ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ17 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Τήν άνοιξη τοῦ 1979, ἡ επιχείρηση Pendy Plastic Products, μέ έδρα το Helmond (Κάτω Χῶρες) — ἡ ἀναιρεσείουσα (Rechtsbeschwerdeführerin) στην κυρία δίκη — ἤσκησε ἀγωγή ἐνώπιον τοῦ Landgericht τοῦ Hertogenbosch κατά τῆς επιχειρήσεως Pluspunkt, μέ έδρα τό Neuss ("Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας). Προφανώς γιά τόν λόγο αυτό, τό δικόγραφο τῆς ἀγωγής καί ἡ κλήση γιά τήν δικάσιμο τῆς 27ης 'Απριλίου 1979 διεβιβάσθησαν, στις 26 Μαρτίου 1979, στον εισαγγελέα τοῦ Landgericht τοῦ Hertogenbosch, αυτό δέ, σύμφωνα μέ τό ὀλλανδικό δίκαιο, εἶναι δυνατόν νά συμβεί σέ περίπτωση επιδόσεως στην ἀλλοδαπή. 'Εκτός αὐτοῦ, τά ἀνωτέρω ἔγγραφα έπρεπε, μέσω τῆς συνδρομής των ἁρμοδίων άρχων νά επιδοθούν στην εναγομένη στό Neuss, Kaarster Straße 36, δηλαδή στην διεύθυνση πού ήταν γνωστή τότε στην ενάγουσα καί μετέπειτα ἀσκούσα τή Rechtsbeschwerde.
Ή κοινοποίηση ὅμως δέν ἐπραγματο-ποιήθη, διότι ἡ ἐναγομένη τόν 'Απρίλιο τοῦ 1979 είχε μεταφέρει εντός τοῦ Neuss τήν επιχείρηση της, ἡ ενάγουσα δέ έλαβε γνώση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ὅπως ισχυρίζεται, ἀπό τό 'Εμπορικό καί Βιομηχανικό Ἐπιμελητήριο τοῦ Mittlerer Niederrhein κατά τό τέλος 'Απριλίου 1979. Τό Amtsgericht τοῦ Neuss, τό όποιο επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν αιτήσεως τῶν ἁρμοδίων άρχων περί δικαστικής συνδρομής, στίς 17 Μαΐου 1979 ἐξέδωσε, ἴσως κάπως εσπευσμένα καί χωρίς νά προβεί στίς ἀναγκαίες έρευνες, βεβαίωση περί τοῦ ὅτι ή κοινοποίηση δέν ἦταν δυνατή σύμφωνα μέ τό άρθρο 6, παράγραφος 2, τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης τῆς 15ης Νομεβρίου 1965 γιά τήν επίδοση καί κοινοποίηση στην ἀλλοδαπή δικαστικών καί εξωδικων ἐγγράφων σέ ἀστικές ἡ ἐμπορικές υποθέσεις.
Στίς 8 'Ιουνίου 1979 τό ὀλλανδικό δικαστήριο πού επελήφθη τῆς υποθέσεως εξέδωσε, επειδή ἡ εναγομένη δέν παρέστη, μή ὁριστική ἀπόφαση. Μέ τήν απόφαση ἐτάσσετο στην ενάγουσα θέμα ἀποδείξεως περί τοῦ ὅτι ἡ ἐναγομένη είχε τήν δυνατότητα νά παραλάβει εγκαίρως τήν κλήση γιά τήν δικάσιμο ἡ ὅτι είχε καταβληθεί ή προσήκουσα επιμέλεια ώστε νά δύναται νά ἀμυνθεί. Συγχρόνως ἡ ἀπόφαση ανέβαλε τήν δικάσιμο γιά τίς 20 'Ιουλίου 1979.
Ἡ ενάγουσα συνεμορφώθη πρός τήν ἀπόφαση τοῦ δικαστηρίου προσκομίζοντας τίς ἀπαντήσεις πού έλαβε ἀπό τήν υπηρεσία τηρήσεως τοῦ δημοτολογίου τῆς πόλεως τοῦ Neuss καί ἀπό τό εμπορικό μητρώο τοῦ Neuss, σύμφωνα μέ τίς όποιες — ὅσον άφορᾶ τουλάχιστον τήν διεύθυνση — ή ἐναγομένη εἶχε τήν έδρα τῆς στό Neuss, Kaarster Straße 36. Τό δικαστήριο τοῦ Hertogenbosh ἐθεώρησε ὅτι τά έγγραφα αὐτά ἀποτελούσαν ικανοποιητική ἀπόδειξη περί τοῦ ὅτι ἡ ενάγουσα είχε προβεί σέ ὅλες τίς ἀναγκαίες ενέργειες γιά νά εξεύρει τό ποόσωπο, στό όποιο έπρεπε νά κοινοποιηθεί τό εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο· ἐθεώρησε συνεπώς ὡς επαρκή τήν κοινοποίηση στόν ὀλλανδό εισαγγελέα ἡ οποία πιστοποιείται ἀπό τό ἀποδεικτικό τῆς 26ης Μαρτίου 1979. Ἐν συνεχεία, στίς 14 Σεπτεμβρίου 1979, τό ὀλλανδικό δικαστήριο εξέδωσε ερήμην ἀπόφαση, μέ τήν ὁποία ὑπεχρέωνε τήν εναγομένη νά καταβάλει ὁρισμένο ποσό πλέον τόκων καί δικαστικών ἐξόδων. Ή ἀπόφαση, πού ἐκηρύχθη προσωρινώς εκτελεστή, ἐκοινοποιήθη στην εναγομένη στίς 10 Δεκεμβρίου 1979 μέσω τοῦ Amtsgericht τοῦ Neuss καί, μέ τό δικόγραφο αυτό, ἡ εναγομένη έλαβε προφανώς γνώση τῆς διαδικασίας πού ἐκινήθη κατ' αυτής. Φαίνεται ὅτι ἤσκησε ένδικο μέσο κατά τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, τοῦ ὁποίου ὅμως δέν γνωρίζομε τήν συνέχεια.
Γιά νά εκτελέσει τήν ἀπόφαση, ἡ ενάγουσα ἐζήτησε ἐν συνεχεία τήν περιαφή τοῦ ἐκτε-λεστηρίου τύπου ἐνώπιον του Landgericht τοῦ Düsseldorf βάσει τῶν άρθρων 31 καί επόμενα τῆς συμβάσεως γιά τή διεθνή δικαιοδοσία καί τήν ἐκτέλεση αποφάσεων σέ ἀστικές καί εμπορικές υποθέσεις (σύμβαση των Βρυξελλών). Μέ ἀπόφαση τῆς 24ης Ἰουλίου 1980 ἀπερρίφθη ἡ αίτηση περιαφῆς τοῦ ἐκτελεστηρίου τύπου, μέ ουσιαστική βάση τήν ἀρχή τῆς προστασίας τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως καί μέ τήν αιτιολογία ὅτι ἡ ενάγουσα δέν εἶχε λάβει γνώση τῆς διαδικασίας πού ἐκινήθη κατ' αυτής.
'Απερρίφθη επίσης τό ένδικο μέσο (Beschwerde) πού ἠσκήθη κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής. Μέ ἀπόφαση τῆς 6ης 'Ιανουαρίου 1981, τό Oberlandesgericht τοῦ Düsseldorf έκρινε, ὅσον άφορᾶ αυτό τό σημείο, ὅτι σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ άρθρου 34, παράγραφος 2, σέ συνδυασμό πρός τό άρθρο 27, περίπτωση 2, τῆς συμβάσεως των Βρυξελλῶν, ἐναπόκειτο στό δικαστήριο τοῦ κράτους εκτελέσεως νά ελέγξει τήν κοινοποίηση τοῦ εισαγωγικού τῆς δίκης έγγράφου. Σύμφωνα μέ τό oberlandesgericht τοῦ Düsseldorf δέν ὑπῆρξε κοινοποίηση κατά τήν έννοια τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης γιά τήν επίδοση και κοινοποίηση· ἁπλῶς ἐπεχειρήθη ἡ κοινοποίηση τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῆς δίκης έγγράφου καί, ὅπως ή σύμβαση δέν περιέχει καμμία εφαρμοστέα διάταξη σέ μιά τέτοια περίπτωση, ή διαδικασία τῆς κοινοποιήσεως ἐπερατώθη μέ τήν χορήγηση βεβαιώσεως περί τοῦ ὅτι ή κοινοποίηση δέν ήταν δυνατή. Τό Oberlandesgericht τοῦ Düsseldorf κρίνει εντούτοις ὅτι, επειδή ἡ κοινοποίηση ἐπραγματο-ποιήθη ὑπ' αυτές τίς συνθήκες, δέν εἶναι σύμφωνη ούτε μέ τίς ὀλλανδικές διατάξεις περί κοινοποιήσεως διά δημοσιεύσεως, διότι ἀκριβώς δέν ἐπληρώθη ὁ ὅρος περί δημοσιεύσεως σέ εφημερίδα· ἀντιθέτως έγινε μόνον κοινοποίηση στόν εισαγγελέα πράξη πού τό ὀλλανδικό δίκαιο θεωρεί επαρκή γιά τήν κοινοποίηση στην ἀλλοδαπή. Ἐν πάση περιπτώσει, τό άρθρο 27, περίπτωση 2, τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών προβλέπει τήν προστασία τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως. Τό ἐν λόγω δικαστήριο ὅμως θεωρεί ὅτι ἡ ἀρχή παρεβιάσθη, επειδή ἡ εναγομένη δέν έλαβε γνώση τῆς διαδικασίας. Πράγματι, ὅσον άφορα τό σημείο αὐτό — καί αυτό θά έπρεπε νά ἀναγνωρίσει καί ἡ ενάγουσα δεδομένου ὅτι εἶναι εμπορική επιχείρηση — τα μέτρα πού έλαβε γιά τήν ἀνεύρεση τῆς διευθύνσεως τῆς εναγομένης ήταν τελείως ἀπρόσφορα, διότι δέν έπρεπε νά περιορισθεί στό νά ζητήσει πληροφορίες στην υπηρεσία τηρήσεως τοῦ δημοτολογίου, πού δέν εἶναι ἁρμόδιο νά καταχωρεί εμπορικές διευθύνσεις καί στό εμπορικό μητρώο, στό ὁποῖο δέν καταχωρούνται οἱ εμπορικές διευθύνσεις, αλλά θά έπρεπε τουλάχιστον νά ἀπευθυνθεί στό εμπορικό καί βιομηχανικό επιμελητήριο.
Ή επιχείρηση Pendy Plastic ἤσκησε τότε Rechtsbeschwerde κατά τῆς ἀποφάσεως αὐτής ενώπιον τοῦ Bundesgerichtshof. 'Ισχυρίζεται ὅτι, ὅπως συνάγεται ἀπό τήν σχετική βεβαίωση τοῦ Amtsgericht τοῦ Neuss, δέν έγινε κοινοποίηση μέσω τῆς συνδρομής τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καί ὅτι ὑπ' αὐτές τίς συνθήκες τό ὀλλανδικό δικαστήριο ὀρθώς εδέχθη τήν κοινοποίηση διά δημοσιεύσεως. Κατά τήν επιχείρηση Pendy Plastic, ὑπ' αυτές τίς συνθήκες, σημασία έχει μόνον τό γεγονός ὅτι τό ὀλλανδικό δικαστήριο έλαβε ὑπ' ὄψη τό άρθρο 20 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών σέ συνδυασμό πρός τό άρθρο 15 τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης γιά τήν επίδοση καί τήν κοινοποίηση. 'Εν συνεχεία τό δικαστήριο τοῦ τόπου τῆς εκτελέσεως δέν έχει πλέον τήν δυνατότητα νά ελέγξει, ἄν ἡ κοινοποίηση έγινε νομοτύπως σέ σχέση μέ τό ὀλλανδικό δίκαιο.
Τό Bundesgerichtshof, τό όποιο κρίνει ὅτι ή σύμβαση τῆς Χάγης γιά τήν ἐπίδοση καί τήν κοινοποίηση ἐφαρμόζεται στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί στίς Κάτω Χώρες, διατηρεί ἀμφιβολίες σχετικές μέ τό πώς πρέπει νά εκτιμηθεί ὁ έλεγχος τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ δικαστηρίου τοῦ τόπου τῆς εκτελέσεως βάσει τοῦ ἄρθρου 27, περίπτωση 2, τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών. Διατηρεί ιδίως ἀμφιβολίες σέ σχέση μέ τό άρθρο 20 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών καί μέ τό άρθρο 15 τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης γιά τήν επίδοση καί τήν κοινοποίηση. Τό Bundesgerichtshof κλίνει πρός την άποψη ὅτι δέν πρέπει νά ἀποκλεισθεῖ κάθε ἁρμοδιότητα έλεγχου τοῦ δικαστηρίου τοῦ τόπου τῆς εκτελέσεως γιά μόνο τόν λόγο ὅτι τό δικαστήριο τοῦ τόπου εκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ἐπεχείρησε να προβεί στην έρευνα πού προβλέπει τό άρθρο 20 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλῶν καί τό άρθρο 15 τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης γιά την επίδοση καί την κοινοποίηση καί περέβλεψε συγχρόνως τό ουσιῶδες. Ἐν τούτοις, κρίνει ὅτι εἶναι ἐπίσης δυνατόν ὅταν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, τό δικαστήριο τοῦ τόπου εκδόσεως τῆς ἀποφάσεως επεχείρησε νά διαπιστώσει τίς δυνατότητες υπερασπίσεως τῆς εναγομένης, τό ἀποτέλεσμα στό όποιο κατέληξε, πρέπει, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 34, παράγραφος 3, τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, νά γίνει δεκτό χωρίς περαιτέρω έρευνα ἀπό τό δικαστήριο τοῦ τόπου της εκτελέσεως.
Γιά τόν λόγο αυτό, μέ διάταξη τῆς 8ης 'Ιουλίου 1981, τό Bundesgerichtshof ἀνέβαλε την έκδοση ὁριστικῆς ἀποφάσεως καί δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ πρωτοκόλλου γιά τήν ερμηνεία ἀπό τό Δικαστήριο τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, υπέβαλε στα πλαίσια αιτήσεως γιά τήν έκδοση προδικαστικῆς ἀποφάσεως, τό ἀκόλουθο ερώτημα:
«Εἶναι δυνατόν, σύμφωνα μέ τό άρθρο 27, περίπτωση 2, τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών νά ἀπορριφθεί ἡ αἴτηση περί ἀναγνωρίσεως ἀποφάσεως στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ εναγόμενος ερημοδίκησε κατά τήν διαδικασία πού διεξήχθη στό κράτος προελεύσεως [εκδόσεως τῆς ἀποφάσεως] καί τό εισαγωγικό έγγραφο αὐτῆς τῆς δίκης δέν τοῦ ἐκοινοποιήθη κανονικώς καί εγκαίρως ὥστε νά δυνηθεί νά ἀμυνθεί, ἀκόμη καί ὅταν τό δικαστήριο τοῦ κράτους προελεύσεως διεπίστωσε, ὅπως ὁρίζει τό άρθρο 20, παράγραφος 3, τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών σέ συνδυασμό πρός τό άρθρο 15 τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης τῆς 15ης Νοεμβρίου 1965 γιά τήν επίδοση καί κοινοποίηση στην ἀλλοδαπή δικαστικών καί ἐξωδίκων έγγράφων σέ ἀστικές ἡ εμπορικές υποθέσεις, ὅτι ὁ εναγόμενος εἶχε τήν δυνατότητα νά παραλάβει εγκαίρως τήν κλήση, ώστε νά δυνηθεί νά ἀμυνθεί;»
Οἱ κυβερνήσεις τῆς 'Ομοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καί τῆς Ἰταλικής Δημοκρατίας, καθώς καί ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προέτειναν νά δοθεῖ καταφατική ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό. Δέν έχω καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ προδικαστική ἀπόφαση πράγματι θά έχει αὐτό τό περιεχόμενο.
1.
'Επιτρέψτε μου, ὅμως, νά υπενθυμίσω τό περιεχόμενο τῶν διατάξεων πού εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση.
"Ετσι στην περίπτωση εναγομένου ὁ ὁποιος έχει τήν κατοικία του στό έδαφος συμβαλλομένου Κράτους μέλους καί ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου Κράτους μέλους καί δέν παρίσταται, τό άρθρο 20, παράγραφος 2, τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών προβλέπει τά ἀκόλουθα:
«Ό δικαστής ὀφείλει νά ἀναστείλει τήν διαδικασία ἐφ' ὅσον δέν διαπιστώνεται ὅτι ὁ εναγόμενος αυτός ήταν σέ θέση νά παραλάβει τό εισαγωγικό έγγραφο τῆς δίκης εντός τῆς ἀναγκαίας γιά τήν άμυνά του προθεσμίας ἡ ὅτι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια γιά τόν σκοπό αυτό.»
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 20, παράγραφος 3, πρέπει προφανώς στην προκειμένη περίπτωση νά εφαρμοσθεί, ἀντί τῆς διατάξεως αυτής, τό άρθρο 15 τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης γιά τήν επίδοση καί κοινοποίηση, πού έχει τήν έξης διατύπωση:
«Όταν τό εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο ή ισοδύναμο έγγραφο θά έπρεπε νά διαβιβασθεί στην ἀλλοδαπή πρός επίδοση ἡ κοινοποίηση, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῆς παρούσης συμβάσεως καί ὁ εναγόμενος δέν παρίσταται, ὁ δικαστής ὀφείλει νά ἀναβάλει τήν έκδοση ὁριστικής ἀποφάσεως, ἐφ' ὅσον δέν ἀποδεικνύεται:
α)
ἤ ὅτι τό έγγραφο ἐπεδόθη ἡ ἐκοινοποιήθη σύμφωνα μέ τους τύπους πού επιβάλλει ἡ νομοθεσία τοῦ κράτους της εκτελέσεως γιά τήν επίδοση ἡ τήν κοινοποίηση τῶν έγγράφων πού έχουν συνταχθεί στην ἐν λόγω χώρα καί τά όποια ἀπευθύνονται σέ πρόσωπα πού ευρίσκονται στό έδαφός της,
β)
ἡ ὅτι τό έγγραφο πράγματι ἐνεχειρίσθη στόν εναγόμενο ἤ περιῆλθε στην κατοικία του σύμφωνα μέ άλλη διαδικασία πού προβλέπει ἡ παρούσα σύμβαση καί ὅτι, σέ κάθε μία ἀπό τίς δύο περιπτώσεις,. τό έγγραφο ἐπεδόθη ἤ ἐκοινοποιήθη εγκαίρως ὥστε νά ἠδύ-νατο νά ἀμυνθεί. Κάθε συμβαλλόμενο κράτος έχει την δυνατότητα νά δηλώσει ὅτι οἱ δικαστές του, παρά την διάταξη τῆς πρώτης παραγράφου, δύνανται νά κρίνουν ἄν πληρούνται οἱ ἀκόλουθοι ὅροί, παρά τό γεγονός ὅτι δέν προ-σεκομίσθη βεβαίωση περί τῆς επιδόσεως, της κοινοποιήσεως ἤ τῆς ἐγχειρίσεως:
α)
ὅτι τό έγγραφο διεβιβάσθη σύμφωνα μέ έναν ἀπό τους τρόπους πού προβλέπει ή παρούσα σύμβαση,
β)
ὅτι ἀπό τῆς ημερομηνίας τῆς ἀποστολής τοῦ έγγράφου παρῆλθε προθεσμία, την ὁποία σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση θά εκτιμήσει ὁ δικαστής καί ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι τουλάχιστον έξη μηνῶν,
γ)
ὅτι δέν ἐπετεύχθη ἡ χορήγηση βεβαιώσεως, παρά τίς ἀναγκαίες ενέργειες πού έγιναν ενώπιον τῶν αρμοδίων άρχων τοῦ κράτους εκτελέσεως.
...»
Οἱ Κάτω Χώρες προέβησαν σέ μιά τέτοια δήλωση, στην ὁποία ἀναφέρεται:
«Κατά παρέκκλιση τῶν διατάξεων τοῦ άρθρου 15, πρώτη παράγραφος, τῆς συμβάσεως, ὁὀολλανδός δικαστής δύναται νά ἀποφασίσει, ἀκόμη κι ἄν δέν προσεκο-μίσθη κανένα ἀποδεικτικό περί τῆς επιδόσεως, κοινοποιήσεως ἡ ἐγχειρίσεως, ἐφ' ὅσον πληρούνται οἱ ἀκόλουθες προϋποθέσεις:
α)
τό έγγραφο διεβιβάσθη σύμφωνα μέ έναν ἀπό τους τρόπους πού προβλέπει ή παρούσα σύμβαση,
β)
ἀπό τῆς ημερομηνίας τῆς ἀποστολής τοῦ έγγράφου παρήλθε προθεσμία, τήν ὁποία σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση θά εκτιμήσει ὁ δικαστής καί ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι τουλάχιστον έξη μηνῶν,
γ)
δέν επετεύχθη ἡ χορήγηση βεβαιώσεως, παρά τίς ἀναγκαίες ἐνέργειες πού έγιναν ενώπιον τῶν ἁρμοδίων άρχων.»
Ἐξ άλλου, έχει σημασία τό γεγονός ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 34 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, ὁ δικαστής τοῦ κράτους τῆς ἐκτελέσεως δύναται νά ἀπορρίψει αίτηση περιαφῆς τοῦ ἐκτελεστηρίου τύπου μόνον γιά έναν ἀπό τους λόγους πού ἀναφέρονται στά άρθρα 27 καί 28. Όσον ἀφορᾶ τό σημείο αυτό καί κατά τό μέτρο πού έχει σημασία γιά τήν παρούσα υπόθεση, τό άρθρο 27 προβλέπει τά έξῆς:
«Ἀπόφαση δέν ἀναγνωρίζεται:
1)
ἄν ἡ ἀναγνώριση ἀντίκειται στην δημοσία τάξη τοῦ κράτους ἀναγνωρίσεως,
2)
ἄν τό εισαγωγικό έγγραφο τῆς δίκης δέν έχει επιδοθεί στον ἐρημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικώς καί εγκαίρως ὥστε νά δυνηθεί νά ἀμυνθεί.»
2.
Γιά τήν επίλυση τοῦ προβλήματος πού ετέθη, εἶναι δυνατή ἡ παραπομπή κυρίως στην υπόθεση 166/80 ( 2 ), στην ὁποία τό άρθρο 27, περίπτωση 2, έπαιζε επίσης κάποιο ρόλο. 'Επρόκειτο γιά τήν εκτέλεση στίς Κάτω Χώρες ἑνός γερμανικού τίτλου πού ἐξομοιοῦτο μέ ερήμην εκδοθείσα ἀπόφαση, ὁ όποιος ἐξεδόθη ἀφοῦ τό γερμανικό δικαστήριο διεπίστωσε ὅτι ήταν κανονική ή κοινοποίηση τοῦ εισαγωγικοῦ τῆς δίκης έγγραφου στην κατοικία τοῦ εναγομένου στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας.
Ἐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ σημείου, στην προδικαστική ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τονίζεται ὅτι τό άρθρο 27, περίπτωση 2, τῆς συμβάσεως των Βρυξελλών έχει ὡς σκοπό νά ἀποκλεισθεί ή ἀναγνώριση καί ἡ εκτέλεση δικαστικῶν ἀποφάσεων, ὅταν οἱ εγγυήσεις πού παρέχει ή έννομη τάξη τοῦ δικαστοῦ τοῦ κράτους προελεύσεως τῆς ἀποφάσεως καί ἡ σύμβαση τῶν Βρυξελλῶν δέν εἶναι επαρκείς νά εξασφαλίσουν στον εναγόμενο τήν δυνατότητα νά ἀμυνθεί. Κατά τό Δικαστήριο ή σχετική διάταξη επιβάλλει στον δικαστή τοῦ κράτους τῆς εκτελέσεως νά εξετάσει δύο προϋποθέσεις: ἡ μία άφορᾶ τήν κανονικότητα τῆς κοινοποιήσεως καί πρέπει νά εκτιμηθεί βάσει τῆς νομοθεσίας τοῦ κράτους προελεύσεως τῆς ἀποφάσεως καί τῶν συμβάσεων πού τό δεσμεύουν ἡ άλλη άφορᾶ τόν χρόνο πού εἶναι ἀναγκαῖος στον εναγόμενο γιά νά προετοιμάσει τήν υπεράσπιση του καί επομένως συνεπάγεται εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Κατά συνέπεια μιά ἀπόφαση τοῦ κράτους προελεύσεως τῆς ἀποφάσεως πού άφορᾶ τήν πρώτη ἀπό τίς δύο αυτές προϋποθέσεις δέν ἀπαλλάσσει τόν δικαστή τοῦ κράτους της εκτελέσεως ἀπό τήν υποχρέωση νά προβεί στην ἐξέταση τῆς δευτέρας προϋποθέσεως. Κατά τήν εξέταση μιᾶς συγκεκριμένης περιπτώσεως, εναπόκειται στόν δικαστή τοῦ κράτους τῆς εκτελέσεως νά εξετάσει ἄν ειδικές συνθήκες δέν τόν υποχρεώνουν νά υποθέσει ὅτι ἡ κοινοποίηση δέν ήταν ἡ προσήκουσα γιά νά δώσει τήν δυνατότητα στόν εναγόμενο νά ἀμυνθεί καί στην περίπτωση αυτή πρέπει νά ληφθοῦν ὐπ' ὄψη ὅλα τά πραγματικά περιστατικά τῆς συγκεκριμένης περιπτώσεως, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ τρόπου της κοινοποιήσεως.
Εἶναι επομένως προφανές ὅτι ἡ ουσιαστική λειτουργία τοῦ ἄρθρου 27, περίπτωση 2, εἶναι νά εξασφαλίσει κανονικώς τήν υπεράσπιση ἡ άλλως, ὅτι ἐτηρήθη ἡ ἀρχή τοῦ σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως (βλ. ἐπ' αὐτοῦ Geimer, Anerkennung gerichtlicher Entscheidungen nach dem ΕWGUbereinkommen vom 27. September 1968, Recht der Internationalen Wirtschaft, 1976, σ. 139 ἑπ.· Droz, Compétence judiciaire et effets des jugements dans le marché commun, 1972, ἀριθ. 500). Ἐξ άλλου, νομίζω ὅτι ἀπό τήν απόφαση αὐτή εἶναι δυνατόν νά συναχθεῖ ἡ ἀρχή σύμφωνα μέ τήν ὁποία, κατά τήν εκτίμηση τοῦ στοιχείου αὐτοῦ, ὁ δικαστής τοῦ κράτους τῆς εκτελέσεως πρέπει νά ενεργήσει αυτοτελώς χωρίς νά δεσμεύεται ἀπό τήν εκτίμηση τοῦ δικαστοῦ τοῦ κράτους προελεύσεως τῆς ἀποφάσεως.
3.
α)
Βεβαίως πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ τίτλου ΙΙ τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών καθώς καί οι διατάξεις τοῦ άρθρου 15 τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης γιά τήν επίδοση καί τήν κοινοποίηση έχουν ὡς σκοπό τήν προστασία τῶν συμφερόντων τοῦ εναγομένου.
Ἄν ὅμως ληφθεῖ ὐπ' ὄψη ἡ δήλωση τῶν Κάτω Χωρών σέ σχέση μέ τό άρθρο 15, τό σύνολο τοῦ περιεχομένου τῆς ρυθμίσεως δείχνει σαφώς ὅτι μέ τόν τρόπο αυτόν δέν υπάρχει επαρκής εγγύηση πού νά εξασφαλίζει ὅτι ὁ εναγόμενος λαμβάνει πράγματι γνώση τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῆς δίκης έγγράφου καί δύναται ἐν συνεχεία νά ἀμυνθεί. Όπως συνάγεται ἀπό τήν έκθεση Jenard ἐπί τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών (JΟ C 59 τῆς 5. 3. 1979, σ. 39) τό ὀλλανδικό δίκαιο χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, «ἀπό τήν πρόθεση νά διεκπεραιωθοῦν στην ἐπικράτεια τοῦ κράτους τοῦ δικάζοντος δικαστοῦ οἱ διατυπώσεις πού ἀφοροῦν τό διαδικαστικό έγγραφο, τοῦ ὁποίου ὁ παραλήπτης διαμένει στην ἀλλοδαπή», πράγμα πού σημαίνει ἀκριβώς ὅτι ἡ κοινοποίηση θεωρείται ὅτι ἐπραγματοποιήθη, ὅταν τό έγγραφο διεβιβάσθη στον εισαγγελέα τοῦ ἀρμοδίου ὀλλανδικοῦ δικαστηρίου ἡ διεβιβάσθη στό υπουργείο εξωτερικών. Φαίνεται επίσης ὅτι ἡ κατάσταση παρέμεινε ἴδια καί μετά τήν θέση σέ ισχύ της συμβάσεως τῆς Χάγης γιά τήν επίδοση καί τήν κοινοποίηση, ὅπως εἶναι δυνατόν νά συναχθεί ἀπό τό υπόμνημα τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας πού ἀνέφερε ἡ 'Επιτροπή, καί τό όποιο άφορᾶ τή σύμβαση τῶν Βρυξελλών (Drucksache des Deutschen Bundestages 8/217 II A 16).
Ἔν όψει τῶν στοιχείων αυτών, φαίνεται ἤδη ὅτι πρέπει νά θεωρείται εὔλογο ὅτι δέν είναι ἐπαρκής ὁ έλεγχος τῶν δυνατοτήτων υπερασπίσεως, στόν όποιο προέβη ο δικαστής τοῦ κράτους προελεύσεως, αλλά πρέπει νά ἐπακολουθεί δεύτερος αυτοτελής έλεγχος στό κράτος τῆς ἐκτελέσεως, ὁ όποιος νά άφορᾶ τό ερώτημα ἄν πρίν από τήν έκδοση τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως, ὁ εναγόμενος εἶχε πράγματι τήν δυνατότητα νά ἀμυνθεί ἀποτελεσματικῶς.
β)
"Ηδη ἐτόνισα ὅτι τό άρθρο 27, περίπτωση 2, τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών εκφράζει τήν θεμελιώδη ἀρχή τῆς προστασίας τῶν δικαιωμάτων τῆς ὑπερασπίσεως. Δεδομένης τῆς σημασίας τῆς ἀρχής αυτής, ἀνεφέρθη κατά τήν διαδικασία ή ἀπόφαση 125/79 ( 3 ), καθώς και τό γεγονός ὅτι επανειλημμένως έχει θεωρηθεῖ ὅτι ἐμπίπτει στόν τομέα τῆς δημοσίας τάξεως. 'Εν πάση περιπτώσει αυτό ἐτονίσθη ιδιαιτέρως για τό ἀγγλικό δίκαιο καί, σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ γαλλικού Cour de Cassation (απόφαση τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 1967, πού ἀναφέρεται ἀπό τόν Droz, loc. cit., σ. 317) αυτό ισχύει καί γιά τό γαλλικό δίκαιο. Είναι συνεπώς δυνατόν νά υποστηριχθεί χωρίς ἐνδοιασμό ἡ άποψη, σύμφωνα μέ τήν οποία διατάξεις μέ τέτοιο περιεχόμενο δέν πρέπει νά ερμηνεύονται στενῶς, δηλαδή δέν πρέπει νά ερμηνεύονται ὑπό τήν έννοια ὅτι περιορίζουν τό περιθώριο εκτιμήσεως τῶν δικαστηρίων πού ὀφείλουν νά τίς ἐφαρμόσουν.
γ)
'Ορθώς ὑπεστηρίχθη ἐπίσης ὅτι ὑπάρχει διεθνώς ἀναγνωρισμένη ἀρχή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ δικαστής πρέπει νά εἶναι ελεύθερος ὅσον άφορᾶ τήν ἀπόφαση πού θά εκδώσει καί δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθεί ὅτι οι ἁρμοδιότητές του πού ἀφοροῦν τόν έλεγχο τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν καί τήν εκτίμηση τους εἶναι περιορισμένες, παρά μόνον ὅταν αυτό προβλέπεται ρητώς.
Αυτό συμβαίνει πράγματι στην περίπτωση τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών σέ σχέση πρός τόν έλεγχο ἐπί τῆς οὐσίας μιᾶς ἀλλοδαπής ἀποφάσεως (άρθρο 34, παράγραφος 3) καί στό άρθρο 28, παράγραφος 2, τό όποιο προβλέπει τά ἀκόλουθα:
«Κατά τόν έλεγχο τῶν βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας πού ἀναφέρονται στό προηγούμενο εδάφιο, ἡ ἀρχή ενώπιον τῆς ὁποίας ζητείται ἡ ἀναγνώριση δεσμεύεται ἀπό τίς πραγματικές διαπιστώσεις στίς όποιες τό δικαστήριο τοῦ κράτους προελεύσεως έχει θεμελιώσει τήν διεθνή δικαιοδοσία του.»
'Ανάλογη διάταξη υπήρχε επίσης στό άρθρο 5 τῆς γερμανοολλανδικῆς συμβάσεως τῆς 30ής Αυγούστου 1962.
Ἐν τούτοις γιά τόν έλεγχο πού πρέπει νά διεξαχθεί βάσει τοῦ ἄρθρου 27, περίπτωση 2, τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, ούτε ή ἴδια αυτή διάταξη ούτε άλλες διατάξεις τῆς συμβάσεως προβλέπουν περιορισμούς. Στην ἐν λόγω διάταξη, ἰδίως, δέν διατυπώνεται καμμία ἐπιφύλαξη σέ σχέση πρός τό άρθρο 20. Δέν εἶναι ἐπίσης δυνατόν νά υποστηριχθεί ὅτι ἀπό τό άρθρο αυτό προκύπτει υποχρεωτικῶς τό συμπέρασμα — πού θά ήταν ἀναγκαίο γιά τήν ἀρχή ή ὁποία ἀποτελεί ἀντικείμενο συζητήσεως — ὅτι ἀποσκοπεί νά περιορίσει τόν έλεγχο στόν όποιο πρέπει νά προβεί ὁ δικαστής τοῦ κράτους τῆς ἐκτελέσεως.
4.
Τελικώς, εἶναι επίσης σημαντικό ὅτι σέ περίπτωση ἀποφάσεως ἡ ὁποία εξεδόθη μετά ἀπό ερήμην διεξαχθεῖσα διαδικασία, τό άρθρο 46 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών ἀπαιτεί ἀπό τόν διάδικο πού ζητεί τήν ἀναγνώριση ἡ τήν εκτέλεση νά προσκομίσει έγγραφο ἀπό τό όποιο συνάγεται ὅτι τό εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο ἐπεδόθη ή ἐκοινοποιήθη στόν ἐρημοδικήσαντα διάδικο. Τά στοιχεία αυτά, καί ιδίως ή έλλειψη οποιουδήποτε περιορισμοί), σημαίνουν ἀναμφιβόλως ὅτι εναπόκειται στον δικαστή τοῦ κράτους τῆς εκτελέσεως νά ελέγξει τήν κοινοποίηση, καί ὅτι ἑπομένως δέν δύναται ἁπλώς νά θεωρήσει ὅτι, ὡς προς τό σημείο αυτό, εἶναι επαρκής ή ἔρευνα στην ὁποία συνήθως ὀφείλει νά προβεῖ ὁ δικαστής τοῦ κράτους προελεύσεως κατά τήν ερήμην διεξαχθεῖσα διαδικασία.
'Επί πλέον, πολλοί συγγραφείς συμμερίζονται τήν άποψη μου.
Παραπέμπω κατ' ἀρχήν στό ἀνωτέρω ἀνα-φερθέν ἄρθρο τοῦ Geimer, ὅπού τονίζεται, ὅτι ὁ έλεγχος τοῦ ἄν ἐτηρήθη ἡ δημοσία τάξη συνεπάγεται επίσης τήν εξέταση τοῦ ἄν κατά τήν διαδικασία ενώπιον τοῦ ἀλλο-δαποῦ δικαστηρίου παρεβιάσθησαν θεμελιώδεις δικονομικές ἀρχές, οἱ όποιες δέν εἶναι δυνατόν νά μή ληφθοῦν ὑπ' ὄψη στό κράτος τῆς ἐκτελέσεως καί ὅτι, κατά τήν διενέργεια ἐνός τέτοιου ἐλεγχου ὁ δικαστής τοῦ ἐν λόγω κράτους δέν δεσμεύεται ἀπό τίς διαπιστώσεις τοῦ πρώτου δικαστού, οἱ ὁποιες ἀφορούν πραγματικά περιστατικά.
Ἐξ άλλου, διάφορες ἀπόψεις πού εκφέρονται ἀπό τους Bülow-Böckstiegel, Internationaler Rechtsverkehr in Zivil- und Handelssachen, Erläuterungen zu dem Übereinkommen über die gerichtliche Zuständigkeit und die Vollstreckung gerichtlicher Entscheidungen in Zivil- und Handelssachen, είναι επίσης ἐνδιαφέρουσες. Τονίζεται (σχόλιο ΙΙΙ 4 α ἐπί τοῦ ἄρθρου 27) ὅτι ἀκριβώς λόγω τοῦ πλασματικοῦ χαρακτήρος ὁρισμένων τύπων κοινοποιήσεως, ὅπως εἶναι ή κοινοποίηση διά δημοσιεύσεως, ἀπαιτείται επίσης, ως ἀναγκαία συμπλήρωση, ἡ κοινοποίηση νά ἐπραγματοποιήθη ἐγκαίρως ἡ νά εδόθη στον εναγόμενο ἡ δυνατότης νά ἀμυνθεῖ. Ἐξ άλλου, οἱ συγγραφείς δηλώνουν ὅτι λόγω τοῦ εξαιρετικοῦ χαρα-κτῆρος τῶν ἐρήμην ἐκδιδομένων ἀποφάσεων, τό άρθρο 27, περίπτωση 2, προβλέπει, ὅσον άφορᾶ τήν κανονικότητα τῆς κοινοποιήσεως, εξαίρεση ἀπό τήν ἀπαγόρευση επανεξετάσεως ὡς πρός τήν ουσία. 'Ακόμη καί ὅταν, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 20, παράγραφος 2, ἡ τοῦ ἄρθρου 15 τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης γιά τήν επίδοση καί κοινοποίηση, τό δικαστήριο τοῦ κράτους προελεύσεως 'έχει ήδη προβεί σέ διαπιστώσεις, σύμφωνα μέ τίς όποιες ἡ κοινοποίηση ἐπραγματοποιήθη ἐγκαίρως, ὁ δικαστής τοῦ κράτους εκτελέσεως ὀφείλει νά προβεί σέ νέο ἔλεγχο, ὁ όποιος εἶναι δυνατόν νά καταλήξει σέ τελείως διαφορετικές διαπιστώσεις (σχόλιο ΙΙΙ 4 β ἐπί τοῦ ἄρθρου 27).
5.
Γιά τους λόγους πού ἀνεφέρθησαν, προτείνω νά δοθεῖ ἡ έξης ἀπάντηση στό ἐρώτημα πού ὑπέβαλε τό Bundesgerichtshof πρός τό Δικαστήριο:
Τό ἄρθρο 27, περίπτωση 2, τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών έχει την ἔννοια ὅτι ὅταν, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 20, παράγραφος 3, τῆς συμβάσεως των Βρυξελλών σέ συνδυασμό πρός τό άρθρο 15 τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης γιά την επίδοση καί κοινοποίηση, τό δικαστήριο τοῦ κράτους προελεύσεως έκρινε ὅτι ὁ εναγόμενος εἶχε τήν δυνατότητα νά παραλάβει τήν κλήση ἐγκαίρως ὥστε νά δύναται νά ἀμυνθεῖ, τό δικαστήριο τοῦ κράτους τῆς ἐκτελέσεως ὀφείλει, σέ μιά υπόθεση, ὅπού ὁ εναγόμενος δέν παρέστη κατά τήν διαδικασία πού διεξήχθη στό κράτος προελεύσεως, νά εξετάσει αυτοτελώς ἄν τό εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ἐπεδόθη ἡ ἐκοινοποιήθη κανονικῶς καί εγκαίρως στόν ἐρημοδική-σαντα εναγόμενο ώστε νά δυνηθεί νά ἀμυνθεί καί, ὅταν κρίνει ὅτι αυτό δέν έγινε, ὀφείλει νά ἀρνηθεί την ἀναγνώριση τῆς ἀποφάσεως.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Ἀπόφαση τῆς 16ης 'Ιουνίου 1981, στην υπόθεση 166/80, Peter Klomps κατά Karl Michel, Συλλογή 1981, σ. 1593.
( 3 ) 'Απόφαση τῆς 21ης Μαΐου 1980 στην υπόθεση 125/79, Bernard Denilauler κατά S.n.c. Couchet Frères, Recueil 1980, σ. 1553.
Full & Egal Universal Law Academy