ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 27 ΜΑΪΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ἡ προκειμένη υπόθεση άφορᾶ αἴτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως τοῦ Hessischer Verwaltungsgerichtshof. Ή διαδικασία ἐνώπιον τοῦ ἐν λόγω δικαστηρίου ἐκινήθη ἀπό μία γερμανική ἐπιχείρηση, τήν «Edeka». Ή Edeka εἶναι μία μεγάλη επιχείρηση λιανικής πωλήσεως ειδῶν διατροφής καί, μεταξύ τῶν άλλων εμπορικών δραστηριοτήτων της, εισάγει κονσέρβες μανιταριών ἀπό τήν Ταϊβάν καί τήν Νότιο Κορέα. Ή διαφορά πού εκκρεμεί ενώπιον τοῦ παραπέμποντος δικαστηρίου ὀφείλεται στόν ἐν τοῖς πράγμασι ἀποκλεισμό τῶν εισαγωγών κονσερβῶν μανιταριῶν πρός τήν Κοινότητα ἀπό τίς δύο αυτές χώρες τό 1979, καθώς καί, ὅσον άφορᾶ την Ταϊβάν, στον αυστηρό περιορισμό τῶν εισαγωγών γιά τό 1980 ως ἀποτέλεσμα τῶν μέτρων πού έλαβε ἡ 'Επιτροπή πρός ἀποφυγή σοβαρών διαταραχών εντός τῆς κοινοτικής ἀγορᾶς κονσερβών μανιταριών.
Οἱ συνθήκες πού ὡδήγησαν στά μέτρα αυτά εκτίθενται στίς προτάσεις πού ἀνέπτυξα ἐπί τῆς υποθέσεως 52/81 Faust κατά 'Επιτροπῆς, στίς ὁποῖες παραπέμπω χωρίς νά χρειάζεται νά επαναλάβω. 'Επειδή, ὅμως, τά ζητήματα πού ἀνέκυψαν στίς δύο υποθέσεις δέν ταυτίζονται καί επειδή σέ κάθε μία ἀπό τίς δύο ὑποθέσεις προ-εβλήθησαν διαφορετικά επιχειρήματα, θεωρώ ὀρθό, καί περισσότερο εύλογο, έναντι τοῦ παραπέμποντος δικαστηρίου, νά εκθέσω μέ τίς παρούσες προτάσεις τά πραγματικά περιστατικά καί τίς νομοθετικές διατάξεις, ἐπί τῶν ὁποίων στηρίζονται τά επιχειρήματα αυτά, ἀκόμη καί ἄν αυτό συνεπάγεται κάποιες επαναλήψεις.
Τά πραγματικά περιστατικά πού ἀναφέρονται στην ὑπό κρίση υπόθεση, έχουν συνοπτικῶς ὡς έξῆς.
Στίς 3 Ἀπριλίου 1978 υπεγράφη εμπορική συμφωνία μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς Κίνας. Τό άρθρο 3 τῆς συμφωνίας προβλέπει, μεταξύ άλλων, ὅτι τά δύο συμβαλλόμενα μέρη «θά καταβάλλουν κάθε προσπάθεια γιά τήν προώθηση τῆς ἁρμονικῆς ἀναπτύξεως τοῦ μεταξύ τους εμπορίου». 'Η συμφωνία ἐδημοσιεύθη στην Ἐπίσημη 'Εφημερίδα, στίς 11 Μαίου (OJ L 123, σ. 2) καί μετά ἀπό 15 ήμερες ἡ 'Επιτροπή ἐξέδωσε τόν κανονισμό 1102/78 (OJ L 139, σ. 26 τῆς 26ης Μαίου 1978). Τό μέτρο αυτό ἐβασίζετο στό άρθρο 14, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ 516/77 τῆς 14ης Μαρτίου 1977 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ., 03/017, σ. 226), τό όποιο εξουσιοδοτεί τήν 'Επιτροπή νά εκδώσει «τά ἀναγκαία μέτρα» ὅταν υφίσταται ἡ ἀπειλείται σοβαρή διαταραχή τῆς ἀγοράς ἑνός ή περισσοτέρων προϊόντων πού ὑπάγονται στην κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγοράς στόν τομέα τῶν μεταποιημένων ὀπωροκηπευτικών. Τό άρθρο 1, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 1102/78 ἀνέστειλε τήν έκδοση ἀδειων εἰσαγωγῆς κονσερβών μανιταριών. Τό άρθρο 2, παράγραφος 1, εξαιρεί ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ μέτρου αὐτοῦ τά προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών «γιά τίς όποιες ή Ἐπιτροπή ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι σέ θέση νά ἐγγυηθοῦν ὅτι οἱ εξαγωγές τους πρός τήν Κοινότητα δέν θά υπερβούν μία ὁρισμένη ποσότητα, εγκεκριμένη ἀπό τήν Επιτροπή». Τό άρθρο 3 ὁρίζει ὅτι ἡ Κίνα «εμπίπτει στίς εὐεργετικές διατάξεις τοῦ άρθρου 2».
Ὁ κανονισμός 1213/78 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 5ης 'Ιουνίου 1978 (OJ L 150, σ. 5 τῆς 6ης 'Ιουνίου 1978) ἐπεξέτεινε τήν εξαίρεση στά προϊόντα ἀπό τήν Ταϊβάν, ἀλλά ήρθη μετά ἀπό τρεις εβδομάδες ἀπό τήν 'Επιτροπή, μέ τόν κανονισμό 1449/78 τῆς 28ης 'Ιουνίου 1978 (OJ L 173, σ. 25 τῆς 29ης 'Ιουνίου 1978). 'Εν συνεχεία, οἱ εισαγωγές ἀπό τήν Ταϊβάν εξακολουθοῦσαν νά ἀπαγορεύονται μέχρι τόν 'Απρίλιο 1980. Όσον άφορᾶ τίς κονσέρβες μανιταριών ἀπό τήν Νότιο Κορέα ἡ ἀναστολή χορηγήσεως ἀδειων εἰσαγωγῆς ήρθη μόλις τόν Νοέμβριο τοῦ 1979 (βλ. κανονισμό 2447/79 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979, OJ L 279, σ. 11 τῆς 8ης Νοεμβρίου 1979). Ή Κίνα, ή Ταϊβάν καί ἡ Νότιος Κορέα ήταν τότε οἱ κυριότεροι εξαγωγείς κονσερβών μανιταριών πρός τήν Κοινότητα, ώστε, μετά τόν ἀποκλεισμό τῶν εισαγωγών ἀπό τήν Ταϊβάν καί τήν Νότιο Κορέα γιά τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ 1979, ἡ Κίνα παρέμεινε ὁ μόνος σημαντικός προμηθευτής. Στίς 25 Σεπτεμβρίου 1979, χρονικό σημείο, κατά τό όποιο οἱ εἰσαγωγές ἀπό τίς δύο αυτές χώρες ἐξακολουθούσαν νά ἀπαγορεύονται βάσει τοῦ κανονισμοί) 1102/78, ἡ Edeka ἐζήτησε ἀπό τίς ἁρμόδιες γερμανικές ἀρχές τήν χορήγηση ἀδειῶν εισαγωγῆς γιά δύο παρτίδες κονσερβῶν μανιταριών, μία ἀπό τήν Ταϊβάν γιά 73920 κιλά καί άλλη μία ἀπό την Νότιο Κορέα γιά 18480 κιλά. Οἱ αἰτήσεις ἀπερρίφθησαν στίς 4 Ὀκτωβρίου μέ την αιτιολογία ὅτι ἡ χορήγηση άδειων είχε ἀνασταλεῖ βάσει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοί) 1102/78. Ή Edeka υπέβαλε ένσταση, ἡ ὁποία επίσης ἀπερρίφθη καί στίς 15 Νοεμβρίου 1979 ἤσκησε προσφυγή ενώπιον τοῦ Verwaltungsgericht τῆς Φραγκφούρτης κατά τῆς 'Ομοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, εκπροσωπούμενης ἀπό τό Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft (Ομοσπονδιακό Ἵδρυμα Διατροφῆς καί Δασοπονίας).
Ή νομιμότης τῆς ἀποφάσεως περί ἀπορρίψεως τῆς αιτήσεως χορηγήσεως άδειων εισαγωγής ἐξηρτᾶτο ἀπό τόν κανονισμό 1102/78, γιά τόν όποιο ἡ Edeka ἰσχυρίσθη ὅτι ήταν παράνομος γιά τους ἀκολούθους λόγους:
α)
τό άρθρο 1 παρεβίαζε τήν ἀπαγόρευση διακρίσεων πού ἀναφέρεται στό άρθρο 40, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης, επειδή έθεσε τέλος στην 'ίση δυνατότητα προσβάσεως μεταξύ τῶν εισαγωγέων στην ἀγορά τρίτων χωρών·
β)
παρεβίαζε τήν ἀρχή τῆς ελευθερίας τοῦ εξωτερικού εμπορίου πού ἀναφέρεται στά άρθρα 39 καί 110 τῆς συνθήκης ΕΟΚ·
γ)
παρεβίαζε τήν ἀρχή τῆς ἀναλογι-κότητος·
δ)
παρεβίαζε τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος κατά τόν ἀνταγωνισμό ἐν σχέσει πρός τους περιορισμούς πού έχουν επιβληθεί στίς προμηθεύτριες χώρες.
Τό Verwaltungsgericht ἀπέρριψε τήν προσφυγή τῆς Edeka, αυτή δέ ἤσκησε έφεση ενώπιον τοῦ Verwaltungsgerichtshof, τό όποιο εξέδωσε διάταξη περί υποβολής στό Δικαστήριο αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως. Μέ τήν διάταξη περί παραπομπής ζητείται νά διευκρινισθεί κατά πόσον ὁ κανονισμός ήταν τό πλέον κατάλληλο καί ἀναγκαίο μέσο γιά νά προστατευθεί ἡ κοινοτική ἀγορά ἀπό σοβαρές διαταραχές λόγω τῆς εἰσαγωγῆς κονσερβών μανιταριών ἀπό τήν Ταϊβάν καί τήν Νότιο Κορέα ἡ κατά πόσον τό μέτρο αυτό παρεβίαζε τήν ἀπαγόρευση διακρίσεων πού περιέχεται στό άρθρο 40, παράγραφος 3, της συνθήκης, διότι έθετε γενικό φραγμό στίς εισαγωγές κονσερβών μανιταριών ἀπό τίς ἐν λόγω χώρες, χωρίς νά ληφθούν ὑπ᾽ ὄψη οἱ παραδοσιακές εμπορικές σχέσεις τῶν μεμονωμένων εισαγωγέων. Κατά τό εθνικό δικαστήριο ὁ γενικός ἀποκλεισμός τῶν εἰσαγωγέων ἀπό τόν εφοδιασμό τους ἀπό τους κατά παράδοση προμηθευτές τους συνιστᾶ παράβαση τοῦ ἄρθρου 40, παράγραφος 3, ἡ ὁποία θά ήταν δυνατόν νά είχε ἀποφευχθεῖ ἄν τά μέτρα διασφαλίσεως πού ἐθέσπισε ἡ Ἐπιτροπή συνίσταντο ἁπλώς στόν καθορισμό ελαχίστων ποσοστώσεων εισαγωγῆς γιά τους ενδιαφερομένους εἰσαγωγεῖς.
Τό ερώτημα πού υπεβλήθη πρός τό Δικαστήριο διατυποῦται ὡς έξῆς: «Ό κανονισμός ΕΟΚ 1102/78 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 25ης Μαΐου 1978 ... ήταν έγκυρος ἡ ἀντέβαινε στην ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων, επειδή — ὅπως ισχυρίζεται ἡ προσφεύγουσα — ἀπέκλεισε στην οὐσία πλήρως ὁρισμένους εἰσαγωγεῖς ἀπό τήν πραγματοποίηση εἰσαγωγῶν ἀπό τρίτες χώρες;»
Ή Edeka δέν ἀμφισβητεί τό βάσιμο ὡς πρός τό πραγματικό μέρος τῆς θεσπίσεως ὁρισμένων μέτρων διασφαλίσεως κατά τό ὑπό κρίση χρονικό διάστημα. Δέχεται ὅτι δέν έχει, ούτε ποτέ εἶχε, αναφαίρετο δικαίωμα εισαγωγής εμπορευμάτων ἀπό τήν Ταϊβάν καί τήν Νότιο Κορέα καί ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἠδύνατο νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη τόν ἀναπροσανατολισμό τῆς κοινοτικής πολιτικής στον τομέα τοῦ ἐξωτερικοί) εμπορίου κατά τήν θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως. Ή Edeka παραπονείται ὅτι κατά τήν θέσπιση τῶν μέτρων διασφαλίσεως ἀπεκλείσθη παρανόμως ἀπό τήν προμήθεια κονσερβών μανιταριών ἀπό τήν Ταϊβάν καί τήν Νότιο Κορέα. 'Ισχυρίζεται ὅτι αυτό συνιστᾶ«μαζική διάκριση» κατ' αὐτῆς. Τόν ισχυρισμό αυτό στηρίζει στους ἀκολούθους λόγους:
1)
Ή Edeka καί οἱ ἄλλοι γερμανοί εισαγωγείς κονσερβῶν μανιταριῶν ευρίσκονται στην 'ίδια ἡ σέ παρόμοια κατάσταση·
2)
ἀποτέλεσμα τῶν μέτρων προστασίας ήταν ὅτι ἡ Edeka δέν ἠδύνατο νά πραγματοποιήσει καμία εισαγωγή κατά τό 1979, ἐνῶ τρεις ἀπό τους ἀνταγωνιστές της, πού διετήρουν εμπορικές σχέσεις μέ τήν Κίνα ἠδυνήθησαν νά εισαγάγουν σχεδόν 29000 τόνους·
3)
τά μέτρα πού ἐθέσπισε ἡ Ἐπιτροπή διετάραξαν τήν ισορροπία τῶν συνθηκῶν ἀνταγωνισμού μεταξύ τῆς Edeka καί τῶν ἀνταγωνιστών τῆς πού διετήρουν εμπορικές σχέσεις μέ τήν Κίνα, διότι 'έτσι ἐδημιουργήθει γι' αὐτούς ἀπό τά πράγματα θέση μονοπωλίου στον τομέα τοῦ εμπορίου κονσερβών μανιταριών·
4)
δέν υπήρχε ἀντικειμενική δικαιολογία γι' αυτό.
Τό μόνο ερώτημα πού ετέθη μέ τήν διάταξη περί παραπομπής άφορᾶ τό κύρος τοῦ κανονισμοῦ 1102/78. Ή Edeka, ὅμως, δέν ἀμφισβητεί τήν βασική ρύθμιση τοῦ κανονισμοῦ, δηλαδή τά άρθρα 1, 2 καί 4. Όπως φαίνεται, στρέφεται κατά τῆς παραλείψεως τῆς Ἐπιτροπῆς νά κάνει, κατά τό χρονικό σημείο τῆς εκδόσεως τοῦ κανονισμοῦ ή μεταγενεστέρως, χρήση τῆς εξουσίας πρός θέσπιση εξαιρέσεων, πού διαθέτει βάσει τοῦ ἄρθρου 2, παράγραφος 1, δηλαδή νά υπαγάγει τήν Ταϊβάν καί τήν Νότιο Κορέα στό άρθρο 3.
Οἱ διάδικοι δέν ἀμφισβητούν ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἀντιμετώπιζε τήν βάσει τοῦ άρθρου 2, παράγραφος 1, εξαίρεση ἐπί ετησίας βάσεως. Αυτό σημαίνει ὅτι ἡ υπαγωγή τῆς Κίνας στό άρθρο 3 ἐβασίσθη σέ μία συμφωνία πού ἀφοροῦσε τό μέγεθος τῶν εξαγωγών τῆς Κίνας μόνον γιά τό 1978. Μιά δεύτερη συμφωνία συνήφθη γιά τό έτος 1979 καί μία τρίτη γιά τό 1980. Ή 'ίδια πρακτική ἠκολουθήθη γιά τήν Ταϊβάν καί τήν Νότιο Κορέα. Ή εξαίρεση τῆς Ταϊβάν δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 1213/78 ἐβασίσθη σέ μία συμφωνία, πού ἀφοροῦσε τόν ὄγκο τῶν ἐξαγωγών, πού επρόκειτο νά πραγματοποιηθούν μόνον κατά τό έτος αυτό. Ή ἐξαίρεση αυτή έπαυσε νά ισχύει δυνάμει τοῦ κανονισμού 1449/79, επειδή ἡ 'Επιτροπή ἐθεώρησε ὅτι ἡ συμφωνία δέν ἐτηρήθη. Τό 1978 δέν συνήφθη συμφωνία μέ τήν Νότιο Κορέα, διότι ἡ χώρα αυτή ἠρνήθη νά περιορίσει τίς εξαγωγές τῆς πρός τήν Κοινότητα κατά τό έτος αὐτό στην ποσότητα πού τῆς εἶχε προτείνει ἡ 'Επιτροπή. Ἐξ ὅσων φαίνεται, τό 1979 έγινε νέος κύκλος διαπραγματεύσεων, άλλά κατ' ἀρχάς δέν επετεύχθη συμφωνία οὔτε μέ τήν Ταϊβάν, οὔτε μέ τήν Νότιο Κορέα. Φαίνεται ὅτι μέ τήν Κίνα συνήφθη συμφωνία στίς 23 'Ιανουαρίου 1979 καί ὅτι γιά τόν λόγο αυτό τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ 1102/78 παρέμεινε σέ ἰσχύ. Φαίνεται, συνεπώς, ὅτι ἡ Edeka στην πραγματικότητα δέν στρέφεται κατά τοῦ ἰδίου τοῦ κανονισμοῦ, ἀλλά κατά τῆς στάσεως, πού υἱοθέτησε ἡ 'Επιτροπή κατά τήν διάρκεια τῶν διαπραγματεύσεων μέ τίς τρίτες χώρες εξαγωγής καί τῆς πολιτικής πού ἠκολούθησε ὡς πρός τήν άσκηση τῶν κατά τό άρθρο 2, παράγραφος 1, εξουσιών τῆς τό 1979.
Στην 'Επιτροπή ετέθησαν ὁρισμένες ερωτήσεις σχετικά μέ τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 1102/78 κατά τά έτη 1978-1980, τίς δέ προτάσεις μου βασίζω στίς πληροφορίες πού έδωσε ὡς ἀπάντηση στίς ἐρωτήσεις αυτές. "Αν ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου αποδειχθεί τελικώς ὅτι τά πραγματικά περιστατικά εἶναι διαφορετικά, θά εἶναι ἀναγκαίο νά ἐξετάσει τό ἐν λόγω δικαστήριο ἄν τό συμπέρασμα στό όποιο θά καταλήξω επηρεάζεται ἀπό τό γεγονός αυτό.
Κατά τήν 'Επιτροπή, ἡ κοινοτική ἀγορά δύναται, ὑπό ὁμαλές συνθήκες, νά ἀπορροφᾶ περίπου 32000 τόνους κονσερβών μανιταριών προελεύσεως τρίτων χωρών, χωρίς νά διατρέχει τόν κίνδυνο σοβαρῶν διαταραχῶν, προκαλουμένων ἀπό μόνες τίς εισαγωγές (ή ποσότητα αύτη ἀντιστοιχεί στό ἐν τρίτο περίπου τοῦ συνόλου των εισαγωγῶν πρός την 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας). Ή Edeka δέν ἀμφισβήτησε την δήλωση αύτη. Οἱ διαπραγματεύσεις γιά τόν περιορισμό των ποσοτήτων, πού επρόκειτο νά εξαχθούν προς την Κοινότητα, ἔγιναν στίς ἀρχές τοῦ 1978 μέ την Νότιο Κορέα, τόν Ἀπρίλιο μέ την Ταϊβάν καί τόν Μάϊο μέ τήν Κίνα. Οἱ ποσότητες πού πρότεινε ἀρχικῶς ἡ 'Επιτροπή ἀνήρχοντο σέ 5500, 11500 καί 15500 τόνους ἀντιστοίχως, δηλαδή 32500 τόνους συνολικώς. Ή Νότιος Κορέα ἀντιπρότεινε, ἐν συνεχεία, 7000 τόνους άλλα είχαν ήδη εκδοθεί άδειες γιά ποσότητα μεγαλύτερη ἀπ' αυτήν ως τήν 24η Μαΐου 1978. Ή Νότιος Κορέα δέν ἐφαίνετο διατεθειμένη νά περιορίσει τίς εξαγωγές της μέχρι τήν ποσότητα πού είχε ήδη εξαχθεί τότε καί συνεπώς κατά τό έτος αυτό δέν συνήφθη συμφωνία. Τό 1978 ἡ Νότιος Κορέα εξήγαγε πράγματι 9831,4 τόνους πρός τήν Κοινότητα, δηλαδή περίπου τριπλασια ποσότητα ἀπό τήν εισαχθείσα τόν προηγούμενο χρόνο καί ἀπό τόν μέσο ὅρο γιά κάθε ένα ἀπό τά τρία προηγούμενα έτη.
"Οσον ἀφορᾶ τήν Κίνα, ἡ πρόταση γιά 15500 τόνους φαίνεται ὅτι ἐβασίσθη στην ποσότητα πού εισήχθη τό 1977 (ή ὁποία πράγματι ἀνήρχετο σέ 15318,8 τόνους). Ή Κίνα αντιπρότεινε 20000 τόνους καί τελικώς επετεύχθη συμφωνία γιά ποσότητα 17100 τόνων στίς 17 Μαΐου 1978, ἀκριβώς μιά ἑβδομάδα πρίν ἀπό τήν έκδοση τοῦ κανονισμού 1102/78. Όπως ισχυρίζεται ὁ εκπρόσωπος τῆς 'Επιτροπής, κατά τήν σύναψη τῆς συμφωνίας γιά τήν ποσότητα αύτη, ελήφθησαν ὑπ' ὄψη τά έξῆς στοιχεία:
(i)
Ή Κίνα κατά τά τρία προηγούμενα έτη εἶχε ἐξαγάγει κατά μέσο ὅρο 18000 τόνους (στην πραγματικότητα, σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού προσεκο-μίσθησαν στό Δικαστήριο ὁ ετήσιος μέσος ὅρος γιά τά έτη 1975 έως 1977 ἀνήρχοντο μόνον σέ 15931,3)·
(ii)
ἡ Κίνα ήταν ἡ μόνη χώρα, ἡ ὁποία εἶχε δεχθεί νά περιορίσει τίς εξαγωγές της·
(iii)
ἡ εμπορική συμφωνία μέ τήν Κίνα προέβλεπε ἀνάπτυξη τῶν εμπορικών σχέσεων μεταξύ τῆς Κίνας καί τῆς Κοινότητος·
(iv)
οἱ εξαγωγές τῆς Κοινότητος πρός τήν Κίνα υπερέβαιναν τίς εισαγωγές ἀπό αυτήν.
Τελικώς, ἡ Κίνα εξήγαγε τά 1978 περίπου 18218,9 τόνους πρός τήν Κοινότητα. Αυτό ισοδυναμεί μέ αύξηση κατά 18,9% ἐν σχέσει πρός τήν ἐξαχθεῖσα κατά τό 1977 ποσότητα καί 14,4 ο/ο ἐν σχέσει πρός τόν μέσο ὅρο γιά τά έτη 1975 έως 1977.
Ὅσον άφορᾶ τήν Ταϊβάν, οἱ διαπραγματεύσεις ἄρχισαν τόν 'Απρίλιο τοῦ 1978 μέ πρόταση τῆς Ἐπιτροπῆς γιά 11500 τόνους, πού ἀντιστοιχούσε στην ποσότητα, γιά τήν ὁποία είχαν ήδη εκδοθεί άδειες εισαγωγής. Μέ άλλα λόγια ἡ 'Επιτροπή επιθυμούσε νά μή συνεχισθούν οἱ ἐξαγωγές τῆς Ταϊβάν πρός τήν Κοινότητα. Ή Ταϊβάν ἠρνήθη νά τό δεχθεί αυτό, έκτός ἄν ὅλες οἱ άλλες χώρες εξαγωγής συμφωνούσαν σέ παρόμοιο περιορισμό. Στός 24 Μαΐου 1978 εἶχαν υποβληθεί άδειες εισαγωγής γιά συνολική ποσότητα 17528 τόνων. Μόνον μετά τήν έκδοση τοῦ κανονισμού 1102/78 ἡ Ταϊβάν συμφώνησε νά μή υπερβεί τίς ήδη ἐξα-χθεῖσες ποσότητες. Κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ὅμως, ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς παρεδέχθη ὅτι, πρίν ἐκδοθεί ὁ κανονισμός 1102/78, ἡ 'Επιτροπή ἐγνώ-ριζε γιά τό τηλετύπημα ἡ τουλάχιστον τό περιεχόμενο του, πού έστειλε στίς 23 Μαΐου ἡ ὀργάνωση παραγωγών τῆς Ταϊβάν TMPUEC (ἐφ' ἐξῆς «ΤΜ») στόν εκπρόσωπό τῆς στην Ευρώπη. Στό τηλετύπημα αυτό ἀνεφέρετο, μεταξύ άλλων ὅτι «γιά νά δείξουμε ὅτι εἴμεθα διατεθειμένοι νά συνεργασθούμε μέ τήν ΕΚ (τήν Ἐπιτροπή), βεβαιώνουμε ὅτι ἐπί τοῦ παρόντος δέν θά διενεργηθούν πωλήσεις πρός τήν 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας (Δυτική Γερμανία) καί ὑποσχόμεθα ὅτι θά συμβουλευθούμε τήν ΕΚ, πρίν προβούμε σέ κάθε ἐνέργεια». Στό τηλετύπημα αυτό ἡ ΤΜ παρεδέχετο ὅτι εἶχε πωλήσει 11711 τόνους στην Κοινότητα. Τό τηλετύπημα ἐστάλη σέ ἀπάντηση τηλετυπήματος ενός ἀντιπροσώπου της, στό όποιο ἀνέφερε ὅτι ή 'Επιτροπή ζητούσε διαβεβαίωση ὅτι ἀπό τοῦ μηνός Αυγούστου δέν θά ἐπραγματοποιοῦντο πλέον άλλες εξαγωγές, άλλως θά ελαμβάνοντο μέτρα διασφαλίσεως.
Ό εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπε ὅτι τό τηλετύπημα τῆς 23ης Μαΐου έφθασε «πολύ ἀργά» καί ὅτι, ἄν ἡ 'Επιτροπή δέν ελάμβανε τά μέτρα διασφαλίσεως, θά έπρεπε νά επιτρέψει την εἰσαγωγή στην Κοινότητα τοῦ συνόλου τῆς ποσότητος τῶν 17528 τόνων κονσερβών μανιταριῶν ἀπό τήν Ταϊβάν, γιά τους ὁποίους είχαν υποβληθεί αιτήσεις χορηγήσεως άδειων εἰσαγωγῆς μέχρι τίς 25 Μαΐου. Ή έκφραση «πολύ ἀργά» ἠδύνατο νά σημαίνει ὅτι ἀπό δοικητικῆς ἀπόψεως ήταν ἀδύνατο νά περιληφθεί στό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοί) καί ἡ Ταϊβάν μαζί μέ τήν Κίνα. "Αν αυτός, πράγματι, εἶναι ὁ λόγος νομίζω ὅτι δέν ήταν άκυρη ἡ ἀναστολή χορηγήσεως ἀδειων εισαγωγής γιά εμπορεύματα προελεύσεως Ταϊβάν, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη ἀπό τίς 26 Μαΐου μέχρις ὅτου ἡ κατάσταση διευθετήθη μέ τήν έκδοση τοῦ κανονισμοῦ 1213/78 τῆς 5ης 'Ιουνίου. Τό κύρος νομοθετικῶν διατάξεων, ἰδίως στον τομέα τοῦ οικονομικού δικαίου, δέν εἶναι δυνατόν νά εξετασθεί ἀφηρημένα. Θά ήταν ἐξωπραγματικό καί συγχρόνως υπερβολικά τυπολατρικό νά ἀγνοηθούν οἱ τεχνικές, διοικητικές πλευρές τῆς νομοθετικής διαδικασίας.
'Ακόμη καί ἄν ὁ πραγματικός λόγος εἶναι ὁ φόβος τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ἄν ἐδέχετο τήν διαβεβαίωση τῆς Ταϊβάν, δέν θά ἠδύνατο νά εμποδίσει τήν εἰσαγωγή 17528 τόνων κονσερβών μανιταριών, παρά τό ὅτι στό τηλετύπημα τῆς 23ης Μαΐου ἀνεφέροντο 11711 τόνοι, εξακολουθώ νά θεωρώ ὅτι ὁ κανονισμός εἶναι έγκυρος. "Οπως υπεστήριξε ὁ εκπρόσωπος τῆς Edeka, είναι ἀληθές ὅτι, κατά τό σύστημα τῶν ἀδειων εἰσαγωγῆς, πού 'ίσχυε τότε, δέν ὑπήρχε καμμία ἀναγκαία συνάρτηση μεταξύ τῶν ποσοτήτων, γιά τίς όποιες εἶχαν ζητηθεί άδειες εἰσαγωγῆς καί τῶν ποσοτήτων πού εἶχαν πράγματι πωληθεί καί εξαχθεί ἀπό μία δεδομένη τρίτη προμηθεύτρια χώρα. Τό πρόβλημα αυτό ἐπελύθη μόνον μέ τόν κανονισμό 547/80 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 4ης Μαρτίου 1980 (OJ L 60, σ. 16 τῆς 5ης Μαρτίου 1980), ὁ όποιος προβλέπει ὅτι οἱ αἰτήσεις ἀδειων εἰσαγωγής πρέπει νά συνοδεύονται ἀπό έγγραφο χορηγούμενο ἀπό τήν κυβέρνηση τῆς χώρας εξαγωγής ἡ κατ' εξουσιοδότηση της, μέ τό όποιο νά επιτρέπει τήν εξαγωγή ὁρισμένης ποσότητος κονσερβών μανιταριών. Τό 1978, ὅμως, ὁ μόνος δείκτης τοῦ πιθανοῦ μεγέθους τῶν εισαγωγών πού διέθετε ἡ Ἐπιτροπή, ήταν ὁ ἀριθμός τῶν αιτήσεων αδειών εἰσαγωγῆς. Όταν ἡ 'Επιτροπή συνέκρινε τήν διαβεβαίωση τῆς Ταϊβάν, ἡ ὁποία ἀνέφερε πωλήσεις μόνον 11711 τόνων, μέ τίς ποσότητες, γιά τίς όποιες εἶχαν υποβληθεί αιτήσεις γιά άδειες εἰσαγωγῆς, ἐδικαιοῦτο, κατά τήν γνώμη μου, νά λάβει ὑπ' ὄψη της τίς ποσότητες αυτές, τουλάχιστον μέχρι νά δυνηθεί νά εξακριβώσει τόν ἀριθμό αυτό κατόπιν επικοινωνίας μέ τους παραγωγούς τῆς Ταϊβάν. Αυτό ἐχρειάζετο χρόνο καί, ἐν όψει τοῦ ἐπείγοντος τῆς καταστάσεως, ἠδύνατο ἡ 'Επιτροπή νά ενεργήσει, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι προέβη σέ ενέργειες γιά νά ελέγξει τήν ἀνωτέρω διαβεβαίωση. Αυτό φαίνεται ὅτι τό έκανε εντός ευλόγου χρονικοῦ διαστήματος, διότι ὁ κανονισμός 1213/78 εξεδόθη σέ διάστημα λιγότερο τῶν 15 ήμερων μετά τήν έκδοση τοῦ κανονισμού 1102/78.
Ὅσον ἀφορᾶ τό ζήτημα τῆς διακρίσεως, δέν υπάρχει ένδειξη ὅτι κατά τήν διεξαγωγή τῶν διαπραγματεύσεων μέ τίς τρίτες χώρες τό 1978 γιά τόν περιορισμό τῶν εξαγωγών τους πρός τήν Κοινότητα, ή 'Επιτροπή προέβη σέ διακρίσεις εἰς βάρος τῆς Ταϊβάν καί τῆς Νοτίου Κορέας. "Αν ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ πρόταση τῆς 'Επιτροπῆς πρός τήν Ταϊβάν τόν 'Απρίλιο γιά 11500 τόνους, ἡ ποσότης αύτη υπερέβαινε κατά 11,1% την ποσότητα πού εξήγαγε πρός την Κοινότητα ἡ Ταϊβάν τό 1977, ήταν δέ κατά 5.1 % μικρότερη ἀπό τόν ετήσιο μέσο ὅρο γιά τά έτη 1975-1977. Ή πρόταση τῆς 'Επιτροπής πρός τήν Κίνα υπερέβαινε κατά 1.2 ο/ο τίς εξαγωγές τῆς πρός τήν Κοινότητα τό 1977 καί ήταν κατά 2,7 ο/ο μικρότερη τοῦ ετησίου μέσου ὅρου γιά τά έτη 1975-1977. 'Αντιθέτως ἡ προσφορά πρός τήν Νότιο Κορέα, τήν ὁποία ἡ χώρα αυτή ἀπέκρουσε, ἀντιστοιχούσε σέ αύξηση κατά 85,7 % καί 118,3 ο/ο ἀντιστοίχως. Ἡ ποσότης πού τελικῶς συνεφωνήθη μέ τήν Κίνα (17100 τόνοι) ήταν κατά 11,6% μεγαλύτερα τῆς ποσότητος τῶν εξαγωγῶν γιά τό 1977 καί κατά 7,3 % μεγαλύτερα τοῦ ετησίου μέσου ὅρρού γιά τά έτη 1975-1977. Ἄν εκληφθεί ὡς ποσότης πού συνεφωνήθη μέ τήν Ταϊβάν, ἡ ποσότης τῶν 12600 τόνων, ή ὁποία έγινε δεκτή στην υπόθεση Faust, αυτό ἀντιστοιχεί σέ αύξηση κατά 21,7% καί 4 ο/ο ἀντιστοίχως.
Τελικώς, βεβαίως, υπήρξε μεταξύ τῶν προμηθευτριών τρίτων χωρών διαφορά ὡς προς τήν μεταχείριση, διότι μία άπ' αυτές, ή Κίνα, ἐξηρέθη ἀπό τήν ἀναστολή τῆς χορηγήσεως ἀδειων εισαγωγής, ἐνῶ οἱ άλλες δύο, ἡ Ταϊβάν καί ἡ Νότιος Κορέα, δέν ἐξαιρέθησαν. Ἀπό τήν ἀπόφαση ὅμως επί τῆς υποθέσεως 55/75, Balkan-Import-Export κατά HZA Berlin-Packhof (1976) ECR, σ. 19 συνάγεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν ήταν ὑποχρεωμένη νά τους ἐξασφαλίσει 'ίση μεταχείριση. Μέ τήν ἀπόφαση αυτή, στην σκέψη 14, τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι «δέν υπάρχει στην συνθήκη γενική ἀρχή, πού νά υποχρεώνει τήν Κοινότητα στίς εξωτερικές τῆς σχέσεις νά εξασφαλίζει σέ τρίτες χώρες ἴση μεταχείριση ἀπό κάθε άποψη καί ἐν πάση περιπτώσει οἱ επιχειρηματίες δέν δύνανται νά επικαλοῦνται τήν ύπαρξη μιας τέτοιας γενικής ἀρχής». Ή διαφορετική μεταχείριση θά ήταν δυνατόν, ἐν πάση περιπτώσει, νά συνιστᾶ παράνομη διάκριση, ἄν ἡ κατάσταση τῶν ενδιαφερομένων χωρών ήταν ἡ 'ίδια ἡ παρόμοια. Σύμφωνα μέ τό σύστημα πού ἐθέσπισε ὁ κανονισμός, τό ἀποφασιστικό γιά τήν διαφορετική μεταχείριση στοιχείο ήταν ή ύπαρξη ἡ μή συμφωνίας γιά αυτοπεριορισμό τῶν εξαγωγών. Ή εξαίρεση ἀπό τήν ἀναστολή τῆς χορηγήσεως ἀδειων εισαγωγής, ἡ ὁποία έχει αυτήν τήν αιτιολογία, αυτή καθ' εαυτή δέν συνιστᾶ διάκριση, διότι ἡ κατάσταση τῶν χωρών πού ἀπεδέχθησαν νά περιορίσουν τήν ποσότητα τῶν εξαγωγών τους πρός τήν Κοινότητα καί τῶν χωρών πού δέν ἀπεδέχθησαν, δέν είναι παρόμοια. Είναι ἀντικειμενικώς δικαιολογημένη ἡ επιβολή περιορισμών στίί εισαγωγές ἀπό τίς χώρες πού δέν ἀπεδέχθησαν καί όχι ἀπό τίς χώρες πού ἀπεδέχθησαν, διότι μόνον οἱ εισαγωγές ἀπό χώρες πού ἠρνήθησαν νά περιορίσουν τίς εξαγωγές τους συνεχίζει νά συνιστά ἀπειλή γιά τήν ἀγορά.
Ή Edeka προσπαθεί νά τό παρακάμψει αυτό, στηριζομένη στό δεύτερο εδάφιο τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 40 τῆς συνθήκης, τό όποιο προβλέπει ὅτι ἡ κοινή ὀργάνωση τῶν γεωργικών ἀγορών «πρέπει νά ἀποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ἡ καταναλωτών εντός τῆς Κοινότητος». 'Ελέχθη ὅτι ἡ διάκριση γίνεται αἰσθητή ἀπό τους εισαγωγείς καί τους άλλους επιχειρηματίες πού εἶναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα, ἀπό τους ὁποίους ὁρισμένοι διατηρούν εμπορικές σχέχεις μέ τήν Κίνα καί ὁρισμένοι μέ τήν Ταϊβάν καί τήν Νότιο Κορέα. Ή διάκριση συνίσταται στην μεταβολή τῶν ὅρών τοῦ ἀνταγωνισμού εντός τῆς Κοινότητος μέ συνέπεια ὅτι οἱ εισαγωγείς κονσερβών μανιταριών ἀπό τήν Κίνα ευνοούνται ἀπό τό γεγονός ὅτι στην πραγματικότητα τους παρεχωρήθη τό μονοπώλιο τῆς εμπορίας τῶν ἀγαθών αυτών.
Ή δυνατότης ενός ἰίσαγωγέως νά ἐπικαλεσθεί τό δεύτερο εδάφιο τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 40 συνάγεται σαφώς πχ. ἀπό την ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 112/80, Dürbeck κατά HZA Frankfurt am Main (Συλλογή 1981, σ. 1095), άλλα, ἐν πάση περιπτώσει, ὅπως τό Δικαστήριο έκρινε μέ τήν ἀπόφαση του ἐπί τῶν υποθέσεων 117/76 καί 16/77, Ruckdeschel κατά HZA Hamburg-St. Annen (1977) ECR, σ. 1753 στην σκέψη 7, τό άρθρο 40, παράγραφος 3, ἀποτελεί «τήν ειδικότερη έκφραση τῆς γενικής ἀρχής τῆς ἰσότητος πού συμπεριλαμβάνεται στίς θεμελιώδεις ἀρχές του κοινοτικοῦ δικαίου».
"Οσον άφορᾶ τά πραγματικά περιστατικά τῆς ὑπό κρίση υποθέσεως ὅμως, ἀποφασιστικό στοιχείο ἀποτελεί τό γεγονός ὅτι ὁρισμένοι εἰσαγωγεῖς διατηρούν ἐμπορικές σχέσεις μέ χῶρες, οἱ όποιες δέχονται περιορισμό τῶν ἐξαγωγών τους, ἐνῶ άλλοι έχουν εμπορικές σχέσεις μέ χώρες πού δέν δέχονται τόν περιορισμό αυτόν. Αυτό σημαίνει ὅτι οἱ καταστάσεις πού ἀντιστοιχοῦν σέ κάθε χώρα, στην πραγματικότητα οὔτε 'ίδιες εἶναι, οὔτε παρόμοιες. Αυτό δύναται, κατά τήν γνώμη μου, νά θεωρηθεί ἀκόμη περισσότερο ὡς ἀντικειμενικός λόγος γιά ὁποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ τῶν ἀναφερθέντων εισαγωγέων καί ὡς ένδειξη ὅτι ἡ μεταχείριση αυτή δέν εἶναι αυθαίρετη. Συνεπώς, δέν νομίζω ὅτι ἡ μεταχείριση, γιά τήν ὁποία παραπονείται ἡ Edeka εἶναι δυνατόν ευλόγως νά θεωρηθεί ὡς συνιστώσα διάκριση μεταξύ καταναλωτών εντός τῆς Κοινότητος, πού ἀπαγορεύεται ἀπό τήν συνθήκη.
Ὑπεστηρίχθη, ἐν συνεχεία, ὅτι δέν θά έπρεπε νά ἀπαγορευθεί πλήρως στην Ταϊβάν καί στην Νότιο Κορέα νά εφοδιάζουν τήν Κοινότητα, διότι αυτό ήταν ἀντίθετο πρός τό διεθνές δίκαιο (ειδικότερα προς τό άρθρο 4, παράγραφος 5, εδάφιο γ της συμφωνίας περί ἑρμηνείας καί εφαρμογής τῶν άρθρων VΙ, ΧVΙ καί ΧΧΙΙΙ τοῦ GATT) καί πρός τά συμφέροντα τῶν επιχειρήσεων στην Κοινότητα, οἱ όποιες ἐπρομηθεύοντο ἀπό τίς ἐν λόγω χώρες ἀπό τό 1961. Όσον άφορᾶ τίς χώρες αυτές, ή πλήρης ἀπαγόρευση τῶν εισαγωγών ἀντιβαίνει πρός (i) τήν ἀρχή τῆς ελευθερίας τοῦ εξωτερικοῦ εμπορίου (βλ. άρθρο 12 τοῦ γερμανικού συντάγματος καί άρθρα 110 καί 222 τῆς συνθήκης)· (ii) τήν ἀρχή τῆς ἀνα-λογικότητος (βλ. άρθρο 14 τοῦ κανονισμού 516/77) καί (iii) τήν γενική ἀρχή ὅτι πρέπει νά διατηρούνται οἱ παραδοσιακές εμπορικές σχέσεις (βλ. άρθρο 12, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού 926/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 8ης Μαΐου 1979, ΕΕ ειδ. ἔκδ., 11/014 σ. 17 καί άρθρο ΧΙΙΙ παράγραφος 2 τοῦ GATT).
'Η συμφωνία περί ερμηνείας καί εφαρμογής τῶν άρθρων VΙ, ΧVΙ καί ΧΧΙΙΙ τοῦ GATT συνήφθη στίς 12 Ἀπριλίου 1979 καί επομένως δέν 'ίσχυε κατά τόν ὑπό κρίση χρόνο. 'Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ὅτι δέν περιέχει κανένα στοιχείο, ἀπό τό όποιο νά συνάγεται ἡ ύπαρξη ἀρχής τοῦ διεθνοῦς δικαίου, σχετικής μέ τήν ὑπό κρίση υπόθεση. 'Εκτός αὐτοῦ, εἶναι γενικώς ἀποδεκτό ὅτι σύμφωνα μέ τό πνεῦμα, τήν γενικότερη οικονομία καί τό γράμμα τοῦ GATT δέν παρέχονται στους πολίτες τῆς Κοινότητος δικαιώματα, τά όποια δύνανται νά ἐπικα-λεσθοῦν σέ περίπτωση προσβολής ἑνός μέτρου πού ἐθεσπίσθη ἀπό κοινοτικό όργανο (βλ. πχ. τίς ἀποφάσεις ἐπί τῶν υποθέσεων 21-24/72 International Fruit Company κατά Produktschat voor Groenten en Fruit (1972) ECR, σ. 1219 καί 9/73, Schlüter κατά HZA Lörrach (1973 L ECR, σ. 1135), καί συνεπώς, καί γιά τόν λόγο αυτό, πρέπει καί τό επιχείρημα αυτό νά ἀπορριφθεί. Ὁ κανονισμός 1102/78 ἐκοινοποιήθη στά συμβαλλόμενα μέρη τοῦ GATT, σύμφωνα μέ τό άρθρο ΧΙΧ άλλά, κατά τόν εκπρόσωπο τῆς 'Επιτροπής, δέν προ-εβλήθησαν ποτέ ἀντιρρήσεις κατά τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ. Κατά τήν γνώμη μου, ούτε ἀπό τό άρθρο 110 τῆς συνθήκης (βλ. τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως Dürbeck, σκέψη 44) ούτε ἀπό τό άρθρο 222 συνάγεται δικαίωμα διατηρήσεως εμπορικών σχέσεων μέ τρίτες χώρες. 'Ακόμη καί ἄν ἀπό τό άρθρο 12 τοῦ γερμανικοῦ συντάγματος συνάγεται μιά τέτοια ἀρχή, πράγμα πού καθόλου δέν γίνεται γενικώς ἀποδεκτό, θεωρείται βέβαιο ὅτι τό κύρος ἑνός μέτρου, πού ἐθεσπίσθη ἀπό κοινοτικό ὄργανο, πρέπει νά κρίνεται κατά τό κοινοτικό δίκαιο, καί ὄχι κατά τό δίκαιο ὁρισμένου Κράτους μέλους (βλ. πχ., τίς ἀποφάσεις ἐπί τῶν ὑποθέσεων 41, 121 καί 796/79 Testa κατά Bundesanstalt für Arbeit (1980) ECR, σ. 1979). 'Ελλείψει ἐπαρκοῦς ερείσματος ἀπό ἀπόψεως κοινοτικοῦ δικαίου, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει δεκτή ἡ ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος. Παρομοίως, ἀπό τό άρθρο 12, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοί) 926/79 δέν συνάγεται επαρκῶς ή ὕπαρξη γενικής ἀρχής, βάσει τῆς ὁποίας πρέπει νά διατηρούνται οἱ παραδοσιακές ἐμπορικές σχέσεις.
Παραμένει πρός εξέταση ἡ ἀρχή τῆς ἀναλο-γικότητος.
Συνοπτικῶς, υποστηρίζεται ὅτι, ἄν ἡ Ἐπιτροπή εἶχε τήν πρόθεση νά επιτρέψει γενικώς τίς εισαγωγές, θά έπρεπε νά ἐφαρμόσει ἕνα σύστημα ποσοτήτων ἀναφοράς, ώστε νά παρέχονται σέ κάθε εισαγωγέα 'ίσες δυνατότητες. Θεσπίζοντας γενική ἀπαγόρευση τῶν εισαγωγών ἀπό τήν Νότιο Κορέα καί ἀπό τήν Ταϊβάν ἐδυσχέρανε κατά υπερβολικό καί μή ἀναγκαίο τρόπο τους επιχειρηματίες πού εισάγουν ἀπό τίς ἐν λόγω χώρες. Ἐπειδή ἡ Κίνα εἶναι χώρα κρατικοῦ εμπορίου, θά ήταν πρακτικώς τελείως ἀδύνατο στους ἐπιχειρηματίες αὐτούς νά πραγματοποιούν εισαγωγές, τά μέτρα δά πού έλαβε ἡ 'Επιτροπή θά εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν δημιουργία μονοπωλίου στό ἐμπόριο κονσερβών μανιταριών μέ δυσμενείς συνέπειες γιά τίς συνθήκες τοῦ ἀνταγωνισμοῦ εντός τῆς Κοινότητος.
Στην υπόθεση Dürbeck τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι δέν ἀντέβαινε πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος ἡ προσπάθεια επιτεύξεως συμφωνίας μέ τίς χώρες εξαγωγής γιά ἑκούσιο περιορισμό τῶν εξαγωγών τους προς τήν Κοινότητα πρίν καταλήξει σέ εξαναγκαστικά μέτρα (βλ. σκέψεις 39 καί 40 τῆς ἀποφάσεως). Προφανώς, ἄν μιά χώρα ἐξαγωγής συμφωνήσει νά περιορίσει τίς ἐξαγωγές της, δέν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ λήψη μέτρων διασφαλίσεως πρός αποφυγή σοβαρών διαταραχών εντός τῆς ἀγοράς. Θά ήταν συνεπώς ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος ἡ θέσπιση συστήματος ποσοτήτων ἀναφοράς ἡ συστήματος ποσοστώσεων, ὅταν πρόκειται γιά εμπορεύματα πού προέρχονται ἀπό τήν χώρα αυτή. 'Εξ άλλου, ἀπό τά στοιχεῖα πού ἀφορούν τίς διαπραγματεύσεις πού διεξήχθησαν ἀπό τήν 'Επιτροπή τό 1978, δέν εἶναι δυνατόν νά υποστηριχθεί ὅτι ἐπε-διώκετο νά δυσχερανθούν κατά δυσανάλογο τρόπο οἱ εισαγωγές εμπορευμάτων ἀπό τήν Ταϊβάν ἡ τήν Νότιο Κορέα.
'Εν συνεχεία ὑπεστηρίχθη ὅτι ὁ κανονισμός ἀντέβαινε πρός τήν ἀρχή τῆς προστασίας τῆς δικαιολογημένης ἐμπιστοσύνης, διότι οἱ έμποροι ευλόγως ἀνέμεναν ὅτι σέ περίπτωση θεσπίσεως μέτρων διασφαλίσεως δέν θά ἐθίγοντο τά υπάρχοντα ἐμπορικά ρεύματα. Τό επιχείρημα αυτό δέν δύναται ἐπίσης νά γίνει δεκτό. Ή ἐμπορική συμφωνία μέ τήν Κίνα, ἡ ὁποία ἐδημο-σιεύθη στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα, ἐπληρο-φόρησε τους έμπόρους ὅτι οἱ εμπορικές σχέσεις μεταξύ τῆς Κίνας καί τῆς Κοινότητος είχαν τεθεί σέ διαφορετική βάση ἀπ' ὅ,τι οἱ σχέσεις μεταξύ τῆς Κοινότητος καί άλλων τρίτων χωρών, ὅπως ἡ Ταϊβάν καί ἡ Νότιος Κορέα, μέ τίς ὁποίες δέν υπήρχαν τέτοιες συμφωνίες. Τό γεγονός αυτό, συνδυαζόμενο καί μέ τήν έλλειψη υποχρεώσεως ἐφαρμογής 'ίσης μεταχειρίσεως στίς σχέσεις μέ τίς τρίτες χώρες (βλ. ὑπόθ. Balkan-Import-Export) δέν επιτρέπει νά γίνει δεκτή ή ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
'Εν συνεχεία ὑπεστηρίχθη ὅτι οἱ λόγοι γιά τους ὁποίους ἡ Κίνα έτυχε διαφορετικής μεταχειρίσεως ἀπό τίς άλλες χώρες εξαγωγής θά έπρεπε, σύμφωνα μέ τό άρθρο 190 τῆς συνθήκης, νά ἐκτεθούν στην αἰτιολογία τοῦ κανονισμοῦ 1102/78. Ή 'Επιτροπή θά έπρεπε νά ἀναφέρει τίς ποσότητες πού διετίθετο νά δεχθεί ἀπό τίς προμηθεύτριες χώρες, ὡς βάση γιά την άρση τῆς ἀναστολῆς χορηγήσεως άδειων εισαγωγής καί νά ἀναφέρει λεπτομέρειες περί τῆς συμφωνίας πού συνήφθη μέ τήν Κίνα καί περί τῆς ἀποτυχίας νά συνάψει συμφωνία μέ τήν Ταϊβάν καί τήν Νότιο Κορέα. Κατά τήν γνώμη μου, δέν ήταν ἀναγκαία ἡ μνεία ὁποιουδήποτε ἀπ' αὐτά τά στοιχεία στην αιτιολογία γιά νά δοθούν επαρκείς εξηγήσεις τῶν λόγων, οἱ όποιοι έκαναν τήν 'Επιτροπή νά εκδώσει τόν κανονισμό. Οἱ ποσότητες, τίς όποιες Μ ἐδέχετο ὡς βάση γιά τήν άρση τῶν περιορισμῶν τῶν εισαγωγών, δέν δύνανται νά θεωρηθούν ὡς ένας ἀπό τους λόγους γιά τους ὀποίους εξεδόθη ὁ κανονισμός καί ἐν πάση περιπτώσει, ἠδύναντο νά μεταβληθούν σύμφωνα μέ τίς ἐξελίξεις εντός τῆς ἀγορᾶς, έτσι ώστε νά εξηγείται γιατί ἡ Ἐπιτροπή ἀπέφυγε νά δεσμευθεί γιά μιά συγκεκριμένη ποσότητα. Γιά νά διευκρινισθεί ὁ λόγος τῆς θεσπίσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ κανονισμοί) ἀρκεί ἡ διαπίστωση πού ἐγένετο στίς αιτιολογικές σκέψεις, ὅτι ἡ Κίνα συνεφώνησε νά περιορίσει τίς εξαγωγές της προς τήν Κοινότητα.
Μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις τῆς ἡ Edeka προέβαλε ὅτι ἡ 'Επιτροπή, κατά τήν άσκηση τῆς εξουσίας πού διαθέτει νά θεσπίζει μέτρα διασφαλίσεως, δέν ἠδύνατο νά λάβει ὑπ' ὄψη εκτιμήσεις πού ἀφοροῦν τήν εξωτερική εμπορική πολιτική. Κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση ὁ εκπρόσωπος τῆς Edeka δέν επέμεινε στό επιχείρημα αυτό, ἀλλά προέβαλε μᾶλλον ὅτι ἡ ἀλλαγή τῆς ἐξωτερικής εμπορικῆς πολιτικῆς τῆς Κοινότητος δέν δύναται νά ἀποκλείσει πλήρως τους ἐκ παραδόσεως συναλλασσομένους. "Οπως ήδη ἀνέφερα, δέν έγινε επίκληση καμμιᾶς πηγής τοῦ δικαίου, ἡ ὁποία νά στηρίζει τήν ύπαρξη ἀρχής κοινοτικοί) δικαίου ὅτι πρέπει νά διατηρούνται οἱ παραδοσιακές εμπορικές σχέσεις. Τό ερώτημα, ἄν ἡ 'Επιτροπή δύναται, κατά τήν θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως, νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη εκτιμήσεις πού ἀφοροῦν τήν εξωτερική εμπορική πολιτική, ἀνελύθη μέ τίς προτάσεις μου ἐπί τῆς υποθέσεως Faust καί δέν θεωρώ ἀναγκαίο νά επαναλάβω ὅ,τι εἶπα τότε.
'Εν συμπεράσματι, θεωρώ ὅτι ἀπό τά επιχειρήματα πού προεβλήθησαν ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, δέν προέκυψαν στοιχεία, ἀπό τά ὁποία νά συνάγεται ἡ ἀκυρότης τοῦ κανονισμοῦ 1102/78 κατά τόν χρόνο τῆς εκδόσεως του. Δέν ὑπεστηρίχθη, οὔτε ἀπεδείχθη ὅτι δέν συνέτρεχε κανένας λόγος γιά νά θεσπισθοῦν μέτρα διασφαλίσεως γιά τό 1979, ἑπομένως δέν δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ὁ κανονισμός 1102/78 δέν ήταν πλέον δυνατόν νά εφαρμόζεται κατά τό έτος αυτό ἡ ὅτι έπαψε νά ισχύει.
Δύναται νά λεχθεί ὅτι ὁ κανονισμός κατέστη άκυρος, διότι ήταν δυνατόν νά ἀπαγορευθεί στην πράξη σέ ὁρισμένους εισαγωγείς, νά εισάγουν ἀπό τρίτες χώρες ή διότι πράγματι, οἱ αιτήσεις πού υπέβαλε ή Edeka τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1979, ἀπερρίφθησαν, επειδή ούτε ἡ Ταϊβάν ούτε ή Νότιος Κορέα δέν εἶχαν εξαιρεθεί ἀπό τήν ἀναστολή τῆς χορηγήσεως ἀδειων εισαγωγής; 'Εφ' ὅσον, κατά τήν γνώμη μου, ή 'Επιτροπή νομίμως ἠδύνατο νά θέσει τό κριτήριο πού εφήρμοσε (δηλαδή τήν πραγματοποίηση τοῦ αυτοπεριορισμοί)), είναι δύσκολο νά γίνει ἀντιληπτό πώς ὁ τρόπος εφαρμογής τοῦ κανονισμοί) εἶναι δυνατόν νά τόν καταστήσει άκυρο. Τό ζήτημα, ἄν ὁ κανονισμός ἐφηρμόσθη παρανόμως είναι διαφορετικό, ἀπό τό ζήτημα, τό όποιο άφορα ἡ ὑπό κρίση υπόθεση. Ή κατάσταση θά ήταν διαφορετική, ἄν ὁ κανονισμός εἶχε προκαλέσει ἀναπόφευκτη διάκριση, πράγμα πού θεωρῶ ὅτι δέν συνέβη, ὅπως ήδη ανεφέρθη ἀνωτέρω.
Ἄν, ὅμως υποτεθεί ὅτι ὁ τρόπος, μέ τόν όποιο ἡ Επιτροπή ἤσκησε τήν διακριτική της εξουσία, ἠδύνατο νά επιφέρει ἀκυρότητα τοῦ κανονισμοῦ, ποια εἶναι τά πραγματικά γεγονότα ὡς πρός τό 1979 καί τό 1980;
Στίς 23 'Ιανουαρίου 1979 επετεύχθη συμφωνία μέ τήν Κίνα περί περιορισμοῦ των ἐξαγωγών τῆς πρός τήν Κοινότητα μέχρι τους 20000 τόνους. Κατά τήν σύναψη τῆς συμφωνίας αυτής ελήφθη ὑπ' ὄψη ἡ ἐμπορική συμφωνία μέ τήν Κίνα τοῦ 1978 καί τό εμπορικό ισοζύγιο μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς Κίνας. Καί τά δύο συμβαλλόμενα μέρη, ὅμως, συνεφώνησαν ὅτι ή ποσότης ἦταν δυνατόν νά αυξηθεί ἡ νά ἐλαττωθεί, ἄν οἱ συνθήκες τῆς ἀγορας τό επέτρεπαν ἡ τό επέβαλαν. Στίς 11 'Απριλίου διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις μέ τήν Νότιο Κορέα. Ή Νότιος Κορέα ἀρχικῶς εἶχε προτείνει νά αὐτοπεριορισθεῖ σέ 6500 τόνους, άλλα ἡ 'Επιτροπή ήταν διατεθειμένη νά δεχθεί περιορισμό μόνον μέχρι 4000 τόνους κατ' έτος, σέ περίπτωση πού ή κατάσταση στην ἀγορά θά ἐγένετο καί πάλι ὁμαλή. Κατά τόν χρόνο αυτό συνεπῶς δέν επετεύχθη συμφωνία. Τόν 'Ιούλιο διεξήχθησαν περαιτέρω διαπραγματεύσεις μ̣έ τήν Κίνα, οἱ όποιες κατέληξαν σέ αύξηση τῆς συμφωνηθείσης ποσότητος κατά 2500 τόνους. Αυτό ὠφείλετο στό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή έκρινε ὅτι ἡ ἀγορά ἠδύνατο νά ἀπορροφήσει 4000 τόνους ἀκόμη χωρίς νά προκληθεί περαιτέρω διαταραχή. Δέν εἶναι σαφές, ἀλλ' ὅμως πιθανόν, ὅτι ἡ ποσότης αύτη ήταν ή ποσότης πού ἀρχικῶς προετάθη στην Νότιο Κορέα, πού δέν έγινε ὅμως ἀποδεκτή ἀπό αυτήν. Τόν Αύγουστο ἡ 'Επιτροπή επέτρεψε τήν εἰσαγωγή 6000 ἀκόμη τόνων ἀπό τήν Κίνα. 'Επρόκειτο γιά κονσέρβες μανιταριών ἐν πλῶ πρός τήν Κοινότητα. Κατά τό τέλος τοῦ Σεπτεμβρίου επετεύχθη συμφωνία μέ τήν Νότιο Κορέα γιά περιορισμό τῶν εξαγωγών τῆς σέ 1500 τόνους, προφανώς ἡ ποσότης πού ἀπέμενε μετά τήν συμφωνία τοῦ 'Ιουλίου μέ τήν Κίνα. Φαίνεται ὅτι ἡ Νότιος Κορέα δέν ἐπωφελήθη τῆς δυνατότητος αυτής καί, κατά τό τέλος τοῦ έτους, ἡ 'Επιτροπή άρχισε διαπραγματεύσεις μέ τήν Ταϊβάν γιά περιορισμό τῶν εξαγωγών τῆς σέ 1000 τόνους. Οἱ παραγωγοί τῆς Ταϊβάν είχαν προφανώς προτείνει τήν εξαγωγή 11000 τόνων προς τήν Κοινότητα, άλλά φαίνεται ὅτι ήταν διατεθειμένοι νά διαπραγματευθούν ὡς πρός τόν ἀριθμό αυτόν. Σύμφωνα μέ τά στοιχεία ὅμως, πού προσεκομίσθησαν στό Δικαστήριο ἡ 'Επιτροπή δέν έκανε καμία προσφορά πρίν ἀπό τό τέλος τοῦ έτους, διότι λόγω τῆς πλημμυρίδος τῶν εἰσαγωγῶν τοῦ προηγουμένου έτους, τῆς ποσότητος πού συνεφωνήθη μέ τήν Κίνα καί τῶν ποσοτήτων πού πράγματι παρέδωσε ἡ χώρα αυτή, ἡ κατάσταση τῆς ἀγορας δέν επέτρεπε περαιτέρω εισαγωγές. Κατά τήν 'Επιτροπή, πράγματι δέν συνήφθη συμφωνία μέ τήν Ταϊβάν πρίν ἀπό τίς 4 Φεβρουαρίου 1980, άλλά, επειδή τά μέτρα διασφαλίσεως ήρθησαν μόλις τόν 'Απρίλιο μετά ἀπό συμφωνία ὅτι κατά τό έτος αυτό θά εἰσήγοντο 1000 τόνοι, εἶναι δυνατόν ἡ συμφωνία αυτή νά συνήφθη ἀργότερα.
Σύμφωνα μέ τους ἀριθμούς πού παρεσχέθησαν στό Δικαστήριο, ἡ Κίνα εξήγαγε τελικώς 29604,9 τόνους πρός τήν Κοινότητα, ἡ Νότιος Κορέα 37,3 τόνους καί ή Ταϊβάν 55,3 τόνους.
Ἡ ποσότης τῶν 20000 τόνων, πού συνεφωνήθη ἀρχικώς μέ τήν Κίνα ἀντιπροσώπευε αύξηση κατά 30,6 %, ἐν σχέσει προς τήν ποσότητα πού ἐξήχθη ἀπό τήν χώρα αυτή πρός τήν Κοινότητα τό 1977. Ή ποσότης πού εξήχθη τό 1979 ήταν κατά 93,9 % υψηλότερη. Ή πρόταση τῆς 'Επιτροπής (4000 τόνοι γιά τήν Νότιο Κορέα, ή οποία δέν τήν ἀπεδέχθη) ήταν κατά 35 ο/ο μεγαλύτερα τῆς ποσότητος πού εξήχθη ἀπό τήν Νότιο Κορέα πρός τήν Κοινότητα τό 1977, έτος κατά τό όποιο οἱ εξαγωγές τῆς Νοτίου Κορέας είχαν φθάσει στό υψηλότερο επίπεδο ἀπό τό 1974, έκτος ἀπό τό 1978, πού οἱ εξαγωγές τῆς είχαν φθάσει τό μέγιστο ὕψος τους. 'Αντιθέτως, ἡ πρόταση πρός τήν Ταϊβάν γιά 1000 τόνους ἀντιπροσώπευε μείωση τῶν εξαγωγῶν τῆς κατά 90,3 % ἐν σχέσει πρός τό επίπεδο των εξαγωγών κατά τό 1977 (τό μόνο, πράγματι, έτος ἀπό τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, πού ἡ Ταϊβάν εξήγαγε λιγότερους ἀπό 10000 τόνους πρός την Κοινότητα, ήταν τό 1976).
Ὑπ' αυτές τίς συνθήκες, δέν νομίζω ὅτι είναι δυνατόν νά υποστηριχθεί ὅτι υφίσταται λόγος γιά αιτιάσεις κατά τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπής, πού ἀφορούσε τήν Νότιο Κορέα, παρ' ὅλο πού για τους περιορισμούς πού επεβλήθησαν στην Ταϊβάν δέν έχουν, κατά τήν γνώμη μου, δοθεί επαρκείς εξηγήσεις.
Δέν νομίζω ὅτι ἡ ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος έχει πράγματι εφαρμογή ἐδῶ, ἐπειδή ἀναγνωρίζεται ὅτι ήταν δυνατόν νά επιβληθεί ένας γενικός περιορισμός καί ὅτι ἡ ἀπόφαση γι' αυτό εναπόκειται ουσιαστικῶς στην 'Επιτροπή. Δέν νομίζω ὅτι ευλόγως δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ὁ επιβληθείς γενικός περιορισμός εἶναι δυσανάλογος προς τίς ἀνάγκες τῆς κοινοτικής ἀγορᾶς κατά τόν ὑπό κρίση χρόνο. Τό πραγματικό ζήτημα, πού κατ' ἐμέ τίθεται, εἶναι, ἄν υπήρξε παράνομη διάκριση εἰς βάρος τῆς Ταϊβάν καί, ἑπομένως, εἰς βάρος των εισαγωγέων εμπορευμάτων ἀπό τήν Ταϊβάν, ἡ ὁποία κατέστησε τόν κανονισμό άκυρο. Ὑπό τό φῶς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως 55/75, Balkan-Import-Export (ἀνωτέρω) δέν νομίζω ὅτι ἡ ἀπόφαση πού συνιστά διάκριση μεταξύ τρίτων χωρών ἐν σχέσει πρός τίς προταθείσες ποσότητες, εἶναι παράνομη ή δύναται νά καταστήσει άκυρο τόν κανονισμό.
"Οταν οἱ έμποροι, πού εἶναι εγκατεστημένοι εντός τῆς Κοινότητος, εισάγουν κυρίως ἡ ἀποκλειστικῶς ἀπό ὁρισμένες χώρες, οἱ όποιες ἀποκλείονται ἀπό τό εμπόριο ἡ στίς όποιες παραχωροῦνται πολύ μικρές ποσότητες, εἶναι αυτονόητο ὅτι θίγεται ἡ εμπορική τους δραστηριότης. 'Αν ή διάκριση πού προκαλείται ἀπ' ευθείας εἰς βάρος μιᾶς τρίτης χώρας δέν εἶναι παράνομη, δέν νομίζω ὅτι οἱ συνέπειες πού πλήττουν ὁρισμένους έμπορους, ἐνῶ δέν πλήττουν άλλους, καθιστά παράνομο τόν κανονισμό, ἐν πάση περιπτώσει ἐφ' ὅσον δέν ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ διάκριση στρέφεται ἀμέσως κατά αυτών τῶν ἰδίων τῶν έμπορων. Αυτό δέν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς, δέν νομίζω ὅτι ό κανονισμός καθίσταται άκυρος ἀπό τό γεγονός ὅτι μέ τήν εφαρμογή του μειώνονται οἱ εμπορικές δραστηριότητες ὁρισμένων έμπορων, ἐνῶ άλλων δέν μειώνονται.
Ἐν συμπεράσματι, γιά τους λόγους πού εξέθεσα, θεωρώ ὅτι στό ὑποβληθέν ερώτημα προσήκει ἡ ἀπάντηση ὅτι ἀπό τήν διάταξη περί παραπομπής δέν προέκυψαν στοιχεία ικανά νά επηρεάσουν τό κύρος τοῦ κανονισμοί) 1102/78 καί ὅτι δέν ἀπεδείχθη ὅτι ήταν ἡ κατέστη άκυρος (επειδή ἀντιβαίνει πρός την ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος), ἀκόμη καί ἄν γιά ὁρισμένους εισαγωγείς είχε ὡς συνέπεια ὅτι ἀπεκλείσθησαν πλήρως ἀπό τήν διενέργεια εισαγωγῶν ἀπό μία ἡ περισσότερες τρίτες χῶρες.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy