ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Στην προκειμένη προδικαστική υπόθεση, καλεῖσθε νά επιλύσετε ένα πρόβλημα ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11, παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, δηλαδή τῶν κανόνων, πού προσφάτως εἴχατε τήν ευκαιρία νά εξετάσετε στην υπόθεση 137/80, (Ἐπιτροπή κατά Βασιλείου τοῦ Βελγίου), ἐπί τῆς ὁποίας ἐξεδόθη ἡ ἀπόφαση τῆς 20ης Ὀκτωβρίου 1981. Ό ἐν λόγω κανόνας παρέχει στόν υπάλληλο, ὁ όποιος εισέρχεται στην υπηρεσία τῶν Κοινοτήτων, ἀφοῦ εἶχε εργασθεί ἀλλοῦ, τό δικαίωμα νά ζητήσει τήν καταβολή στίς Κοινότητες:
«—
εἴτε τοῦ στατιστικού ισοδύναμου των δικαιωμάτων ἐπί τῆς συντάξεως ἀρχαι-ότητος πού εἶχε ἀποκτήσει στή διοίκηση, τόν εθνικό ἡ διεθνή ὀργανισμό ἤ τήν επιχείρηση, ὅπου υπαγόταν,
—
εἴτε τό κατ' ἀποκοπή ποσό τῆς εξαγορᾶς πού τοῦ ὀφείλεται ἀπό τό ταμείο συντάξεως αὐτῆς τῆς διοικήσεως, τοῦ ὀργανισμού ἡ τῆς επιχειρήσεως κατά τόν χρόνο τῆς ἀποχωρήσεως του».
Στό πλαίσιο προσφυγής πού ἤσκησε τό Caisse de pension des employés privés (Ταμείο Συντάξεων 'Ιδιωτικών Υπαλλήλων) κατά τοῦ Léon Bodson, τό Cour de cassation ('Ακυρωτικό) τοῦ Λουξεμβούργου σᾶς υπέβαλε τό ἀκόλουθο ερώτημα:
«Τό άρθρο 11, παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων πρέπει νά ερμηνευθεί κατά τήν ἔννοια ὅτι τό ποσόν τῶν εισφορῶν (ἀναλογία τοῦ εργοδότου καί ἀναλογία τοῦ ἀσφαλισμένου) πού ἔχουν πράγματι καταβληθεί σέ ένα ἐθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα (σύστημα μέ εισφορές) ἤ/καί πού έχουν υπολογισθεί πλασματικῶς (σύστημα χωρίς εισφορές) προσαυξανόμενες κατά τό ποσό τοῦ τόκου, πρός 4 ο/ο ετησίως, ἀπό τίς 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους ἀσφαλίσεως, δύναται νά συνιστά εἴτε τό στατιστικό ισοδύναμο τῶν υφισταμένων δικαιωμάτων συντάξεως ἀρχαιότητος εἴτε τό κατ' ἀποκοπή ποσό εξαγορᾶς πού ὀφείλεται ἀπό τό Caisse de pension;»
2.
Γιά νά γίνει κατανοητό ὑπό ποιες συγκεκριμένες συνθῆκες διεμορφώθη ἡ ἀνωτέρω αίτηση, πρέπει κατ' ἀρχάς νά γίνει συνοπτική έκθεση τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν, τά όποια ὡδήγησαν στην προκειμένη υπόθεση. Ό Léon Bodson, υπήκοος τοῦ Λουξεμβούργου, ἀφοῦ εἰργάσθη ὡς ιδιωτικός ὑπάλληλος στην χώρα του, έγινε κατόπιν υπάλληλος τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Δυνάμει τῆς ἀνωτέρω ἀναφερθείσης διατάξεως ἐζήτησε ἀπό τό Ταμείο Συντάξεων 'Ιδιωτικών 'Υπαλλήλων τοῦ Λουξεμβούργου νά μεταφέρει στό συνταξιοδοτικό σύστημα τῶν Κοινοτήτων τό στατιστικό ισοδύναμο τῶν δικαιωμάτων του ἐπί τῆς συντάξεως ἀρχαιότητος πού εἶχε ἀποκτήσει ὑπό τό σύστημα εθνικής ἀσφαλίσεως. Κατόπιν ἀρνήσεως τοῦ διοικητικού συμβουλίου τοῦ Ταμείου, ὁ ενδιαφερόμενος ἤσκησε προσφυγή ενώπιον τοῦ Conseil arbitral des assurances sociales (Συμβούλιο Διαιτησίας Κοινωνικών 'Ασφαλίσεων), τό όποιο όμως ἀπέρριψε τήν αίτηση μέ τήν αιτιολογία ὅτι ἡ νομοθεσία τοῦ Λουξεμβούργου δέν προβλέπει τήν καταβολή τοῦ στατιστικού ισοδυνάμου τῶν ἀποκτηθέντων δικαιωμάτων συντάξεως. Ό Bodson τότε ἤσκησε έφεση ἐνώπιον τοῦ Conseil supérieur des assurances sociales ('Ανώτερο Συμβούλιο Κοινωνικών 'Ασφαλίσεων) τό όποιο, μέ ἀπόφαση τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1977, ἀνεγνώρισε τό δικαίωμά του νά μεταφέρει τό ἐν λόγω στατιστικό ισοδύναμο. Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου πρέπει νά υπογραμμισθεί ὅτι τό 'Ανώτερο Συμβούλιο μέ τήν ἀπόφαση του ἑρμήνευσε τό ἀναφερθέν άρθρο 11, παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ὑπό τήν έννοια ὅτι ὁ ενδιαφερόμενος έχει τό δικαίωμα επιλογής νά ζητήσει τήν καταβολή στίς Κοινότητες τοῦ στατιστικού Ισοδύναμου τῶν δικαιωμάτων συντάξεως ἀρχαιότητος πού είχε ἀποκτήσει στην προηγουμένη εργασία του ή τό κατ' ἀποκοπή ποσό εξαγορᾶς πού τοῦ ὀφείλεται κατά τόν χρόνο τῆς ἀποχωρήσεως του.
Αυτό σημαίνει ὅτι ἐναπόκειτο στό Ταμείο Συντάξεων νά υπολογίσει τό ποσό πού επρόκειτο νά μεταφερθεί στίς Κοινότητες υπέρ τοῦ Bodson σύμφωνα μέ τήν ἀνωτέρω ἀπόφαση. 'Αλλά ἡ σχετική απόφαση εξεδόθη περίπου μετά ἀπό 20 μήνες. Ἐν τῶ μεταξύ τό Μεγάλο Δουκᾶτο τοῦ Λουξεμβούργου ἐθέσπισε, πρός εκτέλεση τοῦ ἄρθρου 11, παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων εντός τῆς έννόμου τάξεως του, τόν νόμο τῆς 14ης Μαρτίου 1979 (ὁ όποιος τροποποιεί τό άρθρο 18 τοῦ νόμου τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1963 περί συντονισμού τῶν συστημάτων συντάξεων), προβλέποντας υπέρ τῶν υπαλλήλων τῶν Κοινοτήτων καί τῶν διεθνών ὀργανισμών τήν δυνατότητα μεταφορᾶς ἀπό τό συνταξιοδοτικό σύστημα τοῦ Λουξεμβούργου ποσού ἀντιστοίχου πρός τίς εισφορές πού κατεβλήθησαν τόσο ἀπό τόν ἀσφαλισμένο ὅσο καί ἀπό τόν εργοδότη, προσαυξανόμενες κατά τους τόκους πρός 4 % ετησίως. Βάσει τῆς ρυθμίσεως αυτής τό διοικητικό συμβούλιο τοῦ Ταμείου Συντάξεων 'Ιδιωτικών Υπαλλήλων μέ ἀπόφαση τῆς 17ης 'Ιουλίου 1979 καθώρισε τελικώς τό ποσό τῶν δικαιωμάτων πού εἶχε ἀποκτήσει ὁ Bodson, τά όποια θά μεταφέροντο στό σύστημα συντάξεων τῶν Κοινοτήτων, συνυπολογίζοντας τίς εισφορές πού κατεβλήθησαν στό σύστημα ἀσφαλίσεως τοῦ Λουξεμβούργου τόσο ἀπό τόν ἐνδιαφερόμενο ὅσο καί ἀπό τόν εργοδότη του καί προσαυξάνοντας τό ποσό αυτό κατά τους τόκους, πρός 4 ο/ο ετησίως ἀπό τῆς 31ης Δεκεμβρίου κάθε έτους ἀσφαλίσεως. Στό σκεπτικό τῆς ανωτέρω ἀποφάσεως, τό διοικητικό συμβούλιο υποστηρίζει ἰδίως ὅτι ή ἔννοια «στατιστικό ισοδύναμο των δικαιωμάτων συντάξεως ἀρχαιότητος» εἶναι άγνωστη στην νομοθεσία τοῦ Λουξεμβούργου.
Ἐν συνεχεία ὁ ενδιαφερόμενος ἤσκησε νέα προσφυγή ενώπιον τοῦ Ἀνωτέρου Συμβουλίου Κοινωνικῶν 'Ασφαλίσεων, τοῦ ὁποίου ή ἀπόφαση ἀπέκτησε πλέον ἰσχύ δεδικασμένου. Τό Συμβούλιο ἀκύρωσε την ἀπόφαση τοῦ Ταμείου Συντάξεων καί παρέπεμψε ἐκ νέου την υπόθεση στον ίδιο οργανισμό γιά νά «ὑπολογίσει» συνεπεία της ἀναφερθείσης ἀποφάσεως τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1977«τό στατιστικό Ισοδύναμο των καθυστερουμένων (ποσών) τῆς συντάξεως γήρατος πού ὁ Bodson ἐδικαιοῦτο καί τά όποια ήθελε νά μεταφέρει' στίς Ευρωπαϊκές Κοινότητες κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 11, παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».
Τό Ταμείο Συντάξεων 'Ιδιωτικών Ὑπαλλήλων προσέβαλε τήν ἀπόφαση αυτή τοῦ 'Ανωτέρου Συμβουλίου Κοινωνικών 'Ασφαλίσεων ενώπιον τοῦ Cour de cassation. Τó ἀναιρεσεῖον θεωρώντας ὅτι ἡ ἐν ἰσχύι λου-ξεμβουργιανή ρύθμιση δέν ἀντιβαίνει πρός τίς υποχρεώσεις πού επιβάλλει τό κοινοτικό δίκαιο, υπεστήριξε ὅτι τό σύστημα υπολογισμού πού εἶναι σύμφωνο μέ τήν ρύθμιση αυτή πού εφήρμοσε μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 17ης 'Ιουλίου 1979, δέν είναι δυνατόν νά θεωρηθεί ὡς κατ' ἀποκοπή εξαγορά διότι, ὁπως αυτή καθορίζεται ἀπό τήν νομοθεσία τοῦ Λουξεμβούργου, περιλαμβάνει μόνον τίς εισφορές πού κατέβαλε ὁ εργαζόμενος καί επομένως ἀντιστοιχεί ἀναγκαίως στην άλλη δυνατότητα πού προβλέπει τό (ανωτέρω) ἀναφερθέν άρθρο 11, παράγραφος 2, δηλαδή στό στατιστικό Ισοδύναμο. Στην πραγματικότητα τό ἀμφισβητούμενο σημείο εἶναι ἄν τό λουξεμβουρ-γιανό σύστημα μεταφοράς εντάσσεται στην μία ἡ στην άλλη ἀπό τίς δύο λύσεις πού δέχεται τόν κανόνα αυτό. Γιά τόν λόγο αυτό, στό προδικαστικό ερώτημα πού σᾶς υπέβαλε τό Cour de cassation, ἀναφερόμενο γενικώς στά χαρακτηριστικά τοῦ συστήματος μεταφοράς πού προβλέπει ó λουξεμ-βουργιανός νόμος τῆς 14ης Μαρτίου 1979, ἐρωτᾶ ἄν ένας τέτοιος μηχανισμός εἶναι δυνατόν νά θεωρηθεί ὡς μεταφορά τοῦ κατ' ἀποκοπή ποσοῦ εξαγοράς ἡ τοῦ στατιστικού ισοδυνάμου τῶν δικαιωμάτων συντάξεως πού ἀπεκτήθησαν ὑπό τό ἐθνικό σύστημα, ώστε νά εφαρμοσθεί ἡ μία ἡ ή άλλη δυνατότης πού ἀναφέρονται στην ἐν λόγω κοινοτική διάταξη.
3.
Γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα τοῦ λουξεμβουργιανοῦ δικαστηρίου, πρέπει νά γίνει ερμηνεία τῶν δύο εννοιών «τοῦ στατιστικού ισοδυνάμου τῶν δικαιωμάτων συντάξεως ἀρχαιότητος» καί τοῦ «κατ' ἀποκοπή ποσού εξαγοράς», πού περιέχονται στό ἀναφερθέν άρθρο 11, παράγραφος 2. Παρατηρώ, ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι μία ἐρμηνεία ἐξ ἀπόψεως κοινοτικού δικαίου εἶναι ὁπωσδήποτε δυνατή, επειδή πρόκειται γιά έννοιες πού εἶναι δυνατόν νά εκτιμηθούν ἀντικειμενικώς, δεδομένου ὅτι βασίζονται ἀντιστοίχως στην σχετική μέ τόν τομέα τῆς ἀσφαλίσεως στατιστική μέθοδο καί στά μαθηματικά. Είναι ἀλήθεια ὅτι ὁρισμένες λεπτομέρειες τῆς εφαρμογῆς τοῦ ἑνός ἡ τοῦ άλλου συστήματος είναι δυνατόν νά ποικίλλουν ἀπό κράτος σέ κράτος, ἀλλά αὐτό δέν ἀρκεῖ γιά νά γίνει δεκτό, ὁπως υπεστήριξε ἡ κυβέρνηση τοῦ Λουξεμβούργου στην προκειμένη υπόθεση, ὅτι ἡ ερμηνεία τοῦ ἐν λόγω κανόνος πρέπει νά ἀφεθεί στά διάφορα Κράτη μέλη.
Ή λειτουργία τοῦ στατιστικοῦ ἰσοδύναμου τοῦ δικαιώματος λήψεως χρηματικής παροχής συνίσταται στην κεφαλαιοποίηση τῆς ἀξίας αυτής τῆς μελλούσης καί ενδεχομένως περιοδικῆς παροχής. Γίνεται, ἑπομένως, υπολογισμός τοῦ κεφαλαίου πού ἀντιστοιχεί στην σύνταξη, ἐπί τῆς ὁποίας ὁ ενδιαφερόμενος ἀπέκτησε δικαίωμα ἐπί ἐθνικοῦ επιπέδου, καί εφαρμόζεται προεξοφλητικός τόκος, κατ' ἀναλογία τοῦ προώρου τῆς καταβολής ἐν σχέσει πρός τόν χρόνο πού καθίσταται ἀπαιτητή, δηλαδή τήν ηλικία, ἡ ὁποία παρέχει δικαίωμα συντάξεως καί ένας συντελεστής μειώσεως, ἀνάλογος πρός τίς πιθανότητες θανάτου τοῦ δικαιούχου πρίν ἀπό τήν ημερομηνία πού καθίσταται ἀπαιτητή ἡ σύνταξη (συντελεστής πού καθορίζεται ἀναλόγως τῆς ηλικίας τοῦ ἀσφαλισμένου καί τους δείκτες θνησιμότητος). Ό προεξοφλητικός τόκος καθώς καί ὁ συντελεστής μειώσεως εἶναι grosso modo ἀνάλογος πρός τήν χρονική περίοδο πού διαρρέει ἀπό τοῦ χρονικού σημείου τῆς εκκαθαρίσεως τοῦ στατιστικού ισοδυνάμου μέχρι τῆς συμπληρώσεως τῆς ἡλικίας πρός συνταξιοδότηση γιά τόν λόγο αυτό τό ποσόν τοῦ στατιστικού ισοδυνάμου ἐν σχέσει πρός ένα ὁρισμένον ἀριθμό περιόδων ἀσφαλίσεως ποικίλλει καί αυτό, ἀναλόγως τῆς ἡλικίας τοῦ υπαλλήλου, αὐξανόμενο καθώς προχωρεί ή ηλικία τοῦ υπαλλήλου. Τελικώς, ὁ καθορισμός τοῦ στατιστικοῦ ισοδυνάμου συνεπάγεται, επομένως, έκτός ἀπό τήν πράξη προεξοφλήσεως καί υπολογισμό πιθανοτήτων.
Γιά νά διασαφηνισθεί περαιτέρω τό ζήτημα, εἶναι χρήσιμη ἡ ἀναδρομή στίς γενικές εκτελεστικές διατάξεις τοῦ ἄρθρου 11, παράγραφος 1 τοῦ παραρτήματος VIII («Ταχυδρόμος τοῦ προσωπικού», ἀριθ. 77 τῆς 29ης 'Ιουλίου 1969 καί «Ταχυδρόμος τοῦ προσωπικού», Spécial Interinstitutions τῆς 19ης 'Οκτωβρίου 1977). Τό άρθρο 4 των διατάξεων αυτῶν ἀναφερόμενο στην περίπτωση τῆς μεταφοράς τοῦ στατιστικού ισοδυνάμου τῶν δικαιωμάτων συντάξεως ἀρχαιότητος, ὅταν ένας κοινοτικός υπάλληλος ἀναλαμβάνει υπηρεσία σέ εθνική διοίκηση (σέ περίπτωση, επομένως, ἀντίθετη μέ τήν προκειμένη καί ἡ ὁποία ρυθμίζεται ἀκριβῶς ἀπό τήν παράγραφο 1 τοῦ άρθρου 11), προβλέπει τόν τρόπο υπολογισμοί) τοῦ στατιστικού ισοδυνάμου ἀπό τό ὄργανο, στό όποιο ἀνήκει ὁ υπάλληλος κατά τό χρονικό σημείο τῆς ὁριστικής λήξεως τῶν καθηκόντων του. Τό κριτήριο πού έγινε δεκτό εἶναι τό ἀκόλουθο: λαμβάνεται ὡς βάση ἡ σύνταξη, ἐπί τῆς όποιας έχει δικαίωμα ὁ υπάλληλος τήν ήμερα τῆς μεταφορᾶς καί γίνεται κεφαλαιοποίηση της μέ ἀναφορά στους τελευταίους πίνακες θνησιμότητος πού έχουν καταρτίσει οἱ ἁρμόδιες μέ τήν σύνταξη τοῦ προϋπολογισμού ἀρχές, εφαρμόζοντας ἐπί πλέον επιτόκιο 3,5 % ετησίως. Εἶναι προφανές ὅτι ἀνάλογο κριτήριο ισχύει γιά τίς μεταφορές πού πραγματοποιούνται κατ' ἀντίστροφη κατεύθυνση, τῶν ὁποίων ἡ ἀκριβής ρύθμιση εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν εθνικών άρχων.
Ό μηχανισμός τῆς «κατ' ἀποκοπή εξαγορᾶς» εἶναι πιό ἁπλός — καί ὁπωσδήποτε πολύ διαφορετικός. Στά συστήματα ἀσφαλίσεως βάσει εισφορών ἀθροίζονται οἱ εισφορές πού έχουν καταβληθεί ἀπό τόν ἀσφαλισμένο καί ενδεχομένως ἀπό τόν εργοδότη του μετά συνυπολογισμοῦ (ή ὄχι) ενός ὁρισμένου τόκου. Σέ άλλα συστήματα οἱ εισφορές πρέπει νά υπολογίζονται κατ' ἀρχάς πλασματικῶς (λαμβάνοντας ὡς σημείο ἀναφοράς τό ποσόν τῶν συντάξεων έν σχέσει πρός τήν διάρκεια τῆς υπηρεσίας) καί ἐν συνεχεία νά προστίθενται.
4.
Ἕνα ποσό, ὅπως τό περιγράφει ὁ παρα-πέμπων δικαστής, προφανώς δέν είναι δυνατόν νά συνιστᾶ στατιστικό ισοδύναμο τῶν δικαιωμάτων συντάξεως ἀρχαιότητος πού έχει ἀποκτήσει ὁ ενδιαφερόμενος. Πράγματι, ελλείπει εἴτε ὁ υπολογισμός τῆς συντάξεως πού θά τοῦ ὀφείλεται κατά τό χρονικό σημείο πού θά καταστεί κατά νόμο ἀπαιτητή, εἴτε ἡ κεφαλαιοποίηση τῆς ἰδίας τῆς συντάξεως ὑπό τους ὅρούς πού ἀνέφερα. 'Αντιθέτως, ὁ τρόπος υπολογισμοῦ πού περιγράφεται στό προδικαστικό ερώτημα παρουσιάζει τά ουσιώδη χαρακτηριστικά τῆς κατ' ἀποκοπή εξαγορᾶς. Δηλαδή λαμβάνονται ὡς βάση οἱ εισφορές πού κατέβαλε ὁ εργαζόμενος καί ὁ εργοδότης (ή τά πλασματικά τους ισοδύναμα), γίνεται άθροιση και προστίθενται οἱ τόκοι. Είναι δυνατόν νά φανεί περίεργο ὅτι ὅλοι οἱ διάδικοι ενώπιον τῶν δικαστηρίων τοῦ Λουξεμβούργου συνεφώνησαν ὅτι τό ποσόν, τοῦ ὁποίου διετάχθη μέ την ἀναφερθείσα ἀπόφαση τῆς 17ης 'Ιουλίου 1979 ή μεταφορά ἀπό τό Ταμείο Συντάξεων τοῦ Λουξεμβούργου πρός την Κοινότητα υπέρ τοῦ Bodson — καί τό όποιο, ὅπως γνωρίζουμε καθωρίσθη ἀκριβῶς μέ τόν τρόπο πού ἀνέφερε τό Cour de cassation στό ερώτημα του — δέν συνιστᾶ κατ' αποκοπή ποσό εξαγοράς. 'Αλλά πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι στό σύστημα συντάξεων τοῦ Λουξεμβούργου, πρίν ἀπό τόν ἀναφερθέντα νόμο τῆς 14ης Μαρτίου 1979 καί ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, ἡ κατ' ἀποκοπή εξαγορά περιωρίζετο στό ποσό τῶν εισφορῶν πού κατέβαλε ὁ ἀσφαλισμένος, ̛νῶ τό ποσόν πού προωρίζετο ἀπό τό Ταμείο γιά τήν μεταφορά πού ἐζήτησε ó Bodson περιλαμβάνει επίσης, ὅπως ἀνεφέρθη, τίς εισφορές πού κατέβαλε ó εργοδότης καί τήν προσαύξηση πού προκύπτει ἀπό τους τόκους, πρός 4 ο/ο. Αὐτό τό είδος τῆς κατ' ἀποκοπή εξαγοράς εἶναι ἐξ άλλου ἀνάλογο πρός τήν κατ' ἀποκοπή εξαγορά πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 12 τοῦ παραρτήματος VIII ὑπέρ τῶν υπαλλήλων τῆς Κοινότητος, τῶν ὁποίων τά καθήκοντα λήγουν ὁριστικώς, πρίν ἀποκτήσουν τό δικαίωμα συντάξεως ἀρχαιότητος. Γιά τόν λόγο αυτό καί ἀπό τήν σχετική ρύθμιση ἐσωτερικοῦ δικαίου, τό ποσόν, στό οποίο ἀναφέρεται τό ερώτημα ἀντιστοιχεῖ χωρίς ἀμφιβολία στό κατ' ἀποκοπή ποσό εξαγοράς πού προβλέπεται στό ἀναφερθέν άρθρο 11, παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VIII.
5.
Μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις πού κατέθεσε κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας, ή κυβέρνηση τοῦ Λουξεμβούργου καί ἡ 'Επιτροπή ὑπεστήριξαν ὅτι γιά νά εκπληρωθεί ή υποχρέωση, πού τό ἀναφερθέν άρθρο 11, παράγραφος 2 επιβάλλει στά Κράτη μέλη, άρκεῖ κάθε κράτος νά ρυθμίζει τό ζήτημα κατά τρόπο ώστε νά ἐξασφαλίζει στον εθνικό ὑπάλληλο ἕνα ἀπό τους δύο τύπους μεταφοράς τῶν δικαιωμάτων συντάξεως. 'Αν αυτό ήταν ἀκριβές, ἐφ' ὅσον τό Μεγάλο Δουκάτο τοῦ Λουξεμβούργου έχει προβλέψει ἕνα είδος κατ' ἀποκοπή εξαγοράς, κατά τά λοιπά πιό ευνοϊκό ἀπό τό εἶδος πού είχε καθορίσει προηγουμένως μέ τήν εσωτερική του νομοθεσία, πρέπει νά έχει συμμορφωθεί πρός τίς υποχρεώσεις του, πού ἀπορρέουν ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο καί δέν εἶναι ἀναγκαίο νά παρέχει επίσης τήν δυνατότητα μεταφοράς τοῦ στα-τιστικοῦ ισοδυνάμου.
Θεωρώ ὅτι αυτό τό πρόβλημα ερμηνείας τοῦ ἄρθρου 11, παράγραφος 2 εἶναι διαφορετικό ἀπό τό πρόβλημα πού ἀνέκυψε μέ τό προδικαστικό ερώτημα τοῦ Cour de cassation τοῦ Λουξεμβούργου. Έχω τήν γνώμη ὅτι τό Δικαστήριο δέν ὑποχρεοῦται νά εξετάσει τό πρόβλημα αυτό, εἴτε διότι δέν υπήρξε σχετικό ερώτημα ἐκ μέρους τοῦ «a quo» δικαστοῦ (μέ συνέπεια ὅτι τά άλλα Κράτη μέλη έκτός ἀπό τό Λουξεμβοῦργο δέν εἶχαν τήν ευκαιρία νά εκφράσουν τήν άποψη τους ἐπ' αὐτοῦ τοῦ θέματος), εἴτε διότι, στην προκειμένη περίπτωση, ὅπως προκύπτει ἀπό τό σκεπτικό τῆς ἀποφάσεως περί παραπομπής, ὁ Bodson έχει ήδη επιτύχει, μέ τήν ἀπόφαση τοῦ 'Ανωτέρου Συμβουλίου Κοινωνικών 'Ασφαλίσεων, ἡ ὁποία απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, τήν αναγνώριση τοῦ δικαιώματός του μεταφοράς ἀπό τό. Ταμείο Συντάξεων τοῦ Λουξεμβούργου πρός τίς Εὐρωπαϊκές Κοινότητες τοῦ στατιστικοῦ ισοδυνάμου τῶν δικαιωμάτων συντάξεως πού ἀπέκτησε στην χώρα ἀπό τήν ὁποία προέρχεται. Τό δικαιοδο-τικό αυτό όργανο έκρινε επομένως — χωρίς νά προσφύγει στην διαδικασία τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ — ὅτι οἱ ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα ἐπιλογής μεταξύ τῶν δύο δικαιωμάτων πού προβλέπονται ἀπό τό άρθρο 11, παράγραφος 2.
Μέ τό υπόμνημά τῆς ἡ κυβέρνηση τοῦ Λουξεμβούργου φαίνεται επίσης νά υποστηρίζει ὅτι ἡ ἀναφερθείσα διάταξη δέν εἶναι ἀπ' ευθείας εφαρμοστέα, άλλα προϋποθέτει την ύπαρξη εσωτερικής ρυθμίσεως, ἡ ὁποία νά καθορίζει τά κριτήρια καί τίς λεπτομέρειες πού ἀπαιτούνται γιά τόν υπολογισμό τοῦ στατιστικοῦ ισοδυνάμου ὅπού ελλείπει ή ἐν λόγω ρύθμιση — ὅπως εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Μεγάλου Δουκάτου τοῦ Λουξεμβούργου — δέν εἶναι δυνατόν ἐν πάση περιπτώσει, νά ικανοποιηθεί ἡ αίτηση τοῦ ενδιαφερομένου. 'Οσον άφορᾶ την νομοθεσία τοῦ Λουξεμβούργου, ἀξίζει νά ἀναφερθεί σχετικῶς αυτό πού ὁ λουξεμβουρ-γιανός νόμος τῆς 27ης Αὐγούστου 1977 περί τῆς υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, οι όποιοι ἀναλαμβάνουν υπηρεσία σέ διεθνείς ὀργανισμούς, καθορίζει γιά τόν τομέα ἀπασχολήσεως στό δημόσιο, ὅτι δηλαδή κατά τό άρθρο 8, παράγραφος 2 οἱ διατάξεις τῆς παραγράφου 1 τοῦ ιδίου άρθρου, οἱ όποιες προβλέπουν τήν εξαγορά των υφισταμένων δικαιωμάτων συντάξεως δέν ἀποκλείουν στον ενδιαφερόμενο τήν δυνατότητα νά ζητήσει τήν καταβολή στόν διεθνή ὀργανισμό τοῦ στατιστικού ισοδυνάμου τῶν δικαιωμάτων συντάξεως πού εἶχε ἀποκτήσει στην χώρα του, ὅταν αὐτό προβλέπεται ἀπό τό συνταξιοδοτικό σύστημα τοῦ ἐν λόγω διεθνούς ὀργανισμοῦ(τό άρθρο 13 τοῦ ἰδίου νόμου παραπέμπει σέ ένα διάταγμα τοῦ Μεγάλου Δούκα περί καθορισμού τῆς μεθόδου τοῦ στατιστικού υπολογισμού). Αλλά, ἐν πάση περιπτώσει, ἀκόμη καί ἄν δέν ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ἡ ἐν λόγω ρύθμιση ἡ ἡ δυνατότης νά συναχθούν ἀπ᾽ αὐτήν τά κριτήρια καί ἡ μέθοδος τοῦ στατιστικού ὑπολογισμού τῶν δικαιωμάτων συντάξεως τῶν ιδιωτικῶν υπαλλήλων, οἱ όποιοι εἰσέρχονται στην υπηρεσία τῶν Κοινοτήτων, γεγονός είναι ὅτι τό πρόβλημα πού ἔθεσε ἡ κυβέρνηση τοῦ Λουξεμβούργου υπερβαίνει τά πλαίσια τοῦ προδικαστικού ερωτήματος καί ἐξ άλλου φαίνεται ὅτι ἀντιφάσκει πρός τήν ἀναφερθείσα οριστική ἀπόφαση τού Ἀνωτέρου Συμβουλίου Κοινωνικῶν 'Ασφαλίσεων τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1977. Οἱ δυσκολίες πού εἶναι δυνατόν νά συναντήσει ή λουξεμβουργιανή διοίκηση γιά τήν εκτέλεση τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως συνιστούν προφανώς εσωτερικό πρόβλημα τῆς έννομου τάξεως τοῦ Λουξεμβούργου. Όσον άφορᾶ τήν ερμηνεία τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, ἡ ὁποία ἐζητήθη ἀπό τό Δικαστήριο, έχω τήν γνώμη ὅτι πρέπει νά παραμείνει μέσα στά ὅρια τοῦ ερωτήματος, πού διετυπώθη ἀπό τό αἰτοῦν δικαστήριο.
6.
Γιά τους λόγους πού εξετέθησαν, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει στό προδικαστικό ερώτημα, πού υπέβαλε τό Cour de cassation τοῦ Λουξεμβούργου μέ διάταξη τῆς 25ης 'Ιουνίου 1981, ὡς ἁκολούθως:
Τό ποσό τῶν εισφορῶν πού έχει καταβληθεί ἀπό τόν ἀσφαλισμένο εργαζόμενο καί ἀπό τόν εργοδότη του σέ ἕνα εθνικό σύστημα συντάξεων, προσαυξημένο κατά τους τόκους, πρός 4 % ετησίως, δέν συνιστᾶ τό στατιστικό ισοδύναμο των δικαιωμάτων συντάξεως ἀρχαιότητος πού ἔχει ἀποκτήσει ὁ ἐν λόγω εργαζόμενος, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 11, παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τό ποσόν αυτό, ἀντιθέτως, ἀντιπροσωπεύει τήν κατ' ἀποκοπή εξαγορά τῶν ἐν λόγω δικαιωμάτων, δυνάμει τῆς ἀναφερθείσης διατάξεως.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy