ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 10 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Κατά την διάρκεια τῶν ετών 1965 (ή διάταξη περί παραπομπῆς ἀναφέρει, προφανώς ἀπό λάθος, τό ἔτος 1956) μέχρι τό 1974, ή προσφεύγουσα τῆς κυρίας δίκης εισήγαγε στήν Ἰταλία οὐίσκυ προελεύσεως 'Ηνωμένου Βασιλείου. Δεδομένου ὅτι επρόκειτο, σύμφωνα μέ την ιταλική νομοθεσία, γιά οινόπνευμα τῆς πρώτης κατηγορίας — δηλαδή γιά οινόπνευμα παραγόμενο ἀπό άλλες ἐκτός τοῦ οἴνου ύλες — τά στέμ-φυλα, πού εἶναι κατάλοιπα τῆς παρασκευής οἴνου καί τά φροῦτα — ὁ μεθοριακός ἐπί-φορος [surtaxe] καί τό δημόσιο τέλος εἰσε-πράχθησαν μέ πλήρη συντελεστή, σέ συνάρτηση μέ τήν περιεκτικότητα σέ καθαρό οινόπνευμα.
Ό εἰσαγωγεύς — ἐν πάση περιπτώσει κατά τό μέτρο πού πρόκειται γιά εισαγωγές μεταγενέστερες τῆς προσχωρήσεως τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα — παρατηρεί, στην φορολογική αυτή ἐπιβάρυνση, παράβαση τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθ' ὅσον εθνικά προϊόντα πού πρέπει νά θεωροῦνται ὡς ὁμοειδή ἡ καί ἀνταγωνιστικά κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 95, ἐπε-βαρύνοντο, κατά τό χρονικό αὐτό διάστημα, μέ μειωμένο φόρο, ήτοι, προκειμένου γιά ἀποστάγματα παραγόμενα ἀπό στέμφυλα ἡ εγχώριους οἴνους, μέ τόν φόρο παρασκευής μειωμένου συντελεστοῦ, ὁ όποιος ἀντιστοιχεί στον μεθοριακό ἐπί-φορο, καί σέ κανένα δημόσιο τέλος, ή, προκειμένου γιά άλλα προϊόντα, τῆς δευτέρας κατηγορίας, ὁπως τό οινόπνευμα, πού εξάγεται ἀπό χουρμάδες, ἀπό σταφίδα, ἀπό σύκα, ἀπό χαρούπια καί άλλα φροῦτα, καθώς καί ἀπό ὁρισμένα προϊόντα τῆς πρώτης κατηγορίας (δηλαδή τό οἰνόπνευμα πού ἐξάγεται ἀπό τήν μελάσσα, τό ζαχαροκάλαμο καί τό σόργο) — τό δημόσιο τέλος μέ μειωμένο συντελεστή.
Δεδομένου ὅτι ἡ ἐπιχείρηση COGIS ἐθεώρησε ὅτι στό εισαγόμενο οὐίσκυ έπρεπε νά εφαρμόζεται ἡ ἴδια φορολογική μεταχείριση πού ἐφαρμόζεται στά ἀποστάγματα οίνου ιταλικής παραγωγής, ἀναφερθείσα δέ στήν σχετική μέ τό άρθρο 95 νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἤσκησε τό 1976 ἀγωγή περί επιστροφής τοῦ μεθοριακού ἐπιφόρου καί τοῦ δημοσίου τέλους πού κατά τήν γνώμη τῆς εἰσεπράχθησαν παράνομα.
Σύμφωνα μέ τήν επικαλούμενη νομολογία, τό παραπέμπον δικαστήριο δέν δέχεται ὅτι, ὑπό τό φῶς τῆς ἐν λόγω νομολογίας, συντρέχει περίπτωση διακρίσεως εἰς βάρος τῶν εισαγομένων ἐμπορευμάτων. 'Αλλά, δεδομένου ὅτι θεωρεί ὅτι ἡ εφαρμογή τῶν ἀρχῶν πού θέτει ἡ ἀπόφαση 169/78 ( 2 ), ἀφ᾽ ενός, καί τῆς ἀποφάσεως 28/69 ( 3 ) ἀφ᾽ έτερου, θά ὁδηγοῦσε σέ διαφορετικά ἀποτελέσματα, μέ διάταξη τῆς 9ης 'Ιουλίου 1981 ἀνέβαλε τήν έκδοση ὁριστικής ἀποφάσεως καί ἐζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί προδικαστικῶς ἐπί τοῦ ἀκολούθου ερωτήματος:
«Τό ιταλικό κράτος, εφαρμόζοντας ἐπί τῶν εισαγωγών οὐίσκυ ἀπό τήν Μεγάλη Βρετανία ένα σύστημα φορολογίας πού περιλαμβάνει τό μή προβλεπόμενο γιά τά ἀποστάγματα οἴνου ἐθνικής παραγωγής δημόσιο τέλος καί τόν μεθοριακό ἐπίφορο μέ πλήρη συντελεστή, ἐνῶ ἐπί ἀποσταγμάτων οἴνου εθνικής παραγωγής ὁ φόρος παραγωγής ἐπιβάλλεται μέ μειωμένο συντελεστή, παρέβη ἡ ὄχι τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης;»
Ή γνώμη μου στό ἐρώτημα αυτό έχει ὡς έξῆς:
1.
Προφανώς, δέν εἶναι δυνατό νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα, ὅπως αὐτό έχει διατυπωθεί.
Πράγματι, δέν ευρισκόμεθα ενώπιον διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πού άφορᾶ την διαπίστωση παραβάσεως τῆς συνθήκης, άλλά ἐνώπιον διαδικασίας δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πού άφορᾶ ἀποκλειστικώς τήν ἑρμηνεία τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου — έκτός ἀπό τήν ἐξέταση τοῦ κύρους τῶν πράξεων πού ἐκδίδουν τά κοινοτικά ὄργανα πράγμα γιά τό όποιο δέν πρόκειται ἐν προκειμένω. Ἑπομένως, δέν δύναμαι νά εἴπω τίποτα πού νά ἀναφέρεται ἀμέσως στό θέμα τοῦ ἄν συμβιβάζεται τό ιταλικό φορολογικό δίκαιο πρός τό κοινοτικό δίκαιο, καθ' ὅσον αυτό δέν θά ἀπετέλει ἑρμηνεία αλλά εφαρμογή τοῦ δικαίου. Σέ μᾶς μάλλον εναπόκειται νά υποδείξουμε τά σχετικά μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 95 κριτήρια, λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη ὁρισμένα περιστατικά πού μᾶς ἐγνωστοποιήθησαν — ήτοι τήν ἐπιβολή φόρων στό εισαγόμενο οὐίσκυ, ἀφ᾽ ἑνός, καί τήν φορολογία στά ἀποστάγματα οίνου ιταλικής παραγωγης, ἀφ᾽ έτέρου — καί, επομένως, τά κριτήρια αυτά θά επιτρέψουν στό ἐθνικό δικαστήριο νά σχηματίσει τήν κρίση του ως πρός τό συμβιβαστό ὁρισμένων εθνικών διατάξεων πρός τό κοινοτικό δίκαιο καί, ενδεχομένως, νά συναγάγει συμπεράσματα ὡς πρός τό επιτρεπτό ὅριο φορολογίας τῶν εἰσαγομένων προϊόντων.
Τό ἔργο αυτό διευκολύνεται βεβαίως ἀπό τό γεγονός ὅτι, σχετικά μέ τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, υφίσταται ήδη σημαντική νομολογία, ἡ ὁποία πρέπει μόνον κατά τό ουσιῶδες νά ἐξετασθεί σ᾽ ένα συστηματικό πλαίσιο καί νά δειυκρινισθε᾽ σέ μερικά σημεία.
2.
Κατά τό ἄρθρο 95, παράγραφος Ι, ἀπαγορεύεται ἡ επιβάρυνση τῶν προϊόντων άλλων Κρατών μελών μέ εσωτερικούς φόρους υψηλότερους ἀπό εκείνους πού επιβαρύνουν τά ὁμοειδή εθνικά προϊόντα.
Ή προσφεύγουσα τῆς κυρίας δίκης, ὅπως καί ἡ βρετανική κυβέρνηση, θεωρεί ὅτι ή διάταξη αὐτή ἔχει ἐφαρμογή στην περίπτωση της. Πρός τόν σκοπό αὐτό, τό μόνο σημαντικό στοιχείο — δεδομένου ὅτι ή ταυτότητα δέν ἀποτελεί προϋπόθεση — είναι ὅτι πρόκειται γιά ὁμοειδή προϊόντα, ήτοι προϊόντα πού εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά, ὅπως, ἐν προκειμένω, τήν περιεκτικότητα σέ οἰνόπνευμα. Πρός στήριξη τῆς γνώμης τῆς ἡ ἐνάγουσα ἀναφέρεται στίς συμπληρωματικές σημειώσεις της συμφωνίας GATT (άρθρο 3, παράγραφος 2), πού ἀντιστοιχεί στό άρθρο 95, σύμφωνα μέ τίς όποιες, τά προϊόντα είναι ὁμοειδή ὅταν εἶναι δεκτικά υποκαταστάσεως καί ευρίσκονται σέ άμεσο ἀνταγωνισμό. "Ενα άλλο σημαντικό, κατά τήν γνώμη της, γεγονός εἶναι ὅτι τά προϊόντα πού μᾶς ενδιαφέρουν ἐν προκειμένω υπάγονται στην ἴδια δασμολογική κλάση τοῦ κοινού δασμολογίου (22.09 Γ) καί ὅτι ἀνήκουν στην ἴδια φορολογική κατηγορία, σύμφωνα μέ τόν ιταλικό νόμο τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1951.
Ἡ ιταλική κυβέρνηση θεωρεί, ἀντιθέτως, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατο νά διατυπωθεί μία ἀφηρημένη κατά κάποιο τρόπο εκτίμηση ἐπί τοῦ ζητήματος τοῦ ὁμοειδοῦς καί θά πρέπει μάλλον νά γίνει ἀναφορά σέ συγκεκριμένες κατηγορίες πού έχει ἐπιλέξει ὁ νομοθέτης. Σύμφωνα μέ τό γενικό σύστημα πού εφαρμόζεται στην φορολογία τοῦ οἰνοπνεύματος, τό οὐίσκυ — ὅπως άλλα προϊόντα — στην Ἰταλία κατατάσσεται στην πρώτη κατηγορία καί τό ἀπόσταγμα οἴνου στην δευτέρα.
Είναι ἀλήθεια ὅτι στήν προηγουμένη νομολογία του ἐπί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τό Δικαστήριο ἐθεώρησε ἀρχικώς ὡς σημαντικό στοιχείο τό γεγονός ὅτι τά προϊόντα ἀνήκουν στην ἴδια φορολογική κατηγορία (βλέπε τήν ἀπόφαση στην υπόθεση 28/69 ( 4 ) πού ἀναφέρει ἡ διάταξη περί παραπομπῆς) ή ὅτι υπάγονται στην 'ίδια κλάση τοῦ κοινοῦ δασμολογίου (βλέπε ἀπόφαση στην υπόθεση 45/75 ( 5 )). Έχω ὅμως τήν εντύπωση ὅτι, ἐν τῶ μεταξύ, τό Δικαστήριο έχει εγκαταλείψει μία τόσο τυπολατρική άποψη, ή ὁποία, ἐξ άλλου, δέν θά έπρεπε ἐξ ἀρχής νά νοηθεί ὡς σημαίνουσα ὅτι ὁμοιότης ὑφίσταταιμόνο οτήν περίπτωση όμοιας δασμολογικής κατατάξεως. Πράγματι, στην υπόθεση 168/78 1, τό Δικαστήριο ρητῶς ἀπεφάνθη ὅτι τό δασμολόγιο δέν είναι καθοριστικό γιά τό ζήτημα τῆς ὁμοιότητος, στην ἀπόφαση δέ ἐπί τῆς υποθέσεως 169/78 ( 6 ) ὑπεγράμμισε ὅτι οὔτε ἡ δασμολογική κατάταξη ούτε ἡ μεταχείριση στό πλαίσιο τῶν τελωνειακῶν στατιστικών είναι καθοριστικές γιά τό ζήτημα αυτό.
Σύμφωνα μέ τήν πιό πρόσφατη αυτή νομολογία, τό άρθρο 95, παράγραφος 1, πρέπει κατ' ἀρχήν νά ἑρμηνευθεί ευρέως καί τό ζήτημα τῆς ὁμοιότητος πρέπει νά ἀντιμετωπισθεί μέ ελαστικότητα (υπόθεση 169/78 ( 6 )). Στην περίπτωση τοῦ οινοπνεύματος, τό ἀποφασιστικό ζήτημα δέν εἶναι τό ἄν έχουν χρησιμοποιηθεί οἱ ἴδιες πρώτες ὕλες, ἀλλά αν, ἀπό πλευρᾶς καταναλωτών, τά προϊόντα έχουν τίς ἴδιες Ιδιότητες καί ικανοποιούν τίς ἴδιες ἀνάγκες, ἄν δηλαδή, δύναται νά γίνει λόγος γιά παρόμοια χρησιμοποίηση (υπόθεση 169/78 ( 6 )). Μέ τήν ἀπόφαση στην υπόθεση 170/78 ( 7 ) προσθέσατε ἀκόμη ὅτι δέν πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ᾽ ὄψη οἱ καταναλωτικές συνήθειες μιᾶς μόνο χώρας ὡς ἀποκλειστική βάση κρίσεως καί ὅτι δύναται νά γίνει λόγος περί ὁμοιότητος, ὅταν πρόκειται γιά προϊόντα πού εἶναι σέ μεγάλο βαθμό συγκρίσιμα.
Οἱ ἀνωτέρω παρατηρήσεις καλύπτουν πράγματι ὅ,τι ήταν ἀναγκαίο γιά μία ἀφηρημένη ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 95, παράγραφος ( 8 ). Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ παρούσα υπόθεση δέν ἐνεφάνισε τίποτε τό όποιο θά ἠδύνατο νά συμβάλει περαιτέρω στην ερμηνεία τῆς διατάξεως αυτής.
Στό εθνικό δικαστήριο ἐναπόκειται νά ἀποφανθεί ἄν τό ἀπόσταγμα δημητριακών καί τό ἀπόσταγμα οίνου δύναται πράγματι νά θεωρηθούν ὡς προϊόντα ὁμοειδή. Ὑπενθυμίζω μόνον ὅτι ἐγώ ὁ 'ίδιος ὑπεστήριξα τήν θέση αυτή μέ τίς προτάσεις μου στην υπόθεση 169/78 ( 6 ), ἐνῶ τό Δικαστήριο δέν κατέληξε σέ μία τόσο σαφή θέση, άλλά περιωρίσθη νά διαπιστώσει, μέ τήν ἀναφερομένη ἀπόφαση, ὅτι τό ἀπόσταγμα δημητριακών καί τό ἀπόσταγμα οίνου έπρεπε νά θεωρηθούν ὡς ὁμοειδή ἡ ἐν πάση περιπτώσει ὡς ἀνταγωνιστικά.
Ἄν ἡ θέση μου ήταν ὀρθή, θά εἶναι ἑπομένως, κατ' ἀρχήν, βέβαιο, ὅσον άφορᾶ τήν διαφορά στην κυρία δίκη, ὅτι τό εἰσαγό-μενο οὐίσκυ δέν ἠδύνατο νά υποβληθεί σέ υψηλότερη φορολογία ἀπό τό οἰνόπνευμα εθνικής παραγωγής. Ή παρατήρηση τῆς Ιταλικής κυβερνήσεως, σύμφωνα μέ τήν ὁποία άλλα ἀποστάγματα, ἐπίσης ὁμοειδή, ὅπως τό Genièvre, στην 'Ιταλία φορολογούνται βαρύτερα ἀπό τό ἀπόσταγμα οἴνου, δέν δύναται νά μεταβάλει τίποτε κατά τά λοιπά. Πράγματι, γιά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 95, εἶναι φυσικά σκόπιμο νά περιορισθούμε στην κυρία εθνική παραγωγή πού λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψη πρός σύγκριση καί ὄχι σέ κατηγορίες ἐντελώς δευτερεύουσες, γιά τίς όποιες ὁ εθνικός νομοθέτης εἶναι βεβαίως ἐλεύθερος «νά προβαίνει σέ διακρίσεις».
3.
Κατά τό ἄρθρο 95, παράγραφος 2, πού ή διάταξη περί παραπομπής επίσης ἐπικαλείται, ἀπαγορεύεται, ἐξ άλλου, τά προϊόντα τῶν άλλων Κρατών μελών νά πλήττονται μέ εσωτερικούς φόρους, ἡ φύση τῶν ὁποίων προστατεύει έμμεσα άλλες εγχώριες παραγωγές.
Στό θέμα αυτό, ἡ ἀπόφαση στην υπόθεση 169/78 ( 6 ) ἀνέφερε σαφώς ὅτι αυτό ήταν ἀρκετό ἄν υπήρχε ἀνταγωνισμός έστω καί μερικός, έμμεσος ἤ ενδεχόμενος, μεταξύ εισαγομένων προϊόντων καί προϊόντων ἐθνικής παραγωγής καί ὅτι ἠδύνατο νά γίνει δεκτό ὅτι υφίσταται σχέση ἀνταγωνισμοῦ λόγω μιᾶς ἡ περισσοτέρων οικονομικών χρήσεων τοῦ προϊόντος. Ή ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσεως ανταγωνισμοί) θά ἔπρεπε επίσης νά γίνει δεκτή γιά ὅλα τά ἀποστάγματα καί νά ἐφαρμόζεται ειδικῶς στό ἀπόσταγμα οἴνου καί στεμφύλων, ἀφ' ἑνός, καί στό ἀπόσταγμα δημητριακῶν, ἀφ' ἑτέρου (ἀπόφαση στην υπόθεση 169/78 1) ἀνάλογες διαπιστώσεις γίνονται καί στήν ἀπόφαση 168/78 ( 9 )· γιά τήν σχέση μεταξύ οὐίσκυ καί κονιάκ.
'Επί τῆς βάσεως αυτής, μέ τήν ἀπόφαση 169/78 1, διεπιστώθη ὁ προστατευτικός χαρακτήρ τῆς ιταλικής ταινίας φόρου, καθ' ὅσον εφαρμόζεται υψηλότερος φορολογικός συντελεστής σέ προϊόντα πού είναι σχεδόν ἀποκλειστικώς εισαγόμενα καί γιά τα όποια υφίσταται μόνον πολύ μειωμένη εθνική παραγωγή, πού συνίσταται κυρίως σέ ἀναμίξεις, οἱ όποιες γίνονται μέ τήν χρησιμοποίηση σημαντικής ἀναλογίας οινοπνεύματος εθνικής παραγωγής. Τό ἴδιο πρέπει νά ισχύει καί γιά τις εξεταζόμενες στην παροῦσα υπόθεση φορολογικές επιβαρύνσεις. Πράγματι, ένας συγκριτικός πίνακας τῶν ἀριθμών, πού λαμβάνονται ὑπ' ὄψη — ἀριθμοί πού προσεκόμισε ἡ 'Επιτροπή στην υπόθεση 169/78 1 — εμφαίνει ὅτι ἡ φορολογική ἐπιβάρυνση τοῦ ἰταλικοῦ ἀποστάγματος οἴνου συνεπάγεται τιμή χονδρικής πωλήσεως 265000 λιρετών — ἐν σχέσει μέ τό ποσοστό οινοπνεύματος — ἐνῶ ἡ φορολογική ἐπιβάρυνση γιά τό εισαγόμενο ἀπόσταγμα δημητριακών ἀνέρχεται στή τιμή χονδρικής πωλήσεως τῶν 317000 λιρετών.
Ἐξ άλλου, ἡ παρατήρηση τῆς ιταλικής κυβερνήσεως, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ή κατανάλωση τοῦ οὐίσκυ 'έχει ἐν τούτοις αυξηθεί περισσότερο ἀπό ἐκείνη τοῦ ἀποστάγματος οἴνου, δέν δύναται βεβαίως νά ἀνατρέψει τήν διαπίστωση αυτή. Πράγματι, παρατήρηση τοῦ ἰδίου είδους στην υπόθεση 168/78 ( 10 ) ἐθεωρήθη ήδη χωρίς σημασία καί τό Δικαστήριο έκρινε, σχετικώς, ὅτι ἡ ἁπλή διαπίστωση αυξήσεως τῶν εισαγωγών δέν ἠδύνατο νά ἀποκλείσει τήν ύπαρξη προστατευτικού ἀποτελέσματος.
Ἐπ' αὐτοῦ, θά πρέπει ἀκόμη νά προστεθεί ὅτι τό άρθρο 95, παράγραφος 2, δέν επιτάσσει τήν 'ίδια φορολογία εἰσαγομένων καί εθνικών προϊόντων πού εἶναι ἀνταγωνιστικά. Ὅπως σαφώς έκρινε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 68/79 ( 11 ), ἡ διάταξη αὐτή συνεπάγεται μόνον τήν υποχρέωση εφαρμογής, γιά τά εισαγόμενα προϊόντα, συντελεστοῦ φορολογίας, ὁ όποῖος — ἐν σχέσει πρός τήν ἐθνική παραγωγή — δέν έχει προστατευτικό αποτέλεσμα. Θά πρέπει μόνο — τό σημείο αυτό ἀπομένει νά ἐξετασθεί στην υπόθεση 170/78 ( 12 ) σχετικά μέ τήν φορολογία τοῦ ζύθου καί τοῦ οἴνου στό Ἡνωμένο Βασίλειο — νά υφίσταται μία εύλογη σχέση φορολογίας μεταξύ τῶν προϊόντων αυτών. Ὡς πρός αυτό, τό διαφορετικό κόστος παραγωγής δύναται ἐπίσης νά διαδραματίσει ένα ρόλο, ὅπως σαφώς κατέδειξε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 21/79 ( 13 ), σχετική μέ νά ἀναγεννημένα λιπαντικά, ἀφοῦ είχε ἀρνηθεί σέ προηγούμενες υποθέσεις — υποθέσεις 28/79 ( 14 ) καί 45/75 ( 15 ) — νά λάβει ὑπ' ὄψη τά έξοδα παρασκευής καί νά υπολογίσει τίς επιπτώσεις τῶν φόρων ἐπί τῆς τελικής τιμῆς πωλήσεως στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 95.
4.
Επομένως, ἀκόμη κι ἄν επιβάλλεται τό συμπέρασμα ὅτι τό ιταλικό φορολογικό σύστημα — κατά τό μέτρο πού πρόκειται, ἀφ' ἑνός, γιά τήν φορολογία τοῦ οινοπνεύματος δημητριακῶν, τό όποιο εἶναι σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου εισαγόμενο, καί, ἀφ' έτερου, γιά την φορολογία τοῦ οινοπνεύματος, τυπικοῦ ἰταλικού προϊόντος — δέν συνάδει μέ τό άρθρο 95, εἶναι ἐν τούτοις ἀναγκαίο, πρό τῆς διαμορφώσεως ὁριστικῆς κρίσεως, νά εξετασθούν ὁρισμένες ἐπί πλέον ἀπόψεις πού προέβαλε ἡ Ιταλική κυβέρνηση. Ἡ τελευταία παρετήρησε ὅτι, σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, εἶναι δυνατό νά διαφοροποιηθοῦν οἱ φόροι καί νά εφαρμοσθοῦν μειωμένοι συντελεστές σέ ὁρισμένα εἴδη προϊόντων ἡ ὁρισμένες κατηγορίες παραγωγῶν. Ἔτσι — ὅπως ἐτόνισε τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση στην ὑπόθεση 148/77 ( 16 ) — θά ἠδύναντο νά επιδιωχθοῦν θεμιτοί στόχοι οικονομικής ἡ κοινωνικής πολιτικής, ὁπως ἡ ενθάρρυνση χρησιμοποιήσεως ὁρισμένων υλών, τά παρεχόμενα πλεονεκτήματα στην παραγωγή ὁρισμένων οινοπνευμάτων ὑψηλής ποιότητος ἡ ή διατήρηση σέ λειτουργία ὁρισμένων εκμεταλλεύσεων. Σύμφωνα μέ τήν πρόσφατη νομολογία τοῦ Δικαστηρίου — ἀπόφαση στην υπόθεση 140/79 ( 17 ) — αυτό ἀναφέρεται κυρίως στην ἀνάγκη νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη ἀντικειμενικά κριτήρια, ὅπως ἡ φύση τῶν χρησιμοποιουμένων πρώτων υλών ἡ ή ἐφαρμοζόμενη μέθοδος παραγωγής καί, κατά τά λοιπά, μόνο τό ζήτημα κατά πόσον ἡ ἐπιδίωξη ὁρισμένων πολιτικοοικονομικών στόχων συμβιβάζεται μέ τό κοινοτικό δίκαιο θά πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη.
'Από τήν άποψη τῆς νομολογίας αὐτής, καμμία ἀντίρρηση δέν θά ἠδύνατο νά διατυπωθεί κατά τῶν στοιχείων τοῦ ἰταλικοῦ συστήματος φορολογίας πού εφαρμόζεται στό οινόπνευμα, τά όποια μᾶς ενδιαφέρουν ἐν προκειμένω. Ἐπ' αὐτοο, ἐφ' ὅσον τό ἀπόσταγμα οἴνου πλήττεται μέ χαμηλοτερους φόρους, ἡ ἰδέα νά υποστηριχθεί ή αμπελουργία, ὅπού παρουσιάζονται πάντοτε πλεονάσματα στην παραγωγή, συνιστά προφανώς πρωταρχικό στοιχείο. Μέσω τοῦ φορολογικοῦ συστήματος — καί δεδομένου ὅτι ἐδω τό κόστος εἶναι υψηλότερο εκείνου τῆς παρασκευής ἀποστάγματος ἀπό τά δημητριακά — ὑποκινείται πράγματι ἡ χρησιμοποίηση ὁρισμένων γεωργικῶν προϊόντων, ἡ πολιτική δέ αυτή πρέπει κατά συνέπεια νά θεωρηθεί σύμφωνη πρός τήν συνθήκη, καθ' ὅσον θά είχε ἀποτελέσματα τά όποια ἀντιστοιχούν στους στόχους τοῦ ἄρθρου 39 (ἐξασφάλιση ενός δικαίου βιοτικοῦ επιπέδου στόν γεωργικό πληθυσμό, σταθεροποίηση τῶν ἀγορών). Ἐπί πλέον, δέν δύναται νά λεχθεί ὅτι τό σύστημα συνεπάγεται διακρίσεις οἱ όποιες, κατά τήν παρατεθεῖσα νομολογία, θά πρέπει νά ἀποφεύγονται σέ ὅλες τίς περιπτώσεις. Πράγματι, ὅταν εμποδίζεται ή εισαγωγή ἀποστάγματος πού παρασκευάζεται ἀπό δημητριακά, θά πρέπει επίσης νά εμφανίζεται ἕνα ισοδύναμο ἀποτέλεσμα, ὅσον άφορᾶ τήν ἀντίστοιχη εθνική παραγωγή, πού θά ήταν ἀπολύτως δυνατή, καθ' ὅσον οἱ πρώτες ύλες υφίστανται, άλλά εμποδίζεται καθ' ὁλοκληρίαν σχεδόν, ἀκριβώς ἀπό τό φορολογικό σύστημα.
Κατά τῆς θέσεως αυτής, ἔχω ὁπωσδήποτε σοβαρότατες ἀντιρρήσεις.
Έτσι, μέ τήν ἀπόφαση στην υπόθεση 148/77 1, ἡ ὁποία ἀφοροῦσε τό νόμιμο εὐνοϊκών γιά ὁρισμένα προϊόντα φορολογικών μέτρων, τό Δικαστήριο ἐτόνισε ὅτι τά μέτρα αυτά έπρεπε νά ἐκτείνονται στά εισαγόμενα προϊόντα, ὅταν τά προϊόντα αυτά πρέπει νά θεωροῦνται ὁμοειδή ἡ ὅταν πληρούνται τά κριτήρια τοῦ ἄρθρου 95, παράγραφος 2, πράγμα πού — ὅπως ἀνέφερα — εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ οὐίσκυ καί τοῦ οἰνοπνεύματος.
Ἐξ άλλου, τό επιχείρημα ὅτι τά ευνοϊκά φορολογικά μέτρα γιά τό οινόπνευμα δικαιολογούνται ἀπό λόγους οικονομικῆς καί κοινωνικής πολιτικῆς διεδραμάτισε ἤδη ἕνα ρόλο στην υπόθεση 169/78 ( 18 ), πού ἀφοροῦσε τήν ταινία τοῦ φόρου. Στην ἀπόφαση αυτή τό Δικαστήριο δέν εξέτασε τό σημείο αυτό καί επομένως σιωπηρῶς ἐθεώρησε ὅτι ἐστερεῖτο σημασίας· αυτό καί μόνο τό γεγονός δέν δύναται, συνεπώς, νά ἐξηγηθεί ἀποκλειστικά — ὅπως προσπαθεί νά πράξει ἡ ιταλική κυβέρνηση — ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ταινία τοῦ φόρου εἶχε τόσο ελάχιστη σημασία, ώστε δέν επέτρεπε νά επιδιωχθούν ἀποτελεσματικά πολιτικοοικονομικοί στόχοι.
Πρό πάντων, δέν πρέπει νά προβλέπονται τά περιστατικά πού ἀποτελούσαν τήν βάση των αποφάσεων πού ἐξεδόθησαν στίς υποθέσεις 140/79 ( 19 ) καί 46/80 ( 20 ), τίς όποιες ή ιταλική κυβέρνηση κυρίως ἐπεκαλέσθη πρός στήριξη τῆς ἀπόψεως της. Οἱ αποφάσεις αυτές εἶχαν ως ἀντικείμενο τήν φορολογία ἀλκοόλης πού εξάγεται ἀπό παράγωγα πετρελαίου, ἀφ' ενός, καί, ἀφ' έτερου, τήν φορολογία τοῦ ἀποστάγματος πού λαμβάνεται ἀπό γεωργικά προϊόντα. 'Επί τοῦ θέματος αυτού, τό Δικαστήριο διεπίστωσε ὅτι ὁ επιδιωκόμενος σκοπός, μέσω τῶν διαφοροποιημένων συντελεστῶν φορολογίας, ἦταν κυρίως ἡ μείωση τῆς παραγωγής ἀλκοόλης ἀπό παράγωγα πετρελαίου, προκειμένου τό προϊόν — τό όποιο εισάγεται — νά διατεθεί κατά προτεραιότητα σέ άλλη χρήση, καί συγχρόνως ὅτι ἡ παρεχομένη ενίσχυση στά γεωργικά προϊόντα βάσεως θά εἶχε ἀποτελέσματα πού συνάδουν μέ τήν κοινοτική προτίμηση. Αυτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν όποιο κατέστη δυνατό νά λεχθεί ὅτι ἐπεδιώκετο έτσι ένας θεμιτός στόχος βιομηχανικῆς πολιτικής καί ὅτι ἡ επιλογή αυτή δέν ήταν ἀντίθετη πρός τους κανόνες τοῦ κοινοτικού δικαίου καί τίς ἀπαιτήσεις μιᾶς πολιτικής πού καθορίζεται στό πλαίσιο τῆς Κοινότητος.
Τά περιστατικά τῆς παρούσης υποθέσεως είναι εντελώς διαφορετικά. Πράγματι, πρόκειται ἀποκλειστικώς γιά τήν φορολογία ἀλκοόλης πού λαμβάνεται ἀπό γεωργικά προϊόντα. Δέν πρόκειται, ἐπομένως, περί ζητήματος επιδιώξεως στόχων βιομηχανικής πολιτικής, άλλά τονώσεως ὁρισμένων πλευρών τῆς γεωργικής πολιτικής. Ευλόγως, ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου δέν παρέχει καμία ἔνδειξη υπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι εθνικά μέτρα φορολογικής πολιτικής θά ἠδύναντο νά εἶναι νόμιμα στόν τομέα αυτό. Στην πραγματικότητα, — ἀκόμη κι ἄν δέν υφίσταται κοινή ὀργάνωση ἀγοράς στον τομέα τῶν ἀλκοολών — δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι, στην περίπτωση τῶν ἀναγκαίων πρώτων υλών γιά τήν παραγωγή ἀλκοόλης τοῦ είδους πού μᾶς ενδιαφέρει ἐδῶ, πρόκειται γιά προϊόντα πού καλύπτονται ἀπό τίς κοινές ὀργανώσεις ἀγοράς, καί ὅτι, καί στίς δύο περιπτώσεις, υφίστανται προβλήματα πλεονασμάτων, μολονότι είναι διαφορετικής ἴσως σοβαρότητος. Δέν πρέπει επίσης νά λησμονείται ὅτι στό κοινοτικό επίπεδο, ἀκριβώς γιά ἕνα ἀπό τά προϊόντα αὐτά — τόν οίνο λαμβάνονται τακτικά ιδιαίτερα μέτρα πρός μείωση τῶν πλεονασμάτων μέτρα γιά τήν ἀπόσταξη τῆς ἀλκοόλης ἐξ οίνου έχουν πολλές φορές ληφθεί μέ τήν συμβολή τοῦ γεωργικού ταμείου προσανατολισμού καί ἐγγυήσεων. Δέν εἶναι επομένως δυνατό νά φαντασθώ ὅτι στόν τομέα αυτό, γιά τόν όποιο ή συνθήκη προβλέπει κατ' ἀρχήν μιά κοινή πολιτική, θά ἠδύναντο νά κριθοῦν νόμιμα συμπληρωματικά εθνικά φορολογικά μέτρα, τά όποια θά ἠδύναντο, ενδεχομένως, νά καταλήξουν στην στρέβλωση τοῦ προσανατολισμού πού ηθέλησε ἡ Κοινότης.
Οἱ παρατεθεῖσες ἀποφάσεις, πού στην πραγματικότητα, — ἀντίθετα ἀπ' ὅ,τι ή ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ἀκριβές δέν δύνανται νά ἑρμηνευθοῦν κατά τρόπο οια-σταλτικό, δέν επιτρέπουν τήν εξαγωγή επιχειρημάτων γιά τό πρόβλημα πού μᾶς ἀποσχολεῖ ἐν προκειμένω ἤ τῆς διαφορετικής φορολογίας τῆς ἀλκοόλης ἐκ δημητριακῶν καί τῆς ἀλκοόλης ἐξ οίνου. Δέν χρειάζεται ἑπομένως νά συνεχισθεί ή εξέταση τοῦ επιδίκου σημείου πού συνίσταται στό ζήτημα ἄν οἱ ἀποφάσεις αυτές δικαιολογούν τήν ἄποψη ὅτι ἡ ύπαρξη μιᾶς δυνητικής εθνικής παρaγωγης ἀρκεῖ γιά νά διαπιστωθεί ἄν υφίσταται διάκριση. Δύναμαι έτσι νά ἀρκεσθῶ στίς διαπιστώσεις πού ἔγιναν στην ἀρχή σχετικά μέ τό άρθρο 95, παράγραφοι 1 καί 2.
5.
Ἐν συμπεράσματι, φρονώ ὅτι ἡ μόνη ἀπάντηση πού τό Δικαστήριο δύναται νά δώσει στό ερώτημα τοῦ Tribunale τοῦ Μιλάνου εἶναι ἡ εξής:
α)
Όσον άφορᾶ τό ερώτημα κατά πόσον τά προϊόντα εἶναι ὁμοειδή κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 95, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, προέχει νά προσδιορισθεί ἄν αυτά εμφανίζουν, ὡς πρός τους καταναλωτές, τίς 'ίδιες ἰδιότητες καί ἱκανοποιοῦν τίς ἴδιες ανάγκες, ήτοι, ἄν διατίθενται σέ ευρέως παρεμφερείς χρήσεις. "Αν υφίσταται μία τέτοια ὁμοιότης, τότε πρέπει νά εφαρμόζεται τό 'ίδιο φορολογικό καθεστώς.
β)
Γιά την εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 95, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀρκεῖ ὅτι τά εξεταζόμενα προϊόντα εἶναι ἀνταγωνιστικά μεταξύ τους τουλάχιστον μερικῶς, εμμέσως ἡ δυνητικῶς, καί ὅτι υφίσταται σχέση ἀνταγωνιστικότητος λόγω μιᾶς ἡ περισσοτέρων οικονομικών χρήσεων. Σέ μία τέτοια περίπτωση, δύναται νά επιβληθεί φόρος στά εισαγόμενα εμπορεύματα μόνο μέχρι τό ὕψος πού δέν ὁδηγεί σέ κανένα προστατευτικό ἀποτέλεσμα υπέρ τῶν εγχωρίων προϊόντων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) 'Απόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 στήν υπόθεση 169/78 — 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικῆς Δημοκρατίας — Slg. 1980, σ. 385.
( 3 ) 'Απόφαση τῆς 15ης 'Απριλίου 1970 στην υπόθεση 28/69 — 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας — Slg. 1970, σ. 187.
( 4 ) 'Απόφαση τῆç 15ης 'Απριλίου 1970 στην ὑπόθεση 28/69 — 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικῆς Δημοκρατίας — Slg. 1970, σ. 187.
( 5 ) 'Απόφαση τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 45/75 — Rewe-Zentrale des Lebensmittel-Großhandels GmbH κατά Hauptzollamt Landau-Pfalz — Slg. 1976, σ. 181.
( 6 ) 'Απόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 169/78 — 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας — Sig. 1980, σ. 385.
( 7 ) 'Απόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 170/78 — 'Επιτροπή κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρετανίας καί τῆς Βορείου 'Ιρλανδίας — Sig. 1980, σ. 417.
( 8 ) Ἀπόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην ὑπόθεση 168/78 — 'Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας — Sig. 1980, σ. 347.
( 9 ) 'Απόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην ὑπόθεση168/78 — 'Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας — Slg. 1980, σ. 347.
( 10 ) 'Απόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση169/78 — 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας — Slg. 1980, σ. 385.
( 11 ) 'Απόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση68/79 — Hans Just Ι/S κατά τοῦ Υπουργείου Οικονομικών — Slg. 1980, σ. 501.
( 12 ) 'Απόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην ὑπόθεση170/78 — 'Επιτροπή κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρετανίας καί τῆς Βορείου 'Ιρλανδίας — Slg. 1980, σ. 417.
( 13 ) 'Απόφαση τῆς 8ης 'Ιανουαρίου 1980 στην υπόθεση21/79 — 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας — Slg. 1980, σ. 1.
( 14 ) 'Απόφαση τῆς 4ης 'Οκτωβρίου 1979 στήν υπόθεση28/79 — La Providence agricole de la Champagne κατά Συμβουλίου — Slg. 1979, σ. 3091.
( 15 ) 'Απόφαση τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση45/75 — Rewe-Zentrale des Lebensmittel-Großhandels GmbH κατά Hauptzollamt Landau-Pfalz — Slg. 1976, σ. 181.
( 16 ) 'Απόφαση τῆς 10ης 'Οκτωβρίου 1978 στην ὑπόθεση148/77 — Η. Hansen jun. & Ο. C. Balle GmbH & Co. κατά Hauptzollamt Flensburg, Sig. 1978, σ. 1787.
( 17 ) 'Απόφαση τῆς 14ης 'Ιανουαρίου 1981 στήν υπόθεση 140/79 — Cnemial Farmaceutici SpA κατά DAF SpA — Συλλογή 1981, σ. 1.
( 18 ) 'Απόφαση τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση169/78 — 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικῆς Δημοκρατίας — Slg. 1980, σ. 385.
( 19 ) 'Απόφαση τῆς 14ης 'Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 140/79 — Chemial Farmaceutici SpA κατά DAF SpA — Συλλογή 1981, σ. 1.
( 20 ) 'Απόφαση τῆς 14ης 'Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 46/80 SpA Vinal κατά SpA Orbat — Συλλογή 1981, σ.77.
Full & Egal Universal Law Academy