ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ἡ υπόθεση, μέ την ὁποία θά ἀσχοληθώ τώρα, άφορᾶ επίσης την ἰσογλυκόζη.
Τό ἀντικείμενο τῆς διάφορᾶς ἐν προκειμένω εἶναι ὁ κανονισμός 1785/81, τῆς 30ης 'Ιουνίου 1981 (ΕΕ 1981, ἀριθ. L 177, σ. 4), περί κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς στόν τομέα τῆς ζάχαρης, ὁ όποιος ετέθη σέ ἰσχύ την 1η 'Ιουλίου 1981.
Ὁ κανονισμός διέπει τόσο την ζάχαρη ὅσο καί την ἰσογλυκόζη (άρθρο 1) καί περιλαμβάνει, ἰδίως στό άρθρο 24 καί επόμενα, σύστημα ποσοστώσεων καί διατάξεις πού ἀφορούν την συνεισφορά ἐπί της παραγωγης γιά τίς περιόδους εμπορίας 1981/82 ἕως 1985/86.
Ἡ επιχείρηση Roquette Frères, πού ἤσκησε καί την προσφυγή στην υπόθεση 110/81 καί μέ την ὁποία υπεστήριξε ὅτι ἡ θέσπιση της συνεισφορᾶς ἐπί τῆς ἰσογλυκόζης μέ τόν κανονισμό 387/81 (ΕΕ 1981, L 44, σ. 1) ήταν παράνομη επειδή τό Συμβούλιο δέν εἶχε την εξουσία νά δημιουργήσει ἴδιο πόρο τῆς φύσεως αὐτῆς, ισχυρίζεται ὅτι τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τόν κανονισμό 1785/81 καί τό σύστημα συνεισφορῶν πού εφαρμόζεται γιά την ἰσογλυκόζη, τό όποιο περιλαμβάνεται στον κανονισμό.
Επομένως, ἡ επιχείρηση έφερε τό ζήτημα ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου καί ζητεί νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ὁ κανονισμός 1785/81 είναι άκυρος, τουλάχιστον κατά τό μέτρο πού οἱ διατάξεις του ἀφορούν τήν προσφεύγουσα. Βάσει τῶν εἰσαγωγικῶν παρατηρήσεων πού περιέχονται στην προσφυγή, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ἡ προσφεύγουσα ζητεῖ νά ἀναγνωρισθεί ἡ ἀκυρότης τῶν άρθρων 24 καί 28, κατά τό μέτρο πού τά άρθρα αυτά περιλαμβάνουν ένα σύστημα ποσοστώσεων καί συνεισφορῶν γιά τήν ἰσογλυκόζη.
Τό Συμβούλιο, καθ' οὗ ἡ προσφυγή, τό όποιο καί στην υπόθεση αύτη υποστηρίζεται ἀπό την Ἐπιτροπή, θεωρεί τήν προσφυγή ἀπαράδεκτη· περαιτέρω υπογραμμίζει ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, ἡ προσφυγή είναι ἀβάσιμη.
Οἱ ἀπόψεις μου ἐπί τῆς προσφυγής αυτής εἶναι οἱ έξῆς:
Ι — Ἐπί τοῦ παραδεκτού
Τά κοινοτικά όργανα θέτουν, στην υπόθεση αύτη, τό ζήτημα τοῦ παραδεκτοί) τῆς προσφυγής γιά δύο κυρίως λόγους. Θεωρούν ὅτι οἱ ἀμφισβητούμενες διατάξεις δέν ἀφοροῦν άμεσα τήν προσφεύγουσα επιπροσθέτως, Ισχυρίζονται ὅτι δέν ἕχει επαρκές έννομο συμφέρον νά προβάλλει τόν μοναδικό τῆς Ισχυρισμό, δηλαδή ὅτι ή θέσπιση ἀπό τίς Κοινότητες ιδίων πόρων ὑπό μορφή συνεισφορών ἐπί τῆς παραγωγής ἰσογλυκόζης ήταν παράνομη. Υποστηρίζεται επίσης ὅτι οἱ ἀμφισβητούμενες διατάξεις εἶναι σαφώς νομοθετικής φύσεως, ώστε εἶναι ἀδύνατο, γιά μιά ἰδιωτική επιχείρηση, νά τίς ἀμφισβητήσει δυνάμει τοῦ ἄρθρου 173 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
1.
Θά ήθελα, πρώτον, νά εξετάσω τό τελευταίο ἀναφερόμενο σημείο, τό όποιο, κατά τήν άποψη μου, έχει μεγάλη σημασία. Κατ' αυτόν τόν τρόπο, δέν χρειάζεται νά καταφύγω στό γεγονός ὅτι ὁ ἐν λόγω κανονισμός 1785/81 περιλαμβάνει ένα πλήρες σύστημα διατάξεων γιά τόν τομέα τῆς ζάχαρης ὑπό τήν ευρύτερη έννοια, μέ ἰσχύ γιά πέντε έτη, τό όποιο καθ' εαυτό ὁδηγεί στό συμπέρασμα ὅτι ὁ κανονισμός είναι νομοθετικῆς φύσεως. Ἀκόμη, κατά τό μέτρο πού ἀναφέρεται στην ἰσογλυκόζη καί περιέχει διατάξεις σχετικές μέ τίς ποσοστώσεις καί τίς συνεισφορές, δέν εἶναι δυνατό νά μή συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι πρόκειται γιά μέτρο γενικής ἰσχύος, ὅπως καθορίζεται μέ τίς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τοῦ ἄρθρου 173 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Είναι ἀληθές ὅτι δύνανται ἴσως νά εγερθούν ἀμφιβολίες ὡς πρός τήν νομοθετική φύση τῶν διατάξεων αυτών επειδή, ἐπί τοῦ παρόντος, μόνο ένας σχετικά μικρός ἀριθμός παραγωγών ἰσογλυκόζης ἐπηρεάζεται, πιθανόν ὀλιγότερες ἀπό δέκα επιχειρήσεις σέ ὁλόκληρη τήν Κοινότητα. Ὁπωσδήποτε, αυτό δέν δύναται νά εἶναι τό ἀποφασιστικό σημείο. Ό καθοριστικός παράγων εἶναι κατά πόσον δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ὁ ἀριθμός τῶν ενδιαφερομένων θά παραμείνει ἀμετάβλητος. Πάντως, αυτό δέν δύναται νά προβλεφθεί μέ βεβαιότητα. Στην πραγματικότητα, είναι ἀδύνατο νά ἀποκλεισθούν ὁρισμένες μεταβολές εἴτε μέ τήν εξαφάνιση ὁρισμένων επιχειρήσεων εἴτε μέ τήν ίδρυση νέων, ἀκόμη καί ἄν αυτό φαίνεται ἀπίθανο. Τελικά, ὁ κανονισμός, προκειμένου ἀκριβῶς νά εξετάσω τό σημείο αυτό, περιλαμβάνει διατάξεις στίς όποιες θά επανέλθω ἀργότερα.
Κατά τήν άποψη μου — ἀκόμη καί κατά τό μέτρο πού άφορᾶ μόνο τίς διατάξεις πού ἐφαρμόζονται στίς ποσοστώσεις καί στίς συνεισφορές ἐπί τῆς ἰσογλυκόζης — πρόκειται γιά γνήσιο κανονισμό, δηλαδή νομοθετικό μέτρο, τό όποιο έχει εφαρμογή ἐπί ἀπροσδιορίστου ἀριθμοί) προσώπων. Πάντως, ἐφ᾽ ὅσον κατά τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, γιά νά προσδιορισθεί ἄν ένα πρόσωπο θίγεται άμεσα, δέν ἀρκεῖ ὅτι ή κατηγορία προσώπων γιά τά όποια πρόκειται δύναται νά ἐξακριβωθεί κατά τήν θέση σέ ἰσχύ τῶν κανόνων αὐτών, ἡ νομοθετική φύση τοῦ ἀμφισβητουμένου μέτρου εἶναι καθ' ἑαυτή ἀρκετή γιά νά ἀποκλείσει τή δυνατότητα διαπιστώσεως ὅτι ή Roquette Frères δικαιούται νά ἀσκήσει προσφυγή.
2.
Υφίστανται επίσης σοβαρές ἀντιρρήσεις ἐπί τοῦ παραδεκτοί) τῆς προσφυγής, καθ' ὅσον, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 173 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ἀμφισβητούμενο μέτρο πρέπει νά άφορα άμεσα φυσικά ἡ νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Σχετικώς, τό καθοριστικό στοιχείο είναι ὅτι οἱ ποσοστώσεις ἐπί τῆς παραγωγής, οἱ όποιες έχουν σημασία ἐν συνδυασμῶ μέ τήν ποσότητα παραγωγής καί, κατ' αυτό τόν τρόπο, γιά τίς διατάξεις περί τῶν συνεισφορών πού θεσπίζονται μέ τό άρθρο 28, δέν έχουν μονίμως καθορισθεί γιά τίς ἐπί μέρους επιχειρήσεις στόν ἴδιο κανονισμό, ὅπως συνέβαινε βάσει τῶν προγενεστέρων διατάξεων, ὅπως στόν κανονισμό 387/81, ὅπού οἱ βασικές ποσοστώσεις πού ἐφαρμόζοντο γιά κάθε επιχείρηση, εἶχαν καθορισθεί στό παράρτημα τοῦ ἰδιου κανονισμοί).
Τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ 1785/81 καθορίζει πράγματι βασικές ποσότητες Α καί βασικές ποσότητες Β γιά την ἰσογλυκόζη ἀναλόγως τῶν χωρών καί ὁρίζει ὅτι τά κράτη μέλη παρέχουν μία ποσόστωση Α καί μία ποσόστωση Β σέ κάθε επιχείρηση εγκατεστημένη στό έδαφός τους, εἴτε έλαβε, κατά την περίοδο ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1980 μέχρι 30ης 'Ιουνίου 1981, μία βασική ποσόστωση, ὅπως ὁρίζεται στόν κανονισμό 1111/77 (ΕΕ, εἰδ. ἔκδ. 03/018, σ. 86), εἴτε, ὅσον άφορᾶ τήν Ἑλλάδα, παρήγαγε ἰσογλυκόζη κατά τήν περίοδο αυτή.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ βασική ποσόστωση Α πού ὁρίζεται γιά τήν Γαλλία εἶναι ἴση μέ τήν βασική ποσόστωση τοῦ μοναδικοῦ παραγωγοῦ ἰσογλυκόζης στην Γαλλία, δηλαδή τῆς προσφευγούσης. Είναι ἐπίσης ἀλήθεια ὅτι τό άρθρο 24, παράγραφος 3, ὁρίζει ρητῶς ὅτι:
«Ή ποσόστωση Α κάθε ... βιομηχανίας ἰσογλυκόζης εἶναι ἴση μέ τή βασική ποσόστωση πού τῆς χορηγήθηκε γιά τήν περίοδο ἀπό τήν 1η 'Ιουλίου 1980 έως τίς 30 'Ιουνίου 1981.»
καί ὅτι τό άρθρο 24, παράγραφος 5, ὁρίζει ὅτι:
«Ἡ ποσόστωση Β κάθε επιχειρήσεως παράγωγοῦ ἰσογλυκόζης εἶναι ἴση πρός τό 23,55 % τῆς ποσοστώσεως τῆς Α ὁριζομενης, σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 3, πρῶτο ἡ τρίτο ἐδάφιο, κατά περίπτωση.»
Πάντως, τό ἀποφασιστικό στοιχείο συνίσταται στό ὅτι τό άρθρο 25, παράγραφος 2, προβλέπει ὅτι:
«Τά κράτη μέλη δύνανται νά μειώνουν τήν ποσόστωση Α καί τήν ποσόστωση Β κάθε ... βιομηχανίας ἰσογλυκόζης εγκατεστημένης στην ἐπικράτειά τους κατά μία συνολική ποσότητα πού δέν ὑπερβαίνει, γιά τήν περίοδο πού προβλέπεται στό άρθρο 23, παράγραφος 1, τό 10 ο/ο, κατά περίπτωση, τῆς ποσοστώσεως Α ἡ ποσοστώσεως Β πού ὁρίζεται γιά κάθε μία ἀπό αὐτές σύμφωνα μέ τό άρθρο 24.»
Οἱ ἀφαιρούμενες ποσότητες παρέχονται, τότε, ἀπό τά κράτη μέλη, σύμφωνα μέ τό άρθρο 25, παράγραφος 3, σέ μία ἤ περισσότερες επιχειρήσεις πού έτυχαν ἡ μή ποσοστώσεως, ἐγκατεστημένες στην ίδια περιφέρεια (ὅπως ὁρίζεται ἀπό τό άρθρο 24, παράγραφος 2), ὅπού καί οἱ επιχειρήσεις ἀπό τίς όποιες ἀφαιρούνται οἱ ἐν λόγω ποσότητες. Αυτό καταδεικνύει σαφώς ὅτι τά κράτη μέλη εἶναι τώρα εξουσιοδοτημένα καί έχουν επίσης ένα περιθώριο διακριτικής εξουσίας στον καθορισμό τῶν ποσοστώσεων. Ἀκόμη καί ἄν ἡ διακριτική αυτή εξουσία δέν ἠσκήθη κατά τήν περίοδο εμπορίας, κατά τήν οποία ἠσκήθη ἡ προσφυγή καί εἶναι ἴσως πιθανό ὅτι δέν θά ασκηθεί στό προβλεπτό μέλλον (πρέπει νά ὑπομνησθεῖ, πάντως, ὅτι οἱ διατάξεις αυτές Ισχύουν για πέντε έτη), δέν δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι οἱ ποσοστώσεις παραγωγής καθορίσθησαν ἄμεσα στόν κανονισμό, καί ὅτι ὁπωσδήποτε, κατά τόν βαθμό αὐτόν, άφορᾶ άμεσα τήν προσφεύγουσα. Ή ἀπαίτηση περί ἀμεσου ενδιαφέροντος δέν υφίσταται λόγω παρεμβολής τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας πρός όφελος τῶν κρατών μελών μία πανομοιότυπη κατάσταση μέ αὐτήν ἀντιμετωπίσθη στίς υποθέσεις 103-109/78 ( 2 ), στίς όποιες, ἐφ᾽ ὅσον ή χορήγηση καί ἡ μεταβολή τῆς βασικής ποσοστώσεως ζάχαρης πού ἐφαρμόζετο γιά ὁρισμένη περιοχή ἐπαφίετο στό κράτος μέλος, εκρίθη ὅτι μόνο τά συναφή μέτρα πού ἐθέσπισε τό κράτος μέλος, τό όποιο ήταν αρμόδιο ὡς πρός τήν προσφεύγουσα επιχείρηση, ἠδύναντο νά ἀφοροῦν άμεσα τήν επιχείρηση αυτή.
Όρισμένα εἰδικά επιχειρήματα πού προέβαλε ἡ προσφεύγουσα δέν δύνανται, ούτε αυτά, νά μεταβάλουν τό συμπέρασμα αὐτό.
(ι)
Όσον άφορᾶ τίς παρατηρήσεις τῆς ὅτι παρόμοια ρύθμιση — χορήγηση ποσοστώσεων στίς επιχειρήσεις πού ἀρχίζουν παραγωγή — ἐφαρμόζετο βάσει τοῦ προηγουμένου συστήματος καί ἀκόμη ἀνεγνωρίσθη ὅτι τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων ἀφορούσε ἄμεσα τίς υφιστάμενες επιχειρήσεις παραγωγής, δέν εἶναι δύσκολο νά διαπιστωθεί μία βασική διαφορά μεταξύ των δύο συστημάτων. Βάσει τοῦ προηγουμένως εφαρμοζομένου συστήματος ἐδημιουργεῖτο μία κοινοτική εφεδρεία ἀνερχομένη σέ 5 % τοῦ συνόλου τῶν βασικῶν ποσοστώσεων πού εἶχαν καθορισθεί γιά τίς ήδη παράγουσες ἐπιχειρήσεις, ἡ εφεδρεία αυτή ήταν στή διάθεση τοῦ Συμβουλίου καί ὄχι των κρατῶν μελών καί, ἐν πάση περιπτώσει, οἱ βασικές ποσοστώσεις γιά τίς υφιστάμενες επιχειρήσεις παρέμενε ἀμετάβλητη. Ἐξ άλλου τώρα, ὁρίζεται ὅτι οἱ ποσοστώσεις γιά τίς ὑφιστάμενες επιχειρήσεις δέν παραμένουν ἀμετάβλητες άλλα δύνανται νά μειώνονται καί ὅτι οἱ ποσότητες, οἱ όποιες καθίστανται κατ' αυτό τόν τρόπο διαθέσιμες, χρησιμοποιούνται γιά τόν καθορισμό ποσοστώσεων γιά επιχειρήσεις πού ἀρχίζουν παραγωγή.
(ιι)
Ἐξ ἴσου άσχετο εἶναι κατ' ἐμέ τό γεγονός, τό όποιο ἀνέφερε ἡ προσφεύγουσα, ὅτι οἱ λεπτομέρειες εφαρμογής τοῦ άρθρου 25 τοῦ κανονισμοῦ 1785/81 δέν έχουν ἀκόμη θεσπισθεί, ὅπως επίσης εἶναι τό γεγονός ὅτι τά μεταβατικά μέτρα, τά ὁποῖα ἐθέσπισε ἡ Ἐπιτροπή μέ τόν κανονισμό 3041/81, τῆς 23ης Όκτωβρίου 1981 (ΕΕ 1981, L 303, σ. 10) ἐθεσπίσθησαν πολύ ἀργά καί, συνεπώς, δέν έφεραν ἀποτέλεσμα. Ή άποψη τῆς προσφεύγουσας ὅτι ή πρόταση κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, της 13ης Νοεμβρίου 1981, στερεῖ οιασδήποτε πρακτικῆς ἀποτελεσματικότητος τίς διατάξεις περί μεταφορᾶς τοῦ ἄρθρου 25 μοῦ φαίνεται επίσης εσφαλμένη.
Ἐν σχέσει μέ τά ζητήματα αυτά δικαιολογημένα τό Συμβούλιο τονίζει τό γεγονός ὅτι τά μέτρα εκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 25, παράγραφος 2, δέν εἶναι ἀπαραίτητα. Ἐν πάση περιπτώσει, κατά τό Συμβούλιο, ἐφ᾿ ὅσον δυνάμει τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ κανονισμού 1785/81, ὁ κανονισμός 3331/74 (ΕΕ, εἰδ. ἔκδ. 03/011, σ. 151) δέν καταργείται στό σύνολό του, οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ τελευταίου αὐτοῦ κανονισμού πρέπει νά θεωροῦνται ὅτι ἀποτελοῦν τίς κατάλληλες διατάξεις εφαρμογῆς. Τό ζήτημα κατά πόσον ὁ κανονισμός 3041/81 τῆς Ἐπιτροπής ἐθεσπίσθη πολύ ἀργά καί έτσι δέν ἠδύνατο νά έχει ἀποτέλεσμα ἐν σχέσει μέ τήν περίοδο εμπορίας πού ήδη εἶχε ἀρχίσει εἶναι άσχετο, διότι τό ὑπό κρίση ἐν προκειμένω άρθρο 25 ισχύει γιά περίοδο πέντε ετών. Τό σχέδιο κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπής, τό όποιο ἀνέφερε ἡ προσφεύγουσα, είναι άσχετο, διότι ἀναφέρεται στίς διατάξεις περί μεταφοράς τοῦ ἄρθρου 25, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 1785/81, άλλά ὄχι στην εφαρμογή τῶν λοιπών διατάξεων τοῦ ἄρθρου 25.
Ἐφ' ὅσον στό ὑπό κρίση ζήτημα ἐν προκειμένω τό μόνο σημαντικό στοιχείο εἶναι ή νομοθετική φύση τοῦ κανονισμού 1785/81 καί ὄχι ὁ υψηλότερος ἡ μεγαλύτερος βαθμός πιθανότητος ὅτι ἡ κατάσταση τῆς ἰσογλυκόζης θά μεταβληθεί κατά τήν περίοδο ισχύος τοῦ κανονισμού, τό σύστημα ποσοστώσεων δέν άφορᾶ άμεσα τήν προσφεύγουσα ὡς ἐκ τούτου, δέν δύναται νά ἀμφισβητήσει τό σύστημα συνεισφορών πού στηρίζεται σ᾿ αυτό.
3.
Θά ήταν, επομένως, δυνατό νά μήν εξετάσω τόν τρίτο λόγο ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγής.
Ἀλλά καί ὁ λόγος αυτός είναι βάσιμος. Σχετικώς τό Συμβούλιο ἐτόνισε ὅτι ἡ προσφεύγουσα δέν προέβαλε ισχυρισμούς πού να ἀμφισβητούν τήν αἰτιολόγηση τῶν συνεισφορών ἐπί τῆς παραγωγής ἰσογλυκόζης ὡς μέσο ὀργανώσεως τῆς ἀγορᾶς, καί αυτό, μολονότι υπεστήριξε τήν άποψη ὅτι τό Συμβούλιο, δυνάμει τῆς ἀποφάσεως του τῆς
21ης Ἀπριλίου 1970, δέν έπρεπε νά διαθέσει τά έσοδα πού προέρχονται ἀπό τίς συνεισφορές ὡς κοινοτικό ἴδιο πόρο χωρίς νά ἀκολουθήσει τήν διαδικασία τοῦ άρθρου 201 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. “Αν τό επιχείρημα της προσφευγούσης ήταν ὀρθό δέν θά εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀπαλλαγή τῆς ἀπό τήν συνεισφορά” στην καλύτερη περίπτωση ή συνέπεια θά ήταν ὅτι τά έσοδα δεν θά διετίθεντο γιά τόν κοινοτικό προϋπολογισμό. Ὁπωσδήποτε, ἀπό αυτό καθίσταται σαφές ὅτι ἡ προσφεύγουσα δέν δύναται νά ισχυρισθεί ὅτι έχει συμφέρον πού πρέπει νά τύχει έννόμου προστασίας καί ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἡ προσφυγή, μή ἐρειδομένη ἐπί οιουδήποτε άλλου λόγου, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀπαράδεκτη καί πρός αυτόν τόν λόγο.
Ή προσφεύγουσα άπαντᾶ στό επιχείρημα αυτό ἀναφερομένη στον επιδιωκόμενο μέ τήν συνεισφορά σκοπό, ήτοι τήν κάλυψη των ζημιών πού προκύπτουν ἀπό τήν χρηματοδότηση τῶν εξαγωγών τῶν πλεονασμάτων ζάχαρης. Κατά τήν προσφεύγουσα, ὁ σκοπός αυτός δύναται νά εκπληρωθεί μόνο ἄν τά έσοδα ἀπό τίς συνεισφορές χρησιμοποιηθοῦν ὡς ἴδιοι πόροι ὑπό τήν έννοια τῆς ἀποφάσεως τῆς 21ης Ἀπριλίου 1970, άλλά ὄχι ἄν περιέλθουν στους προϋπολογισμούς τῶν κρατών μελών. Όπωσδήποτε ἡ ὀρθή διάθεση τους στόν προϋπολογισμό εἶναι ἀποφασιστική. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ επιβολή τῶν συνεισφορών δέν εἶναι επιτρεπτή ἐφ᾽ ὅσον δέν υφίσταται διάταξη, σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται γιά τόν σκοπό αυτόν, μέ τήν ὁποία ἡ Κοινότητα δύναται νά κάμει χρήση τῶν ἐσόδων ὡς Ιδίων πόρων.
Όσον άφορᾶ τό ζήτημα αυτό, τό πρώτο σημείο πού πρέπει νά σημειωθεί εἶναι ὅτι ὁ κανονισμός 1785/81 εἰσάγει μία σημαντική καινοτομία, κατά τό μέτρο, πού δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ — ὅπως προκύπτει άπό τήν 11η αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου καί ἀπό τό άρθρο 28 — οἱ παραγωγοί ζάχαρης καί ἰσογλυκόζης φέρουν τό βάρος τῆς συνολικής χρηματοοοτήαεως τῶν ζημιών ἀπό τίς ἐξαγωγές. Οί συνεισφορές ἐπί τῆς παραγωγής πού καταβάλλονται ἀπ᾽ αυτούς δέν συνιστοῦν, ὅπως κατά τά προηγούμενα έτη, ἁπλώς μία συμμετοχή στό κόστος αυτό, άλλά πρέπει νά καλύπτουν πλήρως τίς ζημίες, κατανεμόμενες ἐν ἀνάγκη σέ περισσότερες περιόδους εμπορίας. Τό Συμβούλιο συνάγει ἐξ αὐτοῦ τό συμπέρασμα ὅτι πρόκειται γιά μέτρα παρεμβάσεως πρός σταθεροποίηση τῶν αγορών, τά όποια ἐθεσπίσθησαν δυνάμει τοῦ άρθρου 43 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί πού τό Δικαστήριο ενέκρινε ήδη μέ τίς ἀποφάσεις του, καί επομένως δέν χρειάζεται οἱ συνεισφορές, οἱ όποιες ἀποτελοῦν μέρος τῶν ἐν λόγω μέτρων καί ἀποβλέπουν σ᾽ ένα εἰδικό σκοπό στό πλαίσιο ὀργανώσεως τῆς ἀγοράς ζάχαρης, νά χαρακτηρισθοῦν ὡς ἴδιοι πόροι ὑπό τήν έννοια τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ὅπως υπογράμμισε ἡ ἴδια ἡ προσφεύγουσα, δέν εἶναι ἐπιτρεπτή ἡ υποχρεωτική ειδική χρησιμοποίηση. Στην πραγματικότητα, τό σύστημα πού ἐδημιουργήθη κατά τόν τρόπο αυτό δύναται επίσης νά λειτουργήσει πλήρως ἄν οἱ συνεισφορές θεωρηθοῦν ὡς ἄλλα έσοδα ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 1, τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου, τῆς 21ης Ἀπριλίου 1970, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, επειδή τά έσοδα αυτά δέν περιέρχονται στόν προϋπολογισμό, ἡ ἀναφερομένη στό άρθρο 2, παράγραφος 2, διαδικασία δέν έχει εφαρμογή. Σχετικώς, καί πρός στήριξη τῆς ἀποφάσεως ὅτι, ὅπως στον γενικό προϋπολογισμό, δύνανται νά δημιουργηθοῦν ὁρισμένα συναφή έσοδα, τό Συμβούλιο δύναται νά επικαλεσθεί τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου πού ἀναφέρεται στην εἰσφορά συνυπευθυνότητος, ἡ ὁποία ἐθεσπίσθη στό πλαίσιο τῆς ὀργανώσεως τῆς ἀγορᾶς στον τομέα τοῦ γάλακτος καί τῶν γαλακτοκομικών προϊόντων (υπόθεση 138/78 ( 3 )). Τό μόνο ἀποφασιστικό στοιχείο στην υπόθεση εκείνη ήταν ὅτι ἀφοροῦσε μέτρο σταθεροποιήσεως τῆς ἀγορᾶς πού εἶναι σύμφωνο πρός τά άρθρα 39 καί 40 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τό όποιο ἐρείδετο νομικώς στό άρθρο 43. Ό γενικός εἰσαγγελεύς Mayras ἀνέφερε σαφώς ὅτι τό άρθρο 201 τῆς συνθήκης ΕΟΚ κατά κανένα τρόπο δέν εμποδίζει τό Συμβούλιο, στό πλαίσιο εἰδικῶν κανόνων καί εἰδικότερα στό πλαίσιο τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής, νά
δημιουργήσει ιδίους πόρους τῆς φύσεως αυτής. Σχετικῶς, τό Συμβούλιο ἐστηρίχθη στην ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 66/80 ( 4 ) πού ἀφοροῦσε την σύσταση εγγυήσεων ἐν σχέσει μέ τήν υποχρέωση ἀγορᾶς ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη. Οἱ καταπίπτουσες εγγυήσεις ἐχρησιμοποιοῦντο προς μείωση τῶν εξόδων παρεμβάσεως στό πλαίσιο τῆς ὀργανώσεως ἀγοράς στον τομέα τοῦ γάλακτος καί τῶν γαλακτοκομικῶν προϊόντων. Μέ τήν ἀπόφαση εκρίθη ὅτι τό μέτρο ἐρείδετο στό άρθρο 43 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί ἀνεγνωρίσθη ρητώς ὅτι τά ἐν λόγω ποσά συνιστοῦσαν ἰδίους κοινοτικούς πόρους ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 1, τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης Ἀπριλίου 1970. Ἐπιπροσθέτως, τό Συμβούλιο ἠδύνατο επίσης — καί αὐτό ἐπιδρά καί ἐπί τοῦ ζητήματος τοῦ επαρκούς έννόμου συμφέροντος ασκήσεως τῆς προσφυγής — νά υποστηρίξει ὅτι, ἀκόμη καί ἄν ἡ πρόταση τῆς προσφευγοὐσης ἐγένετο δεκτή καί ἐλαμβάνετο ὡς δεδομένο ὅτι παρανόμως ἐδημιουργήθησαν ἴδιοι κοινοτικοί πόροι, τό ἀποτέλεσμα δέν θά ήταν, υποχρεωτικά, ὅτι ἡ επιβολή τῶν συνεισφορών ἐπί τῆς παραγωγής εἶναι παράνομη, καθ' ὅσον είναι δυνατό νά προβλεφθοῦν ἄλλες τεχνικές προϋπολογισμοῦ πού θά καθιστοῦσαν δυνατή τήν επίτευξη τοῦ επιδιωκομένου σκοποῦ, χωρίς τήν συμμετοχή τῶν Κοινοτήτων στά έξοδα διαθέσεως τῶν ἀποθεμάτων. Ἐτσι, εἶναι νοητό, ἄν οἱ συνεισφορές ἐπί τῆς παραγωγής έπρεπε νά περιέλθουν στους εθνικούς προϋπολογισμούς, ὅτι συμπληρωματικά έσοδα δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 1, τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης Ἀπριλίου 1970, θά ἠδύναντο νά αναπληρώσουν τίς συνεισφορές ἡ εἶναι επίσης νοητό ἡ Κοι-νότης νά ἀναλάβει προσωρινώς, επιβαρύνοντας τόν γενικό τῆς προϋπολογισμό, τά έξοδα πού προκύπτουν μέχρι τῆς επικυρώσεως ἀπό τά εθνικά κοινοβούλια.
Κατά τήν γνώμη μου, οἱ σκέψεις αυτές δικαιολογοῦν τό συμπέρασμα ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τήν διάθεση στον προϋπολογισμό τῶν συνεισφορών ἐπί τῆς παραγωγής, ή προσφεύγουσα δέν έχει έννομο συμφέρον πόος άσκηση τῆς προσφυγής καί, ως ἐκ τούτου, ἡ προσφυγή εἶναι καί γιά τόν λόγο αυτό ἀπαράδεκτη.
ΙΙ — Ἐπί τῆς ουσίας Κατόπιν τοῦ ἀναμφίβολου ἀποτελέσματος στό όποιο ὁδηγεί ἡ εξέταση τοῦ ζητήματος τοῦ παραδεκτοῦ, θά περιορισθώ επικουρικώς σέ μερικές πολύ σύντομες παρατηρήσεις ὡς πρός τό βάσιμο τῆς προσφυγής.
Ή προσφεύγουσα — ἰδίως κατά τήν προφορική διαδικασία — προσεπάθησε νά ἀποδείξει, βάσει τοῦ προϋπολογισμού τοῦ 1982, ὅτι οἱ συνεισφορές ἐπί τῆς παραγωγής ἰσογλυκόζης, καθώς καί ἐπί τῆς ζάχαρης, πρέπει νά θεωρηθούν ὡς ίδιοι πόροι ὑπό τήν έννοια τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου καί προσπάθησε, βάσει διαφόρων σκέψεων, νά καταδείξει ὅτι τό Συμβούλιο εἶναι ἀρμόδιο νά διαθέσει κατ' αυτόν τόν τρόπο μόνο τίς συνεισφορές ἐπί τῆς παραγωγής ζάχαρης καί ὄχι τίς συνεισφορές ἐπί τῆς ἰσογλυκόζης, επειδή οἱ τελευταίες, ἀπό νομική άποψη, δέν περιε-λαμβάνοντο στην ὀργάνωση ἀγορών τῆς ζάχαρης κατά τόν χρόνο λήψεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τόν Ἀπρίλιο 1970. Κατ' ἐμέ, συγκρινόμενη μέ τίς υποθέσεις 108 καί 110/81 ἡ παρούσα υπόθεση δέν ἐνεφάνισε νέα ἀποφασιστικά επιχειρήματα ή πραγματικά περιστατικά έκτός τοῦ ὅτι ή ἰσογλυκόζη, κατόπιν τῆς θεσπίσεως τοῦ κανονισμοῦ 1785/81, τώρα περιλαμβάνεται σαφώς στην ὀργάνωση ἀγοράς στόν τομέα τῆς ζάχαρης. Ὡς ἐκ τούτου, ὅσον άφορα τήν ὀρθή ερμηνεία τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης Ἀπριλίου 1970, ἀναφέρομαι στην ἀνάλυση πού περιέχεται στίς προτάσεις μου ἐπί τῶν υποθέσεων αυτών καί ἀναφέρω ἀπλώς ὅτι, κατά τήν άποψη μου, ἡ θέσπιση συνεισφορών ἐπί τῆς παραγωγής ἰσογλυκόζης δέν συνιστά παράβαση τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 21ης Ἀπριλίου 1970, ἀκόμη κι ἄν γίνει δεκτό ὅτι τά έσοδα, τά όποια προέρχονται ἀπό τίς ἐν λόγω συνεισφορές, πρέπει νά θεωρηθούν ὡς ίδιοι πόροι ὑπό τήν έννοια τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου.
Ἔτσι, ἀκόμη κι ἄν, ἀντιθέτως πρός τίς ἀπόψεις μου, ἡ προσφυγή γίνει δεκτή, σέ καμμία περίπτωση ὁ κανονισμός 1785/81 δέν δύναται νά ἀναγνωρισθεί άκυρος ἐν μέρει, ούτε κατά τό μέτρο πού θεσπίζει σύστημα συνεισφορών γιά τους παραγωγούς ἰσογλυκόζης (ἐφ' ὅσον γιά τό σύστημα ποσοστώσεων δέν προεβλήθησαν ἰδιαίτερα επιχειρήματα).
III — Ὡς ἐκ τούτου, ἐν συμπεράσματι, προτείνω ἡ προσφυγή τῆς ἐπιχειρήσεως Roquette Frères νά ἀπορριφθεί ὡς ἀπαράδεκτη καί, επικουρικῶς, ὡς ἀβάσιμη, ή δέ προσφεύγουσα νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Ἀπόφαση τῆς 18ης Ἰανουαρίου 1979 στίς συνεκδι-κασδεῖσες ὑποθέσεις 103-109/78, Société des Usines de Beauport κατά Συμβουλίου, Slg. 1979, σ. 17.
( 3 ) Ἀπόφαση τῆς 21ης Φεβρουαρίου 1979 στήν υπόθεση 138/78 Stölting κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, Slg. 1979, σ. 713.
( 4 ) Ἀπόφαση τῆς 13ης Μαΐου 1981 στήν υπόθεση 66/80 SpA International Chemical Corporation κατά Amministrazione delle Finanze dello Stato, Συλλογή 1981, σ. 1191.
Full & Egal Universal Law Academy