ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Η δίκη στην οποία αναφέρονται σήμερα οι προτάσεις μου, αφορά την κανονιστική ρύθμιση περί ποσοστώσεων χάλυβα, όπως αυτή θεσπίστηκε — μετά τη λήξη της ισχύος της αποφάσεως αριθ. 2794/80 (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 50) — με την απόφαση αριθ. 1831/81 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180 της 1. 7. 1981, σ. 1 και επ.). Η απόφαση αυτή, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1981 με διάρκεια ισχύος από 1ης Ιουλίου 1981 μέχρι 30ής Ιουνίου 1982, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε επανειλημμένα, δηλαδή με την απόφαση αριθ. 1832/81, που τέθηκε σε ισχύ στις 4 Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184, της 4. 7. 1981, σ. 1 και επ.), με την απόφαση αριθ. 2804/81, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1981 (ΕΕ L 278 της 1. 10. 1981, σ. 1 και επ.), καθώς και με την απόφαση αριθ. 533/82, που τέθηκε σε ισχύ στις 9 Μαρτίου 1982 (ΕΕ L 65 της 9. 3. 1982, σ. 6 και επ.).
Δεν πρόκειται να αναπτύξω εδώ με λεπτομέρειες το περιεχόμενο της νέας ρυθμίσεως. Αρκεί, για την παρούσα δίκη να υπενθυμίσω με συντομία τα εξής.
Στην απόφαση δεν γίνεται πλέον λόγος για τέσσερις ομάδες προϊόντων, αλλά αναφέρονται ακόμη οι ομάδες V και VI που περιλαμβάνονταν πριν στην ομάδα IV. Η απόφαση δεν προβλέπει πλέον ποσοστώσεις παραγωγής για τον ακατέργαστο χάλυβα παρά μόνο σε ό,τι αφορά τις προαναφερθείσες ομάδες προϊόντων, για ορισμένα από τα προϊόντα που εμπίπτουν σ'αυτές, δεδομένου ότι οι σημαντικότεροι παραγωγοί χάλυβα είχαν, εξάλλου, αποφασίσει εκούσιο περιορισμό της παραγωγής τους.
Η ομάδα Ι — η οποία και μόνο ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση — διακρίνεται στο εξής στις ομάδες α έως δ. Η ομάδα α περιλαμβάνει τόσο τα προπροϊόντα φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως και ελασματοποιηθέντα εν θερμώ φύλλα, καθώς και ορισμένα παράγωγα προϊόντα στις ομάδες 6 έως δ αναφέρονται μόνο παράγωγα προϊόντα που δεν είχαν περιληφθεί στην απόφαση αριθ. 2794/80. Σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 1831/81 έπρεπε να καθοριστούν ποσοστώσεις για τα προϊόντα που υπάγονται στις ομάδες αυτές.
Μια σημαντική καινοτομία ήταν η νέα μέθοδος υπολογισμού της παραγωγής αναφοράς της ομάδας Ι. Προς το σκοπό αυτό, κατά την απόφαση αριθ. 1831/81 σημασία έχουν δύο ποσά, από τα οποία εξάγεται ο αριθμητικός μέσος όρος. Το πρώτο ποσό αντιστοιχεί στον αριθμητικό μέσο όρο της παραγωγής τριών χρονικών περιόδων: του έτους 1974, των δώδεκα ημερολογιακών μηνών μεταξύ Ιουλίου 1977 και Ιουνίου 1980, κατά τη διάρκεια των οποίων το άθροισμα της παραγωγής των ομάδων Ι έως IV των ελασματοποιηθέντων προϊόντων, όπως καθορίζονται στο άρθρο 2 της αποφάσεως αριθ. 2794/80, ήταν το υψηλότερο και των δώδεκα μηνών από τον Ιούλιο 1979 έως τον Ιούνιο 1980. Το δεύτερο ποσό είναι η ετήσια ποσότητα αναφοράς που προκύπτει από τις ποσοστώσεις παραγωγής που έχουν χορηγηθεί στο πλαίσιο της αποφάσεως αριθ. 2794/80 για το τέταρτο τρίμηνο του 1980 και το πρώτο τρίμηνο 1981 με συνυπολογισμό και των προσαρμογών που έχουν γίνει. Έτσι, από τις ποσοστώσεις παραγωγής καθορίζεται εκ νέου η παραγωγή αναφοράς (ως προς τις λεπτομέρειες παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση) και γίνεται αντίστοιχος υπολογισμός για το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο 1981.
Ήδη, σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 2794/80, προβλέπονταν όχι μόνο περιορισμοί της παραγωγής, αλλά επίσης ότι μόνο ένα μέρος της περιορισμένης παραγωγής μπορεί να διατεθεί στην Κοινή Αγορά. Ο υπολογισμός του μέρους αυτού δεν αφέθηκε πλέον στους επιχειρηματίες, αλλά έγινε από την Επιτροπή, στον υπολογισμό δε αυτό ελήφθη υπόψη η ποσότητα αναφοράς που έπρεπε να καθοριστεί κατά το άρθρο 8. Έτσι, το άρθρο 9 όριζε ότι η Επιτροπή καθορίζει σε τριμηνιαία βάση τα ποσοστά μειώσεως για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής, καθώς και του τμήματος των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να διατεθεί στην Κοινή Αγορά. Η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 5, καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάθε επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να διατεθεί μέσα στην Κοινή Αγορά και ανακοινώνει, σύμφωνα με το άρθρο 9, σε κάθε επιχείρηση την παραγωγή και τις ποσότητες αναφοράς και το μέρος των ποσοστώσεων που μπορεί να διατεθεί μέσα στην Κοινή Αγορά.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η προσαρμογή της παραγωγής αναφοράς σε περίπτωση εξαιρετικών δυσκολιών δεν γινόταν πλέον κατά τρόπο γενικό, αλλά εξηρτάτο από ορισμένες προϋποθέσεις: σε ό,τι αφορά τις ομάδες Ια έως Ιδ η συνολική παραγωγή αναφοράς έπρεπε να είναι μικρότερη από 1000000 τόνους ετησίως και να αποτελείται τουλάχιστον κατά 75 ο/ο από προϊόντα, των οποίων το ποσοστό μειώσεως να υπερβαίνει το 20 ο/ο. Εξάλλου, η απόφαση αριθ. 533/82 προέβλεψε ειδική ρήτρα επιείκιας για τους παραγωγούς, των οποίων η συνολική παραγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 της αποφάσεως αριθ. 1831/81 δεν υπερέβη ορισμένη ποσότητα και των οποίων η παραγωγή των ομάδων IV, V και VI αντιπροσώπευε ορισμένο τμήμα της συνολικής τους παραγωγής. Για τους παραγωγούς αυτούς ίσχυε για το δεύτερο τρίμηνο του 1982 μικρότερη ποσοστιαία μείωση των ποσοστώσεων παραγωγής και του μέρους των ποσοστώσεων που μπορεί να διατεθεί στην Κοινή Αγορά ως προς τα προϊόντα της ομάδας V.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές καθορίστηκαν με λεπτομέρειες για το τρίτο τρίμηνο του 1981 (αυτό αφορά η παρούσα δίκη) με την απόφαση της Επιτροπής αριθ. 1833/81, της 3ης Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184, της 4. 7. 1981, σ. 6) τα ποσοστά μειώσεων για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής και τα ποσοστά μειώσεως του μέρους των ποσοστώσεων παραγωγής που μπορούν να διατεθούν στην Κοινή Αγορά.
Βάσει των παραπάνω εκδόθηκε ανακοίνωση προς την προσφεύγουσα, στις 28 Ιουλίου 1981, κατά την έννοια του άρθρου 9 της αποφάσεως αριθ. 1831/81, σε ό,τι αφορά τις ομάδες Ια, 16 και Ιγ, από την οποία ήταν δυνατό να συναχθούν οι εφαρμοστέες για το τρίτο τρίμηνο 1981 παραγωγές και ποσότητες αναφοράς, καθώς και οι ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων που μπορούσε να διατεθεί στην Κοινή Αγορά. Τα μεγέθη αυτά διορθώθηκαν, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της προσφεύγουσας, με ανακοίνωση της Επιτροπής, της 31ης Αυγούστου 1981: σύμφωνα μ'αυτήν αυξήθηκε η ετήσια παραγωγή αναφοράς της ομάδας Ια με συνυπολογισμό μιας μηνιαίας παραγωγής, η οποία από αβλεψία δεν είχε ληφθεί υπόψη πράγμα που είχε ως συνέπεια ελάχιστη αύξηση των ποσοστώσεων παραγωγής για τα προϊόντα της ομάδας Ια.
Λόγω αυτών των ανακοινώσεων η επιχείρηση Klöckner προσέφυγε στο Δικαστήριο στις 8 Σεπτεμβρίου 1981 και προέβαλε τα ακόλουθα αιτήματα:
«1.
Να κηρύξει άκυρες τις αποφάσεις της 28ης Ιουλίου και 31ης Αυγούστου 1981
2.
επικουρικώς:
α)
να ακυρώσει τις ποσοστώσεις που καθορίστηκαν, καθόσον είναι μικρότερες από ορισμένα μεγέθη ως προς τις ομάδες παραγωγής Ια και 16, ενώ στην απάντηση αναφέρονταν ελαφρώς μεγαλύτεροι αριθμοί ·
6)
να ακυρώσει την ποσόστωση παραγωγής της κατηγορίας Ια καθόσον περιλαμβάνει τις λαμαρίνες
ψυχρής ελάσεως πάχους μεγαλύτερου των 3 χιλιοστών
γ)
να ακυρώσει τις ποσοστώσεις παραγωγής, καθόσον, όπως αποδεικνύεται, η παραγωγή προορίζεται για τρίτες χώρες
δ)
να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, καθόσον καθορίζουν ένα μέρος της ποσοστώσεως παραγωγής που μπορεί να παραδοθεί στην Κοινή Αγορά.»
Η Επιτροπή θεωρεί απαράδεκτα τα επικουρικά αιτήματα 2 α) και γ), αβάσιμα δε το κύριο αίτημα και τα επικουρικά αιτήματα 2 β) και δ).
Η προσφεύγουσα, αφού ανέφερε ότι με την απόφαση αριθ. 2804/81 διορθώθηκε ένα τυπικό λάθος της αποφάσεως αριθ. 1831/81, θέτοντας στο άρθρο 1, εδάφιο 2, πέμπτη περίπτωση πριν από τις λέξεις «λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως 3mm και άνω» τις λέξεις «φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως για την παραγωγή ...» υποστηρίζει στην απάντηση της ότι το κύριο ζήτημα έχει ήδη λυθεί και απομένει μόνο η απόφαση περί των δικαστικών εξόδων, η οποία σαφώς, όπως υποστήριξε και κατά την προφορική διαδικασία, πρέπει να είναι σε βάρος της Επιτροπής.
Η άποψη μου επί της διαφοράς αυτής είναι η ακόλουθη.
Α — Ως προς το κύριο αίτημα
Προς στήριξη του προβάλλονται τέσσερις κατηγορίες αιτιάσεων:
—
παράλειψη εξασφαλίσεως του ελαχίστου βαθμού εκμεταλλεύσεως της δυναμικότητας παραγωγής της προσφεύγουσας, όπως επιτάσσει το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ
—
μη υπολογισμός των επιπτώσεων της απαγορεύσεως των επιδοτήσεων που προβλέπει το άρθρο 4, στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚΑΧ·
—
παράνομη επιβολή ποσοστώσεων παραδόσεως ως προς τις εξαγωγές και την Κοινή Αγορά' καθώς και
—
έλλειψη σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου των υπουργών για τη ρύθμιση των ποσοστώσεων.
Ι — Ως προς τον πρώτο λόyo
Σχετικά πρέπει, πράγματι να γίνει διάκριση μεταξύ τριών σημείων.
1.
Στο δικόγραφο της προσφυγής προβάλλεται κατά κύριο λόγο η αιτίαση ότι από τη γενική απόφαση αριθ. 1831/81 εσφαλμένα ελλείπει διάταξη που να διασφαλίζει στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες μια ελάχιστη απασχόληση, που να αντιστοιχεί στην ελάχιστη εκμετάλλευση της πραγματικής τους παραγωγικής δυναμικότητας μάλιστα ανάλογα με το μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως όλων των επιχειρήσεων, όπως αυτός προκύπτει από τις μειωμένες παραγωγές αναφοράς. Η έλλειψη αυτή αντιβαίνει προς το άρθρο 58, παράγραφος 2 το οποίο επιτάσσει τη διατήρηση των θέσων εργασίας με ανάλογη απασχόληση της παραγωγικής δυναμικότητας. Η απόφαση αριθ. 1831/81 δεν βρίσκεται, επομένως, σε συμφωνία με τις γενικές αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως αυτές εκφράζονται σε σειρά άρθρων της συνθήκης, καθώς και με τον υπέρτερο σκοπό του άρθρου 2 που είναι η διατήρηση της συνεχούς απασχολήσεως. Εξάλλου, διαφαίνεται μια παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Στην απάντηση της η προσφεύγουσα υποστήριξε επίσης την ανάγκη μιας αντίστοιχης διατάξεως, συνέπεια της οποίας θα ήταν γι' αυτή η χορήγηση υψηλότερων ποσοστώσεων, επικαλούμενη τη γενική αρχή του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ακόμα και σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως διασφαλίζονται στον ενδιαφερόμενο ορισμένα ελάχιστα δικαιώματα. Σε άλλες, εξάλλου, υποθέσεις (311/81 ( 2 ) και 136/82 ( 3 )), η προσφεύγουσα επικαλέστηκε το προαναφερθέν άρθρο 146 που θεσπίστηκε με την απόφαση αριθ. 533/82 και αφορά τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος και ισχυρίστηκε ότι με το άρθρο αυτό η Επιτροπή αναγνώρισε μια αρχή κατά πολύ ευρύτερη από αυτή που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα.
Ως προς την πρώτη αυτή άποψη του πρώτου λόγου, νομίζω ότι δεν είναι πλέον αναγκαίο να εξετάσω τις θέσεις που διατυπώθηκαν. Πράγματι, αφού οι θέσεις αυτές είχαν ήδη εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου — ακόμη και η απάντηση στο πλαίσιο της υποθέσεως 136/82 ( 3 ), που χρονολογείται από τον Ιούνιο 1982 —, εκδόθηκε η απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81 ( 4 ), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί ανάλογης αιτιάσεως. Σχετικά με την άποψη ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει ως βάση για τον καθορισμό των ποσοστώσεων όχι μόνο την πραγματική παραγωγή, αλλά επίσης και την ικανότητα παραγωγής, το Δικαστήριο παραπέμπει στα όσα δέχτηκε με την απόφαση 14/81 ( 5 ) σύμφωνα με την οποία το κριτήριο της πραγματικής παραγωγής είναι απόλυτα σύμφωνο με το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, διότι αποφεύγει τις αβεβαιότητες που αναγκαστικά συνεπάγεται η εκτίμηση της ικανότητας παραγωγής και διότι επιτρέπει μείωση της συνολικής παραγωγής χωρίς να μεταβάλλει τη θέση των επί μέρους επιχειρήσεων στην αγορά (σκέψη 28). Περαιτέρω, η Επιτροπή δεν στηρίχτηκε πράγματι στο άρθρο 58, παράγραφος 2, εδάφιο 1, δεύτερη φράση, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη της την απαίτηση να διαφυλαχτούν, όσο είναι δυνατό, οι θέσεις εργασίας, δεδομένου ότι στο πλαίσιο του άρθρου 4, στοιχείο 3 έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο βαθμός εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων παραγωγής της επιχειρήσεως (σκέψη 14). Εξάλλου, το άρθρο 58 δεν επιβάλλει στην Επιτροπή να εξασφαλίσει σε κάθε ατομική επιχείρηση ελάχιστη παραγωγή ούτε έχει σκοπό να διασφαλίσει στις επιχειρήσεις ελάχιστη απασχόληση, ανάλογη προς την ικανότητά τους (σκέψη 13).
Η προσφεύγουσα, με ιδιαίτερο υπόμνημά της, του Αυγούστου 1982, δήλωσε ότι δεν επιμένει στην αιτίαση της ότι η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να διασφαλίσει σε όλες τις επιχειρήσεις ελάχιστη εκμετάλλευση. Περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι είναι αναγκαίο να της χορηγηθεί μια ποσόστωση — που δεν προσδιορίζει πλέον αριθμητικά — που να καθιστά δυνατή την επιβίωση της, επικαλέστηκε δε κατά την προφορική διαδικασία τη νομική έννοια της καταστάσεως ανάγκης. Αυτό, όμως, είναι τελείως διαφορετικό από τις σκέψεις που είχε αρχικά αναπτύξει, επί του θέματος δε αυτού θα επανέλθω αμέσως σε ιδιαίτερη παράγραφο.
Περαιτέρω πρέπει ακόμα να γίνει δεκτό ότι, εφόσον δεν πρόκειται πλέον για τη διασφάλιση ελάχιστης εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων παραγωγής της προσφεύγουσας ανάλογης με το μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως όλων των επιχειρήσεων, δεν υπάρχει κανένας λόγος να εξεταστεί το επίμαχο ζήτημα πόση είναι ακριβώς η διαφορά μεταξύ του βαθμού εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων παραγωγής της προσφεύγουσας και του κοινοτικού μέσου όρου. Εκείνο που έχει σχετικά σημασία είναι το πρόβλημα που αφορά επίσης την υπόθεση 303/81 ( 6 ), αν έχει εκτιμηθεί ορθά η ικανότητα παραγωγής του ελασματουργείου II της προσφεύγουσας ή αν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ικανότητα παραγωγής του ελασματουργείου Ι. Εξάλλου, μετά τη μεταβολή των λόγων της προσφυγής είναι σαφές ότι και το επικουρικό αίτημα 2α, το οποίο προφανώς στηρίζεται στην αρχική άποψη της προσφεύγουσας και το οποίο αναφέρεται στον τρόπο, με τον οποίο πρέπει να υπολογιστούν οι ελάχιστες ποσοστώσεις ανάλογα με την εκτιμηθείσα ικανότητα παραγωγής, κατέστη χωρίς αντικείμενο.
2.
Ως προς το επιχείρημα της καταστάσεως ανάγκης, στο οποίο πρόκειται τώρα να αναφερθώ, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το νέο σύστημα ποσοστώσεων είχε ως συνέπεια να χορηγηθούν στην επιχείρηση της — μεταξύ άλλων και λόγω του ότι οι προσαρμογές των παραγωγών αναφοράς βάσει της αποφάσεως αριθ. 2794/80 έγιναν σε πολύ περιορισμένη κλίμακα — τόσο μικρές ποσοστώσεις ώστε να απειλείται η ύπαρξη της. Τον ισχυρισμό αυτό προσπάθησε να αποδείξει κεκλεισμένων των θυρών κατά την προφορική διαδικασία. Η προσφεύγουσα αναφέρθηκε — δεν θα παραθέσω αριθμούς για τον προαναφερθέντα λόγο — στη γνωμάτευση μιας εταιρείας λογιστικού ελέγχου, από την οποία προκύπτουν οι τεράστιες συμπληρωματικές απώλειες που θα υφίστατο αν τηρούσε τις ποσοστώσεις παραγωγής που έχουν υπολογιστεί ανάλογα με τον κοινοτικό μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως παραγωγής. Αναφέρθηκε, επίσης, στο ύψος του κεφαλαίου και των αποθεματικών της, στην έλλειψη αφανούς αποθεματικού, στη μορφή του ταμείου της συντάξεων, καθώς και στη διακοπή της λειτουργίας άλλων εγκαταστάσεων του ομίλου. Η προσφεύγουσα, διαπιστώνει — υπ' αυτή την έννοια πρέπει να εκληφθούν οι ισχυρισμοί της — την έλλειψη μιας ρήτρας, κατά τον καθορισμό των ποσοστώσεων, που να καθιστά δυνατή την αύξηση των ποσοστώσεων παραγωγής σε επίπεδο που να αποκλείει τον κίνδυνο καταστροφής συγχρόνων και κατ' ουσία υγειών επιχειρήσεων.
Η Επιτροπή, ως προς αυτά, διατύπωσε αρχικά την άποψη ότι μετά τη μεταβολή της επιχειρηματολογίας υπάρχει προβολήνέου λόγου ο οποίος, δεδομένου ότι έχει προβληθεί όψιμα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ως προς την ουσία των απόψεων της προσφεύγουσας, επικαλείται πρώτα την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 119/81 ( 7 ) σύμφωνα με την οποία κατά τρόπο γενικό και χωρίς περιορισμούς, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει υποχρέωση της Επιτροπής να διασφαλίζει ελάχιστη παραγωγή. Επίσης, αν γίνονταν δεκτά επιχειρήματα σχετικά με την αποδοτικότητα, όπως αυτά που προέβαλε η προσφεύγουσα, αυτό θα υπερέβαινε τις δυνατότητες του συστήματος. Διότι κάθε αύξηση των ποσοστώσεων θα είχε ως συνέπεια τη μείωση των ποσοστώσεων άλλων επιχειρήσεων, οι οποίες έτσι πιθανόν να έμεναν κάτω από το όριο της αποδοτικότητας και με τη σειρά τους να απαιτούσαν αύξηση των ποσοστώσεών τους. Όμως, για την εξυγίανση των επιχειρήσεων μπορούν να χρησιμοποιηθούν άλλα μέσα εκτός από την επιβολή ποσοστώσεων. Σχετικά αναφέρει τη ρύθμιση περί ενισχύσεων που θέσπισε η απόφαση αριθ. 2320/81 (ΕΕ L 228 της 13. 8. 1981, σ. 14), η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να καταβάλλουν επιδοτήσεις σε επιχειρήσεις, με σκοπό την αναδιάρθρωση τους, για μια ορισμένη μεταβατική περίοδο. Τέλος, η Επιτροπή, εκφράζει αμφιβολίες και από πραγματικής απόψεως, για το αν έχει αποδειχθεί ύπαρξη καταστάσεως ανάγκης για την προσφεύγουσα που να οφείλεται ακριβώς στη ρύθμιση ποσοστώσεων: αναφέρεται σχετικά στην έκταση των ζημιών της προσφεύγουσας, οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται πριν από τη θέσπιση του συστήματος ποσοστώσεων, καθώς επίσης, και στο γεγονός ότι η γνωμάτευση που προσκομίστηκε δεν αναφέρεται στις σχέσεις του ομίλου συνολικά, στη δυνατότητα, δηλαδή, αντισταθμίσεως με θετικά αποτελέσματα σε άλλους τομείς της εταιρείας ή με έκτακτα οφέλη.
α)
Κατά την άποψη μου, οι αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς το παραδεκτό δεν ευσταθούν επομένως η νέα επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη αναγκαστικά για το λόγο ότι διατυπώθηκε όψιμα. Πρέπει, πράγματι, να αναγνωριστεί ότι τα ουσιώδη στοιχεία, που προκύπτουν από την προαναφερθείσα γνωμάτευση, έχουν ήδη εκτεθεί στο Δικαστήριο με το δικόγραφο της προσφυγής, όπως πρέπει, επίσης, να γίνει δεκτό ότι η μεταβολή των νομικών συμπερασμάτων που συνάγονται από αυτά δεν απέχουν πολύ από τις αρχικές θέσεις της προσφεύγουσας, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εντελώς νέο ισχυρισμό που δυσχεραίνει την άμυνα της καθής και παρακωλύει τη διαδικασία. Εξάλλου, δεν αποκλείεται από τη νέα επιχειρηματολογία να διαφαίνεται ένας τόσο σημαντικός λόγος ώστε να πρέπει να ληφθεί υπόψη εξ επαγγέλματος.
6)
Περαιτέρω, μπορεί οπωσδήποτε να υποτεθεί ότι το σύστημα ποσοστώσεων συνεπάγεται σοβαρές δυσκολίες για ορισμένες επιχειρήσεις, και μάλιστα κατάσταση ανάγκης που απειλεί την ίδια την ύπαρξη τους, ώστε να φαίνεται αντίθετο προς την πιο στοιχειώδη έννοια δικαιοσύνης να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση. Γι' αυτό το λόγο η απόφαση αριθ. 1831/81, περιέχει τη ρήτρα επιείκειας του άρθρου 14 που αναφέρθηκε στην αρχή και γι' αυτό επίσης προστέθηκαν αργότερα και άλλες ειδικές ρήτρες, όπως με την απόφαση αριθ. 2804/81 το άρθρο 14α — που αφορά την Ελλάδα — και με την απόφαση αριθ. 533/82 το άρθρο 146 που έχει επίσης προαναφερθεί και αφορά τους παραγωγούς ράβδων οπλισμού σκυροδέματος. Το σημαντικό, πάντως, είναι ότι η απόφαση αριθ. 1831/81 αντίθετα με την προγενέστερη της απόφαση αριθ. 2794/80 δεν προβλέπει γενική ρήτρα επιείκειας, έτσι ώστε ορισμένες επιχειρήσεις, όπως η προσφεύγουσα, ως προς τις οποίες δεν συντρέχουν τα αυστηρά κριτήρια των ανωτέρω διατάξεων να μην μπορούν να επωφεληθούν από μια εξαιρετική προσαρμογή των ποσοστώσεων παραγωγής.
Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν σημαντικοί λόγοι που να δικαιολογούν έναν τέτοιο περιορισμό της ρήτρας επιείκειας. Γι' αυτό, δικαιολογημένα μπορεί να γίνει λόγος για σημαντική έλλειψη του νέου συστήματος ποσοστώσεων και ίσως ακόμα — αν και τελικά το ζήτημα αυτό μπορεί να παραμείνει ανοικτό — για παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων, εφόσον επιχειρήσεις ορισμένου μεγέθους και ορισμένου προγράμματος παραγωγής δεν μπορούν να υπολογίζουν σε κανένα bonus παραγωγής σε περίπτωση καταστάσεως ανάγκης.
γ)
Προς το παρόν δεν κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί λεπτομερώς και οριστικά το αν μια γενική ρήτρα επιείκειας, που ενδεχομένως προβλέπει η απόφαση αριθ. 1831/81, μπορεί, πράγματι, να εφαρμοστεί στην περίπτωση της προσφεύγουσας, αν δηλαδή υπάρχει πράγματι ως προς αυτή κατάσταση ανάγκης, κύρια αιτία της οποίας είναι το σύστημα ποσοστώσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας έχουν παρασχεθεί το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί και, επιπλέον, πρέπει σχετικά να υπομνησθοόν ιδίως τα όσα εξέθεσα για την εκτίμηση της πραγματικής ικανότητας παραγωγής της προσφεύγουσας και το βαθμό εκμεταλλεύσεως της σε σύγκριση με το βαθμό εκμεταλλεύσεως άλλων επιχειρήσεων στην υπόθεση 303/81 ( 8 ).
Θεωρώ, συνεπώς, απολύτως δικαιολογημένο να ακυρωθεί η απόφαση περί ποσοστώσεων παραγωγής της προσφεύγουσας με την αιτιολογία ότι το νέο σύστημα ποσοστώσεων κακώς δεν περιλαμβάνει ρήτρα επιείκιας που θα επέτρεπε την άμβλυνση του περιορισμού παραγωγής που της επιβλήθηκε, όπως προφανώς προέβλεπε, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε υπόψη μας, η απόφαση αριθ. 2794/80.
δ)
Εξάλλου, δεν έχω την εντύπωση ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε σχετικώς η Επιτροπή για την άμυνα της είναι απόλυτα πειστικά.
αα)
'Ετσι, επικαλείται, οπωσδήποτε κακώς, την απόφαση επί της υποθέσεως 119/81 ( 9 ). Πράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται εν προκειμένω ότι η φράση της απόφασης που επικαλείται η Επιτροπή, ότι το άρθρο 58 δεν την υποχρεώνει να διασφαλίσει σε κάθε μεμονωμένη επιχείρηση ελάχιστη παραγωγή, διατυπώθηκε κατά την κρίση του συστήματος ποσοστώσεων που θέσπισε η απόφαση αριθ. 2794/80, στο πλαίσιο της οποίας η γενική ρήτρα επιείκειας του άρθρου 14 εξασφάλιζε ελάχιστη απασχόληση, επειδή επρόκειτο για σύγκριση βαθμού εκμεταλλεύσεως με τον κοινοτικό μέσο όρο.
66)
Δεν θεωρώ, επίσης, πειστικούς τους φόβους της Επιτροπής ότι η αποδοχή των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας θα οδηγούσε σε διάλυση το όλο σύστημα. Στην πραγματικότητα το ζήτημα δεν είναι να διασφαλιστεί σε κάθε περίπτωση η αποδοτικότητα των επιχειρήσεων, αλλά η παροχή βοήθειας σε περίπτωση καταστάσεως ανάγκης στην οποία περιήλθαν οι επιχειρήσεις λόγω του συστήματος ποσοστώσεων. Αν, όμως, αυτό φαίνεται αποδεκτό στο πλαίσιο του συστήματος που ίσχυε αρχικά, δεν είναι εύκολα κατανοητό, πώς ανάλογη ρήτρα επιείκειας στο πλαίσιο του συστήματος που θέσπισε η απόφαση αριθ. 1831/81, θα μπορούσε να παραβλάψει την αποδοτικότητά του.
γγ)
Πολύ περισσότερο δεν θεωρώ δικαιολογημένη την επίκληση της ρυθμίσεως περί ενισχύσεων της αποφάσεως αριθ. 2320/81. Η απόφαση αυτή δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη — ανεξάρτητα από το πρόβλημα της υπάρξεως αντίστοιχων μέσων — τη λήψη γενικών μέτρων υποστηρίξεως σε περιπτώσεις καταστάσεως ανάγκης, αλλά αντιθέτως αναφέρεται κυρίως στη χρηματοδότηση μέτρων αναδιαρθρώσεως. Τέτοια, όμως, μέτρα δύσκολα μπορούν να ληφθούν υπόψη στην περίπτωση της προσφεύγουσας διότι — όπως υποστηρίχτηκε χωρίς να αντικρουστεί — είχε, ήδη, από μακρού αναδιαρθρώσει το ελασματουργείο της της Βρέμης σύμφωνα με την κοινοτική πολιτική στον τομέα του χάλυβα.
3.
Το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της προσφεύγουσας — το οποίο, πράγματι, δεν χρειάζεται να εξεταστεί αναλυτικότερα μετά τα όσα αναπτύχθηκαν λόγω της προβολής του επιχειρήματος της προσφεύγουσας για ύπαρξη καταστάσεως ανάγκης — στηρίζεται στη διαπίστωση ότι το σύστημα που θεσπίζει η απόφαση αριθ. 1831/81 σε σύγκριση με το σύστημα της αποφάσεως αριθ. 2794/80 συνεπάγεται τόσο για την προσφεύγουσα όσο και για μια σειρά άλλων επιχειρήσεων σαφή επιδείνωση. Η κριτική που ασκείται εν προκειμένω, αφορά το ότι αυτό έγινε χωρίς επαρκή αιτιολογία.
Πρέπει, σχετικά, να υπομνησθούν τα όσα αναφέρονται στο μέρος που αφορά τα πραγματικά περιστατικά ως προς τον υπολογισμό των παραγωγών αναφοράς βάσει των οποίων καθορίζονται οι ποσοστώσεις παραγωγής. Σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 1831/81 σημασία έχει εδώ ο σχηματισμός ενός αριθμητικού μέσου όρου από διάφορα μεγέθη — σε χονδρές γραμμές: η πραγματική παραγωγή κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου και η παραγωγή αναφοράς σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 2794/80 — γεγονός που έχει προφανώς ως συνέπεια ότι οι προσαρμογές της παραγωγής αναφοράς που γίνονται βάσει της αποφάσεως αριθ. 2794/80, έχουν περιορισμένη μόνο εφαρμογή στο πλαίσιο της αποφάσεως αριθ. 1831/81. Επομένως, δεν χρειάζεται να εξεταστεί λεπτομερώς αν είναι ακριβή τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα. Όπως είναι γνωστό, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι, ενώ ο μέσος βαθμός εκμεταλλεύσεως όλων των ελασματουργείων φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1981 ήταν 52 ο/ο, ο βαθμός εκμεταλλεύσεως του δικού της ελασματουργείου II ήταν 39 % κατά το ανωτέρω τρίμηνο, μετά δε την απόφαση αριθ. 1831/81, κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981, κατά το οποίο ο μέσος βαθμός εκμεταλλεύσεως ήταν 48 % ο δικός της είχε κατέλθει σε 29,6 ο/ο. Είναι, οπωσδήποτε, αναμφισβήτητο ότι τόσο η θέση της προσφεύγουσας όσο και των άλλων επιχειρήσεων σε παρόμοια κατάσταση, επιδεινώθηκε πράγματι μετά την απόφαση αριθ. 1831/81. Η Επιτροπή υποστήριξε σχετικά ότι σκοπός της αποφάσεως αριθ. 1831/81 ήταν να αποδώσει κατά τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο τα αποτελέσματα της παραγωγής, που είχαν οι επιχειρήσεις βάσει της εξελίξεως της αγοράς και να μη λάβει υπόψη τις ιδιαίτερα οξείες φάσεις της οπισθοδρόμησης της παραγωγής. Επιδιώχθηκε ιδίως να διορθωθούν αποκλίσεις από το μέσο επίπεδο παραγωγής, που επήλθαν μέσω ατομικών προσαρμογών των παραγωγών αναφοράς και που ευνόησαν σε ιδιαίτερα μεγάλη έκταση γερμανικές επιχειρήσεις, δηλαδή για την ομάδα προϊόντων 1 έφθασαν ώς 32 %, ενώ για επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών, είτε δεν έγιναν καθόλου αναπροσαρμογές είτε έφθασαν μόλις το 3 %, 5 % ή 15 %. Ετσι, η κατάληξη ήταν ότι επιχειρήσεις, η παραγωγή αναφοράς των οποίων δεν είχε αυξηθεί σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 2794/80, έλαβαν στο πλαίσιο του νέου συστήματος μεγαλύτερη παραγωγή αναφοράς, ενώ άλλες με σημαντική αύξηση, έπρεπε να υπολογίζουν με χαμηλότερη παραγωγή αναφοράς. Έτσι, με τη μερική ανάκληση υπερβολικών οφελη-μάτων άρθηκαν ορισμένες εμφανείς δυσαναλογίες.
Το σημείο αυτό συνιστά προφανώς σημαντική καινοτομία του συστήματος των ποσοστώσεων και όχι απλώς ασήμαντη λεπτομέρεια. Προς τούτο είναι απαραίτητη μια αιτιολόγηση όχι υπό τη μορφή επεξηγήσεως της ατομικής καταστάσεως της προσφεύγουσας — όπως φαίνεται να αντιλαμβάνεται η Επιτροπή την εν λόγω αιτίαση — αλλά υπό τη μορφή δικαιολογήσεως των γενικών επιπτώσεων του νέου συστήματος σε μια σειρά επιχειρήσεων. Παρόμοια όμως αιτιολογία, με τη δέουσα μορφή, δεν φαίνεται πράγματι να υφίσταται. Το μόνο σημείο των αιτιολογικών σκέψεων που αναφέρεται στο θέμα αυτό είναι η τρίτη παράγραφος του 4ου τίτλου που έχει ως εξής:
«Κρίνεται, επίσης, αναγκαίο να καθοριστούν περίοδοι αναφοράς γι' αυτές τις τέσσερις κατηγορίες παραγωγής, στις οποίες λαμβάνονται υπόψη οι ποσοστώσεις και οι προσαρμογές των εν λόγω ποσοστώσεων που έγιναν για την παραγωγή φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως οι οποίες προβλέπονται στην απόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ, καθώς και η πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του συστήματος που εισάγεται με την παρούσα απόφαση.»
Έστω και αν οι απαιτήσεις για την αιτιολόγηση μιας γενικής αποφάσεως δεν πρέπει να είναι τόσο υπερβολικά υψηλές, είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι μόνο η αναφορά στην «πείρα που αποκτήθηκε» συνιστά επαρκή αιτιολογία. Έτσι, το μέρος αυτό της αποφάσεως αριθ. 1831/81 μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομο, επειδή δεν δόθηκε καμία κατάλληλη αιτιολογία για το νέο υπολογισμό της παραγωγής αναφοράς και κατά συνέπεια η ατομική ανακοίνωση περί ποσοστώσεων που απευθύνθηκε στην προσφεύγουσα στερείται νομικής βάσεως, δεδομένου ότι γι' αυτή η παραγωγή αναφοράς συνιστά ουσιώδες στοιχείο.
Ενδεχομένως — και νομίζω ότι αυτό μπορεί να υποστηριχθεί — είναι δυνατό να γίνει ένα ακόμη βήμα και να διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει αντικειμενική δικαιολογία για την ανωτέρω καινοτομία. Η αύξηση της παραγωγής αναφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 4, στοιχείο 3 της αποφάσεως αριθ. 2794/80, η οποία και μόνο ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, θεωρήθηκε τότε ενδεδειγμένη για λόγους καλής οικονομικής διαχειρίσεως, για να έρθουν κατά το δυνατό οι επιχειρήσεις στον κοινοτικό μέσο όρο εκμεταλλεύσεως ώστε να πραγματοποιηθεί έτσι η ιδέα που περιέχεται στο άρθρο 58, η μεγαλύτερη δυνατή διατήρηση θέσεων εργασίας. Σχετική αναφορά υπάρχει στην απόφαση επί της υποθέσεως 119/81 ( 10 ) με την παρατήρηση ότι η Επιτροπή κατά τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη της την επιταγή να διατηρηθούν, όσο είναι δυνατό, οι θέσεις εργασίας, δεδομένου ότι στο πλαίσιο του άρθρου 4, στοιχείο 3 της αποφάσεως αριθ. 2794/80 έλαβε υπόψη της το βαθμό εκμεταλλεύσεως (σκέψη 14). Η απόφαση αριθ. 1831/81, προβλέποντας το σχηματισμό ενός αριθμητικού μέσου όρου, λαμβάνει, πράγματι, πολύ λιγότερο υπόψη της την απαίτηση αυτή. Επιπλέον, οι δυνατότητες αναπροσαρμογής που προβλέπει το άρθρο 14 είναι πολύ περιορισμένες, διότι αφορούν ένα ορισμένο μόνο μέρος της παραγωγής αναφοράς. Κατά συνέπεια — ως προς το πρόβλημα της νοθεύσεως των όρων παραγωγής μέσω κρατικών ενισχύσεων που επίσης δεν ελήφθησαν υπόψη, θα αναφερθώ παρακάτω — μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν το σύστημα της αποφάσεως αριθ. 1831/81 στηρίζεται επί μιας «base équitable» (ευλόγου βάσεως). Είναι δύσκολο να δοθεί στο ερώτημα αυτό θετική απάντηση.
Υπέρ της ακυρώσεως της ανακοίνωσης περί ποσοστώσεων που απευθύνθηκε στην προσφεύγουσα συνηγορεί συνεπώς όχι μόνο το γεγονός ότι για το νέο υπολογισμό της παραγωγής αναφοράς δεν δόθηκε αιτιολογία, αλλά και το γεγονός ότι η απόφαση αριθ. 1831/81 αγνόησε τελείως τη σημαντική επιταγή του άρ9ρου 58, την κατάλληλη δηλαδή διατήρηση των θέσεων εργασίας μέσω της επαρκούς εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής.
II — Ως προς το οεύτερο λόγο
Ως προς το λόγο που αφορά το μη υπολογισμό των συνεπειών τ?/ς απαγορεύσεως των επιοοτήσεων, καθώς και ως προς τους άλλους λόγους, θα αναφερθώ, ενόψει του αποτελέσματος, στο οποίο κατέληξαν οι μέχρι τώρα συλλογισμοί μου, μόνο επικουρικά και με σχετική συντομία.
Δεν χρειάζεται να παρουσιάσω λεπτομερώς την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε σχετικά, επειδή κατά το κύριο μέρος της συμπίπτει με τα όσα αναπτύχθηκαν στην υπόθεση 119/81 1. Συμπληρωματικά η προσφεύγουσα αναφέρθηκε, στην παρούσα υπόθεση, στις επιβαρύνσεις που επέβαλαν οι Η ΠΑ στον εισαγόμενο από την Κοινότητα χάλυβα, κατ' αναλογία των χορηγουμένων επιδοτήσεων, οι οποίες δίνουν την εικόνα της εκτάσεως των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που προκαλούν οι κρατικές ενισχύσεις στην Κοινότητα.
Ως προς τον ισχυρισμό αυτό, νομίζω ότι όλα όσα είναι αναγκαίο να λεχθούν, έχουν ήδη λεχθεί στην απόφαση επί της υποθέσεως 119/81 ( 11 ).
Εκείνο που, πρώτον, συνάγεται απ' αυτή είναι ότι ορισμένα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή προς υπεράσπιση της δεν ευσταθούν. Αυτό αφορά την παραπομπή της στις νέες αποφάσεις περί ενισχύσεων, δηλαδή την απόφαση αριθ. 257/80 (ABI. L 29 της 6. 2. 1980, σ. 5) και στην απόφαση αριθ. 2320/81 που την αντικατέστησε. Πράγματι, ούτε η παραπομπή αυτή, ούτε η αναφορά στις διαδικασίες που προβλέπουν οι εν λόγω αποφάσεις, είναι αποφασιστικές, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα αναφέρεται σε ενισχύσεις οι οποίες από πολλά χρόνια πριν έχουν νοθεύσει τις συνθήκες παραγωγής και οι οποίες πράγματι δεν καλύπτονται από τις ανωτέρω αποφάσεις. Το ίδιο ισχύει και για την άποψη που διατύπωσε η Επιτροπή ότι για τα περιστατικά αυτά σημασία έχει μόνο το άρθρο 88 της συνθήκης ΕΚΑΧ και όχι το άρθρο 58, δεδομένου ότι στην προαναφερθείσα απόφαση τονίζεται ρητά ότι η Επιτροπή κατά τη διαμόρφωση του συστήματος των ποσοστώσεων μπορεί να λάβει υπόψη της καταστάσεις που αντίκεινται προς το άρθρο 4, στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Εξάλλου — και αυτό πρέπει να αντιταχθεί στην προσφεύγουσα — στην εν λόγω απόφαση τονίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται, στο πλαίσιο του άρθρου 58, να λάβει υπόψη της στρεβλώσεις στην αγορά χάλυβα που οφείλονται στην παροχή ενδεχομένως ασυμβίβαστων με τη συνθήκη ενισχύσεων, καθώς και ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί να χρησιμοποιηθούν τα μέτρα αντιμετωπίσεως της κρίσεως βάσει του άρθρου 58, ως διορθωτικό μέσο των επιπτώσεων από τις παράνομες ενισχύσεις που χορηγούν τα κράτη μέλη (σκέψη 19). Η εφαρμογή του άρθρου 58 απαιτεί γρήγορη ενέργεια, η οποία κατ' ανάγκη προϋποθέτει χρησιμοποίηση σχετικά απλών κριτηρίων και συνεπώς είναι ασυμβίβαστο το να λαμβάνονται υπόψη περιστατικά, όπως η χορήγηση κρατικών ενισχύσεων, η εκτίμηση της βαρύτητας των οποίων απαιτεί ιδιαίτερα περίπλοκες έρευνες. Επίσης, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι, από την άποψη αυτή, η κατάσταση κατά τη θέσπιση της αποφάσεως αριθ. 1831/81 ήταν σημαντικά διαφορετική από εκείνη που επικρατούσε κατά τη θέσπιση της αποφάσεως αριθ. 2794/80. Είναι βέβαια σωστό ότι κατά την περίοδο της ισχύος της τελευταίας αποφάσεως υπήρχε πράγματι αρκετός χρόνος για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των επιδοτήσεων. Πρέπει, όμως, επίσης να αναγνωριστεί ότι και το σύστημα ποσοστώσεων της αποφάσεως αριθ. 1831/81 έπρεπε, επίσης, να γίνει σχετικά γρήγορα, διότι διαπιστώθηκε, έστω και αργά, ότι δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί πλήρως η συνέχιση του συστήματος σε εκούσια βάση. Πρέπει, ακόμη, να αναγνωριστεί ότι για να υπολογιστούν σωστά οι επιδοτήσεις, στο πλαίσιο του τροποποιηθέντος συστήματος ήταν απαραίτητες νέες πολύπλοκες έρευνες και υπολογισμοί οι οποίοι δεν ήταν εύκολο να διενεργηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Εξάλλου, στην προαναφερθείσα απόφαση τονίζεται, καταρχήν, ότι με τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη οι επιδοτήσεις κατά τη θέσπιση συστήματος στο πλαίσιο του άρθρου 58, ότι αυτές πρέπει να αποδειχθούν κανονικά σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία. Αυτό δεν έγινε — και προφανώς πρέπει στο σημείο αυτό να ληφθούν υπόψη οι δυνατότητες άμυνας που έχουν τα ενδιαφερόμενα κράτη — κατά τη θέσπιση της αποφάσεως αριθ. 1831/81 και δεν μπορώ να φανταστώ ότι η αιτίαση πως η διαδικασία αυτή δεν περατώθηκε έγκαιρα πριν από την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι οι επιδοτήσεις έπρεπε να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια του συστήματος ποσοστώσεων, έστω και χωρίς να έχουν αποδειχθεί κατά κανονικό τρόπο.
Η αιτίαση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι παράνομες επιδοτήσεις — με την προβολή της οποίας η προσφεύγουσα υπολόγιζε τουλάχιστον στην παροχή ενός bonus στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων προς τις μη επιδοτούμενες επιχειρήσεις — δεν έχει αποφασιστική σημασία ούτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, έστω και αν πρέπει χωρίς αμφιβολία να γίνει δεκτό ότι η έλλειψη αυτή — όπως ήδη έχω τονίσει — ενισχύει την εντύπωση ότι το σύστημα που θέσπισε η απόφαση αριθ. 1831/81 δεν ερείδεται επί μιας «base équitable» (ευλόγου βάσεως).
III — Ως προς τον τρίτο λόγο
Αναφέρομαι στο σημείο αυτό, από κοινού στις αιτιάσεις ότι η παραγωγή περιορίστηκε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, τουλάχιστον εφόσον προοριζόταν για εξαγωγή και ότι η Επιτροπή παράνομα καθόρισε ποσοστώσεις παραδόσεων για την Κοινή Αγορά, δεδομένου ότι κατά την άποψη της προσφεύγουσας υφίσταται στενός μεταξύ τους σύνδεσμος. Αν οι δύο αυτές αιτιάσεις γίνουν δεκτές το συμπέρασμα είναι ότι θα έπρεπε να ήταν διαφορετική η μορφή της γενικής αποφάσεως και διαφορετικός ο καθορισμός των ποσοστώσεων.
1. Περιορισμός των εξαγωγών
Για την προσφεύγουσα είναι σημαντικό το ότι με το γενικό περιορισμό της παραγωγής, όπως προβλέπει η απόφαση αριθ. 1831/81, έμμεσα περιορίστηκαν, επίσης, οι εξαγωγές διότι — εκτός από τα αποθέματα — μπορεί να εξαχθεί μόνο η τρέχουσα παραγωγή που δεν διατίθεται μέσα στην Κοινότητα, δηλαδή, μόνο το υπόλοιπο της επιτρεπόμενης βάσει του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής. Η προσφεύγουσα θεωρεί αυτό ανεπίτρεπτο λόγω των αρχών που διέπουν τη συνθήκη ΕΚΑΧ, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση του εξωτερικού εμπορίου ανήκει στις αρμοδιότητες των κρατών μελών (άρθρο 73). Επικαλείται σχετικά το άρθρο 3, στοιχείο στ) της συνθήκης ΕΚΑΧ, σύμφωνα με το οποίο τα όργανα της Κοινότητας υποχρεούνται να προάγουν την ανάπτυξη των διεθνών συναλλαγών, καθώς και τον κανόνα του άρθρου 61 της συνθήκης ΕΚΑΧ, σύμφωνα με τον οποίο μπορούν — μεταξύ άλλων — να επιβληθούν κατώτατες ή ανώτατες τιμές για την εξαγωγή — υπό ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις — ενώ αντίθετα στο άρθρο 58 δεν γίνεται κανένας λόγος για ανώτατα ποσοτικά όρια εξαγωγής. Η Επιτροπή μπορεί λογικά να επιβάλει ποσοστώσεις μόνο αν έχει τη δυνατότητα να ασκήσει επίδραση και επί των άλλων πηγών προσφοράς στη δεδομένη αγορά, οι οποίες δεν υπάρχουν στις τρίτες χώρες. Το παράλογο της προσπάθειας της Επιτροπής να συμβάλει, σε παγκόσμιο επίπεδο, μέσω των κοινοτικών ποσοστώσεων, στην αποκατάσταση της ισορροπίας στην αγορά τρίτων χωρών — χωρίς εξάλλου να εξασφαλίζεται ένα αντάλλαγμα για την Κοινότητα — φαίνεται παραδειγματικά στην αντίδραση των ΗΠΑ, η οποία κατέστησε αναγκαία τη σύναψη ειδικής συμφωνίας βάσει του άρθρου 95 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Αντ' αυτού, υποστηρίζει η προσφεύγουσα — η οποία εξάλλου διαπιστώνει έλλειψη αιτιολογίας για την επέκταση του συστήματος των ποσοστώσεων και στις εξαγωγές — θα ήταν ορθότερο να διαμορφωθεί το σύστημα των ποσοστώσεων κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθορίζονταν ποσοστώσεις για τις ποσότητες που επρόκειτο να διατεθούν μέσα στην Κοινή Αγορά, δηλαδή για την προβλεπόμενη εσωτερική ζήτηση και να αφαιρεθεί από την πραγματική παραγωγή η ποσότητα, για την οποία θα προσκομίζονταν αποδείξεις ότι είχε εξαχθεί. Ωστόσο, θεωρεί λογικό — λόγω του κινδύνου επανεισαγωγής — να εξαιρεθούν ορισμένα κράτη, όπως η Ελβετία και η Αυστρία ή ίσως όλες οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες, από τη δυνατότητα συνυπολογισμού, ενώ κάτι τέτοιο δεν απαιτείται σε περίπτωση εξαγωγής προς άλλα σημεία του κόσμου, λόγω της καταστάσεως των τιμών και λόγω του κόστους μεταφοράς.
α)
Ως προς τον ισχυρισμό αυτό πρέπει πρώτον να γίνει δεκτό ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί απαράδεκτος επειδή δεν υπήρξε διαμαρτυρία της προσφεύγουσας. Πράγματι, η προσφεύγουσα όχι μόνο πρόβαλε ότι λαμβάνοντας υπόψη της τους ισχύοντες κανόνες ακολούθησε διαφορετική πολιτική παραγωγής, χωρίς να καταβάλει καμία ιδιαίτερη προσπάθεια για προώθηση των πωλήσεών της προς τρίτες χώρες, αλλά ανέφερε ακόμη ότι υπέβαλε αίτηση αυξήσεως των ποσοστώσεων της για το τρίτο τρίμηνο του 1981, λόγω αυξήσεως των εξαγωγών της, αλλά η αίτηση της αυτή απορρίφθηκε το Σεπτέμβριο επειδή δεν προβλεπόταν ρήτρα επιείκειας παρόμοια με εκείνη του άρθρου 14 της αποφάσεως αριθ. 2794/80 που να επιτρέπει τέτοια δυνατότητα.
β)
Εξάλλου, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας είναι οπωσδήποτε πρόσφορη για να καταδειχθεί μια άλλη πλευρά της διατυπώσεως, που έχει ήδη επικριθεί, του άρθρου 14 της αποφάσεως αριθ. 1831/81, διότι δεν επιτρέπει σε επιχειρήσεις ορισμένου μεγέθους να αυξήσουν τις εξαγωγές τους. Αντίθετα, δύσκολα μπορεί να αποδείξει τον παράνομο χαρακτήρα του συστήματος των ποσοστώσεων στο σύνολό του.
αα)
Δεν μπορεί, πράγματι, να μην αναγνωριστεί ότι η εναλλακτική λύση που προτείνει η προσφεύγουσα θα ήταν ενδεχομένως ριζικότερη από το εφαρμοζόμενο σύστημα, δεδομένου ότι με αυτή — αν κατάλαβα καλά — θα έπρεπε να αποκλειστούν πλήρως ot εξαγωγές προς ορισμένες χώρες' δεν μπορεί επομένως να προταθεί για να αποδειχτεί ότι οι επικρινόμενοι έμμεσοι περιορισμοί των εξαγωγών έχουν υπερβολικό χαρακτήρα.
ββ)
Σε ό,τι αφορά τα άλλα επιχειρήματα της προσφεύγουσας δεν κρίνεται απαραίτητο να εξεταστούν λεπτομερώς, εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί σχετικά με το πρόβλημα που μας απασχολεί στην παρούσα υπόθεση, στην απόφαση του επί της υποθέσεως 119/81 ( 12 ), στην οποία η προσφεύγουσα είχε αναπτύξει την ίδια ουσιαστικά επιχειρηματολογία.
Στην απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι, καθόσον ο καθορισμός ποσοστώσεων παραγωγής έχει περιοριστικές επιπτώσεις στις εξαγωγικές δυνατότητες, πρόκειται για αναπόφευκτη συνέπεια της εφαρμογής του συστήματος που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 58 (σκέψη 24). Η κρίση για το κατά πόσο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το εξωτερικό εμπόριο κατά τη θέσπιση των μέτρων που προβλέπει το άρθρο 58 ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, η οποία πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τόσο τις ανάγκες της Κοινότητας σε χάλυβα όσο και τα συμφέρονται της Κοινότητας στις σχέσεις της με τις τρίτες χώρες (σκέψη 25). Τέλος, δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 58 καμία υποχρέωση της Επιτροπής να εξαιρεί από το σύστημα των ποσοστώσεων τις ποσότητες εκείνες της παραγωγής, τις οποίες ορισμένες επιχειρήσεις προορίζουν κατά προτίμηση για εξαγωγή (σκέψη 25).
Όπως σιωπηρώς συνάγεται από τα ανωτέρω, η επίκληση από την προσφεύγουσα του άρθρου 73 της συνθήκης ΕΚΑΧ, του άρθρου 3, στοιχείο στ) — σχετικά με το οποίο, άλλωστε, η προσφεύγουσα παραβλέπει το άρθρο 3, στοιχείο α) — καθώς και του άρθρου 61, είναι χωρίς σημασία, όπως ακριβώς και το γεγονός ότι σε ό,τι αφορά ορισμένες τρίτες χώρες, εκτός από το σύστημα ποσοστώσεων, που ενεργεί απλώς ως γενικός προσανατολισμός, μπορεί να απαιτούνται ιδιαίτερες συμφωνίες.
γγ)
Μια σύντομη ακόμα παρατήρηση σχετικά με την αιτίαση για έλλειψη αινιο-λογ'ιας, η οποία, πράγματι, — για να το πω εξαρχής — δύσκολα εν προκειμένω μου φαίνεται ότι μπορεί να στηριχθεί. Είναι δυνατό να παραμείνει ανοιχτό το θέμα αν αυτά που αναφέρονται ακροθιγώς στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως αριθ. 1831/81 σε σχέση με την έκτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως αριθ. 2794/80 — η οποία διακρίνει μεταξύ παραδόσεων μέσα στην Κοινή Αγορά και παραδόσεων έξω από αυτή — μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκείς για να δικαιολογήσουν την επέκταση του συστήματος των ποσοστώσεων στις εξαγωγές. Πάντως, μπορούν ίσως να γίνουν δεκτά τα όσα υποστήριξε ο συνάδελφός μου VerLoren van Themaat σχετικά με ανάλογο επιχείρημα ήδη στην υπόθεση 119/81 1. Αρκεί σχετικά να αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις η ύπαρξη παγκόσμιας κρίσεως και η αναγνώριση ότι είναι σύμφυτο με το σύστημα των ποσοστώσεων το να έχει επιπτώσεις επί των δυνατοτήτων εξαγωγής. Μπορεί επομένως να λεχθεί ότι η αιτιολογία του συστήματος των ποσοστώσεων ισχύει αυτόματα και ως επαρκής αιτιολογία των πιθανών επιπτώσεων του επί των εξαγωγών.
2. Ποσοστώσεις παραδόσεως για την Κοινή Αγορά
Με τη δεύτερη αιτίαση της στο πλαίσιο του τρίτου λόγου η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι με τη θέσπιση της ρυθμίσεως σχετικά με το μέρος της περιορισμένης παραγωγής που μπορεί να διατεθεί μέσα στην Κοινή Αγορά η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες της, διότι το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ αναφέρεται μόνο στην επιβολή ποσοστώσεων παραγωγής και όχι σε ποσοστώσεις παραδόσεως. Κατά την άποψη της δεν επιτρέπεται να επεκταθεί το άρθρο 58, με επίκληση του σκοπού του σε άλλα από τα προβλεπόμενα μέτρα. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, εφόσον στο πεδίο της συνθήκης ΕΚΑΧ εμπίπτει μόνο ο τομέας της προσφοράς κι αυτός μόνο μερικώς, έτσι ώστε το μόνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι η Επιτροπή με τη βοήθεια του άρθρου 58 μπορεί να ουμβάλει στην αποκατάσταση της εν λόγω ισορροπίας. Ακόμη και αναφορά στην αρχή των «implied powers», (ενυπαρχουσών εξουσιών) για την οποία, σύμφωνα με τη νομολογία συντρέχουν εξαιρετικώς περιοριστικά κριτήρια, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Αυτό, ιδίως, διότι το πρόβλημα των παραδόσεων είχε, πράγματι, θιγεί κατά την επεξεργασία της συνθήκης — συγκεκριμένα στο άρθρο 29 της συμβάσεως περί μεταβατικών διατάξεων, το οποίο εξάλλου ίσχυσε για περιορισμένη μόνο χρονική περίοδο — αλλά τελικά στο άρθρο 58, εντελώς συνειδητά, δεν περιελήφθη καμία σχετική ρύθμιση. 'Ετσι, το σύστημα των ποσοστώσεων έπρεπε ορθότερα να περιοριστεί στον τομέα της παραγωγής και θα έπρεπε — στην περίπτωση που αυτό θα κρινόταν ανεπαρκές — να αντιμετωπιστεί είτε η θέσπιση επικουρικών μέτρων των κρατών μελών, είτε εφαρμογή του άρθρου 95 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
α)
Ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς πρέπει πρώτον να γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρέπει να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της εξετάσεως του θέματος αυτού, όπως συνέβη σε προηγούμενες υποθέσεις. Στην υπόθεση 119/81 ( 13 )η οποία αφορούσε την απόφαση αριθ. 2794/80 δεν κατέστη δυνατή η εξέταση ανάλογης αιτιάσεως για το λόγο ότι κατά τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής, οι οποίες αποτελούσαν τότε το μοναδικό αντικείμενο των ατομικών ανακοινώσεων προς τις επιχειρήσεις, οι ποσοστώσεις παραδόσεως, καθώς και οι κανόνες των άρθρων 7 και 9 της ανωτέρω γενικής αποφάσεως είχαν αποφασιστική σημασία. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί και τώρα το ίδιο, διότι η απόφαση αριθ. 1831/81 είναι διατυπωμένη διαφορετικά: περιορισμό των παραδόσεων δεν προβλέπει πλέον μόνο η γενική απόφαση, αλλά και οι ατομικές δεσμευτικές ανακοινώσεις προς τις επιχειρήσεις. Πρέπει, όμως, να γίνει δεκτό σχετικά ότι αυτές αφορούν τις επιχειρήσεις το ίδιο άμεσα όπως και οι ανακοινώσεις για τις ποσοστώσεις παραγωγής και ότι, επομένως, μπορούν να προσβληθούν άμεσα, κατά τον ίδιο τρόπο, χωρίς να χρειάζεται, πριν υποβληθούν σε δικαστικό έλεγχο, να εκδοθεί απόφαση περί επιβολής προστίμου.
β)
Κατά τη γνώμη μου, πάντως — και τούτο χρειάζεται, επίσης, σύντομη μόνο εξήγηση — η αιτίαση που αναφέρεται στις ποσοστώσεις παραδόσεως είναι το ίδιο απρόσφορη για να καταδείξει τον παράνομο χαρακτήρα του συστήματος των ποσοστώσεων, όσο και η αιτίαση περί ανεπίτρεπτου περιορισμού των εισαγωγών.
αα)
Έχει, ήδη, αποδυναμωθεί ένα σημαντικό και με βαρύνουσα σημασία για την προσφεύγουσα επιχείρημα, ότι δηλαδή ο παράνομος χαρακτήρας της επεκτάσεως του συστήματος των ποσοστώσεων στην παραγωγή που προορίζεται για εξαγωγή δεν δικαιολογεί την ανάγκη περιορισμού των ποσοτήτων που μπορούν να διατεθούν στην Κοινή Αγορά. Αν πράγματι, όπως κατεδείχθη, καλώς θεσπίστηκαν γενικοί περιορισμοί της παραγωγής που περιελάμβαναν και τις εξαγωγές, μια κατανομή τους ανάλογα με το πού πρόκειται να διατεθούν είναι προφανώς απαραίτητη, εφόσον διαφορετικά δεν μπορεί να επιτευχθεί ο σημαντικός σκοπός του συστήματος που είναι η προσαρμογή της προσφοράς προς τη μειωμένη ζήτηση.
66)
Ορθώς, εξάλλου, υποστήριξε η Επιτροπή ότι δεν μπορεί να γίνει, πράγματι, λόγος για «.ποσοστώσεις παραδόσεως», δεδομένου ότι ο περιορισμός αφορά μόνο τις ποσοστώσεις παραγωγής. Πράγματι, δεν περιορίστηκαν οι παραδόσεις από τα αποθέματα, από προηγούμενη δηλαδή παραγωγή, ώστε να μην μπορεί να λεχθεί ότι η Επιτροπή επενέβη στο ύψος των αποθεμάτων.
Ορθώς επίσης, υποστήριξε η Επιτροπή σχετικά με το σημαντικό επιχείρημα που συνήγαγε η προσφεύγουσα από το άρθρο 29 της συμβάσεως περί μεταβατικών διατάξεων, ότι δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η εν λόγω διάταξη δεν αναφέρεται σ' ένα γενικό σύστημα ποσοστώσεων παραδόσεως, αλλά στον περιορισμό της καθαρής αύξησης των παραδόσεων από τη μια περιοχή της Κοινής Αγοράς στην άλλη. Σαφώς διαφορετικές, όμως, είναι οι διατάξεις των άρθρων 5 και 8 της αποφάσεως αριθ. 1831/81, οι οποίες αφορούν απλώς τις παραδόσεις μέσα στην Κοινή αγορά και όχι την κατεύθυνση των ρευμάτων των παραδόσεων μέσα στο χώρο αυτό.
γγ)
Τέλος, δεν τίθεται, κατά τη γνώμη μου, θέμα «implied powers» (ενυπαρχουσων εξουσιών), αλλά πρόκειται, απλώς, για την ορθή και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας εφαρμογή του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Σκοπός του είναι να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την κρίση που είναι συνέπεια της μειώσεως της ζητήσεως, φροντίζοντας να προσαρμοστεί η προσφορά στη ζήτηση. Όταν πρόκειται για γενικό περιορισμό της παραγωγής που περιλαμβάνει και τις εξαγωγές — νόμιμα όπως κατεδείχθη — γίνεται εύκολα αντιληπτό πως μπορεί να υπάρξει κίνδυνος να μην επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, αν σε περίπτωση δυσκολιών διαθέσεως στις τρίτες χώρες η παραγωγή που προορίζεται γι' αυτές, ερχόταν να αυξήσει την προσφορά μέσα στην Κοινή Αγορά. Για να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο αυτό υπάρχουν δύο τρόποι: είτε με μείωση από τις αρχές της παραγωγής αντίστοιχη προς τη μείωση της ζητήσεως στο εξωτερικό είτε η δημιουργία ενός μηχανισμού που να έχει έμμεσα ως συνέπεια ότι οι επιχειρήσεις θα προσαρμόσουν από μόνες τους την παραγωγή τους σε περίπτωση μειώσεως της ζητήσεως στις τρίτες χώρες ώστε να διατηρηθεί σταθερή η συνολική εσωτερική προσφορά. Το τελευταίο αυτό είναι και ο σκοπός της προσβαλλομένης ρυθμίσεως, η αποφυγή δηλαδή, επιβολής υπό των αρχών, σε ορισμένες περιπτώσεις, περαιτέρω περιορισμών της παραγωγής, οι οποίοι βέβαια θα ήταν χωρίς άλλο δυνατό να επιβληθούν.
'Ετσι, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εν λόγω ρύθμιση παραμένει μέσα στα όρια του άρθρου 58, με παράλληλη τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος για επέκταση σε τομείς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της συνθήκης ώστε να ενδείκνυται η διαδικασία του άρθρου 95.
IV — Ως προς τov τελευταίο λόγο
Η προσφεύγουσα διατύπωσε, τέλος, τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει η δέουσα σύμφωνη γνώμη τον Συμβουλίου των υπουργών για το σύστημα των ποσοστώσεων της αποφάσεως αριθ. 1831/81 και, επομένως, ελλείπει το κατάλληλο νόμιμο έρεισμα για την ανακοίνωση που προσβάλλει.
Η αιτίαση αυτή είχε ήδη κάποιο βάρος στην υπόθεση 119/81 ( 14 ), σε σχέση δηλαδή με την απόφαση αριθ. 2794/80. Η προσφεύγουσα είχε τότε κυρίως υποστηρίξει — και τούτο προεβλήθη αρχικά κατά κύριο λόγο και στην παρούσα υπόθεση — ότι δεν αρκεί απλώς η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου για την πρόθεση να θεσπιστεί σύστημα ποσοστώσεων για το «αν» δηλαδή της θεσπίσεως, αλλά ότι η σύμφωνη γνώμη πρέπει να δοθεί για ένα λεπτομερώς διατυπωμένο σχέδιο αποφάσεως, πράγμα που προφανώς δεν έγινε. Αναφέρθηκε κατ' ουσία στην ερμηνεία του άρ9ρου 58, σε ανάλογες διαδικασίες του εθνικού διοικητικού και συνταγματικού δικαίου, καθώς και στην ανάγκη νομιμοποιήσεως της αποφάσεως που θεσπίζει τις ποσοστώσεις, κατά την κοινωνιολογική έννοια του όρου.
Νομίζω ότι κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας η προσφεύγουσα εγκατέλειψε την ακραία αυτή θέση. Η άποψη πάντως αυτή δεν έγινε δεκτή στην απόφαση επί της υποθέσεως 119/81 1, αφού ο συνάδελφος μου VerLoren van Themaat πειστικά αμφισβήτησε το βάσιμό της και μετά από ανάλυση του άρθρου 58 τόνισε ότι έστω και αν απλή σύμφωνη γνώμη για το «αν» πρέπει να θεσπιστεί το σύστημα των ποσοστώσεων δεν αρκεί, σύμφωνη γνώμη για τα κύρια χαρακτηριστικά του αρκεί και αυτό έγινε στην παρούσα διαφορά.
Αν και δεν αμφισβητεί την ύπαρξη της σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου των υπουργών, πράγμα που θα ήταν δύσκολο ενόψει της ανακοινώσεως της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου προς τον τύπο, που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, σχετικά με τη σύνοδο του Συμβουλίου της 4ης και 24ης Ιουνίου 1981, καθώς και της ανακοινώσεως του προέδρου του Συμβουλίου που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα C 196 της 4ης Αυγούστου 1981, σ. 6, σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο παρέσχε στις 4 Ιουνίου 1981 τη σύμφωνη γνώμη που είχε ζητήαει η Επιτροπή, η προσφεύγουσα εξακολουθεί να ζητεί την προσκόμιση όλων των εγγράφων που είχαν υποβληθεί στο Συμβούλιο, των πρακτικών και των μαγνητοταινιών της εν λόγω συνόδου του Συμβουλίου· ισχυρίζεται ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ότι η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου είχε πράγματι το απαιτούμενο περιεχόμενο που καλύπτει όλα τα σημαντικά στοιχεία και ότι δεν ακολούθησε τροποποίηση του σχεδίου της Επιτροπής ως προς τα σημαντικά σημεία κατά παρέκκλιση ενδεχομένως από υποχρεώσεις και προϋποθέσεις που έθεσε το Συμβούλιο.
Δεν υπάρχει κανείς επιτακτικός λόγος να ακολουθήσουμε την προσφεύγουσα ως προς το σημείο αυτό. Είναι γνωστό ότι η Επιτροπή στην αίτηση της, της 22ας Μαΐου 1981, προς το Συμβούλιο, που έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο, όπως και η αίτηση που αφορούσε την απόφαση αριθ. 2794/80, δεν διατυπώνει γενικές μόνο προθέσεις, αλλά εκθέτει όλα τα σημαντικά σημεία του συστήματος. Ορθώς, εξάλλου, τόνισε η Επιτροπή ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να καταδείξει καμία απόκλιση της αποφάσεως από το σχέδιο της Επιτροπής, ούτε προέβαλε κανένα σοβαρό λόγο που να αποδεικνύει ότι σε σημαντικά σημεία δεν υπάρχει συμφωνία. Ωστόσο, εφόσον το Δικαστήριο δέχτηκε σε ανάλογη περίπτωση που αφορούσε την απόφαση αριθ. 2794/80, στην υπόθεση 119/81 ( 15 ), ότι χωρίς αμφιβολία η Επιτροπή απευθύνθηκε στο Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι αυτό έδωσε πράγματι την έγκριση του για τα σχεδιαζόμενα μέτρα που του γνωστοποίησε η Επιτροπή (σκέψη 7) και εφόσον το Δικαστήριο απέρριψε τις σχετικές αιτιάσεις της προσφεύγουσας και το αίτημα της για διεξαγωγή αποδείξεων τονίζοντας ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να θέσει σε αμφιβολία ότι το Συμβούλιο είχε στη διάθεσή του τα απαιτούμενα στοιχεία και ότι έδωσε σαφώς τη συγκατάθεσή του (σκέψη 8), δεν καταλαβαίνω πώς θα ήταν δυνατό να αποφανθεί τώρα διαφορετικά, πολύ περισσότερο που στην παρούσα υπόθεση το γεγονός ότι κανένα κράτος μέλος δεν διατύπωσε επικρίσεις ούτε αναφέρθηκε σε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της από την Επιτροπή, μπορεί να θεωρηθεί ως σημαντική ένδειξη ότι η θέσπιση της αποφάσεως αριθ. 1831/81 ήταν κανονική.
Το ίδιο, εξάλλου, ισχύει όχι μόνο για την απόφαση αριθ. 1831/81, αλλά και για την τροποποιητική απόφαση αριθ. 1832/81. Παρασχέθηκε, σχετικά, η διαβεβαίωση στο Δικαστήριο ότι ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία, η δε προσφεύγουσα δεν προέβαλε επιπλέον κανένα ιδιαίτερο στοιχείο.
Β — Ως προς τα επικουρικά αιτήματα
Για λόγους πληρότητας απαιτούνται ακόμη ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις επί των επικουρικών αιτημάτων που διατυπώθηκαν στην προσφυγή.
Ι —
Ως προς το επικουρικό αίτημα 2α, έχω ήδη αναφέρει ότι προφανώς εγκα-τελήφθη μετά τη μεταβολή του πρώτου λόγου, εφόσον η προσφεύγουσα δεν στηρίζεται πλέον στο μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως των επιχειρήσεων της Κοινότητας προς τον οποίο πρέπει να προσαρμοστεί ο δικός της βαθμός εκμεταλλεύσεως.
Δεν υπάρχει, επομένως, κανένας λόγος να επεκταθώ στα σχετικά προβλήματα. Δεν υπάρχει επίσης κανένας λόγος να ληφθεί υπόψη η σιωπηλή παραίτηση από το αίτημα αυτό, στο πλαίσιο της αποφάσεως για τα δικαστικά έξοδα. Πράγματι, αν γίνει δεκτή η γνώμη μου, θα πρέπει να θεωρηθεί βάσιμο το κύριο αίτημα και να καταδικαστεί η Επιτροπή σε όλα τα δικαστικά έξοδα, εφόσον η προσφεύγουσα νικήσει κατ' ουσία.
II —
Με το επικουρικό αίτημα 26 ζητείται η ακύρωση των ποσοστώσεων παραγωγής της ομάδας Ια εφόσον περιλαμβάνει λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως πάχους μεγαλυτέρου των 3 mm. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει σχετικά ότι το άρθρο 1 της αποφάσεως αριθ. 1831/81 — σύμφωνα με το οποίο στην ομάδα Ια ανήκουν, μεταξύ άλλων, οι «λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως πάχους 3 mm και άνω (σε φύλλα ή σε ρόλους)», αντιβαίνει, εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει ομόφωνα επέκταση του παραρτήματος Ι της συνθήκης ΕΚΑΧ, προς τα άρθρα 81 και 84 της εν λόγω συνθήκης, σε συνδυασμό με το προαναφερθέν παράρτημα Ι, δεδομένου ότι η συνθήκη αφορά μόνο «λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως πάχους μικρότερου των 3 mm».
Η Επιτροπή αντέταξε σχετικά ότι ο αμφισβητούμενος ορισμός διορθώθηκε με την απόφαση 2804/81, της 23ης Σεπτεμβρίου 1981, σύμφωνα με το άρθρο 1, ψηφίο 9 της οποίας, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, 5η περίπτωση της αποφάσεως 1831/81η έκφραση «φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως για παραγωγή ...» έπρεπε να τεθεί πριν από την έκφραση «λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως πάχους 3 mm και άνω». Η προσφεύγουσα δήλωσε σχετικά ότι το σημείο αυτό της διαφοράς έχει ήδη κριθεί και απομένει μόνο η απόφαση για τα δικαστικά έξοδα.
Νομίζω, ωστόσο, ότι το θέμα των δικαστικών εξόδων παρέλκει, διότι το επικουρικό αίτημα οπωσδήποτε στερείται σημασίας. Αν όμως γίνει δεκτό ότι πρέπει να απορριφθεί το κύριο αίτημα, πρέπει να αναγνωριστεί, ως προς το επικουρικό αίτημα 26 ότι η Επιτροπή έδωσε αφορμή στην άσκηση της προσφυγής και ότι πρέπει, επομένως, να σταθμιστεί αν θα της καταλογιστεί μέρος των δικαστικών εξόδων.
III —
Ως προς τα επικουρικά αιτήματα 2y και ô πρέπει, τέλος, να παρατηρηθεί ότι η επιχειρηματολογία που αναφέρεται σ'αυτά — Οπως απέδειξα κατά την εξέταση του κυρίου αιτήματος — δύσκολα μπορεί να 5εωρη9εί ως πειστική. Επομένως, τα αιτήματα, πρέπει, οπωσδήποτε, να απορριφθούν ως αβάσιμα ώστε παρέλκει να εξεταστούν λεπτομερέστερα τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή ως προς το παραδεκτό τους.
Γ — Συνοψίζοντας:
Κατά τη γνώμη μου, μέρος των ισχυρισμών που αναφέρονται στη απόφαση αριθ. 1831/81 είναι βάσιμο. Κατά συνέπεια η απόφαση περί επιβολής ποσοστώσεων που ανακοινώθηκε στην προσφεύγουσα στερείται εύλογης βάσεως και πρέπει, επομένως, να ακυρωθεί. Αν αυτή θα είναι η έκβαση της διαδικασίας 9α πρέπει, εξάλλου, να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Υπόθεση 311/81, Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
( 3 ) Υπόθεση 136/82, Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
( 4 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπό8εση 119/81 — Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συλλογή 1982, σ. 2627.
( 5 ) Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1983, στην υπόθεση 14/81 — Alpha Steel Ltd. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συλλογή 1982, σ. 749.
( 6 ) Υπό8εση 303/81, Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
( 7 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81 — Klückner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συλλογή 1982, σ. 2627.
( 8 ) Υπόθεοη 303/81, Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
( 9 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81 — Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συλλογή 1982, σ. 2627.
( 10 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81 — Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συλλογή 1982, σ. 2627.
( 11 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81 — Klöckncr-Werkc AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συλλογή 1982, σ. 2627.
( 12 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81 — Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συλλογή 1982, σ. 2627.
( 13 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81 — Klöckncr-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συλλογή 1982, σ. 2627.
( 14 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81 — Klöckner-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συλλογή 1982, σ. 2627.
( 15 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81 — Klöcknεr-Werke AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συλλογή 1982, σ. 2627.
Full & Egal Universal Law Academy