ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 8 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στίς 16 Νοεμβρίου 1979, μία γερμανική επιχείρηση, την ὁποία στό ἑξης θά ἀναφέρω ως «almadent» προέβη σέ ἐκτελωνισμό μέ σκοπό νά θέσει σέ ἐλεύθερη κυκλοφορία στην Γερμανία μία παρτίδα εμπορευμάτων, τά ὁποῖα σύμφωνα μέ την διάταξη περί παραπομπής, περιγράφεται ὡς «γύψος γιά καλούπια». Οἱ γερμανικές τελωνειακές ἀρχές υπήγαγαν τό εμπόρευμα στην διάκριση 38.19 Υ τοῦ κοινοῦ δασμολογίου (ΚΔ) καί εισέπραξαν δασμό 14,4 %. Ἡ almadent άσκησε ένσταση, ισχυριζομενη ὅτι τό εμπόρευμα ήταν πυρίμαχο υλικό γιά καλούπωμα (ή ὑλικό γιά ἐκμαγεία) μέ συνδετικό τό φωσφάτιο πού χρησιμοποιείται στην ὀδοντοτεχνία γιά τήν ἔγχυση ευγενῶν μετάλλων μέ τήν μέθοδο εφαρμογής κηροῦ μιᾶς χρήσεως καί ὅτι έπρεπε νά υπαχθεί στην διάκριση 38.19 Κ, γιά τήν ὁποία επιβάλλεται δασμός 3,2 ο/ο. Στόν κανονισμό 2800/78 τῆς 27ης Νοεμβρίου 1978 (OJ L 335, σ. 1 τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1978), ὅπως ἴσχυε τότε, οἱ ἐν λόγω διακρίσεις έχουν ὡς έξῆς: «Χημικά προϊόντα καί παρασκευάσματα τῆς χημικής βιομηχανίας ἡ τῶν συναφών βιομηχανιῶν (συμπεριλαμβανομένων καί τῶν ἀποτελουμένων ἐκ μιγμάτων φυσικῶν προϊόντων) μή ἀλλαχοῦ κατονομαζόμενα ἡ περιλαμβανόμενα. Υπολειμματικά προϊόντα τῶν χημικών ἡ συναφών βιομηχανικών μή ἀλλαχοῦ κατονομαζόμενα ἡ περιλαμβανόμενα ... Κ. Τσιμέντα, κονιάματα καί παρόμοιαι πυρίμαχοι συνθέσεις ... Υ. Λοιπά».
Τό εμπόρευμα ἀπεστάλη γιά ἀνάλυση στό εργαστήριο τοῦ τελωνείου, τό όποιο διεπίστωσε ὅτι παρουσιάζετο ὑπό τήν μορφή συνθέσεως τῶν ἀκολούθων προϊόντων:
1)
μιᾶς άσπρης, άοσμης σκόνης, ἀποτελούμενης ἀπό διοξείδιο τοῦ πυριτίου, φωσφατικό ἀμμώνιο, ὀξείδιο τοῦ μαγνησίου καί γραφίτου, συσκευασμένη σέ κλειστά σφραγισμένα φακελλάκια περιεχομένου 60 γραμμαρίων καί προφανώς ἀποκαλούμενης «Complete Investment»,
2)
ἑνός ἀνοικτού κοκκινου χρώματος διαυγούς υγρού ἀπό χρωματισμένο διάλυμα ὑδρυάλου, συσκευασμένο σέ φιάλη ἀπό συνθετική ύλη περιεχομένου 946 ml καί ὀνομαζόμενο «Complete Liquid Concentrate»,
3)
μιᾶς περιτυλιγμένης λωρίδας ἀνοικτού γκρίζου χρώματος ἀπό ἀσβεστόχαρτο, πλάτους περίπου 35 mm, καί
4)
έναν ὀγκομετρικό κύλινδρο ἀπό πλαστική ύλη μέ βαθμολογικές ἐνδείξεις.
Κατ' εφαρμογή τῆς γενικής διατάξεως 3 β τῶν κανόνων περί ἑρμηνείας τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινού δασμολογίου, οἱ τελωνειακές ἀρχές ἀπεφάσισαν νά υπαγάγουν τό εμπόρευμα βάσει τοῦ συστατικού πού προσδίδει στην σύνθεση τόν οὐσιώδη χαρακτήρα της, στην προκειμένη περίπτωση βάσει τῆς σκόνης πού ὀνομάζεται «Complete Investement» ἡ ὁποία, μετά ἀπό ἀνάμιξη μέ τό «Complete Liquid Concentrate» καί διάλυση μέ νερό σχηματίζει τό υλικό καλουπώματος. Δέν φαίνεται ὅτι ή almadent ἀμφισβήτησε τό σημείο αυτό. Οἱ τελωνειακές ἀρχές πάντως ἐνέμειναν στό ὅτι ἡ ὀρθή διάκριση ήταν ἡ 38.19 Υ. Ἀρνήθηκαν νά δεχθούν ὅτι τό εμπόρευμα ήταν πυρίμαχη σύνθεση κατά τήν έννοια τῆς διακρίσεως 38.19 Κ μέ τήν αιτιολογία ὅτι οι επεξηγηματικές σημειώσεις ἐπί τοῦ κοινοῦ δασμολογίου ἀναφέρουν ὅτι «ένα ἀπό τά κύρια χαρακτηριστικά τῶν πυριμάχων συνθέσεων πού περιλαμβάνονται στην διάκριση αύτη εἶναι ἡ ἀνθεκτικότης σέ θερμοκρασία τουλάχιστον 1500 βαθμών Κελσίου (πού καθορίζεται στίς συστάσεις ISO R 528-1966 καί R 1146-1969)». Κατά τήν εξέταση, τό υλικό καλουπώματος δέν παρουσίασε αυτόν τόν βαθμό ἀνθεκτικότητας.
Ή almadent ἤσκησε ενώπιον τοῦ Finanzgericht προσφυγή ἀκυρώσεως τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως καί τό Finanzgericht υπέβαλε στό Δικαστήριο πρός ἔκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως, τό ἀκόλουθο ερώτημα: «Ή δασμολογική διάκριση 38.19 Κ τοῦ κοινοῦ δασμολογίου 1979 πρέπει νά ερμηνευθεί κατά τήν έννοια ὅτι στίς “πυρίμαχες” συνθέσεις πού περιλαμβάνει δύνανται νά υπάγονται μόνον υλικά πού ἀνέχονται θερμοκρασία τουλάχιστον 1500 βαθμών Κελσίου, ὅπως καθορίζεται ἀπό τίς συστάσεις ISO (International Organization for Standardization — Διεθνής 'Οργανισμός Τυποποιήσεως) R 528-1966 καί R 1146-1969, ἡ δύνανται επίσης κατά τήν ἔννοια αυτής τῆς δασμολογικής διακρίσεως νά θεωροῦνται “πυρίμαχα” καί προϊόντα μέ χαμηλότερο βαθμό τήξεως (ἀναλόγως τῆς ὕλης καί τοῦ σκοποῦ χρησιμοποιήσεως);»
Ή almadent επικαλείται τήν τρίτη παράγραφο τῶν επεξηγηματικών σημειώσεων ἐπί τοῦ κοινοῦ δασμολογίου πού ἀφορούν τήν διάκριση 38.19 Κ, ἡ όποια ἀναφέρει: «υπάγονται ἐξ άλλου στην παρούσα διάκριση οἱ πυρίμαχες συνθέσεις μέ βάση τό πυρίτιο, πού προορίζονται γιά τήν παρασκευή καλουπιών γιά τήν ὀδοντοτεχνία ἤ τήν κοσμηματοποιία βάσει τῆς λεγομένης μεθόδου εφαρμογής κηροῦ μιᾶς χρήσεως» καί ισχυρίζεται ὅτι τό εμπόρευμα συμπίπτει ἀκριβώς μέ τήν περιγραφή πού δίδει ἡ πρόταση αὐτή. Σύμφωνα μέ τήν almadent, κανένα ἀπό τά προϊόντα μέ βάση τό πυρίτιο πού πωλούνται στην γερμανική ἀγορά γιά τόν σκοπό αυτό δέν έχει δοκιμασθεί σχετικά μέ τήν ἀνθεκτικότητα σέ θερμοκρασία τουλάχιστον 1500 βαθμών Κελσίου, διότι αυτό δέν εἶναι ἀναγκαίο, δεδομένου ὅτι τά χρησιμοποιούμενα μέταλλα ἔχουν χαμηλότερο βαθμό τήξεως. Ό εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς συνεφώνησε μέ αυτό, άλλα ἀνέφερε ὅτι ἡ ἀληθής έννοια τῶν σημειώσεων εἶναι ὅτι οι πυρίμαχες συνθέσεις πού χρησιμοποιούνται γιά τήν κατασκευή καλουπιών γιά τήν ὀδοντο-τεχνία εμπίπτουν στην διάκριση 38.19 Κ μόνον ὅταν έχουν ἀνθεκτικότητα σέ θερμοκρασία τουλάχιστον 1500 βαθμών Κελσίου. Θεωρώ ὅτι αυτή εἶναι ἡ ὀρθή ἑρμηνεία τῶν σημειώσεων. Πράγματι, κατ' ἀρχάς καθορίζουν τό βασικό κριτήριο γιά τήν υπαγωγή στην διάκριση (τήν ἀνθεκτικότητα σέ θερμοκρασία τουλάχιστον 1500 βαθμών Κελσίου) καί ἐν συνεχεία απαριθμούν παραδείγματα διαφόρων προϊόντων, τά όποια εμπίπτουν στην διάκριση, ἄν, καί μόνον ἄν, πληρούν τό βασικό κριτήριο. Αυτό ισχύει για τά «παρασκευάσματα πού συντίθενται ἀπό πυρίμαχα υλικά» πού ἀναφέρονται στην δεύτερη περίοδο τῶν σημειώσεων καί γιά τίς «πυρίμαχες συνθέσεις μέ βάση τό πυρίτιο» πού ἀναφέρονται στην τρίτη περίοδο. Μοῦ φαίνεται μάλλον ἀδύνατο νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ δεύτερη ἡ ἡ τρίτη περίοδος μεμονωμένως, χωρίς ἀναφορά στην πρώτη περίοδο. Ἡ λέξη «πυρίμαχος» έχει τήν ίδια ἔννοια καί στίς τρεῖς περιόδους. Κατά ὀρθή ερμηνεία τῶν σημειώσεων, τά προϊόντα πού ἀνταποκρίνονται στίς δοθείσες περιγραφές άλλά δέν πληρούν τό βασικό κριτήριο, δέν περιλαμβάνονται στην διάκριση.
Εἶναι ἀληθές ὅτι στην καθημερινή γλώσσα «πυρίμαχο» σημαίνει ἀνθεκτικό στην θερμοκρασία καί ὅτι, ὅπως ἐτόνισε ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπής, γιά πολλές ουσίες εἶναι δυνατόν νά λεχθεί ὅτι εἶναι ἀνθεκτικές σέ μεγαλύτερη ἡ μικρότερη θερμοκρασία. 'Εν τούτοις, πρός τόν σκοπό τῆς δασμολογικής κατατάξεως τό γεγονός ὅτι μιά οὐσία εἶναι πυρίμαχη δέν συνιστᾶ βέβαιο κριτήριο πού τήν διακρίνει ἀπό έναν μεγάλο ἀριθμό άλλων ουσιών, ὅταν ελλείπει ένα κοινώς ἀνεγνωρισμένο ὅριο ἀνθεκτικότητος στην θερμοκρασία. Ό ὅρός τῆς ανθεκτικότητας σέ θερμοκρασία τουλάχιστον 1500 βαθμών Κελσίου παρέχει τήν βεβαιότητα πού εἶναι ἀναγκαία γιά νά εξασφαλισθεί ἡ ὁμοιόμορφη εφαρμογή τοῦ δασμολογίου.
Τό ὅριο πού έγινε δεκτό στίς επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ κοινοῦ δασμολογίου βασίζεται στον επιστημονικό καί τεχνικό ὁρισμό τοῦ πυριμάχου προϊόντος, πού φαίνεται ὅτι εἶναι γενικώς ἀποδεκτός, ὅπως συνάγεται ἀπό τά προσκομισθέντα στό Δικαστήριο ἀποσπάσματα ἀπό διάφορες ἐγυκλοπαίδειες και λεξικά. Εἶναι ἐπίσης τό ὅριο πού έγινε δεκτό στίς επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακῆς Συνεργασίας (ΣΤΣ). Τό κεφάλαιο 69 Ι τῆς ὀνοματολογίας τοῦ ΣΤΣ (καί τοῦ ΚΔ) περιλαμβάνει κεραμευτικά προϊόντα, τά όποια περιγράφονται ὡς «θερμομονωτικά καί πυρίμαχα προϊόντα». Οἱ επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ ΣΤΣ χαρακτηρίζουν τά προϊόντα αυτά ὡς «προϊόντα, τά όποια ελήφθησαν δι' ὀπτήσεως καί έχουν ὡς ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την ἀνθεκτικότητα σέ υψηλές θερμοκρασίες, ὅπως αυτές πού συνηθίζονται στην μεταλλουργία, την βιομηχανία ύαλου κλπ. (πχ. 1500 βαθμών Κελσίου καί υψηλότερες)...». Ἐν συνεχεία ἀναφέρεται ὅτι «στίς κλάσεις 69.02 καί 69.03 δέν υπάγονται εἴδη τά όποῖα, ἐνῶ μερικές φορές χαρακτηρίζονται ὡς πυρίμαχα ἤ ἡμιπυρίμαχα, δέν εἶναι ἀνθεκτικά σέ θερμοκρασίες πού συνηθίζονται στίς βιομηχανίες, οἱ όποιες ἀνεφέρθησαν ἀνωτέρω». Τέτοια προϊόντα πρέπει νά υπαχθούν στό υποκεφάλαιο ΙΙ, τό όποιο περιλαμβάνει τά «έτερα κεραμευτικά προϊόντα».
Ό περιορισμός τῶν επεξηγηματικών σημειώσεων τῆς διακρί-εως 38.19 Κ στά προϊόντα πού παρουσιάζουν ἀνθεκτικότητα σέ θερμοκρασία τουλάχιστον 1500 βαθμῶν Κελσίου δέν θεωρώ ὅτι ἀντιβαίνει πρός την ὀρθή ερμηνεία τῆς διακρίσεως. Ἁπλώς δίδει μία περισσότερο ἀκριβή ένδειξη τοῦ τί θεωρείται ὡς «πυρίμαχο». Παρ' ὅτι στην προκειμένη περίπτωση τό εμπόρευμα είναι δυνατόν νά χαρακτηρισθεί ὡς ἀνθεκτικό στην θερμοκρασία καί, ἀπ' ὅ,τι φαίνεται, έχει κατασκευασθεί γιά νά έχει ἀνθεκτικότητα μέχρι μιά θερμοκρασία κάπως χαμηλότερη ἀπό τους 1500 βαθμούς Κελσίου, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι γιά τήν δασμολογική κατάταξη πρέπει νά θεωρηθεί ὡς πυρίμαχη σύνθεση κατά τήν έννοια τῆς διακρίσεως 38.19 Κ.
Γιά τους λόγους αυτούς θεωρώ ὅτι στό ἐρώτημα πού υπεβλήθη στό Δικαστήριο προσήκει ἡ ἀπάντηση ὅτι, μόνο προϊόντα πού παρουσιάζουν ἀνθεκτικότητα σέ θερμοκρασία τουλάχιστον 1500 βαθμῶν Κελσίου, πού έχει καθορισθεί βάσει των συστάσεων ISO R 528-1966 καί R 1146-1969 εἶναι δυνατόν νά συμπεριληφθοῦν στίς πυρίμαχες συνθέσεις πού ὑπάγονται στην διάκριση αυτή.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy