ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣSIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 6 ΜΑΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
Ό Λόρδος Bethell επιθυμεί νά φέρει ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ένα ζήτημα πού έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιά τόν ίδιο καί γιά ἕνα ευρύ κοινό εντός τῆς Κοινότητος. Ή άποψη του εἶναι ὅτι οι ἀεροπορικοί ναύλοι εντός τῆς Κοινότητος καθορίζονται κατά τρόπο πού ἀντιβαίνει πρός τους κοινοτικούς κανόνες ἀνταγωνισμοί), μέ ἀποτέλεσμα οἱ ναύλοι αυτοί νά εἶναι υψηλότεροι ἀπό ὅ,τι θά έπρεπε νά είναι. 'Ισχυρίζεται, γενικά, ὅτι ή 'Επιτροπή παρέλειψε νά εκδώσει πράξη ὅπως εἶχε τήν υποχρέωση καί, μέ προσφυγή δυνάμει τῶν άρθρων 173 καί 175, ἐν συνδυασμῶ μέ τό ἄρθρο 176, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά διαπιστώσει τήν παράλειψη.
Ή πρώτη ἀπάντηση τῆς Ἐπιτροπῆς είναι ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη ή συνθήκη δέν παρέχει τό δικαίωμα στόν προσφεύγοντα νά προβάλει τήν ἀξίωσή του ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου μέ τόν τρόπο πού αυτός ἐπεδίωξε νά τό πράξει. Ή ένσταση αυτή εἶναι τό μόνο ζήτημα πού πρέπει νά κριθεί στό στάδιο αυτό τῆς διαδικασίας. 'Αν ἡ προσφυγή κριθεί παραδεκτή, γίνεται δεκτό ἀπό τήν 'Επιτροπή ὅτι τό Δικαστήριο έχει νά εξετάσει ένα ουσιαστικό καί σημαντικό πρόβλημα.
Μολονότι ὁ Λόρδος Bethell προέβαλε ενεργώς τους ισχυρισμούς του ἐπί μερικά έτη, τόσο ὑπό προσωπική ιδιότητα, ὅσο καί ως μέλος τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τό προκείμενο ζήτημα στρέφεται κατ' οὐσίαν γύρω ἀπό τήν επιστολή τῆς 13ης Μαΐου 1981 μέ τά συνημμένα σ᾽ αὐτήν
έγγραφα πού ἀπηυθύνθη γιά λογαριασμό του στην Ἐπιτροπή, καί τήν ἀπάντηση μέ τά επισυναπτόμενα σ᾽ αυτήν έγγραφα τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 17ης 'Ιουλίου 1981. Στην πρώτη οἱ συνήγοροι τοῦ Λόρδου Bethell παραθέτουν τά περιστατικά, τά όποια κατά τήν γνώμη του καταδεικνύουν ὅτι δέν υφίσταται ἀνταγωνισμός μεταξύ τῶν εταιριών πού διενεργούν τακτικές ἀερομεταφορές καί ὅτι «στην πράξη, οἱ ναύλοι καθορίζονται μεταξύ ἀερομεταφορέων καί ὄχι μεταξύ κυβερνήσεων». Ἀφοῦ παρέθετε τους νομίμους λόγους γιά τους ὁποίους ἰσχυρίζετο ὅτι ἡ 'Επιτροπή υποχρεούται νά ενεργήσει, ἐζήτει μέ τήν επιστολή του ἀπό τήν 'Επιτροπή νά «ἀρχίσει νά εκπληρώνει τήν υποχρέωση πού έπρεπε νά εἶχε εκπληρώσει στό παρελθόν, νά ἀνακοινώσει ὅτι πρόκειται νά ενεργήσει δυνάμει τοῦ άρθρου 89 καί ὅτι θά ἀρχίσει νά ενεργεί κατ' αυτόν τόν τρόπο ζητώντας πληροφορίες καί εξηγήσεις ἀπό τίς ἀεροπορικές εταιρίες». Ή ἀδράνεια δέν θά γίνει ἀποδεκτή. Αυτό πού ἐπεδιώκετο ήταν μιά σαφής ἀπάντηση «ὑπό μορφή ἀποφάσεως» δυναμένης νά προσβληθεί ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου δυνάμει τοῦ ἄρθρου 173 τῆς συνθήκης.
Μετά ἀπό τήν προσωρινή γνωστοποίηση τῆς 26ης Μαΐου 1981 ἡ Ἐπιτροπή, διά τοῦ γενικού διευθυντοῦ ανταγωνισμού, ἀπηύθυνε στίς 17 'Ιουλίου 1981 επιστολή μέ τήν ὁποία επιβεβαίωνε τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, δημοσιευθείσα ήδη, ὅτι «στίς περισσότερες περιπτώσεις ὁ ὁριστικός καθορισμός τῶν αεροπορικών ναύλων εἶναι αποκλειστική ευθύνη τῶν Κρατών μελών». Ἐφ᾽ ὅσον έτσι έχουν τά πράγματα, δέν ὑφίστατο κατ' ἀρχήν λόγος νά εξετασθεί ἡ δραστηριότης τῶν κρατών καί τῶν ἑταιριών βάσει τοῦ ἄρθρου 85. 'Οπωσδήποτε ἡ Ἐπιτροπή,«ἐντός τῶν ὁρίων τῶν εξουσιῶν της στόν τομέα αυτό», ἀνέλαβε νά εξετάσει περαιτέρω τό θέμα καί «ἄν διαπιστώσει ὅτι ή υποκειμένη στον καθορισμό τῶν ναύλων πραγματικότης αντιβαίνει πρός τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5, τοῦ ἄρθρου 90 καί /ή τοϋ ἄρθρου 85 τῆς συνθήκης, θά αναλάβει τήν κατάλληλη δράση δυνάμει τῶν διατάξεων αυτῶν». Ή Ἐπιτροπή ἐξέφρασε τήν άποψη ὅτι τό άρθρο 86 επιβάλλει ένα ὅριο στίς κυβερνήσεις ὅσον άφορᾶ τόν καθορισμό τῶν ἀεροπορικών ναύλων. 'Αφού ἀνεφέρθη στίς δυσκολίες καί στό περίπλοκο «μιᾶς ἀναλύσεως πού έχει ὡς σκοπό νά ἀποδείξει τόν καταχρηστικό χαρακτήρα ὁρισμένων ἀεροπορικών ναύλων», ἡ Ἐπιτροπή ἀνέφερε ὅτι ἡ εξέταση τοῦ θέματος τῶν ἀεροπορικών ναύλων, ἡ ὁποία είχε συμπληρωθεί, θά διεβιβάζετο στό Συμβούλιο. Ή 'Επιτροπή προσέθετε ὅτι έπρεπε νά γίνουν οἱ έξῆς πέντε ενέργειες:
(α)
νά ἀρχίσει τήν ἀνάλυση τῶν περιπτώσεων όπου τό επίπεδο ενός δεδομένου ἀεροπορικοῦ ναύλου ἀφήνει νά νοηθεί ὅτι τό άρθρο 86 παρεβιάσθη
(6)
νά διαβιβάσει γραπτώς στά Κράτη μέλη τίς ἀπόψεις τῆς τονίζοντας ὅτι ὅταν οἱ κυβερνήσεις καθορίζουν τους ναύλους δέν πρέπει νά τό πράττουν κατά τρόπο καταχρηστικό καί νά παραβαίνουν, έτσι, τό άρθρο 86
(γ)
νά ἀπευθύνει επιστολή στίς ἀεροπορικές εταιρίες τῆς Κοινότητος ζητώντας λεπτομέρειες ἐπί άλλων, πλην τοῦ καθορισμοῦ τῶν ναύλων, πρακτικών, οἱ όποιες δύνανται κατά τήν άποψη της 'Επιτροπῆς νά συνεπάγονται παράβαση τοθ ἄρθρου 85
(δ)
νά προτείνει στό «άμεσο μέλλον» σχέδιο ὁδηγίας ἐπί τῶν ἀεροπορικών ναύλων πού θά θεσπίζει ἀντικειμενικά κριτήρια, τά όποια πρέπει νά τηρούν τά Κράτη μέλη κατά τόν καθορισμό τών ἀεροπορικών ναύλων
(ε)
νά εγκρίνει «συντόμως» σχέδιο κανονισμοῦ, πρός υποβολή στό Συμβούλιο, περί εφαρμογής τῶν άρθρων 85 καί 86 τῆς συνθήκης στίς ἀερομεταφορές.
Στάς 23 'Ιουλίου 1981 ἡ 'Επιτροπή ἐδημο-σίευσε τήν έκθεση ἐπί τῶν ναύλων στίς τακτικές ἀερομεταφορές ἐντός τῆς ΕΟΚ γιά τήν ὁποία έκαμε υπαινιγμό στην επιστολή (COM(81) 398 τέλος). Ή έκθεση κατέληγε στό συμπέρασμα ὅτι, πρώτον, ένας ἀπό τους τομείς μελλοντικής δράσεως τῆς Κοινότητος συνίσταται στό νά επιτύχει ὀλιγότερο άκαμπτη διαδικασία στον καθορισμό τῶν ναύλων, επειδή οἱ ἀερομεταφορείς δέν ἀπεκόμιζαν υπερβολικά κέρδη στά τοπικά δρομολόγια, είδικώς στην Ευρώπη, άλλά τό κόστος στην Ευρώπη ήταν υπερβολικά υψηλό καί δεύτερο, μολονότι στά κοντινά δρομολόγια ὑφίστατο μία λογική σχέση μεταξύ ναύλου καί κόστους, τό περιθώριο κέρδους παρουσίαζε σημαντική αὔξηση, σέ μακρινά δρομολόγια. Στίς 31 'Ιουλίου 1981, ή 'Επιτροπή ἐδημοσίευσε τό σχέδιο κανονισμού, στό όποιο εἶχε ἀναφερθεί (COM(81) 396 τέλος). Στίς 26 'Οκτωβρίου 1981 ἐδημοσίευσε τό σχέδιο ὁδηγίας ἐπί τῶν ἀεροπορικών ναύλων (COM(81) 590 τέλος).
Ὁ Λόρδος Bethell ἐθεώρησε ὅτι ἡ επιστολή τοῦ γενικού διευθυντοῦ, τῆς 17ης 'Ιουλίου 1981, ήταν ἀσυμβίβαστη πρός τήν έκθεση πού ἐδημοσιεύθη μόλις έξι ήμερες ἀργότερα, καί ὅτι ἐν πάση περιπτώσει, ήταν ἀσαφής καί μή ικανοποιητική. Συνεπώς, ὁ Λόρδος Bethell ἤσκησε προσφυγή, ἡ ὁποία ἐπρωτοκολλήθη στό Δικαστήριο στίς 10 Σεπτεμβρίου 1981. Ἐζήτησε νά γίνει ἡ διαπίστωση, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 175 τῆς συνθήκης, ὅτι ἡ 'Επιτροπή παρέλειψε νά ενεργήσει σέ ἀπάντηση τῆς περικοπής τῆς ἀπό 13 Μαίου 1981 επιστολής του πού ἀνεφέρετο στην εναρμονισμένη πρακτική τῶν αεροπορικών ἑταιριών ὡς πρός τόν καθορισμό τῶν ἀεροπορικών ναύλων εντός τῆς Κοινότητος. 'Επικουρικώς, ἐζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 173 τῆς συνθήκης, νά ἀκυρώσει ὁλόκληρη την επιστολή τοῦ γενικοῦ διευθυντού τῆς 17ης Ἰουλίου 1981 ἡ τήν περικοπή εκείνη τῆς επιστολῆς, ἡ ὁποία (κατά τήν διατύπωση τῆς προσφυγής) «ἀναφέρει ὅτι οἱ κανόνες ἀνταγωνισμοῦ δέν ἐφαρμόζονται στίς ἀεροπορικές ἑταιρίες ὅσον άφορᾶ τόν καθορισμό τῶν ἀεροπορικών ναύλων εντός τῆς Κοινότητος». Ό προσφεύγων ἐζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο νά λάβει ὁποιαδήποτε άλλα μέτρα, δυνάμει τῶν άρθρων 175, 173 ή 176 τῆς συνθήκης, τά όποια τό Δικαστήριο θά ἔκρινε κατάλληλα, καί νά καταδικάσει τήν Ἐπιτροπή στά δικαστικά ἔξοδα.
Ἐφ᾽ ὅσον ἡ πρώτη αίτηση παροχῆς έννόμου προστασίας στηρίζεται στό άρθρο 175, θά εξετάσω πρώτα αυτήν, κατόπιν δέ τήν αίτηση πού στηρίζεται στό άρθρο 173. Τό άρθρο 175 παρέχει στά Κράτη μέλη καί τά άλλα κοινοτικά όργανα τό δικαίωμα νά ἀσκήσουν προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου γιά νά διαπιστωθεί ἄν τό Συμβούλιο ἡ ἡ 'Επιτροπή παρέλειψαν, κατά παράβαση τῆς συνθήκης, «νά ἀποφασίσουν». Τέτοια προσφυγή δέν δύναται νά ἀσκηθεί παρά μόνον ἄν τό κοινοτικό όργανο «κληθεί νά ενεργήσει», καί εντός δύο μηνῶν ἀπό τῆς προσκλήσεως «δέν λάβει θέση». «Κάθε νομικό ἡ φυσικό πρόσωπο, ὑπό τίς προϋποθέσεις τῶν προηγουμένων παραγράφων, δύναται νά προσφύγει στό Δικαστήριο κατά ὀργάνου τῆς Κοινότητος τό όποιο παρέλειψε νά τοῦ ἀπευθύνει πράξη έκτός συστάσεως ή γνώμης».
Ό προσφεύγων ἠρωτήθη «ποιά εἶναι ή “πράξη” κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 175, παράγραφος 3, γιά τήν ὁποία παραπονείται ὅτι ἡ Ἐπιτροπή παρέλειψε νά τοῦ ἀπευθύνει;» Ό συνήγορος του, κατά τήν δημοσία συνεδρίαση, ἀπήντησε:
«Τό μέτρο, τήν λήψη τοῦ ὁποίου θεωρούμε ὅτι ὁ Λόρδος Bethell είχε δικαίωμα νά ἀξιώσει καί πού θεωρούμε ὅτι δέν τό επέτυχε, ήταν πολύ απλό: μία ἀντίδραση ἡ μία κατάλληλη απάντηση στην καταγγελία του, ἡ ὁποία νά ἀναφέρει ὅτι ἡ 'Επιτροπή εἴτε θά ενεργούσε σχετικώς εἴτε δέν θά ενεργούσε, καί στην τελευταία περίπτωση, νά παρέχει τους λόγους.»
'Αν οἱ λέξεις ληφθούν ὑπό τήν συνήθη σημασία τους «ή παράλειψη λήψεως ἀποφάσεως» φαίνεται ὅτι έχει διαφορετική έννοια ἀπό τήν «παράλειψη νά (τοῦ) ἀπευθύνει πράξη έκτός συστάσεως ἡ γνώμης». Ἴσως οἱ πλέον περιοριστικοί όροι τού γαλλικού κειμένου τῆς πρώτης παραγράφου («s'abstient de statuer») δίδουν μία ἀκριβέστερη ἰδέα τοῦ είδους ενεργείας πού καλύπτει ἡ πρώτη παράγραφος, άλλά ή τρίτη παράγραφος μοῦ φαίνεται ὅτι καλύπτει μία στενότερη κατηγορία πράξεων ἀπ᾽ ὅ,τι καλύπτεται μέ τίς λέξεις «παράλειψη λήψεως ἀποφάσεως», τῆς πρώτης παραγράφου. Ή τρίτη παράγραφος φαίνεται ὅτι ἀναφέρεται σέ πράξεις παρόμοιες μέ αυτές πού καθορίζονται ἀπό τό άρθρο 189, μολονότι ὄχι κατ' ἀνάγκην περιορισμένες σ᾽ αυτές, καί τίς όποιες τό Συμβούλιο καί ἡ 'Επιτροπή δικαιούνται νά εκδίδουν. Εἴτε έτσι έχουν τά πράγματα εἴτε ὄχι, υφίστανται σαφείς διαφορές μεταξύ τοῦ περιεχομένου τῆς πρώτης καί τῆς τρίτης παραγράφου, οἱ ὁποίες εἶναι ἐν μέρει παράλληλες μέ τήν διάκριση πού γίνεται στην πρώτη καί δεύτερη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 173.
Πάντως, ὑφίσταται μία σημαντική διαφορά μεταξύ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ άρθρου 173 καί τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ άρθρου 175. Τό άρθρο 175, κατ' ἀντίθεση προς τό άρθρο 173, δέν ὁρίζει ὅτι υφίσταται δικαίωμα προσφυγής λόγω παραλείψεως εκδόσεως πράξεων πού απευθύνεται σέ άλλο πρόσωπο, ὑπό τόν ὅρο ὅτι άφορᾶ άμεσα καί ἀτομικά τόν προσφεύγοντα. 'Οπως παρετήρησε ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Capotorti στην υπόθεση 125/78, GEMA κατά Ἐπιτροπῆς (1979) ECR σ. 3199, ή διαφορετική διατύπωση καταδεικνύει ὅτι τό δικαίωμα προσφυγής λόγω παραλείψεως είναι ὑπ᾽ αύτη τήν άποψη περισσότερο περιορισμένο ἀπό τό δικαίωμα ἀσκήσεως προσφυγής ἀκυρώσεως. Τό ἀντικείμενο τοθ ἄρθρου 175 συνίσταται στην εξασφάλιση εκδόσεως πράξεως πού, λόγω τῆς φύσεως καί τοῦ σκοπού της, πρέπει νά ἀπευθυνθεί στό πρόσωπο πού ἐζήτησε την έκδοση της (υπόθεση 103/63, Rhenania κατά 'Επιτροπῆς (1964) ECR σ. 433, προτάσεις γενικού εισαγγελέως Roemer πρβλ., πάντως, τίς προτάσεις τοῦ γενικού εισαγγελέως Dutheillet de Lamothe στην υπόθεση 15/71, Mackprang κατά Ἐπιτροπῆς (1971) ECR σ. 807).
'Επί πλέον, μοῦ φαίνεται σαφές ὅτι ὁ προσφεύγων δυνάμει τοῦ ἄρθρου 175, παράγραφος 3, πρέπει νά εἶναι σέ θέση νά ἀποδείξει ὅτι κοινοτικό ὄργανο, μολονότι υπείχε υποχρέωση, παρέλειψε νά τοῦ ἀπευθύνει πράξη. Θεωρώ ὅτι ἡ υποχρέωση αύτη πρέπει νά υφίσταται ἐκ τῆς συνθήκης ἤ (κατά την γνώμη μου) νά συνάγεται σαφῶς ἀπό την νομοθεσία πού ἐθεσπίσθη δυνάμει της συνθήκης. Δέν ἀρκεῖ τό ὅτι ἡ καλή διοίκηση ἡ ἡ ἁβροφροσύνη επιβάλλουν νά δοθεῖ ἀπάντηση σέ μία προσεκτικά ετοιμασμένη καί μελετημένη επιστολή.
Ή πρώτη δυσχέρεια πού ευρίσκω στον τρόπο ενεργείας τοῦ Λόρδου Bethell είναι ὅτι δέν υφίσταται ρητή διάταξη πού νά παρέχει στόν προσφεύγοντα δικαίωμα νά ζητήσει, στην παρούσα ἀλληλουχία, ἀπό τήν Ἐπιτροπή νά διεξάγει έρευνα ἐπί των ισχυρισμών περί εναρμονισμένης πρακτικής στον τομέα τῶν αερομεταφορών.
Τό άρθρο 3, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ ἀριθ. 17 ὁρίζει ὅτι πρόσωπα ἡ ἑνώσεις προσώπων πού επικαλούνται έννομο συμφέρον νομιμοποιοῦνται νά υποβάλουν αίτηση πρός τήν 'Επιτροπή γιά νά διαπιστωθεί ὅτι υφίσταται παράβαση τῶν άρθρων 85 ἡ 86 τῆς συνθήκης ἄν ἡ Ἐπιτροπή κρίνει ὅτι τά υφιστάμενα στοιχεία δέν δικαιολογούν τήν ἀποδοχή μιᾶς τέτοιας αιτήσεως, ὀφείλει νά εκθέσει τους λόγους στον προσφεύγοντα: βλέπε άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ 99/63 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 25ης 'Ιουλίου 1963, ΕΕ εἰδ. έκδ. 08/001, σ. 37. 'Οπωσδήποτε, οἱ διατάξεις αυτές δέν εφαρμόζονται στον καθορισμό τῶν ἀεροπορικών ναύλων καί ὅρων μεταφοράς, καθ' ὅτι οἱ τομείς αυτοί έχουν ρητώς εξαιρεθεί ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ ἀριθ. 17 μέ τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ ἀριθ. 141 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 26ης Νοεμβρίου 1962, ΕΕ εἰδ. ἐκδ. 07/001 σ. 30.
Ἐκ μέρους τοῦ Λόρδου Bethell προεβλήθη ὁ ισχυρισμός ὅτι τό δικαίωμα πού εἶναι έμμεσο στό άρθρο 89 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, έγινε άμεσο στό άρθρο 3, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ 17. Τό άρθρο αυτό τῆς συνθήκης δέν ἀναφέρεται σέ προσωπικές προσφυγές. Πράγματι ἡ 'Επιτροπή «εξετάζει τίς περιπτώσεις εικαζομένων παραβάσεων» ὄχι μόνο κατόπιν αιτήσεως τῶν Κρατών μελών, άλλά καί «αυτεπαγγέλτως». 'Ακόμη καί ἄν αυτό σημαίνει ὅτι, δυνάμει τῆς συνθήκης, ἡ 'Επιτροπή έχει ειδική υποχρέωση νά εξετάζει κάθε περίπτωση πού τῆς ἀναφέρεται, ὅταν προβάλλεται εικαζομενη παράβαση, (καί ίσως — sed quaere — νά παρέχει τους λόγους τῆς μή ἐνεργείας της) δέν θεωρώ ὅτι αυτό συνιστά καθήκον πρός τό πρόσωπο, τό όποιο επέστησε τήν προσοχή τῆς 'Επιτροπής ἐπί τοῦ θέματος, οὔτε ὅτι ἡ υποχρέωση δύναται νά εκπληρωθεί μέ πρωτοβουλία του.
Προβάλλεται τό ἐπιχείρημα ὅτι, ἄν ένα τέτοιο δικαίωμα συνάγεται ἀπό τό άρθρο 89, τό παραπονούμενο γιά εικαζομένη παράβαση πρόσωπο στερείται πλήρως οιασδήποτε ἐπανορθώσεως ἄν οἱ παραστάσεις του δέν γίνουν δεκτές ἀπό τήν 'Επιτροπή. Ἔχω τήν γνώμη ὅτι αυτό πρέπει νά ἑρμηνευθεί ευρέως, καθ' ὅσον δύνανται νά υπάρξουν περιπτώσεις ὅπού ἡ ἀμφισβήτηση δύναται νά προβληθεί μέσω τῆς διαδικασίας τοῦ άρθρου 177 καί τά Κράτη μέλη δύνανται νά παρακινηθούν νά ενεργήσουν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 175.
Ἐν πάση περιπτώσει δέν θεωρῶ ὅτι εἶναι δυνατό νά συναχθεί ἀπό τό άρθρο 89 τό έμμεσο δικαίωμα γιά τό όποιο ἀγωνίζεται ὁ συνήγορος τοῦ Λόρδου Bethell.
Τό γεγονός ὅτι τό άρθρο 3, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ ἀριθ. 17 εκρίθη ἀναγκαίο, καί ὅτι οἱ αερομεταφορές εξαιρούνται ρητώς ἀπό τό πεδίο ἐφαρμογής του, επιβεβαιώνουν κατά τήν γνώμη μου τήν άποψη στην ὁποία κατέληξα ἀνεξαρτήτως τῆς ἀναφοράς σ᾽ αὐτά. Είναι διαφορετικό ζήτημα ἄν τό άρθρο 3, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ αριθ. 17 πρέπει νά εφαρμοσθεί στόν τομέα τῶν ἀερομεταφορών.
Είμαι, ἑπομένως, τῆς γνώμης ὅτι ὁ προσφεύγων στην ὑπό κρίση υπόθεση δέν είναι πρόσωπο στό ὁποῖο ἡ 'Επιτροπή ὀφείλει, δυνάμει τῆς συνθήκης ἡ τοῦ παραγώγου δικαίου, νά ἀπευθύνει πράξη. Δέν νομίζω, ἐν πάση περιπτώσει, ὅτι ὁ Λόρδος Bethell δύναται νά παραπονεθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή παρέλειψε νά διαπιστώσει ὅτι υπήρξε παράβαση ἐκ μέρους τῶν ἀεροπορικών ἑταιριών γιά τίς ὁποιες πρόκειται, καθ' ὅσον τέτοια διαπίστωση πρέπει νά ἀπευθυνθεί στίς ἀεροπορικές ἑταιρίες καί ὄχι σ᾽ αυτόν (βλέπε π.χ. υπόθεση 125/78, GEMA κατά Ἐπιτροπῆς, ἀνωτέρω σ. 3197, στην ὁποία ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Capotorti ἀναφέρει τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 26/76, Metro κατά Ἐπιτροπῆς (1977) ECR σ. 1875).
Ἄν είχα καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι ήταν ἀρκετό γιά τόν προσφεύγοντα νά ἀποδείξει ὅτι ἡ παράλειψη τῆς Ἐπιτροπῆς νά ενεργήσει τόν ἀφεώρα άμεσα καί ἀτομικά, θά ήμουν ἀκόμη τῆς γνώμης ὅτι ἡ ἐν λόγω προσφυγή δέν δύναται νά ἀσκηθεί δυνάμει τοῦ ἄρθρου 175. Μία ἀεροπορική εταιρία δέν θά ἠδύνατο δυνάμει τοῦ άρθρου 173 νά ἀμφισβητήσει ἀπόφαση διεξαγωγῆς ἐρεύνης ὡς πρός τήν συμπεριφορά της μέ σκοπό νά καθορισθεί κατά πόσον τέτοια συμπεριφορά ήταν σύμφωνη μέ τους κοινοτικούς κανόνες ἀνταγωνισμού (υπόθεση 60/81, IBM κατά 'Επιτροπῆς,11 Νοεμβρίου 1981, παράγραφος 21). Συ-νέπεται ὅτι μία ἀεροπορική εταιρία δέν δύναται νά προσφύγει κατά παραλείψεως διεξαγωγής τέτοιων ερευνών δυνάμει τοθ άρθρου 175, ἀκόμη δέ ὀλιγότερον δύναται νά τό πράξει ένας παραπονούμενος. Οὔτε καί δύναται νά υποχρεώσει τήν 'Επιτροπή νά ενεργήσει κατά ἕναν εἰδικό τρόπο κατά τήν πορεία τῆς έρευνας (υπόθεση 8/71), Komponistenverband κατά Ἐπιτροπῆς (1971) ECR σ. 710).
Ἀλλά επανέρχομαι στην προσφυγή πού στηρίζεται στό άρθρο 173. Στό πλαίσιο αυτό τό Δικαστήριο ἠρώτησε «ποιά εἶναι ή ἀπόφαση, ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 173, παράγραφος 2, τῆς ὁποίας ὁ προσφεύγων ζητεί ἀκύρωση;». Ό συνήγορος τοῦ προσφεύγοντος ἀπήντησε: «'Αν ἡ επιστολή τῆς 'Επιτροπής περιελάμβανε ἀπόφαση πού θεωρεί ὅτι ἡ εναρμονισμένη πρακτική των ἀεροπορικών ἑταιριών ὡς πρός τους ἀεροπορικούς ναύλους δέν συνιστά παράβαση ἀπό τίς ἀεροπορικές εταιρίες τοῦ άρθρου 85, παράγραφος 1, καί, ὡς ἐκ τούτου, ή 'Επιτροπή δέν θά διερευνήσει τους περί τοῦ ἀντιθέτου Ισχυρισμούς τοῦ Λόρδου Bethell, (αυτή) ἀπέρριπτε έτσι, στην πραγματικότητα, τήν προσφυγή του».
Ἐν ὄψει αὐτοθ, ἡ ἀπό 17 'Ιουλίου 1981 επιστολή τῆς Ἐπιτροπῆς δέν ἐξομοιοῦται μέ «ἀπόφαση» υποκείμενη σέ δικαστικό έλεγχο σύμφωνα μέ τό άρθρο 173. Δέν δημιουργεί έννομες συνέπειες γιά τόν Λόρδο Bethell (κατά τήν έννοια τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου) καί ελλείψει τῶν συνεπειών αυτών δέ δύναται νά ἀκυρωθεί (βλέπε συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 8-11/66, Cimenteries κατά Επιτροπῆς (1967) ECR σ. 91). Ἐπί πλέον, δέν ἀντιπροσωπεύει την κατάληξη μιᾶς διαδικασίας, ἀλλα εἶναι μάλλον ἕva ἀπό τά «διαδικαστικά μέτρα, προπαρασκευαστικά τῆς ἀποφάσεως, ή ὁποία ἀντιπροσωπεύει την κατάληξη τους». Τέτοια μέτρα δέν εἶναι «ἀποφάσεις» ὑπό την έννοια τοῦ ἄρθρου 173: υπόθεση 60/81, IBM, ἀνωτέρω.
Δέν έχω λόγο νά χαρακτηρίσω την επιστολή ὡς ἀπόφαση λόγω τοῦ μόνου γεγονότος ὅτι ἀποτελεί ἀπάντηση σέ πρόσκληση πρός την 'Επιτροπή νά λάβει θέση, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 175. Πράγματι, στην υπόθεση 48/65 Lütticke κατά Ἐπιτροπῆς (1966) ECR σ. 27, τό Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτη προσφυγή, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1973, περί ἀκυρώσεως ἐπιστολής πού καθώριζε τήν θέση τῆς Ἐπιτροπής.
Προεβλήθη τό επιχείρημα ἐκ μέρους τοῦ Λόρδου Bethell ὅτι ἡ επιστολή τῆς Ἐπιτροπής ισοδυναμούσε μέ «σιωπηρά ἀπόφαση τερματισμοῦ τῆς διαδικασίας». Πρός στήριξη τοῦ επιχειρήματός του ὁ συνήγορος τοῦ Λόρδου Bethell στηρίζεται στην διατύπωση τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως Capotorti στην υπόθεση GEMA, σ. 3200. Ή διατύπωση αυτή στηρίζει βεβαίως τήν άποψη ὅτι μία σιωπηρά ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής περί τερματισμού τῆς διαδικασίας, πού ἐκινήθη δυνάμει τῶν κοινοτικών κανόνων ἀνταγωνισμού, δύναται νά συνιστᾶ «πράξη» δυναμένη νά προσβληθεί δυνάμει τοῦ ἄρθρου 173 τῆς συνθήκης ΕΟΚ επισπεύσει άλλης επιχειρήσεως. 'Οπωσδήποτε, πρόκειται γιά τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ παραπονούμενος νομιμοποιείται νά υποβάλει αίτηση πρός τήν 'Επιτροπή γιά νά διαπιστωθεί παράβαση τῆς συνθήκης, πού διέπραξε άλλη επιχείρηση. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, ἡ σιωπηρά ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής περί τερματισμοῦ τῆς διαδικασίας έχει έννομες συνέπειες γιά τόν παραπονούμενο. Γιά τόν λόγο αυτό, ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Capotorti καθιστά σαφές (στό ἀπόσπασμα πού ἀναφέρει ὁ συνήγορος τοῦ Λόρδου Bethell) ὅτι ὁ προσφεύγων στην υπόθεση GEMA ἐνομιμοποιεῖτο, δυνάμει τοῦ άρθρου 3, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού τοῦ Συμβουλίου 17 καί τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμοῦ 99/63, νά υποβάλει αίτηση καί νά λάβει ἀπάντηση τῆς 'Επιτροπής. Ό προσφεύγων στην ὑπό κρίση υπόθεση δέν δύναται, ὅμως, νά επικαλεσθεί τόν κανονισμό 17, οὔτε καί νομιμοποιείται γιά τους αναφερομένους λόγους, ὁπως ὁ προσφεύγων στην υπόθεση GEMA.
Οἱ σκέψεις πού ὁδήγησαν στό συμπέρασμα ὅτι ἡ προσφυγή δυνάμει τοῦ ἄρθρου 173 εἶναι ἀπαράδεκτη, λαμβανόμενες στό σύνολο τους ὁδηγοῦν επίσης στό συμπέρασμα ὅτι τό Δικαστήριο πρέπει νά κρίνει ἀπαράδεκτη τήν προσφυγή ἀκυρώσεως τοῦ παραρτήματος τῆς ἀπό 17 'Ιουλίου 1981 ἐπιστολής τῆς Ἐπιτροπῆς πού ἀναφέρει ὅτι οἱ κανόνες ἀνταγωνισμοῦ δέν εφαρμόζονται στίς ἀεροπορικές ἑταιρίες ὅσον άφορᾶ τόν καθορισμό τῶν ἀεροπορικών ναύλων. Δέν εἶναι, επομένως, ἀναγκαίο νά προσδιορισθεί ἄν ἡ ἐν λόγω επιστολή περιέχει μία τέτοια δήλωση (πράγμα πού ἡ 'Επιτροπή ἀρνείται) ἡ ἄν παρομοια δήλωση θά ήταν παράνομη.
Κατά συνέπεια, είμαι τῆς γνώμης ὅτι ή προσφυγή δυνάμει τοῦ ἄρθρου 173 πρέπει επίσης νά κριθεί ἀπαράδεκτη. Τοῦτο συνεπάγεται ὅτι, κατά τήν άποψη μου, ή περαιτέρω εξέταση τῆς προσφυγής δυνάμει των άρθρων 175, 173 ἡ 176 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, παρέλκει.
Σκοπίμως ἀπέφυγα νά ἐκφάσω τήν άποψη μου κατά πόσον (α) ἡ 'Επιτροπή παρέλειψε νά ενεργήσει μολονότι ὑπεχρεοῦτο, ἀντιθέτως πρός τόν ισχυρισμό τῆς ὅτι μέ τίς μεταγενέστερες τῆς επιστολῆς τῆς 17ης Ἰουλίου 1981 ενέργειες τῆς ἐξεπλήρωσε πλήρως τίς ἐκ τῆς συνθήκης υποχρεώσεις της, καί (6) κατά πόσον ἡ 'Επιτροπή δύναται, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 89 τῆς συνθήκης, νά διεξάγει ἔρευνα πρός διαπίστωση τῆς υπάρξεως παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ἀνταγωνισμού στον τομέα τῶν ἀερομεταφορῶν (πράγμα πού οἱ εκπροσωπούμενες στην δημοσία συνεδρίαση ἀεροπορικές εταιρίες ἀρνούνται). Στίς προτάσεις μου ἔλαβα ὡς δεδομένο ὅτι ὁ Λόρδος Bethell πρέπει νά θεωρηθεί ὡς άμεσα καί ἀτομικά ενδιαφερόμενο πρόσωπο καί δέν εξέφρασα οἱαδήποτε γνώμη ἄν πράγματι ἡ διαπίστωση τῆς Ἐπιτροπής ὅτι ὁρισμένες ἀεροπορικές ἑταιρίες ενεργούν κατά παράβαση τῶν κοινοτικῶν κανόνων ἀνταγωνισμού, τόν άφορᾶ άμεσα καί ἀτομικά. Δέν θεωρώ ὅτι αὐτά είναι ζητήματα πού πρέπει νά επιλυθούν ἐν σχέσει μέ τό πρόβλημα τοῦ παραδεκτού τῆς προσφυγής.
Ό Λόρδος Bethell υπεστήριξε ὅτι ἡ ἀπό 17 'Ιουλίου 1981 επιστολή τῆς Ἐπιτροπῆς ήταν τόσο ἀσαφής ώστε ζητεί νά τοῦ επιδικασθούν δικαστικά ἔξοδα, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀποφάσεως τοῦς Δικαστηρίου ἐπί τοῦ παραδεκτού τῆς προσφυγής. Ὁρισμένα ἀποσπάσματα τῆς ἐν λόγω επιστολής εἶναι εντελώς ἀσαφή. Δέν θεωρώ, ὅμως ὅτι ή 'Επιτροπή, μέ τήν ἐν λόγω επιστολή της, χωρίς εύλογη αἰτία καί κακοβουλος, ἠνά-γκασε τόν Λόρδο Bethell νά ὑποβληθεί σέ δικαστικά έξοδα. 'Επομένως, δέν συντρέχει περίπτωση εφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 69, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμού διαδικασίας τοῦ Δικαστηρίου.
Μολονότι θεωρώ πολύ δυνατό τό επιχείρημα ὅτι τά φυσικά καί τά νομικά πρόσωπα πρέπει νά έχουν ευρύτερο δικαίωμα προσφυγής ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὅσον άφορᾶ τίς δραστηριότητες τῆς Επιτροπής, είμαι τῆς γνώμης, γιά τους λόγους πού εξέθεσα, ὅτι ἡ ὑπό κρίση προσφυγή πρέπει νά κηρυχθεί ἀπαράδεκτη καί ὅτι τό Δικαστήριο πρέπει νά καταδικάσει τόν προσφεύγοντα στην καταβολή τῶν δικαστικῶν εξόδων, στά όποια υπεβλήθη ἡ Ἐπιτροπή. Ἐφ' ὅσον οἱ παρεμβαίνοντες διάδικοι δέν ἐζήτησαν μέ τίς ἀγορεύσεις τους επιδίκαση δικαστικών εξόδων, δέν χρειάζεται κατά τήν άποψη μου ἡ έκδοση ἀποφάσεως ὡς προς αυτούς.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy