ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 13 ΜΑΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
1.
Στην προκειμένη υπόθεση γιά την έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως, καλείστε νά εξετάσετε και πάλι τό περιεχόμενο τῆς εννοίας του «μέτρου Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος» (πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τῶν εισαγωγῶν) πού υπάρχει στό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Τό θέμα εἶναι νά ἑρμηνευθεί ὁ κανόνας αυτός ἀπό μιά νέα σκοπιά, προκειμένου νά κριθεί ἄν, καί ενδεχομένως εντός ποιῶν ὁρίων, τά Κράτη μέλη ἔχουν την εξουσία νά υποχρεώνουν τους εισαγωγείς καί έμπόρους ἀντικειμένων ἀπό πολύτιμο μέταλλο ἤ μέ επίχρισμα πολυτίμου μετάλλου, νά θέτουν μέ συγκεκριμένο τρόπο σφραγίδες στά ἀντικείμενα αυτά.
'Επαναλαμβάνω συντόμως τά πραγματικά περιστατικά. Τό ερώτημα στό όποιο πρέπει νά δοθεί ἀπάντηση ἀνακύπτει στό πλαίσιο ποινικῶν διώξεων πού ἤσκησαν οἱ βελγικές ἀρχές εἰς βάρος τῶν Robertson, Declercq, Konijn, Haas, Lambeets καί Demeuldre-Coche, εισαγωγέων καί έμπόρων πολυτίμων μετάλλων, κατόπιν καταγγελίας ενός βελγικού σωματείου, τοῦ UFTDEC, πού έχει ὡς σκοπό την πληροφόρηση καί την προστασία τοῦ καταναλωτού. 'Όλοι οἱ ἀνωτέρω κατηγορήθησαν ὅτι ἐπώλησαν ἐπιτραπέζια σκεύη ἀπό επάργυρο μέταλλο προελεύσεως άλλων Κρατών μελών, τά όποια περιείχαν ποσοστό καθαροῦ ἀργύρου κατώτερο ἀπό τό ἀναγραφόμενο στη σφραγίδα καί ὅτι διέπραξαν κατά τόν τρόπο αυτόν τό ἀδίκημα τῆς ἀπάτης περί τῆς ποιότητας τοῦ πωληθέντος πράγματος, καθώς επίσης καί παράβαση τῶν άρθρων 1, 10 καί 17 τοῦ βασιλικού διατάγματος 80, τῆς 28ης Νοεμβρίου 1939, ὁπως ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως, διατάξεις οἱ όποιες συγκεκριμένα υποχρεώνουν τους κατασκευαστές, τους εισαγωγείς καί τους έμπόρους νά χαράσσουν στά ἐπάργυρα επιτραπέζια σκεύη σφραγίδες πού εμφαίνουν την περιεκτικότητα σέ καθαρό άργυρο. Ό Declercq κατηγορήθη επίσης καί γιά άλλη παράβαση, σχετικά μέ τίς τιμές πωλήσεως πού εφήρμοσε αυτή ὅμως ἡ πλευρά τῆς δίκης εἶναι ξένη πρός τά ερωτήματα πού σᾶς υπεβλήθησαν. Τό Tribunal de première instance τῶν Βρυξελλῶν, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἤχθησαν οἱ διάφορες υποθέσεις, ἀπεφάσισε τήν ένωση τους, ἐν συνεχεία δέ ἀνέβαλε τήν δίκη γιά νά ὑποβάλει στό Δικαστήριο, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, τό προδικαστικό ερώτημα «ἄν τά άρθρα 30 έως 36 τῆς συνθήκης περί ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος έχουν τήν έννοια ὅτι ἀπαγορεύουν στον τομέα τῶν πολυτίμων μετάλλων, νομοθετικές διατάξεις, ὁπως τό βασιλικό διάταγμα 80, τῆς 28ης Νοεμβρίου 1939, περί συμπληρώσεως καί τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῆς 5ης Ἰουνίου 1868, τό όποιο ἐκυρώθη ἀπό τό νόμο τῆς 16ης 'Ιουνίου 1947 καί ἐτροποποιήθη ἀπό τό νομοθετικό διάταγμα τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1947, μέ τίς όποιες προσδιορίζεται σύμφωνα μέ 'ίδιες μεθόδους ἡ περιεκτικότητα κράματος σέ καθαρό άργυρο καί ρυθμίζεται τό σχήμα καί οἱ λεπτομέρειες τῶν σφραγίδων πού εγγυώνται τόν βαθμό καθαρότητος πού προσδιορίζεται κατ' αὐτόν τόν τρόπο;
2.
'Εν πρώτοις πρέπει νά διευκρινισθεί τό περιεχόμενο τῆς ισχυούσης στό Βέλγιο νομοθεσίας περί επιθέσεως σφραγίδων ἐπί τῶν σκευών ἀπό πολύτιμα μέταλλα. Τό ἀνωτέρω βασιλικό διάταγμα 80 τοῦ 1939, τό όποιο ἐτροποποιήθη, διέπει τόσο τήν ἐπεξεργασία ὅσο καί τήν εμπορία τοῦ χρυσού καί τοῦ ἀργύρου, θεσπίζει τήν εγγύηση τοῦ βαθμού καθαρότητος γιά τά ἀντικείμενα ἀπό πολύτιμα μέταλλα πράγματι στό άρθρο 1 (ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τό διάταγμα τοῦ ἀντιβασιλέως τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1947 ὁρίζει: «οἱ κατασκευαστές έργων ἀπό χρυσό, άργυρο ή πλατίνα υποχρεούνται νά εγγυώνται τό βαθμό καθαρότητος τοῦ χρησιμοποιουμένου κράματος χαράσσοντας τόν τύπο δύο σφραγίδων. Ή μία ἀπό τίς σφραγίδες αὐτές ἀποτελεί τό σῆμα-ὑπογραφή τοῦ κατασκευαστοῦ ἡ άλλη εμφαίνει τό βαθμό καθαρότητος». Ή ἴδια διάταξη, τετάρτη παράγραφος, εξομοιώνει «πρός τους κατασκευαστές, τους εισαγωγείς καί τους έμπορους έργων κατασκευασμένων ἀπό πολύτιμα μέταλλα, καί πωλουμένων, τά ὁποῖα δέν φέρουν τίς σφραγίδες πού ὁρίζει τό παρόν διάταγμα». 'Εν συνεχεία τό άρθρο 10 ὁρίζει ὅτι τά έργα ἀπό επάργυρο μέταλλο (τά όποῖα, ὁπως ἀνέφερα ενδιαφέρουν στό πλαίσιο τῆς δίκης πού εκκρεμεί ἐνώπιον τοῦ Tribunal τῶν Βρυξελλών) πρέπει νά φέρουν καί αυτά «δύο σφραγίδες, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία ἀποτελεί τό σῆμα-ὑπογραφή τοῦ κατασκευαστοῦ ... ή δέ άλλη φέρει ἀριθμό ὁ όποιος εκφράζει σέ γραμμάρια τήν ποσότητα καθαροῦ ἀργύρου τοῦ έργου».
Τό διάταγμα 80 τοῦ 1939 συνεπληρώθη ἀπό τό διάταγμα τοῦ ἀντιβασιλέως τῆς 13ης 'Ιουλίου 1948, πού καθόρισε τίς εκτελεστικές διατάξεις καί προέβλεπε, στό άρθρο 7, μεταξύ άλλων, ὅτι ἡ σφραγίδα τοῦ σήματος καί ἡ σφραγίδα τοῦ βαθμοῦ καθα-ρότητος ἡ (γιά τά επάργυρα μέταλλα) της ποσότητος καθαρού ἀργύρου, έπρεπε νά έχουν συγκεκριμένο σχήμα: ἡ σφραγίδα τοῦ σήματος, σχήμα πίθου καί ἡ σφραγίδα τοῦ βαθμοῦ καθαρότητος, σχήμα ὀρθογωνίου. Ὡρίζετο επίσης ὅτι τό ποσό τῶν γραμμαρίων ἀργύρου πρέπει νά ἀναγράφεται μέ ἀραβικούς αριθμούς· καί ὅτι οἱ ενδείξεις πρέπει νά χαράσσονται ἐπί ὅλων των ἀντικειμένων κατά μήκος.
Πρέπει νά τονισθεί ὅτι τό ἀνωτέρω διάταγμα τῆς 13ης 'Ιουλίου 1948 εισήγαγε, μέ τό άρθρο 21, παρέκκλιση ἀπό τό άρθρο 1, παράγραφο 4 τοῦ διατάγματος 80 τοῦ 1939, ὁρίζοντας ὅτι, μέχρι τῆς θεσπίσεως των εκτελεστικών διατάξεων περί προσδιορισμοῦ τῶν ἀλλοδαπής κατασκευής ἀντικειμένων ἀπό πολύτιμο μέταλλο πού θά δύνανται νά διατεθοῦν στό εμπόριο εντός τοῦ Βελγίου, έστω καί χωρίς νά φέρουν τίς προβλεπόμενες ἀπό την βελγική νομοθεσία σφραγίδες, τά ἀλλοδαπής κατασκευής έργα ἀπό χρυσό, άργυρο ἡ πλατίνα θά γίνονται προσωρινῶς δεκτά πρός πώληση στό Βέλγιο, ἀκόμα καί ἄν δέν φέρουν τίς προβλεπόμενες σφραγίδες, «ὑπό τόν ὅρο ὅτι φέρουν τίς σφραγίδες τοῦ κρατικοῦ έλεγχου πού ἰσχύουν γιά διάθεση τους στην αγορά τῆς χώρας καταγωγής». Δεδομένου ὅτι, μέχρι τοῦ παρόντος δέν έχουν θεσπισθεί οἱ προβλεπόμενες εκτελεστικές διατάξεις, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι τότε μόνον υπάρχει υποχρέωση θέσεως σφρα-γίδος ἐπί τῶν ἀλλοδαπής κατασκευής ἀντικειμένων ἀπό πολύτιμα μέταλλα πού εισάγονται στό Βέλγιο, ὅταν ἡ νομοθεσία τῆς χώρας καταγωγής δέν προβλέπει ἐπίθεση σφραγίδος πού νά υπόκειται στον κρατικό έλεγχο γιά τή διάθεση στό εσωτερικό εμπόριο τῶν ἐν λόγω ἀντικειμένων. 'Αντιστρόφως, δέν υπάρχει καμμία εξαίρεση ὅσον άφορᾶ τά ἀντικείμενα ἀπό κοινό μέταλλο πού έχουν επίχρισμα πολυτίμου μετάλλου, πράγμα τό όποιο σημαίνει ὅτι, γιά νά εἰσαχθοῦν στό Βέλγιο καί νά διατεθοῦν στό εμπόριο, πρέπει ἐν πάση περιπτώσει νά φέρουν τόσο τήν σφραγίδα τοῦ σήματος ὅσο καί τήν σφραγίδα τοῦ βαθμοῦ καθαρότητος (βλέπε άρθρο 1, παράγραφος 4, τοῦ διατάγματος 80 τοῦ 1939).
3.
Μία ρύθμιση ὅπως αύτη πού περιέγραψα παράγει, ἡ ὄχι, ἀποτελέσματα ισοδύναμα πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί των εισαγωγών; Θεωρώ ἀναμφισβήτητο τό ὅτι ἀποτελεί εμπόδιο στό ἐνδοκοινοτικό εμπόριο τῶν προϊόντων πού έχουν επίχρισμα ἀπό πολύτιμο μέταλλο, ἄν υποτεθεί ὅτι ὅσον ἀφορᾶ αυτά τά προϊόντα (ὅπως λόγου χάριν γιά τά επάργυρα επιτραπέζια σκεύη) δέν χωρεί παρέκκλιση ἀπό τήν υποχρέωση επιθέσεως σφραγίδων ὁρισμένου σχήματος ὑπό τήν έννοια ὅτι ὁ εἰσαγωγεύς καί ὁ έμπορος έχουν πάντα αύτη τήν υποχρέωση ὅταν πρόκειται γιά ἀλλοδαπής προελεύσεως ἀντικείμενα τοῦ είδους αὐτοῦ (όπως συμβαίνει στό Βέλγιο).
'Αντιθέτως, ὅσον άφορᾶ τά προϊόντα πού ἀποτελοῦνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό πολύτιμο μέταλλο, τό εμπόδιο στό διεθνές εμπόριο εἶναι ὁλιγότερο προφανές, ὅταν ἡ τοπική νομοθεσία προβλέπει τήν δυνατότητα ελευθέρας εμπορίας τῶν προϊόντων τοῦ είδους αὐτοῦ, τά όποια έχουν ήδη σφραγισθεί, ὑπό κρατικό έλεγχο, στή χώρα προελεύσεως. Πάντως, καί στά ἀντικείμενα αυτά πρέπει νά τίθενται σφραγίδες σέ ὁρισμένες περιπτώσεις: αυτό συμβαίνει ὅταν ἡ σφραγίδα πού ετέθη στή χώρα καταγωγής έχει περιορισμένο περιεχόμενο (λόγου χάριν μόνο ὡς πρός τό βαθμό καθαρότητος). Εἶναι σχεδόν περιττό νά προσθέσουμε ὅτι τά ἀντικείμενα στά όποια δέν έχουν τεθεί σφραγίδες (ἤ στά όποια έχει μέν τεθεί σφραγίδα, άλλά ὄχι ὑπό κρατικό έλεγχο) στή χώρα καταγωγής πρέπει ἐν πάση περιπτώσει νά σφραγίζονται. 'Όπως ὅμως προέκυψε ἀπό τήν προφορική διαδικασία, ή επίθεση σφραγίδος ἐπί τῶν εισαγομένων ἀντικειμένων ἀποτελεί πρόσθετη υποχρέωση γιά τόν εἰσαγωγέα. Στό πλαίσιο ενός συστήματος ὅπως τό βελγικό, ὁ εἰσαγωγεύς ὀφείλει νά καταθέσει ενώπιον των κρατικών ἀρχῶν τίς σφραγίδες ἐν συνεχεία δέ νά θέσει σφραγίδες σέ ὅλα τά εἴδη πρίν τά διαθέσει στό εμπόριο. Οἱ ἐνέργειες αυτές ἐμποδίσουν προφανώς τίς συναλλαγές, τόσο διότι ἀπαιτούν χρόνο καί καθυστεροῦν επομένως τήν πώληση ὅσο καί διότι συνεπάγονται πρόσθετες δαπάνες.
Επομένως, μία ρύθμιση ὅπως αυτή πού περιέγραψα φαίνεται νά εἶναι ἀντίθετη προς τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Εἶναι, πράγματι, γνωστό ὅτι ἡ έκφραση «μέτρα ισοδυνάμου ἀποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς» περιλαμβάνουν, σύμφωνα μέ τήν παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, «κάθε εμπορική ρύθμιση των Κρατῶν μελών πού δύναται νά εμποδίσει ἀμέσως ἡ εμμέσως πραγματικῶς ἡ ενδεχομένως τό ενδοκοινοτικό ἐμπόριο (βλέπε ἀποφάσεις τῆς 11ης 'Ιουλίου 1974 στην ὑπόθεση 8/74, Dassonville, Racc. 1974, σ. 837, τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 41/76, Donckerwolcke, Race. 1976, σ. 1921 καί τῆς 13ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 119/78, SA des Grandes Distilleries Peureux, Racc. 1979, σ. 975, ἰδίως τήν σκέψη 22). 'Αλλά μία νομοθεσία ὅπως αύτη πού περιέγραψα ἀποτελεί βεβαίως πραγματικό εμπόδιο έστω καί έμμεσο στό ενδοκοινοτικό εμπόριο καί επομένως εμπίπτει στην ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 30, ἄν δέν δικαιολογείται επαρκῶς.
Ή βελγική κυβέρνηση τονίζει τό γεγονός ὅτι ἡ νομοθεσία τῆς χώρας τῆς δέχεται τήν ἐμπορία τῶν ἀντικειμένων στά όποῖα, έχουν ήδη τεθεί σφραγίδες περιεκτικότητος καί σήματος ὑπό κρατικό έλεγχο στην χώρα καταγωγής. Έχω ήδη αναφέρει αύτη τήν πλευρά τῆς βελγικής ρυθμίσεως παρατηρώντας ὅτι σέ πολλά αντικείμενα τίθενται ἐν πάση περιπτώσει σφραγίδες — ἀναφέρομαι στά επάργυρα ἀντικείμενα — καί ὅτι παρά τίς διατάξεις πού ἀφοροῦν τά ἀντικείμενα πού ἀποτελούνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό πολύτιμα μέταλλα ἡ επίθεση σφραγίδος εἶναι ἀναγκαία σέ πολλές περιπτώσεις. Γιά τόν λόγο αυτό οἱ διατάξεις αυτές δέν εἶναι αρκετές βεβαίως γιά νά επιλύσουν τό πρόβλημα.
4.
'Επικουρικώς, οἱ συνήγοροι τῆς βελγικής κυβερνήσεως, πού υποστηρίζονται ἀπό τήν κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ἀναφέρρουν ὅτι μία ρύθμιση ὅπως αύτη ἐν προκειμένω εἶναι νόμιμη, ἐφ᾽ ὅσον σκοπεί νά προστατεύσει τους καταναλωτές καί τήν εντιμότητα τῶν εμπορικών συναλλαγών. Ή άποψη αύτη ἀξίζει νά ληφθεί ὑπ᾽ ὅψη.
Είναι γνωστό, ὅτι σύμφωνα μέ τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, τά Κράτη μέλη έχουν τήν ευχέρεια νά θεσπίζουν περιορισμούς τῶν συναλλαγών, οἱ όποιοι «είναι ἀναγκαῖοι γιά τήν ικανοποίηση επιτακτικών ἀναγκών ἀναφερομένων ἰδίως στην ἀποτελεσματικότητα τοῦ δημοσιονομικού έλέγχου, στην προστασία τῆς δημοσίας υγείας, στην εντιμότητα τῶν εμπορικών συναλλαγών καί στην προστασία τών καταναλωτών (ή φράση αυτή ἀπαντάται στην ἀπόφαση τῆς 20ής Φεβρουαρίου 1979, στην υπόθεση 120/78, Rewe, Racc. 1979, σ. 649, πρός τήν ὁποία εὐθυγραμμίσθησαν ἐν συνεχεία οἱ ἀποφάσεις τῆς 26ης 'Ιουνίου 1980 στήν υπόθεση 788/79 Gilli, Racc. 1980, σ. 2071 τῆς 19ης Φεβρουαρίου 1981 στην υπόθεση 130/80, Kelderman, Συλλογή 1981, σ. 527). 'Όπως εἶχα την ευκαιρία νά τονίσω στίς προτάσεις μου στην υπόθεση Gilli καί νά επαναλάβω στίς προτάσεις μου στην υπόθεση Oebel (υπόθεση 155/80, πού ἀνε-πτύχθησαν στίς 27 Μαΐου 1981, Συλλογή 1981, σ. 1993) τό Δικαστήριο έχει ἀναγνωρίσει ὅτι οἱ εθνικοί κανόνες νομίμως παρεκκλίνουν ἀπό τίς ἀπαγορεύσεις των άρθρων 30 καί 34 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀκόμη καί πέρα τῶν περιπτώσεων πού ἀναφέρονται στό άρθρο 36 τῆς συνθήκης, ὅταν τά εμπόδια πού συνεπάγονται οἱ εθνικοί αυτοί κανόνες γιά τίς συναλλαγές δικαιολογούνται ἐκ λόγων «δημοσίου συμφέροντος ἱκανού νά υπερισχύει τῶν ἀπαιτήσεων τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ἡ ὁποία συνιστᾶ ένα ἀπό τους θεμελιώδεις κανόνες τῆς Κοινότητος» (σκέψη 14 τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως Rewe τῆς 20ής Φεβρουαρίου 1979). Σέ μία πρόσφατη ἀπόφαση, τό Δικαστήριο ἀπέκλεισε σαφώς τή δυνατότητα νά συναχθεί ἀπό τό ἀρθρο 36 εξαίρεση ἀπό τά ἀρθρα 30 καί 34 προκειμένου νά προστατευθούν ή ἐντιμότης τῶν εμπορικών συναλλαγών καί οἱ καταναλωτές (βλέπε ἀπόφαση τῆς 17ης 'Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 113/80, 'Επιτροπή κατά 'Ιρλανδίας, Συλλογή 1981 σ. 1625 ιδίως την σκέψη 8) πάντως, μέ τήν ἴδια ἀπόφαση, τό Δικαστήριο ἐδέχθη επίσης ὅτι ἡ νομολογία Rewe ἰσχύει, επαναλαμβάνοντας ὅτι τά κράτη έχουν τήν δυνατότητα νά παρεκκλίνουν ἀπό τό άρθρο 30 ὅταν αυτό ἀπαιτείται «γιά τήν ικανοποίηση επιτακτικών ἀναγκών ἀναφερομένων ἰδίως ... στην ἐντιμότητα τῶν εμπορίων συναλλαγών καί στην προστασία τῶν καταναλωτών» (σκέψη 10). Μένει λοιπόν νά ἐξετασθεί ἄν οἱ ἀρχές αυτές ἐφαρμόζονται στην περίπτωση πού ἀνέφερε ὁ δικαστής τῆς ουσίας.
5.
Ή 'Επιτροπή ἀναγνωρίζει ὅτι τό σύστημα τῆς σφραγίσεως τῶν πολυτίμων ή ἐπαργυρων ἀντικειμένων σκοπεί νά προστατεύσει τους καταναλωτές καί νά εξασφαλίσει τήν εντιμότητα τῶν εμπορικών συναλλαγών. Πάντως, ἡ Ἐπιτροπή διατυπώνει τή γνώμη ὅτι δέν εἶναι νόμιμη ή ἀπαίτηση νά τεθούν ἐκ νέου σφραγίδες, ὅταν στό ἀντικείμενο έχουν ήδη τεθεῖ σφραγίδες στην χώρα καταγωγής, ούτε εἶναι νόμιμη ἡ ἐπιβολή σφραγίδος ὁρισμένου τύπου.
Συμμερίζομαι τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς πρός τή νομιμότητα τοῦ συστήματος τῆς σφραγίσεως, γενικώς. Μένει νά εξετασθεί, ἄν οἱ περιορισμοί στό ενδοκοινοτικό εμπόριο τῶν ἀντικειμένων ἀπό πολύτιμο μέταλλο πού ἀπορρέουν ἀπό διατάξεις περί σφραγίσεως, ὁπως οἱ διατάξεις τῆς βελγικής έννομου τάξεως, εἶναι ἀνάλογοι πρός τό σκοπό τῆς προστασίας τῆς ἐντιμότητος τῶν συναλλαγών καί τῶν καταναλωτών. Μέ άλλους λόγους, πρέπει νά εξετασθεί ή νομιμότης τῆς ἐν λόγω ρυθμίσεως ὑπό τό φῶς τοῦ κριτηρίου τῆς ἀναλογικότητος. Σχετικώς, τό Δικαστήριο ἀπέκλεισε τή δυνατότητα επικλήσεως τῶν άρχων τῆς προστασίας τοῦ καταναλωτοῦ καί τῆς εξασφαλίσεως τῆς ἐντιμότητος τῶν εμπορικών συναλλαγών, ὅταν οἱ στόχοι αὐτοί δύνανται νά ἐπιτευχθούν μέ τήν ἐπιβολή, στό ενδοκοινοτικό εμπόριο μικροτερων περιορισμών ἀπό τους συγκεκριμένους (βλ. ἐπ' αὐτοῦ τήν ἀπόφαση τῆς 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewe, ἀνωτέρω ιδίως στην σκέψη 13).
Είδαμε ὅτι, στό βελγικό σύστημα — πού ὁ δικαστής τῆς ουσίας έλαβε ὡς σημείο ἀφετηρίας γιά τό προδικαστικό ερώτημα πού υπέβαλε — τό σύστημα πού διέπει τά εισαγόμενα ἀντικείμενα πού ἀποτελούνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό πολύτιμο μέταλλο διαφοροποιείται ἀπό τό σύστημα πού εφαρμόζεται στά εισαγόμενα ἀντικείμενα πού έχουν επίχρισμα μετάλλου. Ή ἀναγκαία έρευνα πρέπει νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη την διαφορά μεταχειρίσεως πού επιφυλάσσεται (ἐξ υποθέσεως) στίς δύο κατηγορίες ἀντικειμένων. Δύναται πάντως νά γίνει μιά προκαταρκτική παρατήρηση ὅσον άφορᾶ τίς δύο αὐτές κατηγορίες: μέχρι τοῦ παρόντος, δέν υπάρχουν κοινοτικές ὁδηγίες περί εναρμονίσεως στους τομείς αυτούς. Ἐπίσης, δέν έχουν εφαρμοσθεί ούτε τό γενικό πρόγραμμα γιά τήν ἐξάλειψη τῶν τεχνικῶν εμποδίων πού ἀπορρέουν ἀπό τίς διαφορές μεταξύ τῶν νομοθετικών κανονιστικῶν καί διοικητικών διατάξεων τῶν Κρατών μελών, πού ἐθέσπισε τό Συμβούλιο στίς 28 Μαίου 1969, ούτε τό ψήφισμα του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1973, περί βιομηχανικής πολιτικής, πού προέβλεπαν, καί τό μέν καί τό δέ, τή σταδιακή εξάλειψη τῶν διαφορών τῶν νομοθεσιών στον τομέα τοῦ ἐμπορίου πολυτίμων μετάλλων.
Κατόπιν αὐτοῦ, θά ἀσχοληθώ ἀρχικώς μέ τήν κατηγορία τῶν ἀντικειμένων ἀπό πολύτιμο μέταλλο, παρατηρώντας ὅτι ένα σύστημα ὁπως τό ἰσχύον στό Βέλγιο, τό όποιο κατ' ἀρχάς, ἀναγνωρίζει τήν εγκυρότητα τῶν πραγματοποιούμενων στην ἀλλοδαπή έλεγχων προκειμένου γιά τήν ἐμπορία προϊόντων στό έδαφός του, δικαιολογείται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τήν ἀνάγκη προστασίας τόσο τῶν καταναλωτών ὅσο καί τῆς ἐντιμότητος τῶν εμπορικών συναλλαγών. Νομίζω, επίσης ὅτι, ὅταν ἡ ἀλλοδαπή νομοθεσία δέν παρέχει ἐγγυήσεις ως πρός τόν ἐπίσημο χαρακτήρα τῶν ἀνωτέρω ἐλεγχων, ἡ ὅταν δέν προβλέπει τίποτε σχετικώς, εἶναι εύλογο νά επιβάλλεται στους εισαγωγείς ή τήρηση τῆς τοπικής νομοθεσίας καί συνεπώς ἡ επίθεση σφραγίδων σύμφωνα μέ τήν νομοθεσία αυτή. Δέν νομίζω ὅτι εἶναι υπερβολικό νά απαιτείται καί ἡ σφραγίδα περιεκτικότητος καί ἡ σφραγίδα τοῦ σήματος, δεδομένου ὅτι καί οἱ δύο ἀνταποκρίνονται σέ συγκεκριμένους στόχους πού ἀφορούν τήν προστασία τῶν καταναλωτών καί τῆς ἐντιμότητος τῶν εμπορικών συναλλαγών: ὁ βαθμός καθαρότητος πληροφορεί τους ἀγοραστές εύκολα γιά τήν ποσότητα τοῦ πολυτίμου μετάλλου τοῦ κράματος, τό δέ σήμα διευκολύνει τόν προσδιορισμό τοῦ κατασκευαστοῦ γιά τίς εὐθύνες πού τόν βαρύνουν (ἀκόμα καί ὡς πρός τήν ἀκρίβεια τῶν ἐνδείξεων τοῦ βαθμού καθαρότητος). Θεωρώ μάλλον σημαντικό τό ὅτι ἡ σφραγίδα πρέπει νά παρουσιάζει τά ἴδια χαρακτηριστικά ἀνεξαρτήτως τῆς εθνικότητος τοῦ εἰσαγωγέως. Ἀπό τήν σκοπιά αυτή, ένας κανόνας, ὁπως τό άρθρο 14 τοῦ ἀνωτέρω διατάγματος 80/1939, κατά τόν όποιο ὁ μή έχων τήν βελγική υπηκοότητα ὑποχρεοῦται σέ παροχή ἀσφαλείας κατά τό χρόνο τῆς καταθέσεως τῆς σφραγίδος, ἡ δέ παροχή ἀσφαλείας ἀντιστρόφως δέν προβλέπεται γιά τους βέλγους πολίτες, δέν μοῦ φαίνεται σύμφωνος πρός τό κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, μιά διάταξη αυτού τοῦ περιεχομένου ἀποτελεί αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ ἡμεδαπών καί ἀλλοδαπών: σχετικώς ἀναφέρω καί πάλι τήν ήδη μνημονευθείσα ἀπόφαση τῆς 17ης 'Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 113/80 (βλέπε ιδίως τήν σκέψη 11).
Ὄσον άφορα τή ρύθμιση πού διέπει τά επάργυρα ἀντικείμενα ἀπό κοινό μέταλλο, γνωρίζουμε ὅτι, σύμφωνα μέ τήν βελγική νομοθεσία στά ἀντικείμενα αυτά πρέπει νά τίθενται σφραγίδες στό Βέλγιο, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ὅτι έχουν ήδη υποβληθεί σέ ἀνάλογες σφραγίσεις ἡ έλεγχους στήν χώρα καταγωγής. Ή Ἐπιτροπή υποστηρίζει ὅτι, καί στην περίπτωση αυτή, πρέπει νά επιτρέπεται, δυνάμει τοῦ άρθρου 30, ἡ εισαγωγή ἀντικειμένων πού φέρουν σφραγίδες σύμφωνες μέ την έννομο τάξη της χώρας καταγωγής, ὑπό τόν ἱρο ὅτι οἱ σφραγίδες αυτές παρέχουν τουλάχιστον τίς 'ίδιες πληροφορίες μέ εκείνες πού θά παρεί-χοντο ἀπό την επίθεση σφραγίδων βάσει τοῦ βελγικοῦ νόμου. Γιά νά στηρίξει την άποψη αύτη, ἡ Ἐπιτροπή επικαλείται τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1980 στην υπόθεση 27/80, Fietje (Racc. 1980, σ. 3839): στήν υπόθεση αύτη, τό ζήτημα ήταν νά κριθεί ἄν ένα Κράτος μέλος ἠδύνατο νά ρυθμίσει τήν ὀνομασία καί τήν ἐτικέττα τῶν εισαγομένων οινοπνευματωδῶν προϊόντων, κατά τρόπον ώστε νά καθίσταται ἀναγκαία ἡ μεταβολή τῆς έτικέττας μέ τήν ὁποία ένα συγκεκριμένο ποτό διετίθετο νομίμως στην χώρα προελεύσεως. Τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι, ὅταν οἱ ενδείξεις πού περιέχει ἡ ἀρχική ἐτικέττα έχουν γιά τους καταναλωτές περιεχόμενο (ὡς πρός τήν φύση τοῦ προϊόντος) ισότιμο πρός τό περιεχόμενο τῆς ὀνομασίας πού ἀπαιτείται στό κράτος εισαγωγής, οἱ ἐν λόγω εσωτερικές διατάξεις πρέπει νά θεωροῦνται ὡς μέτρα ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό, δεδομένου ὅτι δέν δικαιολογοῦνται ἐκ λόγων δημοσίου συμφέροντος ἀφορώντων τήν προστασία τοῦ καταναλωτοῦ.
Κατά τήν γνώμη μου, τό κριτήριο πού διατυπώνεται στην ἀνωτέρω ἀπόφαση δύναται ὁμοίως νά ισχύει καί ἐν προκειμένω, παρ' ὅλο πού εἶναι ἀναμφισβήτητη ἡ ιδιαίτερη δυσχέρεια έλεγχου, σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τοῦ ἄν υπάρχει ισοτιμία μεταξύ τοῦ περιεχομένου καί τῆς πληροφορίας πού παρέχεται ἀπό τή σφραγίδα ή ὁποία ἀπαιτείται σέ μιά ὁρισμένη χώρα καί τής αναλόγου διατυπώσεως πού επιβάλλεται σέ ένα άλλο κράτος. Σχετικώς, πρέπει νά ληφθεί ὑπ᾽ ὅψη ὅτι οἱ σφραγίδες πού χαράσσονται στά πολύτιμα μέταλλα παρέχουν στον καταναλωτή πληροφορίες μέσω ενός πολύ περιορισμένου ἀριθμοῦ σημείων: κατά τό βελγικό σύστημα, λόγου χάριν, ένα γράμμα εμφαίνει τό μέταλλο, ένας ἀριθμός, τήν ποσότητα καθαροῦ μετάλλου, τό χαρακτηριστικό δέ σχήμα πού έχει κάθε σφραγίδα επιτρέπει τήν διάκριση μεταξύ των πληροφοριῶν πού ἀφορούν τό βαθμό καθαρότητος καί τῶν πληροφοριών πού ἀφοροῦν τό σήμα. Αυτό τό είδος κώδικός διαφέρει ἡ δύναται νά διαφέρει ἀπό χώρα σέ χώρα καί εἶναι ἑπομένως εύλογο νά υποτεθεί ὅτι καταναλωτές μιᾶς ὁρισμένης χώρας γνωρίζουν τόν κώδικα πού χρησιμοποιείται στην χώρα αυτή, ὄχι ὅμως καί τους διαφορετικούς κώδικες πού ισχύουν ενδεχομένως σέ άλλες χώρες. Ή ἐναρμόνιση τῶν εθνικών νομοθεσιών εἶναι πραγματικά ἀπαραίτητη στό θέμα αυτό. Ἐλλείψει εναρμονίσεως, ἡ δυνατότης τῶν σφραγίδων πού ἀπαιτοῦνται κατά τήν νομοθεσία ἑνός κράτους προκειμένου νά παράσχουν τίς ηθελημένες ενδείξεις ἀκόμα καί στους ἀλλοδαπούς καταναλωτές πρέπει νά εκτιμάται μέ μεγάλη προσοχή. Τό κύριο σημείο εἶναι νομίζω τό έξῆς: οἱ ἀλλοδαπές σφραγίδες πρέπει νά εἶναι ισότιμες τόσο ὡς πρός τό περιεχόμενο (ἐν προκειμένω οἱ ενδείξεις περιεκτικότητος ἡ σήματος) ὅσο καί ὡς πρός τους έλεγχους (πού πρέπει νά παρέχουν τίς 'ίδιες εγγυήσεις) τέλος δέ καί ὡς πρός τό βαθμό σαφήνειας (ὁ καταναλωτής πρέπει νά εἶναι σέ θέση νά κατανοεί τίς ενδείξεις πού περιέχονται στίς σφραγίδες). Γιά νά πληρωθούν οἱ προϋποθέσεις αυτές, ἡ Επιτροπή ὀρθώς υποστηρίζει ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστες πρός τό άρθρο 30 οἱ εθνικές διατάξεις πού επιβάλλουν στους εισαγωγείς τή χρήση σφραγίδων μέ εἰδικό σχήμα ἡ πού ἀνταποκρίνονται σέ έναν τύπο πού έχει προηγουμένως κατατεθεί, ἀκόμη καί στην περίπτωση πού προκύπτει επαρκής πληροφόρηση ήδη ἀπό τίς διαφορετικού σχήματος σφραγίδες πού φέρουν τά ἀντικείμενα κατά τόν χρόνο τῆς εισαγωγής.
6.
Βάσει τῶν ἀνωτέρω σκέψεων, προτείνω την ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ερώτημα πού υπέβαλε μέ ἀπόφαση τῆς 20ης 'Ιουλίου 1981 τό Tribunal de première instance τῶν Βρυξελλῶν:
Ή υποχρέωση πού ἐπιβάλλει ἐνα Κράτος μέλος στους εισαγωγείς καί στους έμπόρους, νά χαράσσουν σφραγίδες πού ἐμφαίνουν τό βαθμό καθαρότητος καί τό σήμα, στα ἀντικείμενα ἀπό πολύτιμα μέταλλα (πλατίνα, χρυσό, ἄργυρο) ἡ στά έχοντα επίχρισμα ἀπό πολύτιμο μέταλλο, προελεύσεως άλλου Κράτους μέλους, πρίν τά διαθέσουν στό ἐμπόριο, δέν εμπίπτει στην έννοια τῶν μέτρων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τῶν εισαγωγών στά όποια ἀναφέρεται τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἐφ᾽ ὅσον τά ἀντικείμενα αυτά δέν έχουν σφραγισθεί στό κράτος καταγωγής μέ σφραγίδες ισότιμες ὡς πρός τό περιεχόμενο, τη σαφήνεια καί τους έλεγχους. Ή ἐν λόγω υποχρέωση πρέπει νά εφαρμόζεται ἐν πάση περιπτώσει κατά τόν ἴδιο τρόπο τόσο στους πολίτες ενός κράτους ὅσο καί στους υπηκόους άλλων χωρών τῆς Κοινότητος.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy