ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 30 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Τό πρόβλημα του τελωνειακοῦ καθεστώτος τῶν λαθραίων ναρκωτικῶν ουσιῶν, τό όποιο ἀφοροῦν τόσο ἡ υπόθεση 221/81, ὅσο καί ἡ υπόθεση 240/81, ἐξη-τάσθη προσφάτως ἀπό τό Δικαστήριο μας καί προεκάλεσε τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως της 5ης Φεβρουαρίου 1981 στην υπόθεση 50/80, Horvath κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas (Συλλογή 1981, σ. 385). Σύμφωνα μέ τό διατακτικό τῆς ἀποφάσεως αυτής, «ή καθιέρωση τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου δέν επιτρέπει πλέον στά κράτη μέλη νά επιβάλλουν δασμούς στά ναρκωτικά πού εισάγονται λαθραία καί καταστρέφονται ἀμέσως μετά τήν ἀνακάλυψη τους, ἐνῶ ἀφήνει πλήρη ελευθερία σ᾽ αυτά ὅσον άφορᾶ τήν ποινική δίωξη τῶν ἐγκλημάτων πού διαπράχθηκαν, μέ ὅλες τίς συνέπειες της διώξεως αὐτής, ἀκόμα καί στόν χρηματικό τομέα».
Τά ερωτήματα πού υπεβλήθησαν στίς δύο ὑποθέσεις ἐν προκειμένω ἀπαιτούν τώρα τήν ἀνάπτυξη καί τήν εμβάθυνση τῆς προηγουμένης ἀναλύσεως τῶν κοινοτικών δασμολογικών κανόνων (ἰδίως δέ τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης ΕΟΚ τοῦ ἄρθρου 9, παράγραφος 1, καί τῶν άρθρων 18-29). Πρόκείται ουσιαστικά γιά τό ζήτημα ἄν ἡ ἀνακάλυψη καί ἡ ἐν συνεχεία καταστροφή τῶν λαθραίων ναρκωτικῶν ουσιῶν ἀποτελοῦν ἀπαραίτητες προϋποθέσεις προκειμένου τά κράτη μέλη νά μή έχουν την εὐχέρεια νά επιβάλλουν δασμούς, ιδίως δέ ἄν πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ἡ ευχέρεια αυτή ἀποκλείεται καί στην περίπτωση τῆς ἐπανεξαγωγῆς των ναρκωτικών οὐσιών πού εἶχαν εισαχθεί λαθραίως στό έδαφος ενός κράτους μέλους.
Συνοψίζω κατωτέρω τά περιστατικά τῶν δύο αυτών υποθέσεων.
Α —
Στίς 26 'Απριλίου 1976 ὁ Wilfried Wolf κατεδικάσθη ἀπό τό Landgericht τοῦ Düsseldorf σέ κάθειρξη 8 ετών λόγω ἐκ προθέσεως καί κατ' εξακολούθηση παραβάσεως τοῦ γερμανικού νόμου περί ναρκωτικών. Τό δικαστήριο εἶχε διαπιστώσει ὅτι ὁ Wolf ἀπό τόν 'Ιούλιο μέχρι τόν 'Οκτώβριο 1975 εἶχε συνεργήσει στην πώληση 742 γραμμαρίων ηρωίνης καί 150 γραμμαρίων κοκαΐνης. Ό Wolf ἀγόραζε τίς ουσίες αὐτές στην Γερμανία, σέ μία δέ μόνο περίπτωση τίς εἰσήγαγε ὁ ἴδιος ἀπό τίς Κάτω Χώρες. Βάσει τῶν στοιχείων πού ἀπέρρεαν ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου, τό Hauptzollamt (Κεντρικό Τελωνείο) τοῦ Düsseldorf ἐχαρακτήρισε τόν Wolf (μέ πράξη τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1976, ἡ ὁποία ἐτροποποιήθη ἐν συνεχεία) ὡς ὀφειλέτη δασμών, ἐπειδή δέν εἶχε δηλώσει στό Τελωνείο τίς εισαχθείσες ναρκωτικές οὐσίες καί επειδή εἶχε ἀγοράσει εισαχθέν εμπόρευμα μετά τήν γένεση άλλά πρίν ἀπό τήν ἀπόσβεση τῆς τελωνειακῆς ὀφειλής. Ή δασμολογητέα ἀξία τῶν ἐν λόγω οὐσιών καθορίσθη σέ 74200 γερμανικά μάρκα (DM) γιά τήν ηρωίνη καί σέ 15000 DM γιά τήν κοκαΐνη.
Ό Wolf υπέβαλε κατ' ἀρχάς διοικητική ένσταση κατά τῆς πράξεως περί επιβολής φόρου, μετά δέ τήν ἀπόρριψη τῆς ἤσκησε προσφυγή ενώπιον τοῦ Finanzgericht τοῦ Düsseldorf, τό όποιο, μέ διάταξη τῆς 10ης 'Ιουνίου 1981, ἀνέβαλε τήν δίκη καί υπέβαλε στό Δικαστήριό μας τά ἀκόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Έχουν οἱ διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΟΚ περί τελωνειακῆς ενώσεως (άρθρο 9, παράγραφος 1, άρθρα 12-29) τήν έννοια ὅτι τά κράτη μέλη μετά τήν καθιέρωση τοῦ κοινοῦ δασμολογίου δέν έχουν (πλέον) τήν ευχέρεια νά επιβάλλουν δασμούς στά λαθραία ναρκωτικά, τά όποια σέ περίπτωση ἀνακαλύψεώς τους κατάσχονται καί καταστρέφονται;
2.
"Αν στό υποβληθέν ερώτημα δοθεί ἀρνητική ἀπάντηση καί πρέπει ἑπομένως νά επιβάλλεται δασμός, υποβάλλονται επικουρικώς τά ερωτήματα πού διετύπωσε τό Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου μέ τήν διάταξη του περί παραπομπής τῆς 15ης 'Ιανουαρίου 1981 (ΙV 89/78 Η), υπόθεση 50/80.»
Β —
Τό Landgericht τοῦ Freiburg κατεδίκασε, μέ ἀπόφαση τῆς 27ης 'Ιουλίου 1977, τήν Senta Einberger σέ φυλάκιση ενός έτους, επειδή καί αυτή εἶχε παραβεί τόν γερμανικό νόμο περί ναρκωτικών. Τό έγκλημα τῆς Einberger συνίστατο γιά τήν ἀκρίβεια στό γεγονός ὅτι μεταξύ τῆς ἀνοίξεως καί τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1974 είχε μεταβεί πολλές φορές ἀπό τήν 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία στην 'Ελβετία, ὅπού εἶχε πωλήσει, σέ διάφορες ευκαιρίες καί σέ ποσότητες πού ἐκυμαίνοντο κάθε φορά μεταξύ 30 καί 100 γραμμαρίων, 280 γραμμάρια μορφίνης πού εἶχε προηγουμένως εισαχθεί στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία χωρίς άδεια καί χωρίς νά καταβληθοῦν οἱ εισαγωγικοί δασμοί. Στίς 19 'Ιανουαρίου 1978 τό Hauptzollamt Freiburg εξέδωσε, βάσει τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου, πράξη περί επιβολής στην Einberger εἰσαγωγικών φόρων συνολικοῦ ὕψους 10960,30 DM.
Ή Einberger υπέβαλε κατ' ἀρχάς διοικητική ένσταση, μετά δέ τήν ἀπόρριψη τῆς ενστάσεως τῆς αὐτής ἤσκησε ενώπιον τοῦ Finanzgericht τῆς Βάδης- Βυρτεμβέργης προσφυγή κατά τοῦ Κεντρικοῦ Τελωνείου, μέ την ὁποία ζήτησε τήν ἀκύρωση τῆς προαναφερθείσης πράξεως. Τό Finanzgericht, μέ διάταξη τῆς 16ης 'Ιουνίου 1981, ἀνέβαλε τήν δίκη και υπέβαλε στό Δικαστήριό μας, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, τό ἀκόλουθο προδικαστικό ἐρώτημα: «Ἐπιτρέπεται στά κράτη μέλη, μετά τήν καθιέρωση τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, νά επιβάλλουν δασμούς σέ ναρκωτικά πού εισήχθησαν λαθραίως καί στην συνέχεια μετεφέρθησαν έκτος τοῦ τελωνειακού εδάφους τῆς Κοινότητος;»
Μέ διάταξη τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1982, τό Δικαστήριο μας ἀπεφάσισε, λόγω τῆς ἀντικειμενικής συναφειας τῶν δύο υποθέσεων, νά συνεκδικάσει τίς δύο υποθέσεις προς διευκόλυνση τῆς προφορικῆς διαδικασίας.
2.
Μέ τά ερωτήματα πού υπέβαλαν, τά δύο προαναφερθέντα γερμανικά δικαστήρια ζητούν ουσιαστικά ἀπό τό Δικαστήριο νά ερμηνεύσει τήν ἀπόφαση Horváth, τήν ὁποία ἀνέφερα στην ἀρχή. Τό Finanzgericht τοῦ Düsseldorf εκκινεί, χωρίς νά τό ἀναφέρει ρητώς, ἀπό τήν ἀρχή πού ετέθη στην ὑπόθεση Horváth — δηλαδή τήν μή επιβολή δασμῶν ἐπί τῶν λαθραίων ναρκωτικῶν πού ἀνακαλύπτονται καί καταστρέφονται — καί διερωτᾶται ἄν ή λαθραία εισαγωγή καί μόνο, ἡ ὁποία δέν ἀκολουθείται ἀπό ἀνακάλυψη καί καταστροφή, έχει ὡς ἀναγκαία συνέπεια τήν μή επιβολή δασμῶν, ἐφ᾽ ὅσον προβλέπεται ὅτι τά ναρκωτικά πού εισάγονται λαθραίως πρέπει, σέ περίπτωση πού ἀνακαλυφθούν, νά κατασχεθούν καί νά καταστραφοῦν. "Αλλωστε καί τό Finanzgericht τῆς Βάδης-Βυρτεμβέργης κινείται στά ίδια πλαίσια καί έρωτᾶ ἄν ἡ λαθραία εισαγωγή ἀρκεῖ γιά νά ἀποκλείσει τήν επιβολή δασμῶν ἀκόμη καί ὅταν οἱ ναρκωτικές ουσίες ἐπανεξάγονται στην συνέχεια έκτος τῆς Κοινότητος.
Ὑπ᾽ αυτές τίς συνθήκες, νομίζω ὅτι τό ερώτημα τοῦ Finanzgericht τοῦ Düsseldorf ἀπορροφά τό άλλο: πράγματι, ἄν στό πρώτο ερώτημα δοθεί ἡ ἀπάντηση ὅτι ή κατάσχεση καί ἡ καταστροφή τῶν ναρκωτικών δέν εἶναι ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά τήν μή επιβολή τοῦ δασμού καί ὅτι τό ἀποτέλεσμα αυτό ἀντιθέτως επέρχεται ἀπό τό γεγονός καί μόνο τῆς λαθραίας εισαγωγής (ἐφ᾽ ὅσον υπάρχει κανόνας πού επιβάλλει τήν κατάσχεση καί τήν καταστροφή τῶν ναρκωτικών), δίδεται αυτομάτως ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα τοῦ Finanzgericht τῆς Βάδης-Βυρτεμβέργης καί δέν χρειάζεται πλέον νά εξετασθεί ἐνδε-λεχῶς τό ενδεχόμενο τῆς ἐπανεξαγωγῆς, ή ὁποία προφανώς εἶναι μεταγενέστερη τῆς λαθραίας εισαγωγής στό έδαφος τῆς Κοινότητος.
3.
Νομίζω ὅτι πρέπει νά ἀναλυθεί μέ προσοχή ἡ ἀπόφαση Horváth, όχι μόνο επειδή τήν έλαβαν ὑπ᾽ ὄψη τους τά δικαστήρια πού υπέβαλαν τά ερωτήματα, άλλά καί επειδή ἡ ἀπόφαση αυτή ἀποτελεί αντικειμενικώς τό βασικό σημείο ἀναφοράς. Θά περιορισθώ νά ἀναφέρω σχετικώς ὅτι ἡ ἀπόφαση αυτή περιέχει μιά εμπεριστατωμένη καί επαρκώς αιτιολογημένη άποψη: τό γεγονός ὅτι ἀποκλίνει ἀπό τίς προτάσεις πού ἀνέπτυξα στίς 27 Νοεμβρίου 1980 (Συλλογή 1981, σ. 399) δέν μέ κάνει νά προτείνω πάλι τήν άποψη πού προτιμούσα, άλλά νά προσπαθήσω μάλλον νά κατανοήσω καί νά διασαφηνίσω πλήρως τήν ratio τοῦ συλλογισμού πού ἀκολούθησε τό Δικαστήριο.
"Αν βεβαίως περιορισθεί κανείς στην ἀνάγνωση τοῦ διατακτικοῦ (τό όποιο παρέθεσα ἀνωτέρω), εἶναι δυνατόν νά ὁδηγηθεί στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀνακάλυψη καί ή άμεση καταστροφή τῶν λαθραίων ναρκωτικών εἶναι ἀπαραίτητες προϋποθέσεις προκειμένου νά μή ἐπιβληθοῦν δασμοί. Ἐπ᾽ αὐτοῦ τό δικαστήριο τοῦ Düsseldorf δικαίως παρετήρησε ὅτι ἄν δοθεί αύτη ή ἑρμηνεία στους κοινοτικούς κανόνες περί τοῦ κοινού δασμολογίου, ἡ γένεση τῆς τελωνειακῆς ὀφειλῆς θά ἐξηρτᾶτο τελικώς ἀπό ἕνa ἀπολύτως τυχαίο γεγονός, την ἀνακάλυψη ἤ ὄχι τῶν λαθραίων εμπορευμάτων ἀπό τίς τελωνειακές ἀρχές. Ή εκτεθείσα ὅμως ερμηνεία δέν δύναται νά γίνει δεκτή: τό σκεπτικό τῆς ἀποφάσεως Horvath ἀποδεικνύει ὅτι τό Δικαστήριο ἀνεφέρθη στό διατακτικό στό γεγονός τῆς καταστροφής τῶν εισαχθέντων καί ἀνα-καλυφθέντων ναρκωτικών ουσιῶν μόνο επειδή αυτό τό χαρακτηριστικό υπήρχε στην προκειμένη υπόθεση, στην πραγματικότητα ὅμως τό Δικαστήριο θέλησε νά εκφράσει μιά άποψη μέ διαφορετική καί ευρύτερη σημασία.
Στό σημείο αυτό εἶναι διαφωτιστική ή σκέψη 11, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό κοινό δασμολόγιο, ὅπού περιλαμβάνει ναρκωτική οὐσία (στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο γιά ηρωίνη), «δέν μπορεί νά άφορᾶ παρά τήν εισαγωγή ἐν ὅψει επιτρεπομένης χρησιμοποιήσεως». Οἱ λόγοι τῆς ερμηνείας αυτής διασαφηνίζονται ἀμέσως κατόπιν: «πράγματι, δέν μπορεί νά προσδιορισθεί δασμός ad valorem γιά τά προϊόντα πού λόγω τῆς φύσεως τους δέν μπορούν νά τεθούν σέ κυκλοφορία σέ κανένα ἀπό τά κράτη μέλη, άλλά ἀντίθετα πρέπει νά κατασχεθούν καί νά τεθούν έκτός κυκλοφορίας ἀπό τίς ἁρμόδιες ἀρχές μόλις ἀνακαλυφθούν». 'Από τά ανωτέρω καθίσταται σαφές ὅτι ἡ μή επιβολή δασμῶν δέν εξαρτᾶται, σύμφωνα μέ τόν συλλογισμό πού ἠκολουθήθη στην ἀπόφαση Horvath, ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ ναρκωτικές ουσίες ἀνεκαλύφθησαν καί κατεστρἀφησαν, άλλά ἀπό τό γεγονός ὅτι τά προϊόντα αυτά, επειδή εἶναι βλαβερά καί προορίζονται γιά παράνομη χρήση, δέν δύνανται νά είσαχθοῦν στά κράτη μέλη καί νά ενταχθούν στό οικονομικό κύκλωμα (πρβλ. σχετικώς καί τίς σκέψεις 9 καί 12).
4.
Τό γεγονός ὅτι ἡ ἀπόφαση Horvath ἔχει πράγματι τήν σημασία αυτή επιβεβαιώνεται καί ἀπό τίς διατάξεις στίς όποιες ἀναφέρεται ἡ ἀπόφαση αυτή καί ἀπό τόν τρόπο μέ τόν όποιο τίς ἑρμηνεύει. Ή σκέψη 13 ἀναφέρεται στό άρθρο 18 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή στην διάταξη ἡ ὁποία ευρίσκεται στην ἀρχή τοῦ τμήματος πού άφορᾶ τήν «θέσπιση τοῦ κοινού δασμολογίου» καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία «τά κράτη μέλη δηλώνουν ὅτι εἶναι διατεθειμένα νά συμβάλλουν στην ἀνάπτυξη τοῦ διεθνοῦς εμπορίου καί στή μείωση τῶν εμποδίων στίς συναλλαγές συνάπτοντας συμφωνίες πού ἀποβλέπουν, μέ βάση τήν ἀμοιβαιότητα καί πρός τό κοινό όφελος, στή μείωση τῶν δασμών κάτω ἀπό τό γενικό επίπεδο πού θά ήταν δυνατόν νά επικαλεσθοῦν λόγω τῆς συστάσεως τελωνειακής ἑνώσεως μεταξύ τους». Σχετικώς τό Δικαστήριο παρατηρεί: «... 'Αφού τό άρθρο 18 τῆς συνθήκης ΕΟΚ διακηρύσσει ὅτι ἡ θέσπιση τοῦ κοινοῦ δασμολογίου εντάσσεται στό πλαίσιο τῆς συμβολής στην ἀνάπτυξη τοῦ διεθνούς εμπορίου καί στην μείωση τῶν εμποδίων στίς συναλλαγές, δέν μπορεί νά ἀναφέρεται στην εισαγωγή ναρκωτικών πού προορίζονται γιά παράνομες χρήσεις καί τίθενται έκτός κυκλοφορίας μόλις ἀνακαλυφθούν». Μέ τό ἴδιο πνεύμα ἐξ άλλου θά ἠδύνατο νά γίνει ἀναφορά — πράγμα πού έκανε ὁ εκπρόσωπος τῆς 'Επιτροπής κατά τήν προφορική διαδικασία — καί στό άρθρο 29 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο μνημονεύει, μεταξύ τῶν γενικών κριτηρίων ἀπό τά ὁποῖα πρέπει νά καθοδηγείται ή 'Επιτροπή κατά τήν εκτέλεση τοῦ έργου πού τῆς έχει ἀνατεθεί σχετικά μέ τό κοινό δασμολόγιο, μιά σειρά στοιχείων πού εἶναι ὁπωσδήποτε ἀσυμβίβαστα μέ τήν εφαρμογή τοῦ δασμολογίου σέ ναρκωτικά πού προορίζονται γιά παράνομες χρήσεις: τήν «ἀνάγκη προαγωγής τῶν εμπορικών συναλλαγῶν μεταξύ τῶν κρατών μελών καί τῶν τρίτων χωρῶν» (εδάφιο α), τήν «εξέλιξη τῶν ὅρών ανταγωνισμοῦ στό εσωτερικό τῆς Κοινότητος» (ἐδάφιο β), τήν «ἀνάγκη ἐφοδιασμοῦ τῆς Κοινότητος σέ πρώτες ύλες καί ἡμικατεργασμένα προϊόντα» (εδάφιο γ) καί τήν «ἀνάγκη νά ἀποφεύγονται σοβαρές διαταραχές τῆς οικονομικής ζωής τῶν κρατών μελών καί νά εξασφαλίζεται ὀρθολογική ἀνάπτυξη τῆς παραγωγής καί επέκτασης τῆς καταναλώσεως εντός τῆς Κοινότητος» (εδάφιο δ).
Ή υπόθεση Horvath ἀνεφέρθη καί στον κανονισμό 803/68 τοῦ Συμβουλίου, περί τῆς δασμολογητέας ἀξίας τῶν εμπορευμάτων, καί έκρινε ὅτι οἱ διατάξεις του «προϋποθέτουν ὅτι τά εισαγόμενα προϊόντα μπορούν νά διατεθούν στό εμπόριο καί νά ενταχθούν στό οικονομικό κύκλωμα» (βλ. σκέψη 12). Νομίζω ὅτι αυτό εἶναι τό χωρίο τοῦ σκεπτικού μέ τήν μεγαλύτερη σημασία. "Ας σημειωθεί ἐξ άλλου ὅτι ἡ έκτη αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ 803/68 επιβεβαιώνει τήν άποψη ὅτι οἱ διατάξεις του εφαρμόζονται μόνο στά ἐμπορεύματα πού δύνανται νά διατίθενται στό εμπόριο. Πράγματι, σύμφωνα μέ τήν αιτιολογική σκέψη αυτή, ὁ ενιαίος καθορισμός τῆς δασμολογητέας ἀξίας πρέπει νά εξυπηρετεί μεταξύ ἄλλων τήν ἀποφυγή «ὅλων τῶν εκτροπών τοῦ εμπορίου καί τῶν δραστηριοτήτων καί ὅλων τῶν στρεβλώσεων τοῦ ἀνταγωνισμοῦ οἱ όποιες θά ἠδύναντο νά ανακύψουν λόγω τῆς υπάρξεως διαφορετικών διατάξεων στά εσωτερικά δίκαια». Νομίζω δέ ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ὁ σκοπός αὐτός εἶναι ἀδιανόητος, ὅταν πρόκειται γιά προϊόντα τά όποια, ὁπως τά ναρκωτικά, δέν δύνανται ούτε νά εισαχθοῦν ούτε νά διατεθούν στό εμπόριο (έκτός βέβαια «ἀπό ένα περιορισμένο καί αυστηρά ελεγχόμενο εμπόριο πρός τόν σκοπό τῆς επιτρεπόμενης χρησιμοποιήσεως γιά φαρμακευτικούς καί ιατρικούς σκοπούς»: βλ. σκέψη 10, in fine).
Τέλος, τό Δικαστήριο μνημόνευσε τά άρθρα 10 καί 11 τοῦ κανονισμού 1430 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 2ας 'Ιουλίου 1979, περί τῆς επιστροφής ὡς ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων ἡ τῆς διαγραφής χρέους εισαγωγικών ἡ εξαγωγικών δασμών. "Αν καί ὁ κανονισμός αὐτός δέν εφαρμόζεται ἐν προκειμένω, λόγω τοῦ χρόνου κατά τόν όποιο άρχισε νά ισχύει, ἐν τούτοις παρέχει χρήσιμα στοιχεία γιά τήν ἑρμηνεία τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης περί δασμολογίου. Τά άρθρα αυτά προβλέπουν «τήν επιστροφή ἡ τήν διαγραφή τοῦ χρέους τῶν εισαγωγικών δασμών, ἐφ' ὅσον τά εμπορεύματα στά όποια επιβλήθηκαν οἱ δασμοί αὐτοί καταστρέφονται ὑπό τήν εποπτεία τῶν ἁρμόδιων άρχων» (σκέψη 14). 'Από αὐτό συνάγεται ὅτι ἡ ύπαρξη τῆς τελωνειακής ὀφειλής συνδέεται μέ τήν δυνατότητα τῆς εντάξεως τοῦ εμπορεύματος στό οικονομικό κύκλωμα. Στό ἴδιο πλαίσιο είναι δυνατή ἡ μνεία καί τοῦ ἄρθρου 2 τῆς ὁδηγίας 79/623/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 25ης Ἰουνίου 1979, περί εναρμονίσεως τῶν νομοθετικών, κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων σχετικά μέ τήν τελωνειακή ὀφειλή. Όπως παρετήρησε τό Finanzgericht τοῦ Düsseldorf, ἡ διάταξη αύτη προβλέπει ὅτι ἡ τελωνειακή ὀφειλή γεννᾶται στην περίπτωση τοῦ κανονικού εκτελωνισμού (βλ. εδάφιο α) καί σέ μιά σειρά περιπτώσεων παραβιάσεως ειδικών τελωνειακών κανόνων, οἱ όποιες ἀναφέρονται περιορι-στικῶς (βλ. εδάφιο b έως f), άλλά δέν προβλέπει ὅτι γεννᾶται τελωνειακή ὀφειλή ὅταν πρόκειται γιά εμπορεύματα για τά όποια ὑφίσταται ἀπόλυτη ἀπαγόρευση εισαγωγής, ὁπως συμβαίνει μέ τά ναρκωτικά πού δέν προορίζονται γιά φαρμακευτική χρήση.
5.
Ὑπέρ τῆς ερμηνείας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου πού έγινε δεκτή στην απόφαση Horvath προεβλήθη επίσης κατά τήν διάρκεια τῆς παρούσης διαδικασίας τό ἐπιχείρημα ὅτι εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀποδειχθεί ἡ ποσότης τῶν λαθραίων ναρκωτικών τῆς ὁποίας δέν κατέστη δυνατή ή ἀνακάλυψη καί κατάσχεση, μέ συνέπεια νά μην εἶναι δυνατός ὁ προσδιορισμός τῆς συνολικῆς δασμολογητέας ἀξίας τοῦ λαθραίου εμπορεύματος προκειμένου νά προσδιορισθεί ὁ δασμός πού πρέπει νά επιβληθεί. Δέν νομίζω ὅμως ὅτι τό επιχείρημα αὐτό έχει σχέση ἐν προκειμένω ἤ ὅτι εἶναι ἀναγκαίο. Κατ' ἀρχάς ἀμφιβάλλω ἄν ἀπό λόγους καθαρά πρακτικής σκοπι-μότητος δύνανται νά συναχθούν ενδείξεις γιά τόν καθορισμό τοῦ πεδίου εφαρμογής μιᾶς ρυθμίσεως: ἀνεφέρθη ἤδη ὅτι ὁ καθορισμός τοῦ πεδίου αὐτοῦ βασίζεται κυρίως σέ λόγους ἀρχῆς, δηλαδή στην λειτουργία τοῦ κοινού δασμολογίου στό πλαίσιο τῆς οἰκονομικῆς ὁλοκληρώσεως τῆς Κοινότητος. Εξ άλλου, οἱ ἀναφερόμενες δυσκολίες ἀποδείξεως δέν φαίνεται νά ἀποτε-λοῦν ἀνυπέρβλητο εμπόδιο γιά τήν επιβολή τῶν δασμών. Στίς περιπτώσεις πού δέν δύναται νά καθορισθεί μέ ἀκρίβεια ή ποσότης τοῦ εισαχθέντος εμπορεύματος, οἱ τελωνειακές ἀρχές καταφεύγουν συχνά σέ επαγωγικές μεθόδους υπολογισμού.
6.
Κατά συνέπεια, κυρίως ἀπό τόν συλλογισμό πού ἀνεπτύχθη στην ἀπόφαση Horvath (ὅπως συνεπληρώθη ἀπό μερικά άλλα επιχειρήματα πού συνηγορούν υπέρ τῆς ἰδίας λύσεως καί πού εἶχα τήν ευκαιρία νά ἀναπτύξω) προκύπτει ἡ λύση γιά τίς δύο προκείμενες υποθέσεις. Τό Δικαστήριο θά παραμείνει συνεπές μέ ὅσα έχει ἀποφανθεί, ἄν δεχθεί ὅτι δέν επιτρέπεται ἡ επιβολή δασμών ἐπί τῆς λαθραίας εισαγωγής ναρκωτικών, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν τά ναρκωτικά ἀνακαλυφθοῦν ἡ καταστραφοῦν ἡ ενδεχομένως ἐπανεξαχθοῦν.
Ὑπάρχει βεβαίως καί ἡ δυνατότης τῆς νομίμου εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών, ἀφοῦ τό κοινό δασμολόγιο ἀναφέρει τίς ουσίες αυτές καί καθορίζει τό ὕψος τῶν δασμών πού επιβάλλονται σ᾽ αυτές. Πρόκειται γιά τίς εισαγωγές πού πραγματοποιούνται στό πλαίσιο «ενός περιορισμένου καί αυστηρά ελεγχομένου ἐμπορίου πρός τόν σκοπό τῆς επιτρεπομένης χρησιμοποιήσεως γιά φαρμακευτικούς καί ιατρικούς σκοπούς» (βλ. τήν προαναφερθείσα σκέψη 10 τῆς ἀποφάσεως Horvath).
Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω, δύναται νά λεχθεί κατά γενίκευση ὅτι τό ζήτημα ἄν γεννᾶται τελωνειακή ὀφειλή στην περίπτωση τῆς εισαγωγής ναρκωτικών εξαρτάται ἀπό τήν χρήση γιά τήν ὁποία προορίζεται τό εμπόρευμα καί ἀπό τόν φανερό ἡ κρυφό τρόπο τῆς εισαγωγής. Κατά τῆς ἀπόψεως αυτής δύναται νά ἀντιταχθεί ὅτι ἡ χρήση γιά τήν ὁποία ὁ εἰσαγωγεύς προορίζει τό ναρκωτικό εἶναι ένας υποκειμενικός παράγοντας, ὁ όποιος ἀντιφάσκει πρός τήν ἀνάγκη ἀσφαλείας τῶν τελωνειακών κανόνων. Νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι εύκολο νά δοθεί ή ἀπάντηση ὅτι γιά τήν κρυφή εισαγωγή υπάρχει τό τεκμήριο ὅτι πραγματοποιείται γιά παράνομη χρήση. 'Αντιθέτως, ἀπό τήν φανερή εισαγωγή, ἔστω καί ἄν ἡ εἰσαγωγή αύτη εἶναι ἀντικανονική (παραδείγματος χάριν επειδή λείπει μία ἀπό τίς απαιτούμενες άδειες), γεννᾶται ἡ τελωνειακή ὀφειλή, ἄν ἡ χρήση πού δηλώνει ὁ εἰσαγωγεύς εἶναι νόμιμη.
Τέλος, δύναται νά γεννηθεί τό ερώτημα πώς δικαιολογείται ἡ διαφορετική τελωνειακή αντιμετώπιση τῶν ναρκωτικών σέ σχέση μέ τά άλλα εμπορεύματα πού εἰσά-γονται λαθραίως (οινοπνευματώδη, τσιγάρα, ὅπλα), γιά τά όποια δέν υπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ τελωνειακή ὀφειλή γεννᾶται καί πρέπει νά εξοφληθεί ἐφ᾽ ὅσον ή εἰσαγωγή διαπιστωθεί ἀπό τίς ἀρχές. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ δικαιολόγηση δύναται νά ἀναζητηθεί στό γεγονός ὅτι, ἀντίθετα μέ ὅ,τι συμβαίνει μέ τά άλλα προϊόντα, ὅλο σχεδόν τό εμπόριο τῶν ναρκωτικῶν διεξάγεται λαθραίως καί μέ σκοπό τήν παράνομη χρήση, ὁπότε ἡ ένταξη τῶν ουσιών αυτῶν στό οικονομικό κύκλωμα δύναται νά θεωρηθεί ὅτι ἀποτελεί εξαίρεση καί ἔχει μικρή σημασία. Ἐξ άλλου, εἶναι φυσικό τά ναρκωτικά πού εισάγονται λαθραίως νά καταστρέφονται μετά τήν ἀνακάλυψη τους καί τήν κατάσχεση τους. 'Αντιθέτως, στίς σπάνιες περιπτώσεις στίς ὁποιες ἡ διοίκηση ἀποφασίζει νά τά πουλήσει σέ φαρμακοβιομηχανία, εἶναι ἀπολύτως θεμιτό — ἀπό τῆς απόψεως τοῦ κοινού δασμολογίου — νά ζητηθεί ἀπό τόν ἀγοραστή νά κατα-βάλει καί τόν δασμό πού προβλέπεται γιά τίς κανονικές εισαγωγές. Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ ἑρμηνεία τῶν δασμολογικῶν κανόνων πού έδωσε τό Δικαστήριο ὅσον άφορᾶ τά ναρκωτικά έχει ειδικό χαρακτήρα καί δέν πρέπει νά επεκταθεί σέ άλλα προϊόντα πού καί αυτά δύνανται νά εισαχθούν καί διατεθούν στην κατανάλωση μόνο κατόπιν σχετικών ἀδειων καί ἐλεγχων.
7.
Βάσει όλων τῶν ἀνωτέρω σκέψεων, προτείνω στό Δικαστήριο νά δώσει την έξης ἀπάντηση στό πρώτο ερώτημα πού υπέβαλε μέ διάταξη τῆς 10ης 'Ιουνίου 1981 τό Finanzgericht τοῦ Düsseldorf στην υπόθεση 221/81, Wolf κατά Hauptzollamt Düsseldorf: «Οἱ διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΟΚ περί τελωνειακής ενώσεως (ἄρθρο 9, παράγραφος 1, καί άρθρα 18-29) έχουν τήν έννοια ὅτι μετά τήν καθιέρωση τοῦ κοινοῦ δασμολογίου τά κράτη μέλη δέν έχουν πλέον τήν ευχέρεια νά επιβάλλουν δασμούς στά ναρκωτικά, ἐφ᾽ ὅσον ἡ εισαγωγή τους καί ή διάθεση τους στό εμπόριο ἀπαγορεύονται». Υπενθυμίζω ὅτι τό δεύτερο ερώτημα τοῦ ιδίου δικαστηρίου διετυπώθη επικουρικῶς, δηλαδή μόνο σέ περίπτωση ἀρνητικῆς ἀπαντήσεως στό κύριο ερώτημα. Ἐπομένως, δεδομένου ὅτι ή ἀπάντηση πού προτείνω εἶναι καταφατική, παρέλκει ἡ εξέταση τοῦ δευτέρου ερωτήματος.
Όσον άφορᾶ περαιτέρω τό ερώτημα πού υπέβαλε τό Finanzgericht τῆς Βάδης-Βυρτεμβέργης μέ διάταξη τῆς 16ης 'Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 240/81, Einberger κατά Hauptzollamt Freiburg, είμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νά δοθεί ἡ ίδια ἀπάντηση ὅπως αυτή πού προέτεινα ἀνωτέρω, μέ τήν ἀκόλουθη προσθήκη: «Ή επιβολή δασμῶν δέν εἶναι δυνατή συνεπώς οὔτε καί ὅταν τά ναρκωτικά πού εισήχθησαν λαθραίως ἐπανεξάγονται ἐν συνεχεία ἐκτός τοῦ τελωνειακοῦ εδάφους τῆς Κοινότητος».
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy