ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 30 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Τό Verwaltungsgericht τῆς Φραγκφούρτης ἐπί τοῦ Μάιν υπέβαλε πρός τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ερώτημα ἄν εἶναι σύμφωνο πρός τό κοινοτικό δίκαιο νά εισπράττει ἡ Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας τέλη γιά τά έξοδα των έλεγχων πού διενεργοῦνται στά εμπορεύματα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 10 τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 1725/79 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 26ης 'Ιουλίου 1979.
Τά πραγματικά περιστατικά δύνανται νά συνοψισθοῦν ὡς έξῆς: Μέ πράξη τῆς 30ής Μαΐου 1980 ἡ Ὁμοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής καί Δασοπονίας τῆς Φραγκφούρτης ἐπί τοῦ Μάιν επέβαλε στην εταιρία Denkavit Futtermittel, παραγωγό τροφῶν μέ βάση τό γάλα, οἱ όποιες προορίζονται γιά τήν διατροφή μόσχων, τήν πληρωμή ποσοῦ 329,90 μάρκων (DM) πού ἀντιπροσώπευαν έξοδα έλεγχου ὁ όποιος διενεργήθη στίς εγκαταστάσεις τῆς γιά τήν χορήγηση κοινοτικής ἐνισχύσεως. Ἀφοῦ ἀπερρίφθη ἡ ένσταση πού ἤσκησε κατά τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἡ εταιρία Denkavit ἤσκησε προσφυγή ενώπιον τοῦ ἐκεῖ εδρεύοντος διοικητικοί) δικαστηρίου. Τό ἐν λόγω δικαστήριο, μέ διάταξη τῆς 8ης 'Ιουλίου 1981, υπέβαλε τό προδικαστικό ερώτημα, τό όποιο ἀνεφέρθη ἀνωτέρω.
Τό νομοθετικό πλαίσιο εἶναι ἁπλό. Ή ἀρχή τῆς χορηγήσεως κοινοτικῶν ενισχύσεων γιά τό ἀποκορυφωμένο γάλα καί τό ἀποκορυφωμένο γάλα σέ σκόνη πού παράγονται στην Κοινότητα καί χρησιμοποιοῦνται γιά τήν διατροφή ζώων καθορίζεται στό άρθρο 10, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 804/68 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 27ης 'Ιουνίου 1968. Οἱ γενικοί κανόνες περί χορηγήσεως τῶν ἐν λόγω ενισχύσεων ἐθεσπίσθησαν μέ τόν κανονισμό 986/68 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 15ης 'Ιουλίου ιδίως, τό άρθρο 3, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού αυτού συνδέει τήν καταβολή τῆς ενισχύσεως πού προβλέπεται γιά τό ἀποκορυφωμένο γάλα σέ σκόνη μέ τήν ἀπόδειξη τῆς μετουσιώσεως τοῦ προϊόντος ἡ τῆς χρησιμοποιήσεως του γιά τήν παρασκευή συνθέτων τροφῶν ἐξ άλλου ἡ παράγραφος 3 τοῦ ιδίου άρθρου ἀνέθεσε στά κράτη μέλη τό καθήκον νά διενεργούν, μέσω ἑνός δημοσίου ὀργανισμού, «τόν έλεγχο πού ἀπαιτείται γιά νά τηρούνται οἱ διατάξεις τῆς παραγράφου 2». Τέλος, μέ τόν κανονισμό 1725/79 τῆς 26ης 'Ιουλίου 1979, ἡ Ἐπιτροπή ἐθέσπισε τίς λεπτομέρειες χορηγήσεως τῶν ἐν λόγω ενισχύσεων καί μέ τό άρθρο 10 τοῦ ἰδιου κανονισμού προσδιόρισε λεπτομερώς τήν φύση τῶν μέτρων έλεγχου, τῶν ὁποίων ἡ διενέργεια έχει ἀνατεθεί στους ἀρμοδίους ὀργανισμούς τῶν κρατών μελών, προβλέποντας μεταξύ άλλων (στην παράγραφο 2, περίπτωση α) ὅτι ὁ έλεγχος τῶν ὅρών παρασκευής συνίσταται στην εξέταση τῶν πρώτων υλών πού χρησιμοποιούνται καί στην δειγματοληψία, ἐπί πλέον δέ στόν έλεγχο τῶν εισερχομένων καί εξερχόμενων προϊόντων καί τῶν λογιστικών καταστάσεων.
Στην γερμανική έννομο τάξη, ἡ διαδικασία έλεγχου ἐρρυθμίσθη μέ τήν κανονιστική ἀπόφαση τῆς 31ης Μαΐου 1977, ἡ ὁποία εξεδόθη βάσει τοῦ νόμου τῆς 31ης Αυγούστου 1972 περί εφαρμογής τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς. Τό άρθρο 12 τῆς ἐν λόγω κανονιστικής ἀποφάσεως προβλέπει τήν υποχρέωση καταβολής στίς ἀρμόδιες υπηρεσίες τῶν δαπανών, στίς όποιες προέβησαν γιά τήν παρασκευή καί ἀποστολή τῶν δειγμάτων, καθώς καί γιά τόν έλεγχο τῶν εμπορευμάτων.
2.
Τό ερώτημα πού εἶναι τό ἀντικείμενο τῆς ὑπό κρίση υποθέσεως διετυπώθη κατά τρόπο προφανώς εσφαλμένο, δεδομένου ὅτι ή διαδικασία πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δέν έχει προβλεφθεί γιά νά εξακριβώνεται ἄν ἡ συμπεριφορά ὁρισμένου κράτους μέλους εἶναι σύμφωνη μέ τό κοινοτικό δίκαιο. Τό Δικαστήριο δύναται, ὅμως, ὅπως έπραξε σέ πολλές προηγούμενες υποθέσεις νά συναγάγει ἀπό την ἀνακριβή αύτη διατύπωση τό ἀληθές πρόβλημα ἑρμηνείας γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, τό όποιο συνίσταται στό ἄν ένα κράτος μέλος εἶναι ἡ όχι ελεύθερο, στό πλαίσιο τοῦ καθήκοντος έλέγχου τό όποιο ἔχει βάσει τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ κανονισμοῦ 1725/79 τῆς Ἐπιτροπής, νά ἀπαιτήσει ἀπό τήν ενδιαφερόμενη επιχείρηση τήν καταβολή τῶν δαπανῶν, στίς όποιες προέβη.
Ἀφοῦ διευκρινίσθη τό ἀνωτέρω ζήτημα, πρέπει κατ' ἀρχάς νά ἐξετασθεί ἄν μέ τόν ἀνωτέρω κανονισμό 1725/79 ἡ Ἐπιτροπή καθόρισε τίς λεπτομέρειες χορηγήσεως ενισχύσεως κατά τρόπο πού ἀποκλείει στά κράτη μέλη τήν δυνατότητα νά θεσπίσουν συμπληρωματικούς κανόνες ἡ κανόνες περί εκτελέσεως, ιδίως ἐν σχέσει πρός τους έλεγχους.
Ή κοινοτική ρύθμιση εἶναι ἀναμφιβόλως πλήρης σέ πολλά σημεία: ὡς πρός τά χαρακτηριστικά τῶν προϊόντων, γιά τά όποια εἶναι δυνατόν νά χορηγηθεί ενίσχυση (άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπής, σέ συνδυασμό μέ τά άρθρα 1 καί 2 τοῦ κανονισμοῦ 986/68 τοῦ Συμβουλίου, της 15ης 'Ιουλίου 1968) ὡς πρός τήν διαδικασία μετουσιώσεως (άρθρο 3 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπής) ὡς πρός τόν ὁρισμό τῶν συνθέτων ζωοτροφών (άρθρα 4 καί 5 τοῦ ἰδίου κανονισμοῦ) καί τίς λεπτομέρειες παραδόσεως τῶν ἐν λόγω ζωοτροφών (άρθρα 6 καί 7) ὡς πρός τίς προϋποθέσεις πού πρέπει νά πληρούν οἱ επιχειρήσεις γιά νά εἶναι δυνατόν νά τους χορηγηθεί (άρθρο 8) καί νά τους καταβληθεί ἡ ενίσχυση (άρθρο 9)· ὡς πρός τό ἀντικείμενο καί τά τεχνικά κριτήρια τοῦ έλεγχου πού έχει ἀνατεθεί στά κράτη μέλη (άρθρο 10). Ἐπειδή ὅμως ὁ ἐν λόγω έλεγχος συνεπάγεται δραστηριότητα τῶν εθνικών διοικητικών υπηρεσιών, εἶναι προφανές ὅτι πρέπει νά ἀναγνωρισθεί στά κράτη μέλη ή δυνατότης θεσπίσεως τῶν διατάξεων πού είναι ἀναγκαίες γιά τήν ρύθμιση τῶν τυπικών καί διαδικαστικών λεπτομερειών τῆς δραστηριότητος αυτής (χωρίς, βεβαίως, νά έρχονται σέ ἀντίθεση μέ ὁποιοδήποτε κοινοτικό κανόνα).
Ή διάταξη περί παραπομπής ἀναφέρει ὅμως ένα επιχείρημα, πού συνάγεται ἀπό τό άρθρο 9, παράγραφος 4, τοῦ κανονισμοῦ 1725/79, ὅτι δηλαδή δέν ἀναγνωρίζεται στά κράτη μέλη ἡ ελευθερία νά ἀπαιτήσουν ἀπό τους δικαιούχους τῆς ενισχύσεως τήν ἀπόδοση τῶν εξόδων έλεγχου. Ό κανόνας αὐτός, ἀφοῦ θεσπίζει στό πρώτο εδάφιο τεκμήριο μή τηρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού, στό δεύτερο ἐδάφιο προβλέπει ὅτι ὁ επιφορτισμένος μέ τόν έλεγχο ὀργανισμός διενεργεί, κατόπιν αἰτήσεως τοῦ ενδιαφερομένου, «ειδική έρευνα τῆς οποίας τά ἔξοδα βαρύνουν τόν τελευταίο αὐτό», γιά νά ἀποδείξει ὅτι ἡ μή τήρηση είναι μικροτέρας σημασίας ἀπό τήν τεκμαιρομένη. Κατά τήν επιχείρηση Denkavit τό γεγονός ὅτι ἀπό τό άρθρο 10 τοῦ κανονισμοῦ ἐλλείπει διάταξη ἀνάλογη μέ τή διάταξη τοῦ ἄρθρου 9, παράγραφος 4, εδάφιο δεύτερο, πού ἀνεφέρθη ήδη, έχει ὡς συνέπεια ὅτι παρεμποδίζει τά κράτη μέλη νά επιβάλλουν στίς ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τά έξοδα τῆς συνηθισμένης διενεργείας έλεγχου.
Ό εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς προέβαλε τήν ἀντίρρηση ὅτι αὐτός ὁ a contrario συλλογισμός εφαρμόζεται μόνον ἄν υποτεθεί ὅτι ένα στοιχείο τοῦ πραγματικοῦ μιᾶς διατάξεως πού συνιστά εξαιρετική ρύθμιση (άρθρο 9, παράγραφος 4), θά πρέπει επίσης νά υπάρχει στόν κανόνα πού περιέχει τήν γενική ρύθμιση περί ἐλεγχων. Οἱ ἐξαιρετικοί κανόνες, στην πραγματικότητα, δέν επιδέχονται κατ' ἀναλογία ἐπέκταση οὔτε συναγωγή ἐπιχειρημάτων a contrario. Συνεπῶς τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐπιτροπή ἔκρινε ἀναγκαίο νά θεσπίσει ρητῶς, στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 9, παράγραφος 4, ὅτι τά ἔξοδα της εἰδικῆς ἐρεύνης πού προβλέπεται στό ἄρθρο αυτό πρέπει νά βαρύνουν τήν εταιρία πού υποβάλλει τήν σχετική αἴτηση, δέν αποκλείει καθόλου ὅτι ἕνα κράτος μέλος, κατά τήν εφαρμογή τοῦ συστήματος έλεγχων πού προβλέπονται ἀπό τό άρθρο 10, δύναται νά ἐπιβαρύνει τους ενδιαφερομένους μέ τά σχετικά έξοδα. Ἀπό τήν σιωπή τοῦ κανονισμού ἐπ' αυτού τοῦ σημείου, δέν πρέπει νά συναχθεί ὅτι τό σημείο αυτό εξέρχεται ἀπό τό πεδίο τῆς διακριτικής εξουσίας τῶν κρατών μελών, ούτε ὅτι ή Ἐπιτροπή ηθέλησε νά ἀπαγορεύσει σιωπηρώς στά κράτη μέλη νά ἀπαιτήσουν τήν ἀπόδοση.
3.
Ἄς εξετάσουμε ἐν συνεχεία ἄν ἡ επιβάρυνση τῶν επιχειρήσεων μέ τά έξοδα πού ἀναφέρονται στην ἀναγκαστική διενέργεια έλεγχου εἶναι δυνατόν νά επηρεάσουν τίς κοινές τιμές τῶν ἐν λόγω προϊόντων καί ἑπομένως νά θέσουν σέ κίνδυνο τήν πραγματοποίηση τοῦ σκοπού τῆς ενισχύσεως, πού τό παραπέμπον δικαστήριο ταυτίζει μέ τήν εξασφάλιση τῆς ενδεικτικής τιμής. Ἐπ' αὐτοθ τοῦ σημείου τό δικαστήριο τῆς Φραγκφούρτης ἀνεφέρθη στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 23ης 'Ιανουαρίου 1975 ἐπί τῆς υποθέσεως 31/74, Galli (Recueil 1975, σ. 47· βλ. ιδίως σκέψη 15 τοῦ σκε-πτικοῦ), ἡ ὁποία κρίνει ἀσυμβίβαστη μέ . τους κανόνες περί κοινῆς ὀργανώσεως ἀγορας, ἡ ὁποία περιλαμβάνει ρύθμιση τιμών «κάθε εθνική κανονιστική ρύθμιση, ή ὁποία προκαλεί διαταραχές στην διαδικασία διαμορφώσεως τῶν τιμών» στό σχετικό τομέα. Ή ἀρχή αύτη εἶναι εφαρμοστέα σέ κάθε εθνικό μέτρο πού εμποδίζει, έστω καί εμμέσως, τήν διαμόρφωση κοινών τιμών, ὅπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ὅτι ἡ υποχρεωτική ἀπόδοση τῶν εξόδων έλεγχου καταλήγει στην μείωση τοῦ ποσοῦ τῆς ενισχύσεως κατά ποσό 'ίσο μέ τό ποσό τῶν εξόδων αυτών.
Ἀντιθέτως, ó δικαστής στην κυρία δίκη εξέφρασε ἀμφιβολίες ὡς πρός τήν δυνατότητα εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση τοῦ κριτηρίου πού έθεσε τό Δικαστήριο μέ τήν απόφαση τῆς 30ης Νοεμβρίου 1978 ἐπί της υποθέσεως 31/78, Bussone κατά Υπουργείου Γεωργίας καί Δασών (Recueil 1978, σ. 2429 ἑπ.· βλ. ἰδίως τίς σκέψεις 14 έως 16 τοῦ σκεπτικοῦ). Μέ τήν ἀπόφαση αὐτή τό Δικαστήριο ἠσχολήθη μέ ὁρισμένες πλευρές τῆς κοινῆς ὀργανώσεως τῶν ἀγορών στόν τομέα τῶν αυγών καί ἀφοῦ διεπίστωσε ὅτι ἡ κοινοτική ρύθμιση σιωπά στό θέμα τοῦ συστήματος χρηματοδοτήσεως τῶν εξόδων ἐλέγχου, ἀνεγνώρισε στά κράτη μέλη τήν δυνατότητα νά επιβάλουν τέλη γιά τήν διανομή ετικετών, θέτοντας ὅμως ὡς ὅρο ὅτι ἡ δυνατότης αυτή πρέπει νά ἀσκείται μέ τρόπο πού δέν θά θέτει σέ κίνδυνο τους σκοπούς πού επιδιώκονται μέ τήν κοινοτική ρύθμιση.
Θεωρώ ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει πράγματι επίκληση τῆς ἀποφάσεως Bussone στην προκειμένη περίπτωση ἐν σχέσει πρός τό ζήτημα πού μᾶς ἀπασχολεί ἐδῶ, δεδομένης τῆς διαφορᾶς πού ὑπάρχει μεταξύ της ὀργανώσεως τῆς ἀγορᾶς αυγών, ἡ ὁποία δέν προβλέπει ρύθμιση τῶν τιμών καί τῆς ὀργανώσεως τῆς ἀγοράς γάλακτος, ἡ ὁποία ἀντιθέτως περιλαμβάνει κοινό σύστημα τιμών. Ἀλλά θεωρώ ἐπίσης ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητη ἡ ἐπίκληση τῆς ἀρχης πού ἀναφέρεται στήν υπόθεση Galli. Πράγματι, ή ἀπόφαση αὐτή — τῆς οποίας ἡ έννοια διευκρινίσθη καί καθορίσθη καλύτερα μέ τίς ἀποφάσεις Tasca καί Sadam πού ἐξε-δόθησαν μεταγενεστέρως (Recueil 1976, σ. 291 καί σ. 323) — ἀνεφέρετο σέ ένα είδος δημοσίας επεμβάσεως πού χαρακτηρίζεται ἀπό άμεση επίδραση στην διαμόρφωση τῶν τιμῶν, δεδομένου ὅτι κάθε πρόταση τροποποιήσεως ἐκ μέρους των πιό μεγάλων ἐπιχειρήσεων παραγωγής καί διανομής ήταν «παγωμένη» για μιά περίοδο 60ημερῶν μετά τήν κοινοποίηση της στίς αρμόδιες ἀρχές καί ὅτι ἐξ ἄλλου ἐδίδετο στίς ἀρχές ἡ δυνατότητα νά προβάλλουν ἀντιρρήσεις εντός τῆς ανωτέρω προθεσμίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ἀντιθέτως, τό γεγονός τῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν επιχειρήσεων παραγωγής ζωοτροφών μέ τά ἔξοδα έλεγχου δέν έχει καμμία επίπτωση στην ελευθερία καθορισμοῦ τῶν ἀντιστοίχων τιμών τους. Βεβαίως τό ὕψος τῆς ἐνισχύσεως μειώνεται κατά τό ποσό τῶν ἐξόδων έλεγχου. Ἀλλά δέν πρέπει νά παραβλεφθεί τό γεγονός ὅτι σύμφωνα μέ τους υπολογισμούς τῆς Ἐπιτροπής, ἡ ἀρνητική επίπτωση τῶν ἐν λόγω ἐξόδων ἐπί τοῦ ποσοῦ τῆς ενισχύσεως περιορίζεται στό 0,018% ἐνῶ κατά τήν ἐπιχείρηση Denkavit (ή ὁποία, χωρίς νά ἀμφισβητήσει τους υπολογισμούς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν σχέσει πρός τήν παρτίδα τῶν επιδίκων εμπορευμάτων, προτιμά νά υπολογίζει τά έξοδα έλεγχων στίς ενισχύσεις πού χορηγούνται κατά τήν περίοδο ἑνός έτους) ἡ ἀρνητική αυτή επίδραση ἀνέρχεται σέ 0,13 %. Δέν νομίζω ὅτι μιά τόσο μικρή επιβάρυνση δύναται νά έχει αισθητή επίδραση στην διαμόρφωση τῶν τιμών ούτε a fortiori νά θέσει σέ κίνδυνο τήν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ τῆς ενισχύσεως.
4.
Τό γερμανικό δικαστήριο έρωτᾶ, ἐξ άλλου, ἄν τό γεγονός ὅτι ἀπό ὅλα τά κράτη μέλη, μόνον ἡ Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας επιβάλλει τά έξοδα έλεγχου στίς επιχειρήσεις, συνιστᾶ παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως πού εκφράζεται στό άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο τῆς συνθήκης. Ὁπως εἶναι γνωστό, ή διάταξη αύτη ὁρίζει ὅτι ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγορών «ἀποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών καί καταναλωτών εντός τῆς Κοινότητος». Δέν απαγορεύει ὅμως τήν ύπαρξη, ἐντός τοῦ πλαισίου ἐφαρμογῆς τῶν κοινών κανόνων, διαφορετικής μεταχειρίσεως πού ὀφείλεται στίς διαφορές μεταξύ τῶν εσωτερικών έννομων τάξεων τῶν κρατών μελών.
Είναι γνωστό ὅτι ἡ ἐφαρμογή τῆς κοινής ἀγροτικής πολιτικῆς καί ἰδίως τῶν συστημάτων παρεμβάσεως στην ἀγορά εναπόκειται στίς εθνικές ἀρχές καί ὅτι εντός τοῦ πλαισίου τῆς εφαρμογής αυτής οἱ επιχειρήσεις συνάπτουν άμεσες έννομες σχέσεις μέ τίς ἐν λόγω ἀρχές. Ή λογική συνέπεια τοῦ συστήματος αὐτοῦ εἶναι ὅτι λόγω ελλείψεως εναρμονίσεως ὅλων τῶν κλάδων τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου πού εφαρμόζονται (εννοώ τους πολυάριθμους κανόνες πού ρυθμίζουν τήν δραστηριότητα τῆς δημοσίας διοικήσεως, τόν τομέα τῶν δημοσίων συμβάσεων, τά ένδικα μέσα πού δύνανται νά ἀσκήσουν οἱ ιδιώτες κλπ.) εἶναι δυνατόν νά υπάρχουν ὁρισμένες διαφορές στην μεταχείριση μεταξύ τῶν επιχειρήσεων ενός κράτους μέλους καί τῶν επιχειρήσεων ενός άλλου κράτους μέλους καί πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι συμβιβάζονται μέ τό κοινοτικό δίκαιο, διότι εμφανίζεται στό πλαίσιο μιᾶς ρυθμίσεως πού συνεχίζει νά εἶναι ή αντανάκλαση τῆς διακριτικής εξουσίας τῶν εθνικών ἀρχων. Ἄλλως, κατά τό μέτρο πού οί κοινοτικές ἀρχές, για λόγους ἀνάγκης ή σκοπιμότητος, θεωρούν ὅτι πρέπει νά ζητήσουν τήν συνεργασία τῶν εθνικών ἀρχων γιά τήν εφαρμογή τῶν συστημάτων κοινοτικών παρεμβάσεων καί τους ἀφήνουν τήν ελευθερία νά ρυθμίσουν ὁρισμένες πλευρές πού ἀναφέρονται στην εφαρμογή τῶν κοινών κανόνων, είναι δυνατόν νά υπάρξουν δευτερευούσης σημασίας διαφορές μεταχειρίσεως μεταξύ επιχειρηματιών τῶν διαφόρων κρατών μελών, άλλά οἱ διαφορές αὐτές δέν συνιστούν παραβίαση τῆς ἀνωτέρω ἀρχής τοῦ μή ἐπιτρεπτοῦ τῶν διακρίσεων. Ό λόγος καί ή δικαιολογία τους ευρίσκεται στό ὅτι εἶναι ἀδύνατο καί άσκοπο νά υπαχθεί σέ ἕνα σύστημα κοινοτικού δικαίου ὅλη ἡ λειτουργία τῆς κοινής ὀργανώσεως ἡ νά ἐξαρτηθεί ἡ λειτουργία αύτη ἀπό την πλήρη εναρμόνιση τῶν ἐσωτερικῶν δικαίων σέ ολους τους τομείς πού λαμβάνονται ὑπ' ὄψη γιά την εφαρμογή τῶν κοινοτικών κανόνων.
5.
Τελικώς, ἡ διάταξη περί παραπομπής φαίνεται ὅτι τείνει νά εκτιμήσει τήν ὑπό κρίση υπόθεση ὑπό τό φως τῆς ἀρχῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά κράτη μέλη δύνανται νά εισπράττουν τέλη έλεγχου μόνο εἰς ἀντάλλαγμα τῶν παροχῶν πού πρέπει νά θεωρηθούν ὡς υπηρεσίες πού παρε-σχέθησαν στον ενδιαφερόμενο. Πράγματι, το Δικαστήριο ἐπεβεβαίωσε μέχρι τώρα τήν ἀρχή αύτη ἀναφερόμενο στό άρθρο 9 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή ὅταν ἐχρειάσθη νά ἑρμηνεύσει τήν ἔννοια τῶν φορολογικών επιβαρύνσεων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος μέ δασμούς, οἱ όποιοι επιβάλλονται προφανώς στά εμπορεύματα λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι διέρχονται τά σύνορα. Ἀλλά, κατά τό αἰτοῦν δικαστήριο, ἀπό τήν ἀπόφαση Bussone, πού ήδη ἀνεφέρθη, καί ιδίως ἀπό τήν σύγκριση μεταξύ τῶν σκέψεων 34 καί 35 τοῦ σκεπτικοῦ τῆς καί ἀπό τίς προτάσεις τοῦ γενικού εισαγγελέως Reischl στην 'ίδια υπόθεση εἶναι δυνατό νά συναχθεί ὅτι ή ἀρχή αύτη έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής. Πράγματι, προκειμένου νά θεμελιώσει τήν αιτιολογία τῆς πληρωμής πού ἀπαιτοῦσε ένα κράτος μέλος γιά τήν διανομή ετικετών πού προέβλεπε ἡ κοινοτική ρύθμιση γιά νά διατεθούν στό εμπόριο αυγά, τό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, μέ τήν ἀπόφαση αυτή (σκέψη 34) εδέχθη: «ούτε ἀποκλείεται στήν περίπτωση αυτή τά έξοδα εκτυπώσεως καί διανομής τῶν ταινιών καί τῶν ετικετών καθώς καί τά έξοδα πού είναι ἀναγκαία γιά τήν διενέργεια ειδικών έλεγχων πού επιβάλλονται ἀπό τους βασικούς κανονισμούς νά θεωρηθούν ὡς υπηρεσία πού παρέχεται στον ενδιαφερόμενο, ή ὁποία νά δικαιολογεί τήν ἐπιβολή χρηματικής ἐπιβαρύνσεως, ὑπό τόν ὅρο ὅτι ἡ επιβάρυνση αυτή δέν υπερβαίνει τό πραγματικό κόστος τοῦ ἐν λόγω συστήματος ἐλεγχου». Συνάγοντας ἀπό τήν φράση αύτη τήν προβαλλομένη ἀρχή τῆς ἀναλογι-κότητος μεταξύ τῆς χρηματικής επιβαρύνσεως πού ἐπιβάλλει τό κράτος καί τῆς υπηρεσίας πού παρέχεται στόν ενδιαφερόμενο, εἶναι εύκολο νά συναχθεί ὅτι ἡ επιβάρυνση πού προβλέπεται στην προκειμένη περίπτωση εἶναι παράνομη, δεδομένου ὅτι φαίνεται δύσκολο νά χαρακτηρισθούν ὡς παροχή υπηρεσίας πρός τους ιδιώτες οἱ έλεγχοι πού διενεργούνται βάσει τοῦ κανο-νισμοῦ 1725/79 τῆς Ἐπιτροπής. Πράγματι, παρ' ὅτι οἱ έλεγχοι αυτοί ἀποτελούν προϋπόθεση γιά τήν ικανοποίηση τοῦ συμφέροντος πού έχει ἡ ἐπιχείρηση νά εισπράξει τήν ενίσχυση, ἐν τούτοις βασίζονται στό γενικό συμφέρον νά εξασφαλισθεί ή τήρηση τῶν διατάξεων, μέ τίς όποιες συνδέεται τό σύστημα επιδοτήσεων τῆς Κοινότητος.
Ό συλλογισμός πού ἀναπτύσσεται στην διάταξη περί παραπομπής, δέν εἶναι ὅμως δυνατόν νά γίνει δεκτός γιά δύο λόγους. Πρώτον διότι, ναί μέν τό κριτήριο βάσει τοῦ ὁποίου μιά χρηματική επιβάρυνση είναι δικαιολογημένη μόνον κατά τό μέτρο πού εἶναι ἀνάλογη πρός υπηρεσία πού παρεσχέθη ἀπό τό κράτος, πρέπει νά εφαρμόζεται αυστηρώς γιά νά εξασφαλισθεί ή ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων, ή ὁποία συνιστά μιά ἀπό τίς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς κοινής ἀγορᾶς, ὅμως δέν υπάρχει λόγος νά επεκταθεί στόν τομέα τῶν τελών γιά τά μέτρα έλεγχου ὁρισμένων προϊόντων, οἱ όποιοι δέν διενεργούνται εντός τοῦ πλαισίου τῆς εισαγωγής τους ἡ τῆς εξαγωγής, ἀλλά απλῶς γιά νά εξασφαλισθεί ἡ κανονική χορήγηση ἑνός πλεονεκτήματος πού παρέχεται ἀπό τήν Κοινότητα. Ὡς πρός αυτό τό σημείο προσθέτω ὅτι θεωρώ άνευ σημασίας τό γεγονός πού ἐπεκαλέσθη ἡ επιχείρηση Denkavit περί τῆς οὐσιαστικής ταυτίσεως μεταξύ τοῦ ύψους των ἐν λόγω ἐνισχύσεων καί τῶν κοινοτικών επιστροφών λόγω εξαγωγής. Δεύτερον, ἄν ληφθεί ὑπ᾿ ὄψη ἡ διατύπωση τῆς φράσεως ἀπό τήν ἀπόφαση Bussone πού ἀνεφέρθη, προκύπτει ὅτι τό Δικαστήριο περιορίσθη νά ἀναφέρει τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία τά ἐν λόγω τέλη ἀντιστοιχούσαν σέ υπηρεσία πού είχε παρασχεθεί στόν ενδιαφερόμενο, άλλά ὁπωσδήποτε δέν ἀπέδωσε στην περίπτωση αυτή τήν ἔννοια ἀρχής πού εἶναι δυνατόν νά επηρεάσει τήν λύση τοῦ προβλήματος πού εξετάζεται ἐδῶ.
Όπως προκύπτει ἀπό τήν σκέψη 26 τοῦ σκεπτικού, τό πρόβλημα ἀναφέρεται στό ἄν ἡ ἀπευθείας εφαρμογή τῶν πρός ερμηνεία κανονισμών ήταν δυνατόν νά επηρεασθεί «ἀπό τήν θέσπιση εθνικών κανόνων οἱ οποῖοι — μέ τό πρόσχημα ὅτι εκτελούν τους ἐν λόγω κανονισμούς — θέτουν προσθέτους ὅρους, ὁπως τήν ἀποκλειστική δυνατότητα τῆς δημοσίας διοικήσεως νά προετοιμάζει καί νά διανέμει ταινίες καί ετικέτες καί νά εξαρτά τήν παράδοση τους ἀπό ἀντιπαροχή σέ χρήμα». Ή ἀπάντηση τοῦ Δικαστηρίου ἐβασίσθη ουσιαστικώς στά δύο επιχειρήματα πού συνάγονται ἀπό τίς σκέψεις 32 καί 36 τοῦ σκεπτικού: δηλαδή, ἀφ᾿ ενός, στό γεγονός ὅτι ὁ σχετικός κανονισμός άφηνε στά κράτη μέλη «τήν φροντίδα νά λάβουν αυτά τά ἴδια τά νομοθετικά, κανονιστικά, διοικητικά καί οικονομικά μέτρα πού εἶναι ἀναγκαία γιά νά εἶναι δυνατό νά εφαρμοσθούν πράγματι οἱ διατάξεις τοῦ ἐν λόγω κανονισμού» καί, ἀφ᾿ ἑτερου, στην παρατήρηση ὅτι οἱ εθνικές εκτελεστικές διατάξεις ήσαν σύμφωνες πρός τους στόχους τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως, παρά τό γεγονός ὅτι έθεταν πρόσθετους ὅρους, καί επέβαλαν τήν πληρωμή τέλους πού δέν ήταν δυσανάλογο πρός τό κόστος τοῦ συστήματος έλεγχου.
Μετά ἀπό τήν διευκρίνιση αυτή, ἡ λογική τῆς ἀποφάσεως Bussone εἶναι δυνατό νά προσαρμοσθεί στό ὑπό εξέταση πρόβλημα (παρ' ὅτι ἡ διαφορά πού διεπιστώθη ὅτι υπάρχει μεταξύ τῆς ρυθμίσεως πού ἑρμηνεύθη μέ τήν απόφαση αυτή καί τῆς ρυθμίσεως πού εἶναι ἀντικείμενο τῆς ὑπό κρίση υποθέσεως, δέν επέτρεψε νά συναχθεί άνευ ἑτερου ἀπό τήν ἐν λόγω ἀπόφαση ή ἀπάντηση πού πρέπει νά δοθεί στό δικαστήριο τῆς Φραγκφούρτης). Εἶναι ἑπομένως δυνατόν νά λεχθεί ὅτι τό άμεσο ἀποτέλεσμα, πού εἶναι χαρακτηριστικό τοῦ κανονισμού 1725/79 τῆς Ἐπιτροπής, δέν ἐπηρεάσθη ἀπό τό γεγονός ὅτι ένα κράτος μέλος ἀπαιτεί τήν καταβολή τῶν εξόδων έλεγχου, δεδομένου ὅτι ὁ κανονισμός αὐτός ἐρύθμισε τήν διενέργεια έλεγχου, μέ τόν όποιο ἐπεφορτίσθησαν τά κράτη μέλη, χωρίς νά ἀποκλείσει σ᾿ αυτά τήν δυνατότητα νά θεσπίσουν συμπληρωματικές λεπτομέρειες διοικητικής ἡ διαδικαστικής φύσεως, πού εἶναι σύμφωνες μέ τους στόχους τῶν κοινοτικών κανόνων. Ὅσον άφορᾶ τήν συμφωνία αὐτή εἶναι τελικώς δυνατό νά διατυπωθεί ένας συλλογισμός ἀνάλογος μέ τόν συλλογισμό πού διετύπωσε τό Δικαστήριο μέ τήν σκέψη 35 τῆς ἀποφάσεως Bussone πού ήδη ἀνεφέρθη, δηλαδή τό γεγονός ὅτι ἡ καταβολή τῆς ενισχύσεως εξαρτάται ἀπό τήν πληρωμή, ἐκ μέρους τῆς ὠφελούμενης επιχειρήσεως, χρηματικής επιβαρύνσεως, ἀναλόγου πρός τό σύνηθες κόστος τῶν έλεγχων πού διενεργούνται ἀπό τίς εθνικές ἀρχές (πού έχει πολύ μικρή επίδραση στό ποσό τῆς ενισχύσεως) δέν διαταράσσει τήν λειτουργία τῆς κοινής ὀργανώσεως τῆς ἀγοράς.
6.
Βάσει τῶν συλλογισμών πού ἐξετέθησαν, συμπεραίνοντας, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει στό προδικαστικό ἐρώτημα πού ὑπέβαλε τό Verwaltungsgericht τῆς Φραγκφούρτης επί τοῦ Μάιν μέ διάταξη τῆς 8ης 'Ιουλίου 1981, ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο δέν ἀπαγορεύει στά κράτη μέλη νά ἀπαιτήσουν ἀπό τίς ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τήν καταβολή τῶν εξόδων έλεγχου τῶν εμπορευμάτων, πού διενεργείται σύμφωνα μέ τό άρθρο 10 τοῦ κανονισμοῦ 1725/79 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 26ης 'Ιουλίου 1979, ἐφ' ὅσον τό ἀπαιτούμενο ποσό εἶναι ἀνάλογο πρός τό σύνηθες κόστος τοῦ έλεγχου αὐτοῦ καί έχει ελάχιστη επίδραση στά ποσό τῆς ενισχύσεως.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy