ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 17 ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η υπό κρίση διαφορά ανέκυψε ύστερα από προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας βάσει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσάπτεται ότι παρέβη το άρθρο 30 της συνθήκης επιφυλάσσοντας τη δυνατότητα δέσης σε κυκλοφορία φαρμάκων στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στο γερμανικό έδαφος.
Με το νόμο περί αναμορφώσεως της φαρμακευτικής νομοθεσίας (Gesetz zur Neuordnung des Arzneimittelrechts) (στο εξής AMG) της 24ης Αυγούστου 1976, ο γερμανός νομοθέτης αναμόρφωσε τη νομο9εσία περί φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (BGBl. Ι, σ. 2445). Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 9, εδάφιο 2, του εν λόγω νόμου, τα φαρμακευτικά προϊόντα μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνο μέσω φαρμακευτικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Η διάταξη αυτή εντάσσεται σε ένα αυστηρό σύστημα προληπτικής επιτήρησης και εκ των υστέρων ελέγχου της διάθεσης στο εμπόριο των φαρμάκων, το οποίο συνεπάγεται την αντικειμενική ευθύνη των επιχειρήσεων και τη δυνατότητα να τους επιβληθούν ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων που τους επιβάλλονται. Ο ειδικότερος σκοπός του είναι να επιτρέψει ανά πάσα στιγμή τον εντοπισμό και την ανεύρεση του προσώπου που έθεσε σε κυκλοφορία τα φάρμακα.
Πεπεισμένη ότι η προϋπόθεση της έδρας περιορίζει την ελευθερία των παραγωγών φαρμακευτικών προϊόντων των άλλων κρατών μελών και συνεπώς αποτελεί εμπόδιο στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η Επιτροπή κίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 1979 τη διαδικασία που βασίζεται στο άρθρο 169 απευθύνοντας στη γερμανική κυβέρνηση έγγραφο όχλησης, το οποίο όμως παρέμεινε χωρίς απάντηση. Στις 11 Φεβρουαρίου 1980, διατύπωσε την προβλεπόμενη αιτιολογημένη γνώμη. Δύο φορές (10 Απριλίου και 24 Οκτωβρίου 1980) η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία πληροφόρησε την Επιτροπή ότι ζήτησε από τα. ομόσπονδα κράτη να μην εφαρμόσουν τον επίδικο κανόνα στα φάρμακα που παράγονται στα άλλα κράτη μέλη και ότι είχε καταθέσει στο Bundestag σχετική τροποποίηση του άρθρου 1, παράγραφος 9, εδάφιο 2, του AMG. Στις 9 Μαρτίου 1981, η Επιτροπή ζήτησε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία να την ενημερώνει σχετικά με τις εξελίξεις αυτής της τροποποίησης, αλλά, επειδή δεν έλαβε απάντηση, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου που πρωτοκολλήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1981. Μετά από αίτηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, ανεστάλη η πρόοδος της δίκης για όσο χρονικό διάστημα υπήρχε ελπίδα ότι θα ψηφιζόταν η τροποποίηση του νόμου· η ίδια επανελήφθη τον Οκτώβριο του 1982, αφού το Bundestag απέρριψε την τροποποίηση της κυβέρνησης.
2.
Ο νόμος, στον οποίο περιλαμβάνεται η εν λόγω διάταξη, μοιάζει πολύ με το βελγικό διάταγμα της 5ης Ιουνίου 1975 που αποτέλεσε το αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, της 2ας Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 155/82. Αφορώντας την κατοχή, την εμπορία και τη χρησιμοποίηση των παρασιτοκτόνων και των φυτοφαρμάκων, το διάταγμα αυτό εξαρτούσε την πώληση των εν λόγω προϊόντων από έγκριση που μπορούσε να ζητηθεί, μόνο αν ο υπεύθυνος της θέσης σε κυκλοφορία κατοικούσε στο Βέλγιο (άρθρο 12). Η Επιτροπή θεώρησε ότι η προϋπόθεση αυτή έθετε σε δυσμενή θέση τους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών εμποδίζοντας την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, το δε Δικαστήριο δέχτηκε τα επιχειρήματά της. «Η απαίτηση εγκαταστάσεως αντιπροσώπου στο εθνικό έδαφος — έκρινε το Δικαστήριο — δεν είναι ικανή, ενόψει του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας, να εξασφαλίσει πρόσθετες ικανοποιητικές εγγυήσεις για να δικαιολογείται εξαίρεση από την απαγόρευση του άρθρου 30 και... συνιστά, συνεπώς, περιορισμό στο ενδοκοινοτικό εμπόριο» (σκέψεις 16 και 17).
Είναι παράξενο ότι οι διάδικοι δεν αναφέρθηκαν σε μια προηγούμενη υπόθεση τόσο όμοια με την υπό κρίση και τόσο πρόσφατη παρά μόνο κατά την προφορική διαδικασία και μόνο μετά από ερώτηση που' έθεσε ένα μέλος του Δικαστηρίου. Ο εκπρόσωπος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας προσπάθησε εντούτοις να αποδείξει ότι μεταξύ των δύο υποθέσεων υπάρχουν διαφορές που αποκλείουν τη δυνατότητα να εφαρμοστούν στην υπό κρίση υπόθεση οι αρχές που ελήφθησαν υπόψη για την άλλη. Σχετικώς, δύο στοιχεία είναι αποφασιστικά: οι διαφορετικοί στόχοι της βελγικής και της γερμανικής ρύθμισης και ο διαφορετικός βαθμός του κινδύνου που ενέχουν για την υγεία τα εν λόγω προϊόντα. Και οι δύο ρυθμίσεις — είπε — προβλέπουν ελέγχους σχετικά με τη διάθεση στο εμπόριο των προϊόντων αυτών αλλά ο AMG προβλέπει κυρίως εκ των υστέρων ελέγχους ενώ το βελγικό διάταγμα ουσιαστικά προβλέπει προληπτικούς ελέγχους. Όσον αφορά τους κινδύνους για την υγεία, ο πιο σοβαρός και πιο άμεσος κίνδυνος είναι ο κίνδυνος που παρουσιάζουν τα φάρμακα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν από ανθρώπους.
Δεν νομίζω ότι τα επιχειρήματα αυτά ευσταθούν. Το πρώτο αναιρείται από τη , διαδικασία στην υπόθεση 155/82, από την οποία συνάγεται σαφώς ότι μεταξύ των στόχων του βελγικού διατάγματος συμπεριλαμβανόταν επίσης ο έλεγχος που ασκείται στα παρασιτοκτόνα που έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο. Το δεύτερο προσκρούει σε μια παρατήρηση απλής λογικής. Τα φάρμακα προορίζονται για να θεραπεύσουν και τα παρασιτοκτόνα για να θανατώσουν αν υπάρχει πιθανότητα να είναι επικίνδυνα τα πρώτα, τα δεύτερα είναι εξ ορισμού. Αλλά πρέπει να λεχθεί και κάτι άλλο ακόμη. Κατά το χρόνο της εκδίκασης της υπόθεσης 155/82, ο τομέας των παρασιτοκτόνων και των φυτοφαρμάκων αποτελούσε αντικείμενο κοινοτικής εναρμόνισης λιγότερο προωθημένης από ό,τι η εναρμόνιση των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων σήμερα. Θεσπίζοντας συνεπώς ρύθμιση για τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, τα κράτη υπόκεινται σε περισσότερο αυστηρούς περιορισμούς απ' ό,τι υπέκειντο κατά τη θέσπιση ρύθμισης για τα παρασιτοκτόνα και τα φυτοφάρμακα.
3.
Είναι ενδεχόμενο ότι, αναπτύσσοντας κατάλληλα την παρατήρηση αυτή μπορεί να καταδειχθεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 9, εδάφιο 2, του AMG είναι αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο. Εντούτοις, θεωρώ ορθότερο να εξετάσω μεμονωμένα κάθε επιχείρημα που προβάλλει η γερμανική κυβέρνηση σχετικά με τα άρθρα 30 και 36 της συνθήκης για να δικαιολογήσει την προϋπόθεση της έδρας.
Η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ύπαρξη της προϋπόθεσης αυτής δεν συνιστά παράβαση του πρώτου κανόνα ή συνιστά ασήμαντη παράβαση. Πράγματι, η διάταξη που προβλέπει την προϋπόθεση αυτή δεν υποχρεώνει τις επιχειρήσεις των κρατών μελών να αποκτήσουν έδρα στη Γερμανία και να υποβληθούν στα μεγάλα έξοδα που αυτό συνεπάγεται. Περιορίζεται στην απαίτηση να χρησιμοποιούν οι εν λόγω επιχειρήσεις για τη διάθεση των προϊόντων τους στο εμπόριο έναν υπεύθυνο που να κατοικεί στο γερμανικό έδαφος' συνεπώς, τους επιβάλλει μια υποχρέωση ελάχιστα δαπανηρή και — στοιχείο που είναι ακόμη πιο σημαντικό — που ανταποκρίνεται σε μια επιλογή, την οποία οι επιχειρήσεις θα έκαναν εν πάση περιπτώσει για λόγους εμπορικής στρατηγικής και λόγω απαιτήσεων που συνδέονται με τη διανομή του προϊόντος.
Η άποψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τα πραγματικά περιστατικά. Όπως θα δούμε αμέσως, για να αποδειχθεί ότι η επίδικη διάταξη δικαιολογείται σύμφωνα με το άρθρο 36, η καθής η προσφυγή κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να φανερώσει τη μεγάλη έκταση των υποχρεώσεων που βαρύνουν τον υπεύθυνο της διάθεσης των εν λόγω προϊόντων στο εμπόριο. Απ' αυτό συνάγεται ότι ο υπεύθυνος αυτός θα πρέπει να αμείβεται ανάλογα αν είναι δε έτσι, τα έξοδα που συνεπάγεται η Θέση του τελικά αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στις εισαγωγές, τουλάχιστον «για τις μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις» (απόφαση της 2. 3. 1983, σκέψη 7). Από νομική άποψη, αυτό αποτελεί μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς, το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, απαγορεύεται όχι μόνο από το άρθρο 30, αλλά επίσης και από την οδηγία 70/50 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1969 (GU L 13, 1970, σ. 29). Μεταξύ των μέτρων αυτών περιλαμβάνονται — σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο g — τα μέτρα που «εξαρτούν την είσοδο των εισαγόμενων προϊόντων στην εθνική αγορά υπό την προϋπόθεση να υπάρχει ένας υπεύθυνος ή ένας αντιπρόσωπος στο έδαφος του κράτους μέλους εισαγωγής».
4.
Ας περάσουμε στο άρθρο 36. Δεδομένου ότι τα συστήματα ελέγχου των φαρμακευτικών προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο δεν είναι εναρμονισμένα, η γερμανική κυβέρνηση επικαλείται το άρθρο αυτό για τέσσερις λόγους. Η παρουσία ενός προσώπου, που εκπροσωπεί την επιχείρηση στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, είναι — ισχυρίζεται — απαραίτητη για την προστασία της υγείας επειδή: α) δίνει στα αρμόδια όργανα τη δυνατότητα να συλλέξουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να εκτιμήσουν το προϊόν πριν διατεθεί στο εμπόριο· 6) επιτρέπει να υποβληθεί το προϊόν σε νέες αναλύσεις και, όταν αποδειχθεί ότι είναι επιβλαβές, να διαταχθεί η άμεση απόσυρση του από την κυκλοφορία· γ) διευκολύνει τις αγωγές αποζημίωσης για ζημίες που προξενήθηκαν από τα επιβλαβή φαρμακευτικά προϊόντα' δ) εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των ποινικών διαδικασιών σε περίπτωση παραβίασης της ρύθμισης.
Συγκρίνοντας την παρούσα διαδικασία με την υπόθεση 155/82, αναφέρθηκα ήδη στο μεγάλο βαθμό εναρμόνισης που έχει επιτευχθεί στον εν λόγω τομέα και θα επανέλθω στη συνέχεια. Εδώ περιορίζομαι στην παρατήρηση ότι, όσο και αν οι εθνικές έννομες τάξεις παραμένουν διαφορετικές, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 μόνο τα εθνικά μέτρα που είναι απόλυτα αναγκαία για την προστασία της υγείας, εφόσον δεν υπάρχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις που παραβλάπτουν λιγότερο τις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές και οι οποίες δεν συνεπάγονται αυθαίρετες διακρίσεις ή συγκαλυμμένους περιορισμούς στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Ο κανόνας όμως ο οποίος επιβάλλει την εγκατάσταση αντιπρόσωπου στο γερμανικό έδαφος, έχει δυσμενείς συνέπειες μόνο για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις δημιουργώντας δυσμενή διάκριση σε βάρος τους σε σχέση με τις εθνικές επιχειρήσεις. Όσον αφορά το ζήτημα αν ο κανόνας αυτός είναι απαραίτητος και αν υπάρχει αδυναμία να θεσπιστούν άλλα μέτρα που επιτρέπουν να επιτευχθούν οι ίδιοι στόχοι με λιγότερο περιοριστικά μέσα πρέπει να διατυπώσω τις ακόλουθες σκέψεις:
Επί νου πρώτου ισχυρισμού. Ειπώθηκε ότι η προϋπόθεση που θέτει ο πρώτος κανόνας είναι αναγκαίο να πληρούται πριν κυκλοφορήσει το προϊόν, επειδή η άμεση επαφή που δημιουργείται βάσει του κανόνα αυτού μεταξύ των εθνικών αρχών και του αντιπρόσωπου της επιχείρησης, διευκολύνει τη συλλογή στοιχείων, βάσει των οποίων οι εν λόγω αρχές μπορούν να κρίνουν αν είναι σκόπιμο να επιτρέψουν την πώληση. Το επιχείρημα αυτό θα ευσταθούσε αν, ακριβώς ως προς το σημείο αυτό, η κοινοτική ρύθμιση δεν περιείχε πρόβλεψη μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 65/65 του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965 (ΕΕ, ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25), αυτός που επιθυμεί να του χορηγηθεί η άδεια πρέπει να παράσχει στα αρμόδια κρατικά όργανα πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση του προϊόντος, τον τρόπο παρασκευής του, τις θεραπευτικές του ιδιότητες, τις αντενδείξεις, τη δοσολογία, τις μεθόδους ελέγχου που χρησιμοποιούνται από τον παραγωγό και τα αποτελέσματα των δοκιμών (φυσικοχημικής, βιολογικής, φαρμακολογικής, τοξικολογικής και κλινικής φύσεως), στις οποίες πρέπει να υποβληθούν τα φάρμακα.
Επιπλέον, δυνάμει μεταγενέστερης οδηγίας (75/318 της 20. 5. 1975, ΕΕ, ειδ. έκδ. 13/003, σ. 54), τα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο παρασκευής πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον «αναφορά των διαφόρων σταδίων της παραγωγής που επιτρέπει να εκτιμηθεί αν οι μέθοδοι που έχουν χρησιμοποιηθεί για τη φαρμακοτεχνική διαμόρφωση, είναι δυνατό να έχουν προκαλέσει αλλοίωση των συστατικών» (παράρτημα, πρώτο μέρος, υπό Β). Δεν μπορώ να διανοηθώ τι χρειάζονται ακόμη οι εθνικές αρχές για να αποφασίσουν αν μπορεί να χορηγηθεί η άδεια. Αν υποτεθεί, εξάλλου, ότι υπάρχει μια τέτοια ανάγκη, τίποτε δεν εμποδίζει να την ικανοποιήσουν απευθυνόμενες στον αιτούντα: αυτός συνήθως είναι ο παραγωγός του φαρμάκου και συνεπώς είναι το πρόσωπο που γνωρίζει καλύτερα τις ιδιότητες του. Από την άποψη αυτή, δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν υπάρχει υπεύθυνος για τη διάθεση στο εμπόριο που να είναι εγκατεστημένος στη Γερμανία.
Επί τον δεύτερου ισχυρισμού. Αναφέρεται ακόμη ότι η ύπαρξη του υπεύθυνου αυτού είναι επίσης αναγκαία και μετά από την έγκριση κυκλοφορίας του προϊόντος στην αγορά: παραδείγματος χάρη, όταν τα αρμόδια όργανα κρίνουν σκόπιμο να υποβάλουν σε νέες αναλύσεις το εν λόγω προϊόν ή όταν, αφού διαπιστώσουν ότι είναι επικίνδυνο, σκοπεύουν να το αποσύρουν αμέσως από την αγορά. Θα κάνω διάκριση μεταξύ των δύο αυτών ενδεχομένων. Στην πρώτη περίπτωση νομίζω ότι δεν υπάρχουν λόγοι επείγουσας φύσεως ώστε τα εν λόγω όργανα να εμποδίζονται να απευθυνθούν στον αλλοδαπό παραγωγό. Στη δεύτερη περίπτωση, η δυνατότητα να απευθυνθούν σε πρόσωπο που διαμένει στη Γερμανία αναμφίβολα θα διευκόλυνε το έργο τους. Αλλά νομίζω ότι είναι υπερβολικό να θεωρείται ότι το μόνο μέσο για να προστατευθεί η υγεία των καταναλωτών είναι να αποσυρθεί αμέσως από την αγορά το επιβλαβές φάρμακο. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, υπάρχουν άλλα μέσα για να αποφευχθεί η χρήση του φαρμάκου από τους καταναλωτές: παραδείγματος χάρη να ειδοποιηθούν από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως (τύπος, ραδιόφωνο, τηλεόραση).
Επί του τρίτου ισχυρισμού. Υποστηρίζεται ακόμη ότι το πρόσωπο που χρησιμοποίησε επιβλαβές φάρμακο μπορεί ευκολότερα να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά του αντιπρόσωπου της επιχείρησης που έχει την έδρα της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Αυτή καθαυτή η παρατήρηση είναι ορθή, αλλά υπερακοντίζει το σκοπό της. Πράγματι, δεν νομίζω ότι η εξαίρεση από το άρθρο 36 φτάνει μέχρι του να καλύπτει και τα μέτρα, με τα οποία οι καταναλωτές προστατεύονται όχι από τη χρήση των επικίνδυνων φαρμάκων αλλά για το γεγονός ότι τα χρ71σιμοποίησαν. Αντίθετα, άλλα κοινοτικά κείμενα όπως, παραδείγματος χάρη, η σύμβαση των Βρυξελλών για την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ανταποκρίνονται στην απαίτηση, στην οποία αναφέρθηκε με έμφαση η γερμανική κυβέρνηση.
Επί του τέταρτου ισχυρισμού. Τονίζεται τέλος ότι η παρουσία ενός υπεύθυνου στο γερμανικό έδαφος εξασφαλίζει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σχετικά με τις ποινικές διαδικασίες που προβλέπονται σε περίπτωση παράβασης των κανόνων περί προστασίας της υγείας. Και η παρατήρηση αυτή είναι ορθή, αλλά δεν προσφέρεται για το πρόβλημα που μας ενδιαφέρει εδώ, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 2ας Μαρτίου 1983. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε, ότι «τα ζητήματα ποινικής ευθύνης δεν ενδιαφέρουν, από την άποψη του σκοπού του άρθρου 36, παρά μόνο κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κατασταλτικών διατάξεων μπορεί να έχει προληπτικό αποτέλεσμα»· και πρόσθεσε ότι «ακόμη και αν οι ποινικές κυρώσεις είναι ικανές να έχουν προληπτικό αποτέλεσμα στη συμπεριφορά που κολάζουν, το αποτέλεσμα αυτό ούτε εξασφαλίζεται ούτε... ενισχύεται ως προς τον παρασκευαστή άλλου κράτους μέλους, από μόνη την παρουσία στο εθνικό έδαφος προσώπου, το οποίο έχει την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του παρασκευαστή αυτού» (σκέψη 15). Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλίνει σήμερα το Δικαστήριο από τη νομολογία αυτή.
5.
Υπό το φως των παρατηρήσεων που αναπτύχθηκαν μέχρι τώρα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής επί της προσφυγής που άσκησε η Επιτροπή κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με δικόγραφο που κατέθεσε στις 10 Σεπτεμβρίου 1981 :
Επιφυλάσσοντας τη δυνατότητα θέσης σε κυκλοφορία φαρμάκων στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στο γερμανικό έδαφος, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θέσπισε μέτρο που δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 της συνθήκης ΕΟΚ και συνεπώς παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 30 της εν λόγω συνθήκης.
Βάσει του κριτηρίου που εφαρμόζεται σε περίπτωση που ένας από τους διαδίκους ηττάται, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy