Ἰουνίου 1975 στην υπόθεση 70/74, 'Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Racc. 1975, σ. 795).
Ὅπως προκύπτει, ὅμως, ἡ 'Επιτροπή ἀρχικώς υπέβαλε στό Συμβούλιο, στίς 14 'Απριλίου 1966, πρόταση ὁδηγίας περί ὀργάνων μετρήσεως πού προβλέπει «πλήρη» εναρμόνιση (66/558/ΕΟΚ, GU 182, σ. 3145) χωρίς ἐν τούτοις νά επιβάλλει στά κράτη μέλη καμμία ειδική υποχρέωση νά δημιουργήσουν ἰδιαίτερες διοικητικές δομές. Ἐν συνεχεία, ἀφοῦ διευκρίνησε τήν πολιτική τῆς ὡς πρός τόν τομέα αυτό μέ τό «γενικό πρόγραμμα γιά τήν εξάλειψη των τεχνικών εμποδίων στίς συναλλαγές» τό 1968, ἡ 'Επιτροπή επανήλθε στην προαιρετική εναρμόνιση καί, στίς 15 'Ιουλίου 1970, έκανε στό Συμβούλιο πρόταση περί τροποποιήσεως τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας (GU C 115, σ. 11). Αὐτή ἡ ἀλλαγή πορείας ὀφείλεται στίς συζητήσεις πού διεξήχθησαν μετά τό 1966 στό Συμβούλιο καί στό πλαίσιο των ὁμάδων εργασίας τῆς 'Επιτροπής. Πράγματι, οἱ συζητήσεις αυτές έδειξαν, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν εισαγωγική σημείωση τῆς προτάσεως ὁδηγίας, ὅτι ήταν ἀδύνατο νά «προβλεφθεί ἀπό τοῦδε καί γιά ὅλες τίς περιπτώσεις ἡ πλήρης εναρμόνιση τῶν διατάξεων περί ὀργάνων μετρήσεως, ελλείψει ὁρισμένων ἀναγκαίων προϋποθέσεων».
Ή πρόταση ὁδηγίας πού κατέθεσε ἡ 'Επιτροπή δέν περιείχε τήν μνεία «ἐφ' ὅσον οἱ ἐξοπλισμοί έλεγχου πού διαθέτουν τό επιτρέπουν». Είναι πολύ πιθανό ὅτι ἡ μνεία αυτή προσετέθη κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας εγκρίσεως, βάσει ὁρισμένων σκέψεων πού ἀποσκοποῦσαν στον περιορισμό μάλλον παρά στην επέκταση τῶν υποχρεώσεων τῶν κρατῶν μελών.
Ή πεποίθηση αυτή πηγάζει καί ἀπό τίς γνώμες τῆς Οικονομικής καί Κοινωνικής 'Επιτροπής καί τῆς Νομικής Ἐπιτροπῆς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου ὅσον άφορᾶ τήν ἐν λόγω πρόταση ὁδηγίας. Πράγματι, σύμφωνα μέ τήν πρώτη γνώμη (25 Φεβρουαρίου 1971), καί συγκεκριμένα, σύμφωνα μέ τίς παρατηρήσεις ἐπί τοῦ άρθρου 2, παράγραφος 2, «ή ἀρχή ὅτι οἱ αιτήσεις εγκρίσεως ΕΟΚ δύνανται νά υποβάλλονται μόνο σέ ἕνα κράτος μέλος... πρέπει νά συμπληρωθεί μέ μία διάταξη πού νά ὁρίζει ὅτι ἡ εθνική ρύθμιση τοῦ κράτους αὐτοῦ ἀπαιτεί αυτόν τόν έλεγχο» (GU C 36, σ. 10). 'Εξ άλλου, ἡ Νομική 'Επιτροπή τοῦ Συμβουλίου επισημαίνει μέ τήν γνώμη της ὅτι, «ή 'Επιτροπή σας ἐγκρίνει μέν, πλην ὅμως μέ επιφύλαξη τήν εισαγωγή τῆς μεθόδου τῆς προαιρετικῆς εναρμονίσεως ... Ἐπί πλέον, ἡ Νομική 'Επιτροπή καλεῖ τήν 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων νά διατυπώσει τό συντομότερο κατάλληλες προτάσεις γιά τήν εναρμόνιση τῶν ἀρχων καί τῶν στόχων τῶν εθνικών ρυθμίσεων περί μέτρων καί σταθμών ἐν ὄψει τῆς ενοποιήσεως τῶν συστημάτων σέ κοινοτικό επίπεδο, καθώς καί γιά τήν εναρμόνιση τῶν εθνικών διοικητικών διαδικασιῶν ὅσον άφορα τίς υποχρεώσεις τῶν κατασκευαστών καί τῶν χρησιμοποιούντων τά σχετικά όργανα, τό μέγεθος καί τήν 'έκταση τῶν ελέγχων, τήν ὀργάνωση τῶν μετρολογικῶν υπηρεσιών, τά τέλη καί τους τρόπους έλεγχου» (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έγγραφο συνόδου 18/71, ἡ υπογράμμιση δέν ὑπάρχει στό πρωτότυπο).
8.
Γιά νά λυθεί τό ζήτημα ερμηνείας πού ἀνακύπτει ἐν προκειμένω, πρέπει νά εξετασθεί επίσης ἡ σχέση μεταξύ τῆς ὁδηγίαςπλαισίου καί τῆς ειδικής ὁδηγίας εφαρμογής. Πράγματι, ἡ πραγματική έκταση τῶν διατάξεων τῆς τελευταίας δύναται νά ἑρμηνευθεί μόνο ὑπό τό φῶς τῶν διατάξεων
τῆς πρώτης. Ἐξ άλλου, ἡ πρώτη ὁδηγία επισημαίνει σαφώς τόν ἐν μέρει προαιρετικό, άρα ενδεχόμενο, χαρακτήρα τῶν υποχρεώσεων πού επιβάλλονται στά κράτη μέλη.
Ό τρόπος κατά τόν όποιον διαρθρώνεται ή σχέση αύτη μεταξύ τῶν δύο ὁδηγιών προβάλλεται Ιδίως στίς τελευταίες αιτιολογικές σκέψεις τῶν προοιμίων τους. 'Από τίς αἰτιολογικές αυτές σκέψεις δύναται, πράγματι, νά συναχθεί ὅτι ἡ ὁδηγία-πλαίσιο καθορίζει τίς γενικές διατάξεις πού ἀφορούν ἰδίως τίς διαδικασίες εγκρίσεως προτύπου ΕΟΚ καί ἀρχικοῦ έλεγχου ΕΟΚ, καθώς και τίς μεθόδους μετρολογικοῦ έλεγχου ΕΟΚ. Ή ειδική ὁδηγία καθορίζει τίς προδιαγραφές τεχνικού σχεδιασμού, λειτουργίας καί ἀκριβείας, τίς λεπτομέρειες τοῦ έλεγχου καί, ενδεχομένως, τίς προϋποθέσεις, ὑπό τίς όποιες οἱ κοινοτικές τεχνικές προδιαγραφές ἀντικαθιστούν τίς υπάρχουσες εθνικές διατάξεις.
Ό συμπληρωματικός χαρακτήρας τῆς ειδικής ὁδηγίας επιβεβαιώνεται καί ἀπό τό άρθρο 1, παράγραφος 4, τῆς ὁδηγίας-πλαισίου. Ή διάταξη αυτή προβλέπει ὅτι «οἱ ειδικές ὁδηγίες καθορίζουν γιά τίς κατηγορίες ὀργάνων πού ἀποτελοῦν τό ἀντικείμενο τους, τίς μετρολογικές ιδιότητες καί τίς τεχνικές προδιαγραφές σχεδιασμού καί λειτουργίας. Αυτές μποροῦν ὁμοίως νά καθορίζουν: ἄν τά όργανα αυτά πρέπει νά υποβληθούν σέ ὅλα τά κράτη μέλη στήν ἔγκριση προτύπου ΕΟΚ καί στον ἀρχικό έλεγχο ΕΟΚ ἡ σέ ένα ἐξ αυτῶν των έλεγχων, τήν ἡμερομηνία κατά τήν ὁποία εθνικές διατάξεις σύμφωνες μέ τήν ἐν λόγω ειδική ὁδηγία, ἀντικαθιστούν ἐξ ὁλοκλήρου τίς εθνικές διατάξεις πού ἐφηρμόζοντο προηγουμένως στά νέα όργανα τῆς ἴδιας κατηγορίας».
'Επί πλέον, ἡ ύπαρξη τῆς σχέσεως πού νομίζω ὅτι υπάρχει μεταξύ τῶν δύο διατάξεων ενισχύεται ἀπό τήν εισαγωγή στά κεφάλαια ΙV καί V τοῦ παραρτήματος τῆς ὁδηγίας 76/891, σύμφωνα μέ τό όποιο ή έγκριση προτύπου ΕΟΚ καί ὁ ἀρχικός έλεγχος ΕΟΚ πραγματοποιοῦνται «σύμφωνα μέ τίς προδιαγραφές τῆς ὁδηγίας 76/316/ΕΟΚ».
Γιά μιά ἀκόμη φορά ευρισκόμεθα ενώπιον διατυπώσεως πού δέν δημιουργεί ἀμφιβολίες. Δύνανται ὅμως νά συναχθούν καί άλλα στοιχεία εκτιμήσεως ἀπό τόν συστηματικό συντονισμό τῶν κανόνων καί ἀπό τήν ἀνάλυση τῶν ἀντικειμενικών σκοπών πού επιδιώκουν. Quamvis sit manifestissimum edictum praetoris, attamen non est negligenda interpretatio eius.
9.
Οἱ ιδιαιτερότητες τῆς προσεγγίσεως τῶν νομοθεσιών πού ἀφοροῦν τήν εξάλειψη τῶν τεχνικών εμποδίων στίς συναλλαγές, στόν τομέα τῶν ὀργάνων μετρήσεως έχουν, ἐν προκειμένω, σημασία. Ή ὁδηγίαπλαίσιο 71/316 ἐσήμανε τήν έναρξη τῆς προσεγγίσεως αυτής. Ἐν συνεχεία έγινε διαφοροποίηση ἀναλόγως τοῦ τύπου τῶν οργάνων μετρήσεως, ἡ δέ εναρμόνιση ἠδύνατο νά εἶναι «πλήρης» ἡ «προαιρετική». Σέ περίπτωση πλήρους εναρμονίσεως, οἱ διατάξεις εφαρμογής τῶν κοινοτικών ὁδηγιών ἀντικαθιστούν τίς εθνικές διατάξεις πού 'ίσχυαν προηγουμένως, τά δέ κράτη μέλη χάνουν κάθε εξουσία στόν ἐν λόγω τομέα. 'Αντιθέτως, σέ περίπτωση «προαιρετικής» εναρμονίσεως, τά κράτη δύνανται νά διατηρήσουν τίς εσωτερικές τους ρυθμίσεις, οἱ όποιες συνυπάρχουν μέ τίς κοινοτικές διατάξεις. Αυτό ἀποδεικνύει ὅτι είναι βάσιμο νά ερμηνεύεται ἡ ὁδηγία κατά τήν έννοια ὅτι οἱ υποχρεώσεις πού φέρουν τά κράτη μέλη διαφοροποιούνται ἀναλόγως τῆς ουσιαστικής ὀργανώσεως τῆς οικείας εθνικής διοικήσεως.
Ή εκτίμηση τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τήν ὁδηγία 76/891 ὑπό τό φῶς τῶν στόχων αυτών, ὁδηγεί σέ σκέψεις κατ' οὐσίαν ταυτόσημες. Λαμβανομένου ὑπ' ὄψη τοῦ γεγονότος ὅτι πρόκειται στην περίπτωση αύτή γιά προαιρετική καί ὄχι «πλήρη» εναρμόνιση είναι, νομίζω, προφανές ὅτι καί τά ἀποτελέσματα τῆς ὁδηγίας δέν δύνανται παρά νά εἶναι μερικά, ἀφοῦ εἶναι φυσικό νά ἀναβληθεί γιά ἀργότερα ἡ τελεία εξάλειψη τῶν τεχνικῶν εμποδίων στίς συναλλαγές. Γιά νά υπάρξει διαφορετικό συμπέρασμα, πρέπει νά γίνει δεκτό, ὅτι, οἱ ὁδηγίες περί εξαλείψεως των τεχνικῶν εμποδίων στίς συναλλαγές δέν ἔχουν κανένα σκοπό, ἑρμηνευόμενες ἐν σχέσει πρός τά ὅρια πού καθορίζουν τά άρθρα 2, παράγραφος 2 καί 8, παράγραφος 2, τῆς ὁδηγίας-πλαισίου 71/316. Κατά τήν γνώμη μου, ένα τέτοιο συμπέρασμα, τό όποιο προσκρούει, μεταξύ άλλων, στην ἑρμηνευτική ἀρχή τῆς πρακτικῆς ἀποτελεσματικότητας (magis voleat quam pereat), δέν δικαιολογείται. "Ενα πρώτο σημαντικό ἀποτέλεσμα εἶναι νά ἀποκλεισθεί ἡ δυνατότης τῶν κρατών μελών νά ἀρνοῦνται, νά ἀπαγορεύουν ἡ νά περιορίζουν τήν διάθεση στην ἀγορά καί τήν χρησιμοποίηση ὀργάνων μετρήσεως πού φέρουν τήν ἔνδειξη εγκρίσεως προτύπου ΕΟΚ καί, επομένως, τήν δυνατότητα υπάρξεως, γιά τά «εναρμονισμένα» όργανα μετρήσεως, άλλων περιορισμών στίς συναλλαγές, μετά τήν εξάλειψη τῶν τελωνειακών φραγμών καί τῶν ποσοστώσεων. Ό σκοπός αυτός επιτυγχάνεται πλήρως. Πράγματι, ὅπως ἀνεγνώρισε ἡ Ἐπιτροπή, ἡ έλλειψη εἰδικτῆς δανικής νομοθεσίας περί μετρητών ηλεκτρικής ενεργείας δέν επιτρέπει στίς ἀρχές τοῦ κράτους αὐτοῦ, νά θέτουν εμπόδια στίς συναλλαγές τοῦ ἐν λόγω τομέα ούτε νά ἀντιτάσσονται στην διάθεση στην ἀγορά τῶν ὀργάνων, τά όποια συγκεντρώνουν τίς τεχνικές προϋποθέσεις πού ὁρίζει ἡ ὁδηγία, οὔτε νά ὑπάγουν τά ἐν λόγω όργανα σέ νέους έλεγχους στά σύνορα. Ἑπομένως, δέν υπήρξαν ἀρνητικές επιπτώσεις γιά τους παραγωγούς τῶν άλλων κρατών μελών.
10.
Στό υπόμνημα ἀντικρούσεως τῆς ή δανική κυβέρνηση παραπέμπει στην άποψη πού εἶχε υιοθετήσει κατά τίς διαπραγματεύσεις, οἱ ὁποίες κατέληξαν στην θέσπιση τῆς ὁδηγίας 76/891. Συγκεκριμένα ἀναφέρεται στην δήλωση, στην ὁποία είχε προβεί στίς 11 Μαρτίου 1975, στό πλαίσιο μιᾶς ὁμάδος εργασίας τοῦ Συμβουλίου. Σύμφωνα μέ τήν δήλωση αύτη, ἡ Δανία δέν ἠδύνατο νά δεχθεί μία ὁδηγία πού θά τῆς επέβαλε τήν υποχρέωση νά δημιουργήσει τίς ἀναγκαίες διοικητικές δομές γιά τήν διενέργεια τῶν έλεγχων ΕΟΚ. Ή άποψη αυτή τῆς δανικής κυβερνήσεως ἐπανελήφθη ἐν συνεχεία σέ μία άλλη δήλωση τοῦ Συμβουλίου καί τῆς 'Επιτροπής πού προσαρτᾶται στά πρακτικά τοῦ Συμβουλίου. Ή δήλωση αυτή έχει τό έξῆς περιεχόμενο: «τό Συμβούλιο καί ή 'Επιτροπή διαπιστώνουν ὅτι ἡ δεύτερη περίοδος τοῦ ἄρθρου 2 άφορᾶ ἀποκλειστικώς τους μετρητές ηλεκτρικῆς ενεργείας πού ἀναφέρονται στην πρώτη περίοδο τοῦ άρθρου αυτού, καί ὅτι, κατά συνέπεια, ή ὁδηγία, δέν επιβάλλει στά κράτη μέλη τήν υποχρέωση, ὅσον άφορᾶ τους μετρητές ηλεκτρικής ενεργείας, ούτε τῆς εγκρίσεως προτύπου ΕΟΚ ούτε τῆς υποβολής σέ ἀρχικό έλεγχο ΕΟΚ, ἐφ' ὅσον δέν επιβάλλονται ἀντίστοιχοι έλεγχοι σέ εθνικό επίπεδο». Κατά τήν δανική κυβέρνηση, ή δήλωση αυτή έχει τήν έννοια ὅτι ἡ οδηγία ἐπιβάλλει στά κράτη μέλη πού διαθέτουν τίς ἀναγκαίες εθνικές διοικητικές δομές γιά τόν έλεγχο καί τῶν έγκριση τῶν μετρητών ηλεκτρικής ενεργείας, μόνον τήν υποχρέωση νά μήν εμποδίζουν τήν διάθεση στην ἀγορά ούτε τήν χρησιμοποίηση, στό έδαφος τους, τῶν μετρητών πού έχουν υποβληθεί σέ έλεγχους ΕΟΚ σέ άλλο κράτος μέλος. Κατά τήν γνώμη τῆς Επιτροπής, ἀντιθέτως, ἡ δήλωση ἀφορᾶ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τό κράτος υποχρεοῦται νά ὀργανώσει τίς υπηρεσίες του. Δεδομένου ὅτι έχει βεβαίως τήν υποχρέωση νά δέχεται τίς αιτήσεις τῶν ενδιαφερομένων παραγωγών, νά εξετάζει τά σχετικά έγγραφα καί νά εποπτεύει τίς διάφορες φάσεις τῆς τεχνικῆς ἐρεύνης, τό κράτος μέλος δύναται νά χρησιμοποιεί, πρός τόν σκοπό αυτό, ιδιωτικά ἐργαστήρια καί τεχνικούς.
Ή άποψη τῆς Επιτροπῆς εἶναι ἀπορριπτέα. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ ἑρμηνεία της δηλώσεως δέν ἀφήνει καμμία ἀμφιβολία. 'Αφορά τό άρθρο 2, παράγραφος 2, τῆς ὁδηγίας 76/891 περί μετρητών ηλεκτρικής ενεργείας καί ἀποκλείει, σαφώς, τό ὅτι τά κράτη μέλη έχουν τήν υποχρέωση νά υποβάλουν σέ έλεγχο τους μετρητές, στους ὁποίους εφαρμόζεται ἡ ὁδηγία. Ἐλλείψει της υποχρεώσεως αυτής, τά κράτη μέλη δέν ὀφείλουν επίσης νά συστήσουν κατάλληλη ὑπηρεσία. Όπως ἀνέφερα ήδη, ἡ ἑρμηνεία αυτή συμφωνεί πλήρως μέ τήν προϋπόθεση (ύπαρξη εθνικής διοικητικής δομής έλεγχου), ἀπό τήν ὁποία ἡ ὁδηγία-πλαίσιο 71/316 εξαρτά τήν υποχρέωση διενεργείας τῶν έλεγχων γιά τίς εγκρίσεις καί τους ἀρχικούς έλεγχους τῶν ὀργάνων μετρήσεως. Ἐφ' ὅσον γίνεται δεκτό ὅτι ἡ ἐν λόγω δήλωση έχει αύτη τήν έκταση, ἀποτελεί καί τήν επιβεβαίωση τῆς ερμηνείας πού πρότεινα. Σχετικώς ἀναφέρω ὅτι τό Δικαστήριο υπογράμμισε στην ἀπόφαση τῆς 18ης Φεβρουαρίου 1970 στην υπόθεση 38/69, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας, ὅτι «ή έκταση καί τό ἀποτέλεσμα ... (τῶν κοινοτικών πράξεων) δέν δύνανται νά περιορίζονται ἀπό επιφυλάξεις ἡ δηλώσεις πού έγιναν ενδεχομένως κατά τήν εκπόνηση τοῦ μέτρου γιά τό όποιο πρόκειται» (Racc. 1970, σ. 47, σκέψη 12), κατά τά λοιπά ὅμως δέν ἀπέκλεισε ὅτι οἱ δηλώσεις αυτές μπορούν νά χρησιμοποιηθούν γιά τήν ἑρμηνεία τῶν διατάξεων.
11.
Ὡς συμπέρασμα, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπορρίψει την προσφυγή πού ἤσκησε στις 3 'Ιουλίου 1981 ἡ Ἐπιτροπή τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων κατά τοῦ Βασιλείου τῆς Δανίας καί νά καταδικάσει τήν 'Επιτροπή στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy