ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 11 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κνριοι οικαατες,
Έχετε επιληφθεί δύο προσφυγών υπαλλήλων, οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 2, περίπτωση 6), 3, 40, εδάφια α) και 6) και 52, περίπτωση 6), του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Οι δύο αυτές υποθέσεις, των οποίων έχετε αποφασίσει την ένωση, θέτουν το πρόβλημα της επιπτώσεως που έχει επί του συνταξιοδοτικού καθεστώτος στη δημόσια κοινοτική υπηρεσία η προσφυγή εκ μέρους της Επιτροπής σε επικουρικούς υπαλλήλους.
Ι —
Τα περιστατικά είναι τα ακόλουθα:
Ο Armando Toledano Laredo, προσφεύγων στην υπόθεση 225/81, προσελήφθη από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπό την ιδιότητα του «επιστημονικού συνεργάτη» στη Γενική Διεύθυνση αναπτύξεως των υπερπόντιων εδαφών (οικονομικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως), θάσει συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου (κατηγορία Α), η οποία υπογράφτηκε την 28η Ιουλίου 1964, με ισχύ από 15 Ιουλίου, υπό το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε κανονικά χωρίς καμία διακοπή, μέχρις ότου ο ενδιαφερόμενος, κατόπιν γενικού διαγωνισμού, διορίσθηκε δόκιμος υπάλληλος την 1η Οκτωβρίου 1966, με βαθμό A4 στη Γενική Διεύ8υνση αναπτύξεως των υπερπόντιων εδαφών. Μονιμοποιήθηκε από 1ης Απριλίου 1967. Υπηρέτησε έτσι ως επικουρικός υπάλληλος επί δύο έτη και δυόμισι μήνες.
Ο Mario Garilli, προσφεύγων στην υπόθεση 241/81, προσελήφθη ως επικουρικός υπάλληλος με σύμβαση της 13ης Αυγούστου 1964, με ισχύ από 1ης Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους. Η σύμβαση του ανανεώθηκε επίσης χωρίς καμία διακοπή μέχρι το διορισμό του ως δόκιμου υπαλλήλου την 1η Απριλίου 1967. Μονιμοποιήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1968. Στη συνέχεια, θα επανέλθω στην από πλευράς βαθμού κατάταξη και τα καθήκοντα του Mario Garilli, περιοριζόμενη να σημειώσω στο παρόν στάδιο ότι υπηρέτησε ως επικουρικός υπάλληλος επί δύο έτη και επτά μήνες.
Αμφότεροι ζητούν κατ' ουσία, όπως οι περίοδοι κατά τις οποίες υπηρέτησαν ως επικουρικοί υπάλληλοι εξομοιωθούν προς περιόδους υπηρεσίας εκτάκτου υπαλλήλου για τον υπολογισμό των ετών υπηρεσίας και των συντάξιμων ετών, κατά την έννοια του άρθρου 77 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Για τα δικαιώματα συντάξεως, η κατάσταση του έκτακτου και του μόνιμου υπαλλήλου είναι πανομοιότυπη.
Οι προσφεύγοντες προσφέρονται, εις αντάλλαγμα, να καταβάλουν στο κοινοτικό σύστημα ασφαλίσεως τις εισφορές που θα έπρεπε να είχαν καταβάλει κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους ως επικουρικοί υπάλληλοι, αν είχαν θεωρηθεί — όπως θα έπρεπε να θεωρηθούν, κατά τη γνώμη τους — ως έκτακτοι υπάλληλοι αφού αφαιρεθούν οι εισφορές που καταβλήθηκαν στο τοπικό σύστημα συντάξεων για τις εν λόγω περιόδους και αφού εκχωρήσουν στην Επιτροπή τα κεκτημένα υπό το σύστημα αυτό δικαιώματα.
II —
Το παραδεκτό των προσφυγών αυτών, μη αμφισβητούμενο από την Επιτροπή, δεν θέτει ιδιαίτερα προβλήματα: οι διοικητικές ενστάσεις που οι ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν απερρίφθησαν σιωπηρώς. Και προχωρώ αμέσως στην εξέταση της ουσίας.
III —
Η ουσία βασίζεται στην απόφαση Fournier, την οποία εξέδωσε στις 19 Νοεμβρίου 1981 το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου ( 2 ), καθώς και στην προηγουμένη απόφαση, της 1ης Φεβρουαρίου 1976, του δευτέρου τμήματος στην υπόθεση Deshormes ( 3 ).
Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο «αναγνώρισε» για συνταξιοδοτικούς σκοπούς περίδο οκτώ ετών και ένδεκα μηνών, κατά την οποία ο προσφεύγων υπηρέτησε καταρχάς υπό την ιδιότητα του «εμπειρογνώμονα», κατόπιν του έκτακτου υπαλλήλου, προ της προσλήψεως του ως μόνιμου υπαλλήλου.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι εξαρχής (1961) τα καθήκοντα που άσκησε η ενδιαφερόμενη ήταν «καθορισμένα καθήκοντα μόνιμου υπαλλήλου κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας» και ότι, εν πάση περιπτώσει, από της πρώτης προσλήψεως της ως επικουρικού υπαλλήλου (1964), θα έπρεπε, για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών, οι συμβάσεις που συνήψε με την Επιτροπή να θεωρηθούν ως συμβάσεις έκτακτου υπαλλήλου, καθόσον η προσφεύγουσα είχε «τοποθετηθεί σε μόνιμη θέση περιλαμβανόμενη στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στον προϋπολογισμό». Δεν ήταν, επομένως, αναγκαίο η αρμόδια αρχή να προβεί σε ρΐ]τό διορισμό σε μόνιμη θέση που συνεπάγεται αντίστοιχα καθήκοντα, θέση η οποία περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων της οικείας υπηρεσίας.
Εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή όφειλε να «συναγάγει όλες τις έννομες συνέπειες όσον αφορά τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών της προσφεύγουσας», με υπηρεσιακό σημείωμα της 26ης Οκτωβρίου 1979, οι διοικητικές υπηρεσίες εδήλωσαν ότι ήταν πρόθυμες να «εξετάσουν κάθε φάκελο υπαλλήλου που, προ της εντάξεως του ως μόνιμου υπαλλήλου, είχε υπηρετήσει ως επικουρικός υπάλληλος».
Στο σημείωμα αυτό διευκρινίζεται ότι «οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων που αναφέρονται στα δικαιώματα τους συντάξεως πρέπει, πάντως, να συνοδεύονται με επαρκείς αποδείξεις για να δύνανται να εξετασθούν κατ' ουσία και κυρίως, σύμφωνα με την απόφαση 17/78, να αποδεικνύουν:
—
ότι είχαν ασκήσει να ίόια κααήκοννα ανην ίδια νπηρεοία όταν ήταν έκτακτοι υπάλληλοι και εξακολούθησαν να τα ασκούν μετά τη μονιμοποίηση πράγμα που το Δικαστήριο καθορίζει έτσι ότι είναι “καθορισμένα καθήκοντα μόνιμου υπαλλήλου κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας” ·
και
—
ότι η τοποθέτηση αντιστοιχούσε σε μόνιμη θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα των θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στον προϋπολογισμό.
Οι εν λόγω αποδείξεις δύνανται να παρέχονται με οποιοδήποτε αντίγραφο εγγράφων, εσωτερικά υπηρεσιακά σημειώματα, ανταλλαγή αλληλογραφίας προερχομένη από τη διοίκηση, τη λογιστική υπηρεσία ή την υπηρεσία προσλήψεων...»
Οι μόνιμοι και μη μόνιμοι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι εκαλούντο να υποβάλουν την αίτηση τους, χρησιμοποιώντας έντυπο που περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την ακόλουθη ερώτηση:
«—)
κατά την περίοδο υπηρεσίας σας ως εκτάκτου υπαλλήλου έχετε καταλάβει θέση περιλαμβανομένη στον πίνακα θέσεων; (σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να υποβάλετε όλα τα αποδεικτικά έγγραφα)».
Η Επιτροπή, στην οποία οι προσφεύγοντες υπέβαλαν αίτηση τακτοποιήσεως της καταστάσεως τους, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ικανοποίησε μερικώς το αίτημα του Armando Toledano Laredo.
Πράγματι, η Επιτροπή εδέχθη ότι η ομοιότητα των καθηκόντων που ασκούσε προ και μετά τη μονιμοποίηση του επέτρεπε την υπόθεση ότι, κατά «το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας του ως επικουρικού υπαλλήλου, που υπερέβαινε τους δώδεκα μήνες και προηγείτο αμέσως της προσλήψεως του ως μόνιμου υπαλλήλου», ο ενδιαφερόμενος είχε ασκήσει «καθορισμένα καθήκοντα μόνιμου υπαλλήλου κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας» κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου και όχι προσωρινά καθήκοντα του είδους που δύνανται νομίμως να ανατεθούν σε επικουρικούς υπαλλήλους, λόγω είτε προσωρινής απουσίας του μόνιμου υπαλλήλου είτε ως εκ της φύσεως τους (προσωρινά καθήκοντα, επείγοντα ή ακαθόριστα). Στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή δεν είχε επιμείνει στην αξίωση αποδείξεως της «τοποθετήσεως σε μόνιμη θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα των θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στον προϋπολογισμό».
Αντιθέτως, εφόσον η διάρκεια των συμβάσεων των επικουρικών υπαλλήλων δύναται, δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, να είναι ετήσια, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το χρονικό διάστημα που καλύπτει τους πρώτους δώδεκα μήνες ασκήσεως καθηκόντων ως επικουρικού υπαλλήλου δεν δύναται να αναγνωρισθεί, εκτός αν προσκομισθεί η απόδειξη.
Έτσι, όσον αφορά τον Armando Toledano Loredo, η Επιτροπή εδέχθη ότι αυτός, κατά την περίοδο από 5 Οκτωβρίου 1965 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1966, είχε ουσιαστικά ασκήσει τα ίδια καθήκοντα με εκείνα που ασκούσε μετά τη μονιμοποίηση του. Αντιθέτως, αρνήθηκε να λάβει υπόψη το πρώτο έτος της υπηρεσίας ως επικουρικού υπαλλήλου (6 Οκτωβρίου 1964 - 5 Οκτωβρίου 1965), λόγω του ότι δεν υφίστατο καμία μόνιμη θέση στην υπηρεσία στην οποία ηδύναντο να αντιστοιχούν τα καθήκοντα τα οποία ασκούσε ο ενδιαφερόμενος ως επικουρικός υπάλληλος.
Όσον αφορά το Mario Garilli, η Επιτροπή εθεώρησε ότι δεν πληρούσε ούτε τις προϋποθέσεις που έθεσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Deshormes ούτε τα «κριτήρια που καθώρισε η Επιτροπή για την εξομοίωση των περιόδων υπηρεσίας (που συμπλήρωσε) ως επικουρικός υπάλληλος προς τις περιόδους υπηρεσίας (που συμπλήρωσε) ως έκτακτος υπάλληλος». Επί πλέον, είχε μονιμοποιηθεί σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη στην οποία είχε διοριστεί ως επικουρικός υπάλληλος.
Εν συνδυασμώ προς τις εξελίξεις αυτές, θα πρέπει να εξεταστούν τα εναπομένοντα επίδικα σημεία.
1.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η απόδειξη υπάρξεως θέσεως προβλεπομένης από τον προϋπολογισμό στην υπηρεσία τοποθετήσεως, θέση η οποία έπρεπε να γνωστοποιηθεί ότι ήταν κενή προ της προσλήψεως του ενδιαφερομένου, είναι συνήθεως αδύνατο να προσκομισθεί. Αρκεί ότι άλλα πρόσωπα, υπό την ιδιότητα τους ως έκτακτοι ή μόνιμοι υπάλληλοι, ασκούν όμοια καθήκοντα.
Προβαλλόμενη τόσο κατηγορηματικά, η θέση αυτή ισοδυναμεί μα κατάργηση, από άποψη κοινωνικής ασφαλίσεως, κάθε διακρίσεως μεταξύ των «πραγματικών» επικουρικών υπαλλήλων, αφενός, και των έκτακτων και μόνιμων υπαλλήλων, αφετέ-τρου. Η διάκριση όμως αυτή καθιερώνεται από τα άρθρα 2 και 3 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.
Το άρθρο 52 του καθεστώτος αυτού επιτρέπει την πρόσληψη επικουρικών υπαλλήλων για διάρκεια το πολύ ενός έτους, εκτός της περιπτώσεως προσωρινής αντικαταστάσεως, και, κατά το άρθρο 70, ο χρόνος υπηρεσίας των «πραγματικών» επικουρικών υπαλλήλων δεν δύναται να αναγνωρισθεί για την κοινοτική συνταξιοδότηση.
Όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, η σύμβαση προσλήψεως του επικουρικού υπαλλήλου περιλαμβάνει διάταξη σύμφωνα με την οποία ο υπάλληλος υπάγεται στο υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του τόπου εργασίας του. Πάντως, έχει την ευχέρεια να εξακολουθήσει να υπάγεται στο σύστημα της χώρας καταγωγής του ή της χώρας της τελευταίας ασφαλίσεως του- στην περίπτωση αυτή, το κοινοτικό όργανο που τον προσλαμβάνει βαρύνεται με τις εργοδοτικές εισφορές, αν πρόκειται για υποχρεωτική ασφάλιση ή με τα δύο τρίτα των εισφορών που βαρύνουν τον υπάλληλο, αν πρόκειται για εκούσια ασφάλιση.
Είναι αλήθεια όμως ότι μόνο η διοίκηση είναι σε θέση να γνωρίζει αν ο ενδιαφερόμενος κατείχε ή όχι, κατά το χρόνο υπηρεσίας του ως επικουρικού υπαλλήλου, μόνιμη θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα των θέσεων. Μόνον αυτή διαθέτει αποδεικτικά έγγραφα εσωτερικής φύσεως, έγγραφα τα οποία δεν είναι συνήθως προσιτά στους υπαλλήλους — ακόμη λιγότερο στους επικουρικούς — και που η εκ μέρους των υπαλλήλων προσκόμιση τους ενώπιον της δικαιοσύνης προκαλεί γενικά τις πιο ρητές επιφυλάξεις της Επιτροπής.
Θεωρώ, επομένως, ότι στην κατάσταση που ευρίσκονται οι προσφεύγοντες, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει ότι, κατά το χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και που προηγήθηκε αμέσως της προσλήψεως τους ως μονίμων υπαλλήλων, ήταν αδύνατο να τους τοποθετήσει σε μόνιμη θέση περιλαμβανομένη στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στον προϋπολογισμό, καθόσον η κατάλήψη μιας τέτοιας θέσεως παραμένει, σύμφωνα με τις αποφάσεις Fournier και Deshormes, το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ επικουρικών και εκτάκτων υπαλλήλων.
2.
Καίτοι η Επιτροπή δεν προσκομίζει την απόδειξη αυτή και αναγνωρίζει, εξάλλου, ότι τα καθήκοντα που εκτέλεσαν κατά το χρονικό διάστημα που υπερέβη τους δώδεκα μήνες και προηγείτο αμέσως της προσλήψεως ως μονίμων υπαλλήλων είναι πανομοιότυπα με τα καθήκοντα που εκτέλεσαν μετά την πρόσληψη, η υπόθεση την οποία δέχθηκε η Επιτροπή πρέπει να επεκταθεί σε ολόκληρη την περίοδο κατά την οποία υπηρέτησαν ως επικουρικοί υπάλληλοι. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, με κάποια βασιμότητα, ότι τα καθήκοντα που ετέλεσαν κατά την πρώτη περίοδο της υπηρεσίας τους ως επικουρικοί υπάλληλοι ήταν της ιδίας φύσεως με αυτά που εκτέλεσαν κατά τη δεύτερη περίοδο και ότι, ακόμη και μετά την πρόσληψη τους ως μόνιμων υπαλλήλων, τα καθήκοντα αυτά εξακολουθούσαν να ανατίθενται σε μόνιμους υπαλλήλους. Όσον αφορά τα δικαιώματα συντάξεως, ο χαρακτηρισμός των εκτελεσθέντων καθηκόντων κατά την πρώτη αυτή περίοδο πρέπει να είναι ο ίδιος με το χαρακτηρισμό των εκτελεσθέντων καθηκόντων κατά τη δεύτερη περίοδο, δεδομένου ότι δεν υφίσταται καμία διακοπή στη δραστηριότητα των ενδιαφερομένων εντός της Επιτροπής.
3.
Αυτή νομίζω ότι είναι η περίπτωση τόσο του Armando Toledano Laredo όσο και του Mario Garilli.
Ο πρώτος άσκησε τα ίδια καθήκοντα τόσο προ, όσο και μετά την έναρξη της περιόδου, ως προς την οποία η Επιτροπή δέχεται τώρα ότι δύναται να αναγνωρισθεί για τον υπολογισμό της συντάξεως.
Όπως o Armando Toledano Laredo, o Mario Garilli προσελήφθη ως «επιστημονικός συνεργάτης».
Επί πλέον, αντίθετα προς αυτόν, ανέλαβε καθήκοντα στην Επιτροπή αφού είχε exaequo καταταγεί στην τρίτη θέση στον κατάλογο επιτυχόντων, που συνέταξε η εξεταστική επιτροπή κατόπιν γενικού διαγωνισμού βάσει τίτλων (αριθ. ΕΟΚ 243/Β). Η προκήρυξη του διαγωνισμού διευκρίνιζε ότι ο διαγωνισμός αφορούσε την κενή θέση που υπήρχε στη Γενική Διεύθυνση εξωτερικών σχέσεων, Διεύθυνση εμπορικής πολιτικής (διαπραγματεύσεις), τμήμα ζητημάτων αρχής της εμπορικής πολιτικής ( 4 ).
Αν και είναι αλήθεια ότι είχε ενταχθεί, κατά τη μονιμοποίηση του, σε κατηγορία, (Α), διαφορετική από εκείνη, (Β), στην οποία είχε προσληφθεί ως επικουρικός υπάλληλος και ετοποθετήθη στη Γενική Διεύθυνση οικονομικών υποθέσεων, Διεύθυνση οικονομικών δομών και αναπτύξεως, τα καθήκοντα με τα οποία ήταν επιφορτισμένος πρό της μονιμοποιήσεώς του, μολονότι διαφορετικού επιπέδου ευθύνης, αποτελούσαν πράγματι «καθορισμένα καθήκοντα μόνιμου υπαλλήλου κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας» κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
Πράγματι, δεν υφίστατο καμία διαφορά μεταξύ των καθηκόντων του ως επικουρικού υπαλλήλου στο τμήμα Ι Δ 3 «βιομηχανικά ζητήματα (ανάπτυξη του εμπορίου και ρήτρες διασφαλίσεως) — Ιαπωνία, Hong-Kong», όπου επικουρούσε, στην εκπλήρωση των καθηκόντων του, έναν υπάλληλο βαθμού Α και εκείνων του υποψηφίου, ο οποίος διορίσθηκε δόκιμος υπάλληλος, ως βοηαός, βάσει του καταλόγου επιτυχόντων που καταρτίσθηκε κατόπιν του γενικού διαγωνισμού CEE 243/Β.
Τοποθετηθείς την 1η Νοεμβρίου 1964 στη Γενική Διεύθυνση εξωτερικών υποθέσεων, Διεύθυνση: εμπορική πολιτική, Τμήμα: βιομηχανικά ζητήματα (ανάπτυξη του εμπορίου και ρήτρες διασφαλίσεως) — Ιαπωνίας, Hong-Kong, ο υποψήφιος αυτός μονιμοποιήθηκε το 1965 μετά την περίοδο δοκιμασίας, ενώ ο Mario Garilli δεν μονιμοποιήθηκε παρά το 1968, αφού επέτυχε σε νέο διαγωνισμό (αριθ. 5155) που επέτρεψε, εξάλλου, να ανέλθει στην κατηγορία Α.
Αυτό καταδεικνύει ότι, τουλάχιστον στην περίπτωση των προσφευγόντων, ο διαχωρισμός στον οποίο προέβη η Επιτροπή, για να καθορίσει αν τα εκτελούμενα από έναν επικουρικό υπάλληλο καθήκοντα αντιστοιχούν σ' εκείνα του έκτακτου ή μόνιμου υπαλλήλου, δεν στηρίζονται σε ουσιαστικό κριτήριο και δημιουργεί διακρίσεις.
4.
Σύμφωνα με τη σύμβαση που υπέγραψε ο Mario Garilli στις 16 Ιουλίου 1965, καθώς και ο Armando Toledano Laredo στις 3 Αυγούστου 1965, ο πρώτος προσελήφθη για χρόνο αορίστου διαρκείας. Η διάρκεια αυτή παρετάθη μέχρι την 1η Απριλίου 1967. Η προσφυγή όμως στην πρόσληψη αυτή λαμβάνει καταχρηστικό χαρακτήρα κατά την έννοια των αποφάσεων Deshormes και Fournier.
Στην πρόταση οδηγίας που υπέβαλε στο Συμβούλιο την 7η Μαΐου 1982 στον τομέα της προσωρινής εργασίας (άρθρο 1, περίπτωση δ), η ίδια η Επιτροπή καθορίζει ως μονίμως εργαζόμενο οιοδήποτε πρόσωπο συνάπτει με τον εργοδότη του σύμβαση αορίστου χρόνου. Θεωρεί ότι η μόνιμη απασχόληση πρέπει να αποτελεί τη συνήθη κατάσταση και ότι πρέπει να εξαλειφθούν οι καταχρήσεις, της προσωρινής
απασχολήσεως υπό μορφή συμβάσεων ορισμένου χρόνονκοχ ότι οι μονίμως εργαζόμενοι πρέπει να προστατεύονται από την καταχρηστική προσφυγή στην εργασία βάσει τέτοιων συμβάσεων. Θα ήταν παράδοξο ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, καθώς και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, να υστερούν εν σχέσει προς την εξέλιξη που έχει σημειωθεί στα κράτη μέλη. Η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η πρόσληψη των προσφευγόντων ως επικουρικών υπαλλήλων έγινε με μοναδικό σκοπό να αναπληρωθούν μόνιμοι ή έκτακτοι υπάλληλοι, που έλλειπαν ή εμποδίζοντο, ή ενόψει εκτελέσεως ιδιαζούσης ή περιστασιακής εργασίας ή υπηρεσίας. Ούτε απέδειξε ότι ο πίνακας θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στον προϋπολογισμό, δεν περιλάμβανε καμία κενή μόνιμη θέση, αντιστοιχούσα στα καθήκοντα που είχαν ανατεθεί στους προσφεύγοντες, ούτε ότι η φύση των καθηκόντων που αυτοί εκτέλεσαν κατά τη διάρκεια της περιόδου της υπηρεσίας τους ως επικουρικών υπαλλήλων όχι μόνον εποί-κιλλε, αλλά διέφερε από εκείνα που εκτέλεσαν μετά την ένταξη τους ως μόνιμων υπαλλήλων ούτε, τέλος, ότι τα καθήκοντα αυτά δεν ανατέθηκαν εν συνεχεία σε άλλους μονίμους υπαλλήλους.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η σχέση εργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των προσφευγόντων πρέπει να αναλυθεί ως αφορώσα ενιαία παροχή εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ο δημόσιος χαρακτήρας του εργοδότη δεν επηρεάζει τη διαπίστωση αυτή.
Προτείνω, επομένως, να αποφανθείτε ως εξής:
—
όλες οι συμβάσεις, τις οποίες η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνήψε με τους Armando Toledano Laredo από 6ης Οκτωβρίου 1964 και Mario Garilli από 1ης Ιανουαρίου 1964, αντιστοίχως, πρέπει να θεωρηθούν ότι συνήφθησαν με έκτακτους υπαλλήλους
—
η Επιτροπή πρέπει να συναγάγει εκ τούτου όλες τις έννομες συνέπειες όσον αφορά τον υπολογισμό των ετών υπηρεσίας και του συντάξιμου χρόνου των προσφευγόντων
—
η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Συλλογή 1981, σ. 2760 επ.
( 3 ) Recueil 1979, σ. 189 επ.
( 4 ) JO αριθ. 9, της 23. 1. 1964, σ. 118.
Full & Egal Universal Law Academy