ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ.ΣΤΊΣ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην παροῦσα υπόθεση, ἡ Ἐπιτροπή ἐχρησιμοποίησε τό ένδικο μέσο πού προβλέπει τό άρθρο 169, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΟΚ, γιά νά ζητήσει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἡ Ἰρλανδία παρέβη τό άρθρο 30 τῆς ἰδίας συνθήκης, λόγω ὁρισμένων πρωτοβουλιῶν διαφημιστικοί) κυρίως χαρακτῆρος, στίς ὁποίες προέβη γιά νά προωθήσει τήν πώληση Ιρλανδικών προϊόντων. Πρόκειται ἑπομένως κατά κύριο λόγο νά ἐξετασθεί ἄν οἱ πρωτοβουλίες αυτές περιλαμβάνονται στην έννοια των «μέτρων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών».
Σέ ὅ,τι άφορᾶ τά πραγματικά περιστατικά, ἀναφέρω ὅτι, μέ ἐπιστολή τῆς 28ης Μαιου 1979, ἡ Ἐπιτροπή εκίνησε τήν διαδικασία τοῦ ἄρθρου 169, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καλώντας τήν ἰρλανδική κυβέρνηση νά διατυπώσει τίς παρατηρήσεις της ως πρός τό ἄν συμβιβάζεται μέ τό κοινοτικό δίκαιο μιά σειρά μέτρων τά όποια έλαβε στό πλαίσιο τοῦ τριετούς προγράμματος γιά τήν προώθηση τῶν πωλήσεων Ιρλανδικών προϊόντων καί τά ὁποῖα ἀνακοίνωσε τόν Ἰανουάριο 1978. Όπως διευκρινίσθη εἰδικότερα στίς σελίδες 3 καί 4 τῆς επιστολής, τά μέτρα τά όποια κατά τήν Ἐπιτροπή ἐφαίνοντο ὡς ἀντίθετα πρός τό προαναφερθέν άρθρο 30 ήταν τά ἀκόλουθα:
α)
ἡ θέσπιση ενός σήματος ποιότητος «Guaranteed Irish» καί ἡ παροχή τῆς δυνατότητος στους καταναλωτές νά ἀπευθύνονται στό Irish Goods Council — συμβούλιο τό όποιο χρηματοδοτεί καί ἐλέγχει ἡ ἰρλανδική κυβέρνηση — γιά τήν υποβολή ενδεχομένων παραπόνων σχετικά μέ τά προϊόντα πού φέρουν τό ἐν λόγω σήμα·
β)
ἡ σύσταση τῆς «Shoplink-Service» σκοπός τῆς ὁποίας εἶναι ἡ παροχή πληροφοριών πρός καταναλωτές ὡς πρός τά προϊόντα πού παράγονται στήν Ἰρλανδία, μέσω πέντε κέντρων ευρισκομένων στό Δουβλίνο, στό Cork, στό Limerick, στό Waterford καί στό Galway·
γ)
ἡ προώθηση ἀπό τό Irish Goods Council διαφόρων μορφών διαφημίσεως των ιρλανδικών προϊόντων·
δ)
ἡ επιφύλαξη μόνο υπέρ τῶν εθνικών προϊόντων τῶν δυνατοτήτων ἐκθέσεως πού προσφέρει τό Ireland House Trade Centre τοῦ Δουβλίνου, ὀργανισμός πού διαθέτει εξοπλισμένους χώρους μεγαλύτερους ἀπό 2 τετραγωνικά χιλιόμετρα καί διευθύνεται ἀπό τό Irish Goods Council.
Μέ επιστολή τῆς 20ῆς Ἰουλίου 1979, ή ἰρλανδική κυβέρνηση ανεγνώρισε ὅτι τό 1978 υἱοθέτησε ένα τριετές πρόγραμμα γιά τήν προώθηση τῶν πωλήσεων ιρλανδικῶν προϊόντων καί ἐπληροφόρησε τήν Ἐπιτροπή ὅτι ήταν έτοιμη νά επεκτείνει καί στά εἰσαγόμενα κοινοτικά προϊόντα τίς δυνατότητες ἐκθέσεως πού προσέφερε τό Ireland House Trade Centre, καθώς καί τά εὐεργετήματα πού προσέφερε ἡ «Shoplink-Service». Ἐπειδή ὅμως οἱ προτάσεις αυτές παρέμειναν νεκρό γράμμα, ἡ Ἐπιτροπή, μέ αἰτιολογημένη γνώμη τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1981, διεπίστωσε ὅτι οἱ ιρλανδικές ἀρχές δέν ήραν κανένα ἀπό τά ἀνωτέρω μέτρα καί ἐπεβεβαίωσε τήν αἰτίαση πού εἶχε διατυπώσει κατά τῆς Ἰρλανδίας, ὅτι παρέβη δηλαδή τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Στίς 5 Μαΐου 1981, σέ μία συνάντηση μεταξύ υπαλλήλων τῆς Ἐπιτροπῆς καί υπαλλήλων τῆς Ἰρλανδίας, εδόθη ή ευκαιρία στους τελευταίους νά παράσχουν τήν πληροφορία ὅτι ἡ ἰρλανδική κυβέρνηση ἀπεφάσισε νά καταργήσει τόσο τό σύστημα τῆς Shoplink-Service, ὅσο καί τήν δυνατότητα εκθέσεως μέσω τοῦ Ireland House Trade Centre. Ἀντιθέτως, σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς δύο άλλες δέσμες μέτρων, δέν παρεσχέθη καμία νέα διαβεβαίωση ή πληροφορία ἐκ μέρους τῆς ἰρλανδικῆς κυβερνήσεως. Ή Ἐπιτροπή ἀπεφάσισε ἑπομένως, στίς 15 Σεπτεμβρίου 1981, νά ἀσκήσει τήν προσφυγή πού πρόκειται νά εξετάσουμε.
2.
Ό περιορισμός τῶν ἰρλανδικών μέτρων, ὁ όποιος ἀνεκοινώθη στην Ἐπιτροπή στίς 5 Μαΐου 1981, περιώρισε προφανώς τήν σημασία τῆς διαφορᾶς ἐξ άλλου, οἱ διαφημιστικές πρωτοβουλίες δέν φαίνεται νά έπαυσαν, μετά τήν λήξη τοῦ τριετούς προγράμματος 1978-1981. Ἀναφέρεται σχετικώς ὅτι τό Irish Goods Council ἐχρηματοδότησε καί διενήργησε, ἀπό τό 1978 τουλάχιστον, μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία υπέρ τῶν Ιρλανδικών προϊόντων, προτρέποντας τούς έμπόρους να τά διαθέτουν καί τους καταναλωτές νά τά ἀγοράζουν. Ή εκστρατεία διενεργήθη μέσω τοῦ καθημερινοῦ καί περιοδικοί) τύπου, καθώς καί μέσω τῆς τηλεοράσεως καί τοῦ ραδιοφώνου: π.χ. στους Irish Times τῆς 24ης Ἰουνίου 1981 ἐδημοσιεύθη ἡ ἀγγελία «Ζητείτε τά εγγυημένα ἰρλανδικά προϊόντα — βοηθείστε νά ἰσορροπήσει τό ἰσοζύγιο», ἐνῶ ἡ τηλεοπτική καί ραδιοφωνική διαφήμιση ἐχρησιμοποίει τό σύνθημα «Ἀγοράζετε περισσότερα ἰρλανδικά προϊόντα καί δημιουργείτε θέσεις ἐργασίας στην Ἰρλανδία». Παρατηρώ ὅτι ένας ἀπό τους σκοπούς τῆς διαφημιστικής αυτής εκστρατείας ήταν νά υποκαταστήσει τά εἰσαγό-μενα προϊόντα ἀπό ἐθνικά προϊόντα. Αυτό προκύπτει σαφώς ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ ὑπουργοῦ βιομηχανίας Desmond O'Malley, στίς 18 Ἰανουαρίου 1978: μέ τήν ευκαιρία αυτή, ὁ υπουργός ἐτόνισε ἰδίως ὅτι σκοπός τοῦ τριετοῦς προγράμματος τῆς κυβερνήσεως υπέρ τῶν ιρλανδικών προϊόντων ήταν ή «υποκατάσταση τῶν εισαγωγών ἀπό τήν Ιρλανδική παραγωγή μέχρι ποσοστοῦ 3 % τοῦ συνόλου τῶν δαπανών καταναλώσεως, καθώς καί ἀντίστοιχη αύξηση στό σύνολο τῶν δαπανών τῆς βιομηχανίας». Ἀνάλογες ήταν καί οἱ δηλώσεις τοῦ ὑπουργοῦ περιβάλλοντος Raphael Burke, τῆς 9ης Ἀπριλίου 1981, ὁ όποιος ἀνεφέρθη καί πάλι στίς κυβερνητικές πρωτοβουλίες «γιά τήν προώθηση τῆς υποκαταστάσεως τῶν εισαγωγών»· ἀνήγγειλε, εἰδικότερα, ὅτι μιά εἰδική ὁμάδα εργασίας πού ἀπετελεῖτο ἀπό εκπροσώπους τῶν ὀργανώσεων τῶν παραγωγών, τῶν εργαζομένων καί τῆς δημοσίας διοικήσεως καί ἡ ὁποία ήταν επιφορτισμένη «νά εξετάσει τά μέτρα πού θά ἠδύναντο νά ευνοήσουν τήν υποκατάσταση τῶν εἰσαγωγῶν καί τήν αύξηση τοῦ ὄγκου τῶν ἀγορών ἰρλανδικών προϊόντων», κατήρτισε ένα «εντατικό πρόγραμμα», τό όποιο προέβλεπε ἰδίως τήν σύνταξη καταλόγου τῆς ιρλανδικής παραγωγής υλικών κατασκευής. Σύμφωνα, πάντως, μέ τίς διαβεβαιώσεις τῆς ἰρλανδικῆς κυβερνήσεως, ή ὁμάδα αυτή διελύθη τόν Ἰούνιο τοῦ 1981.
Νομίζω, πάντως, ὅτι τά εξακριβωμένα περιστατικά, διαρκοῦς χαρακτῆρος, ἐπί τῶν ὁποίων πρέπει νά στρέψουμε τήν προσοχή μας, στό πλαίσιο τῆς παρούσης υποθέσεως, είναι τά ἀκόλουθα: ἡ ἰρλανδική κυβέρνηση ἐλέγχει καί χρηματοδοτεί σημαντικά τό Irish Goods Council· τό συμβούλιο αυτό ἀναπτύσσει σημαντική δραστηριότητα γιά τήν προώθηση τῶν πωλήσεων τῶν Ιρλανδικών προϊόντων· ἡ ἰρλανδική κυβέρνηση υπεστήριξε τήν προπαγανδιστική αυτή εκστρατεία δι' ὁρισμένων επισήμων θέσεων τίς όποιες έλαβε, καθώς καί διά μιας συνεργασίας τῶν ἁρμοδίων υπουργείων.
3.
Ποιά εἶναι ἡ θέση τοῦ Irish Goods Council στην ἰρλανδική έννομη τάξη; Πρόκειται γιά μία ένωση (ἀκριβέστερα γιά μία «Company limited by guarantee and not having a share capital »), στην ὁποία μετέχει ὁρισμένος ἀριθμός εκπροσώπων εμπορικών ἑταιριών (company managers, company executives, accountants), καί στην ὁποία δύνανται νά γίνουν δεκτά καί άλλα μέλη — άτομα ἡ ἑταιρίες — ἡ ὁποία έχει ὡς κύριους σκοπούς νά προωθεί τήν πώληση Ιρλανδικών προϊόντων καί υπηρεσιών στην Ἰρλανδία, νά συμβάλλει στην βελτίωση τοῦ τεχνικοῦ καί ποιοτικοί) επιπέδου τῶν Ιρλανδικών προϊόντων (καί τῶν σχετικών τρόπων εμφανίσεως, διανομής καί εισαγωγής στην ἀγορά), νά παρέχει εκτεταμένη υπηρεσία πληροφοριών περί τῶν ἰρλανδικῶν προϊόντων καί υπηρεσιών (βλ. Υπόμνημα τῆς ἑνώσεως, άρθρο 2, στοιχεία b, c, d καί e).
Οἱ δεσμοί μεταξύ τῆς ἰρλανδικῆς κυβερνήσεως καί τοῦ Irish Goods Council εἶναι πολύ στενοί. Ἀρκεί νά ἀναφερθεί ὅτι, γιά κάθε τροποποίηση τῆς συστατικής πράξεως καί τοῦ καταστατικοί) (τά όποια καλούνται ἀντιστοίχως «Memorandum» καί «Articles of association»), ἀπαιτείται έγκριση τοῦ ὑπουργοῦ βιομηχανίας — ἐπί ὁρισμένων σημείων κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τόν υπουργό οἰκονομικῶν — (άρθρο 4 τοῦ Memorandum of association)· ὅτι ὅλα τά μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου διορίζονται ἀπό τόν υπουργό βιομηχανίας, ὁ ὁποιος επιλέγει επίσης τόν πρόεδρο (άρθρα 32 καί 44 τῶν «Articles of association»)· ὅτι οἱ λογιστικοί ελεγκτές διορίζονται μέ την έγκριση τοῦ ὑπουργοῦ βιομηχανίας κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τόν υπουργό οικονομικών (άρθρο 60 τῶν «Articles of association») καί ὅτι τό ὕψος τῶν κυβερνητικῶν συνεισφορῶν στόν προϋπολογισμό τοῦ ὀργανισμού ἀντεπροσώπευε κατά τά έτη 1978 έως 1981 ένα ποσοστό κυμαινόμενο μεταξύ τῶν τεσσάρων πέμπτων καί τῶν πέντε έκτων τοῦ συνολικοῦ κεφαλαίου τοῦ συμβουλίου (ὅπως προκύπτει ἀπό την ἀπάντηση τῆς Ιρλανδικῆς κυβερνήσεως στά ερωτήματα τοῦ Δικαστηρίου, ιδίως δέ ἀπό τόν πίνακα πού εμφαίνει τήν κυβερνητική χρηματοδότηση παραπλεύρως τῶν συνεισφορών τῶν βιομηχανιών).
Λαμβανομένων ὑπ'ὄψη τῶν στοιχείων αυτών, νομίζω ὅτι τό Irish Goods Council έχει χαρακτήρα ἀνάλογο μέ εκείνον τοῦ δημοσίου ὀργάνου, επιφορτισμένου μέ βοηθητικά καθήκοντα στον οἰκονομικό τομέα ἀκριβέστερα εἶναι ένα όργανο τό όποιο: α) επιδιώκει σκοπούς πού συμπίπτουν ἡ εἶναι παράλληλοι πρός ὁρισμένους ἀπό τους σκοπούς τῆς Ιρλανδικῆς κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀνάπτυξη τῶν εθνικών οἰκονομικῶν δραστηριοτήτων καί β) δύναται νά χρησιμοποιηθεῖ ἡ νά επηρεασθεί ἀπό τήν κυβέρνηση. 'Ωστόσο, αυτό δέν σημαίνει ὅτι τό συμβούλιο επέχει θέση δημοσίας «ἀρχής»: δέν εἶναι κρατικό όργανο, δέν ἀσκεί εξουσία ἐπί τῶν πολιτών, δέν εκδίδει καμία πράξη πού νά έχει δεσμευτικά ἀποτελέσματα ἐπί τῶν ἰδιωτῶν. Ἑπομένως, εἶναι κατά τήν γνώμη μου βέβαιο ὅτι οἱ πρωτοβουλίες τοῦ Irish Goods Council πρέπει νά θεωρηθοῦν ὡς πρωτοβουλίες τῆς Ιρλανδικής κυβερνήσεως, ἐφ' ὅσον Ιδίως εντάσσονται σ' ένα πρόγραμμα τό όποιο ὑποστηρίζει ἀνοικτά ή κυβέρνηση (ὅπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση)· δέν πρέπει ωστόσο νά λησμονείται ὅτι τό συμβούλιο εἶναι ἁπλώς βοηθητικό όργανο τοῦ κράτους καί ὅτι καμία ἀπό τίς πρωτοβουλίες του δέν δύναται νά χαρακτηρισθεῖ ὡς πράξη δημοσίας εξουσίας.
4.
Οἱ σκέψεις πού ἀνεπτύχθησαν ἀνωτέρω ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι ἡ χρηματοδότηση τοῦ Irish Goods Council ἀπό τήν ἰρλανδική κυβέρνηση δέν ἀποτελεί ενέργεια δυναμένη νά εκτιμηθεί αυτοτελώς, ἀπό πλευράς κοινοτικοῦ δικαίου, ἀποτελεί όμως μία ἀπό τίς ἀποδείξεις τῶν δεσμών πού ὑφίστανται μεταξύ τῆς ἐν λόγω κυβερνήσεως καί τοῦ συμβουλίου. Δέν συμμερίζομαι ἑπομένως τήν άποψη πού διετύπωσε ἡ Επιτροπή μέ τήν ἀπάντηση τῆς στά ερωτήματα πού τῆς ἀπηύθυνε τό Δικαστήριο, κατά τήν ὁποία, ἡ χρηματοδότηση, αυτή καθ' ἑαυτή, ἀποτελεῖ μέτρο Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 30. Όπωσδήποτε, ἡ χρηματοδότηση τοῦ Irish Goods Council ἀπό τό δημόσιο δέν παρεμποδίζει τίς εἰσαγωγές ἀπό τά άλλα κράτη μέλη· ὁρισμένες μάλλον πρωτοβουλίες τοῦ συμβουλίου εἶναι εκείνες πού δύνανται νά έχουν ἀρνητικές επιπτώσεις ἐπί τοῦ ενδοκοινοτικοῦ ἐμπορίου, ἡ δέ χρηματοδότηση ἀπό τό δημόσιο εἶναι σημαντικό στοιχείο, όταν εξετάζονται οἱ σχέσεις πού υπάρχουν μεταξύ τῶν ἐν λόγω πρωτοβουλιών καί τῆς Ιρλανδικής κυβερνήσεως.
Μετά τήν διευκρίνιση αυτή, έρχομαι στό κεντρικό πρόβλημα τῆς παρούσης υποθέσεως: κατά πόσον, δηλαδή, μιά διαφημιστική εκστρατεία υπέρ τῶν εθνικών προϊόντων, ἡ ὁποία δύναται νά ἀποδοθεί σέ πρωτοβουλία τῆς κυβερνήσεως ενός κράτους μέλους, εἴτε διότι πραγματοποιείται μέσω ενός ὀργάνου πού χρηματοδοτεί καί ελέγχει, εἴτε διότι υποστηρίζεται ἀπό ὁμιλίες υπουργών καί ἀπό τήν τεχνική συνεργασία τῆς δημοσίας διοικήσεως, δύναται νά ενταχθεί στό πλαίσιο τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν μέτρων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τῶν εισαγωγών (άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ).
Τονίζω εὐθύς έξ ἀρχῆς ὅτι κατά τήν γνώμη μου τό πρόβλημα δέν δύναται νά ἐπιλυθεί βάσει επιχειρημάτων συναγομένων ἀπό τό γράμμα τῶν σχετικῶν διατάξεων, ὅπως αυτά τά ὁποῖα προβάλλει ἡ Ἐπιτροπή καί τά όποια συνάγει ἀπό τήν ὁδηγία της 70/50, τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1969, περί «καταργήσεως τῶν μέτρων ἰσοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τῶν εισαγωγῶν τά όποια δέν ἀναφέρονται σέ άλλες διατάξεις πού έχουν ληφθεί δυνάμει τῆς συνθήκης ΕΟΚ». Σύμφωνα μέ τό άρθρο 2, παράγραφος 2, στό πλαίσιο τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας εμπίπτουν «... τά μέτρα πού εὐνοοῦν τά εθνικά προϊόντα ἡ τους παρέχουν μία προτίμηση, διαφορετική τῆς ενισχύσεως, εἴτε εξαρτᾶται ἀπό προϋποθέσεις εἴτε ὄχι»· μεταξύ δέ αυτών, ἀξίζει νά ἀναφερθοῦν ἰδίως, ὅπως τονίζεται στην παράγραφο 3, στοιχείο κ, τοῦ αὐτοῦ άρθρου, τά μέτρα εκεῖνα πού ἀποτελοῦν εμπόδιο στην ἀγορά εἰσα-γομένων ἀπό ἰδιῶτες προϊόντων ἡ παροτρύνουν στην ἀγορά μόνον εθνικών προϊόντων, ἡ επιβάλλουν τήν ἀγορά αυτή ή τῆς παρέχουν προτίμηση.» Στην δευτέρα αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου τῆς ὁδηγίας ἐπεξηγεῖται σχετικώς ὅτι «ως παρότρυνση νοείται κάθε ἐνέργεια τῶν δημοσίων ἀρχων ἡ ὁποία, χωρίς νά δεσμεύει νομικά τά πρόσωπα πρός τά όποια ἀπευθύνεται, τά ὠθεῖ, ὡστόσο, στό νά εκδηλώσουν μιά ὁρισμένη συμπεριφορά». Πράγματι, έστω καί ἄν ἡ ἀναφερθεῖσα διάταξη τῆς παραγράφου 3, στοιχείο κ, εμφανίζεται ὡς μία μορφή αυθεντικῆς ερμηνείας τῆς εννοίας τῶν μέτρων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πού περιέχεται στό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ (ὡς μία μορφή ἑρμηνείας, δηλαδή, ἡ ὁποία ἔχει γενικές δεσμευτικές συνέπειες), παραμένει ἀμφίβολο κατά πόσο διαφημιστική εκστρατεία τήν ὁποία διενήργησε, στην προκειμένη περίπτωση, ἕνα όργανο συνδεόμενο μέν μέ τήν ιρλανδική κυβέρνηση, ἀλλά στερούμενο της ιδιότητος τῆς δημοσίας ἀρχῆς, δύναται νά χαρακτηρισθεί ὡς παρότρυνση ἐκ μέρους δημοσίας ἀρχῆς, δυναμένη νά καθορίσει τήν συμπεριφορά τῶν προσώπων πρός τά όποια ἀπευθύνεται: ἐνέργεια αὐτοθ τοῦ εἴδους θυμίζει μᾶλλον τήν σύσταση πού απευθύνει ένας δημόσιος ὀργανισμός πρός τίς εξαρτώμενες ἐξ αὐτοῦ υπηρεσίες νά ἀγοράζουν εθνικά μόνο προϊόντα. Πέραν ὅμως αὐτοῦ, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ή Ἐπιτροπή δέν εἶχε εξουσία νά καθορίσει μέ δικούς τῆς κανόνες τήν έννοια τῶν μέτρων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς.
Ή ἐν λόγω ὁδηγία ἐθεσπίσθη ἀπό τήν Ἐπιτροπή βάσει τοῦ ἄρθρου 33, παράγραφος 7, τῆς συνθήκης ΕΟΚ· πράγματι, ἡ διάταξη αυτή ἀναφέρεται τόσο στό πρῶτο εδάφιο τοῦ προοιμίου, ὅσο καί στόν ἴδιο τόν τίτλο τῆς πράξεως (ὅπου τονίζεται ὅτι ἡ «νομοθετική ἀφετηρία τῆς ὁδηγίας εἶναι τό ἄρθρο 33, παράγραφος 7, τῆς συνθήκης»). Ό ἐν λόγω ὅμως κανόνας ὁρίζει ὅτι «ή Ἐπιτροπή καθορίζει μέ ὁδηγίες τήν διαδικασία καί τόν ρυθμό τῆς καταργήσεως τῶν μέτρων ἰσοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοστώσεις πού υφίστανται μεταξύ τῶν κρατών μελών κατά τήν έναρξη τῆς ισχύος τῆς παρούσης συνθήκης». Τό καθήκον, ἑπομένως, πού εἶχε ἀνατεθεῖ στην Ἐπιτροπή συνίσταται στό νά καθορίσει μόνο τήν διαδικασία καί τόν ρυθμό τῆς καταργήσεως τῶν μέτρων ἰσοδυνάμου ἀποτελέσματος. Δέν νομίζω ὅτι αυτό τῆς παρείχε επίσης τήν δυνατότητα νά καθορίσει τήν έκταση της ἐννοίας τῶν «μέτρων» πού ἀναφέρονται στό άρθρο 30.
Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ Ἐπιτροπή παρατηρεί ὅτι, ἐπειδή πρός καθορισμό τοῦ ρυθμοῦ καί τῆς διαδικασίας καταργήσεως τῶν μέτρων, ήταν ἀπαραίτητο νά προσδιορισθεί ἡ έκταση τῶν ὅρων «μέτρα ἰσοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς», σ'αὐτήν ἐναπέκειτο νά θέσει σέ εφαρμογή τό άρθρο 30 καί ἐπ'αὐτοῦ επίσης τοῦ ουσιώδους σημείου. Δέν νομίζω ὅμως ὅτι ένας τέτοιος συλλογισμός δύναται νά γίνει δεκτός. Αλλο πράγμα εἶναι ἡ θέσπιση διαδικαστικῶν κανόνων — τά έννομα ἀποτελέσματα των ὁποίων περιορίζονται στήν μεταβατική περίοδο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 32, παράγραφος 2 — καί άλλο μία παρέμβαση πού αφορά την οὐσιαστική σημασία μιας διατάξεως τόσο περίπλοκης ὅπως εἶναι τό άρθρο 30. Δέν ἀρκεῖ νά ἀντιταχθεί σ' αὐτό, ὅπως πράττει ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι τά κράτη μέλη ουδέποτε προσέβαλαν τήν ὁδηγία τοῦ 1969: πράγματι, ἡ συναίνεση τῶν κρατῶν δέν δύναται νά άρει τόν παράνομο χαρακτήρα μιᾶς πράξεως ἡ ὁποία ἕχει εκδοθεί ἀναρμοδίως. Ἐξ άλλου, μέχρι σήμερα δέν ἀνέκυψε καμία διαφορά πού νά ἀναφέρεται στό ἄν συμβιβάζονται μέ τό άρθρο 30 παρεμβάσεις τοῦ δημοσίου στερούμενες δεσμευτικών ἀποτελεσμάτων. Εχω, επομένως, τήν γνώμη ὅτι ἡ κατεύθυνση πού δίδει ἡ ὁδηγία 70/50 τῆς Ἐπιτροπῆς δέν δύναται νά επηρεάσει τήν επίλυση τοῦ προβλήματος γιά τό ὁποῖο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση ἀποδεικνύει ἁπλώς τήν συνέπεια τῆς Ἐπιτροπῆς στην ερμηνεία τήν ὁποία δίδει στό άρθρο 30.
5.
Τό Δικαστήριό μας εἶχε προσφάτως τήν ευκαιρία νά ἀσχοληθεί μέ τίς επιπτώσεις τῆς διαφημίσεως ἐπί τῶν πωλήσεων εισαγομένων προϊόντων ἀναφέρομαι στην ἀπόφαση τῆς 10ης Ἰουλίου 1980 ἐπί τῆς υποθέσεως 152/78, Ἐπιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας (Racc. 1980, σ. 2229). Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο νά κριθεί ἄν οἱ περιορισμοί πού ἐπεβάλλοντο ἀπό τους εθνικούς κανόνες στίς δυνατότητες διαφημίσεως ὁρισμένων προϊόντων (ἀλκοολοῦχα ποτά), ἄν καί δέν επηρεάζουν κατά τρόπο άμεσο τίς εἰσαγωγές, ἠδύναντο, ὡστόσο, νά περιορίσουν τόν ὄγκο τους, κατά τό μέρος πού παρεμπόδιζαν τήν πώληση εἰσαγομένων προϊόντων. Τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι εσωτερική νομοθεσία αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἠδύνατο νά ἀποτελέσει μέτρο Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ (βλ. σκέψεις 11 μέχρι 14).Πρέπει πάντως νά υπογραμμισθεί ὅτι τά μέτρα πού ἐξήτασε τό Δικαστήριο, ἄν καί είχαν σχέση μέ τήν διαφήμιση, ήταν υποχρεωτικοῦ χαρακτῆρος: συνίσταντο, δηλαδή, σέ νομοθετικές διατάξεις πού περιώριζαν τήν διαφήμιση ὁρισμένων προϊόντων. Ή ἀναφερθείσα ἀπόφαση εντάσσεται, επομένως, στην σειρά τῶν ἀποφάσεων εκείνων οἱ όποιες χαρακτηρίζουν ως μέτρα ἰσοδυνάμου ἀποτελέσματος ὁρισμένες μορφές παρεμβάσεως τοῦ δημοσίου πού έχουν δεσμευτικά ἀποτελέσματα.
Ή Ἐπιτροπή, ἐπισημαίνουσα ὅτι ἡ ἐν λόγω ἀπόφαση ἀναγνωρίζει τήν επιρροή τῆς διαφημίσεως ἐπί τοῦ ὄγκου των εισαγωγών, ήθελε νά συναγάγει ὅτι, ὅταν ένα κράτος ενθαρρύνει διαφημιστικές πρωτοβουλίες υπέρ τῶν εθνικών προϊόντων, παραβαίνει μέ τήν ἐνέργειά του αυτή τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Τό επιχείρημα ὅμως αυτό τό βρίσκω ἀσθενές. Τό νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ διαφήμιση δύναται νά επηρεάσει τήν κατανάλωση καί κατά συνέπεια τίς εἰσαγωγές Ισοδυναμεί μέ τήν διατύπωση ἑνός στοιχειώδους οἰκονομικοῦ κανόνες, δέν ἀποδεικνύει ὅμως ὅτι ή προώθηση τῶν πωλήσεων εγχωρίων προϊόντων μέσω διαφημιστικών εκστρατειών πού χρηματοδοτοῦνται ἀπό τό δημόσιο ταμείο εμπίπτει αυτομάτως στην έννοια τῶν μέτρων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς τοῦ άρθρου 30. Ἐξακολουθώ επομένως νά πιστεύω ὅτι ἡ ἀναφερθείσα ἀπόφαση τῆς 10ης Ἰουλίου 1980 δέν ἀρκεῖ γιά νά στηρίξει μία ερμηνεία τῆς ἀμφισβητούμενης εννοίας, ἡ ὁποία εκτείνεται καί στίς διαφημιστικές πρωτοβουλίες, ὅπως αὐτή γιά τήν ὁποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση.
6.
Κατά τήν υπεράσπιση τῆς Ιρλανδικής κυβερνήσεως, τά «μέτρα» πού ἀναφέρονται στό άρθρο 30 εἶναι ἀποκλειστικώς πράξεις τῶν δημοσίων άρχων πού στεροῦνται δεσμευτικών συνεπειών. Πρός στήριξη τῆς θέσεως αὐτῆς, γίνεται επίκληση τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου μας· ειδικότερα, ή ἀπόφαση τῆς 11ης Ἰουλίου 1974 ἐπί τῆς υποθέσεως 8/74, Dassonville (Racc. 1974, σ. 837), σύμφωνα μέ την ὁποία ως μέτρο ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς πρέπει νά θεωρηθεί «κάθε εμπορική ρύθμιση τῶν κρατών μελών πού δύναται νά επηρεάσει άμεσα ἤ έμμεσα, πραγματικά ἤ δυνητικά, τό ενδοκοινοτικό εμπόριο» (σκέψη 5). Τό Δικαστήριό μας ἀπεφάνθη κατά την αύτη έννοια μέ τίς ἀποφάσεις τῆς 8ης Ἰουλίου 1975 ἐπί τῆς υποθέσεως 4/75, Rewe-Zentralfinanz (Racc. 1975, σ. 843) καί τῆς 20ης Μαΐου 1976 ἐπί της υποθέσεως 104/75, De Peijper (Racc. 1976, σ. 613): στην πρώτη, ἐθεώρησε ως μέτρα ισοδυνάμου ἀποτελέσματος τους εθνικούς κανόνες πού επέβαλαν φυτοϋγειο-νομικούς ἐλέγχους στά σύνορα γιά τά εἰσα-γόμενα φυτικά προϊόντα, στην δέ δεύτερη ἐθεώρησε ὡς ἀντιθέτους πρός τό άρθρο 30 τους εθνικούς κανόνες καί πρακτικές πού έχουν ὡς ἀποτέλεσμα νά διοχετεύουν τίς εισαγωγές πρός ὁρισμένους επιχειρηματίες, στους ὁποίους παρείχαν άδεια, ἐνῶ σέ άλλους τίς ἀπαγόρευαν. Είναι σημαντικό ὅτι ἡ ἀπόφαση De Peijper έθεσε στό ἴδιο ἐπίπεδο τά νομοθετικά μέτρα καί τίς διοικητικές πρακτικές: καί στίς δυό περιπτώσεις πρόκειται γιά παρεμβάσεις τῶν άρχων πού έχουν δεσμευτικά ἀποτελέσματα, γεγονός πού δικαιολογεί την εξομοίωση τους ἐν ὄψει τῆς ὑποθέσεως γιά την οποία επρόκειτο στην ἀπόφαση εκείνη.
Κατά την υπεράσπιση τῆς Ιρλανδικῆς κυβερνήσεως, ἀπό τήν κατεύθυνση αυτή της νομολογίας πρέπει νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι ἁπλές διαφημιστικές πρωτοβουλίες, χωρίς δεσμευτικά ἀποτελέσματα, δέν εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογῆς τοῦ άρθρου 30. Πιστεύω, πάντως, ὅτι δέν πρέπει νά περιορισθεί κανείς στην διαπίστωση ὅτι τό Δικαστήριο δέν εἶχε μέχρι σήμερα τήν ευκαιρία νά ἀσχοληθεί μέ τό πρόβλημα των διαφημιστικῶν πρωτοβουλιῶν τῶν κρατῶν μελών πού ἀποβλέπουν στην ἐνίσχυση τῶν εθνικών προϊόντων. Είναι πράγματι ἀληθές ὅτι οἱ περιπτώσεις στίς όποιες ἡ νομολογία σας διεκρίβωσε τήν ύπαρξη μέτρων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος, βάσει τοῦ άρθρου 30, ὅλες ἀφορούσαν νομοθετικά ἡ διοικητικά μέτρα, τά όποια εἶχαν κάποιας μορφῆς δεσμευτικό ἀποτέλεσμα· εἶναι ὅμως επίσης ἀληθές ὅτι τό Δικαστήριο μας δέν έχει μέχρι σήμερα κρίνει ἐπί τῆς δυνατότητος εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 30 στίς κρατικές πρωτοβουλίες πού στερούνται δεσμευτικού χαρακτῆρος. Τό πρόβλημα ἑπομένως παραμένει.
Κατά τήν γνώμη μου, τό πρόβλημα αυτό πρέπει νά λυθεί λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τριών στοιχείων: πρώτον, ἡ ἀντιστοιχία μεταξύ ποσοτικών περιορισμών καί τῶν ἀναφερομένων στά άρθρα 30 καί 34 μέτρων πρέπει νά προσδιορίζεται λαμβανομένου σταθερώς ὑπ' ὄψη ὅτι τά δεύτερα, ὅπως καί οἱ πρώτες, πρέπει νά συνιστούν πράξεις τῶν δημοσίων άρχῶν, ἐνεργουσῶν κατά τήν άσκηση τῶν ἀρμοδιοτήτων τους (στά Ιταλικά τίς λέμε «Provvedimenti»). Κατά τήν γνώμη μου, ἡ εὐρύτης πού έδωσε τό Δικαστήριο στην έννοια τῶν μέτρων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος — δεχθέν ὅτι ἡ επίδραση τους ἐπί τοῦ εμπορίου δύναται νά είναι άμεση ἡ έμμεση, πραγματική ἡ δυνητική — δικαιολογείται ἐφ' ὅσον τά μέτρα εντάσσονται στόν τομέα τῶν πράξεων τῶν ἀρχῶν: νόμοι, διοικητικά μέτρα, διοικητικές πρακτικές. Ἀντιθέτως, θά ἀπεμακρύ-νετο κανείς πολύ ἄν, περιλαμβάνοντας στην έννοια τῶν «μέτρων» καί τίς πρωτοβουλίες πού ἀναλαμβάνονται σέ επίπεδο διαφορετικό εκείνου τῆς ασκήσεως δημοσίας εξουσίας, προσετίθετο καί ὁ έμμεσος σύνδεσμός τους μέ τό κράτος στόν δυνητικό καί έμμεσο χαρακτήρα τῆς παρακωλύ-σεως τῶν εισαγωγών μέσω μιᾶς διαφημιστικῆς εκστρατείας υπέρ τῶν εθνικών προϊόντων.
Δεύτερον, θεωρώ σημαντική την διατύπωση πού χρησιμοποιείται στό ἄρθρο 36 («οἱ διατάξεις τῶν άρθρων 30 μέχρι 34 δέν αντιτίθενται στίς ἀπαγορεύσεις ἤ στους περιορισμούς εισαγωγών, ἐξαγωγών ἤ διαμετακομίσεων πού δικαιολογούνται ἀπό ... κλπ.), δεδομένου ὅτι, ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ κανών αυτός, σέ συνδυασμό μέ τά άρθρα 30 καί 34, ὁρίζει ένα χῶρο εντός τοῦ ὁποίου εἶναι νόμιμοι ὁρισμένοι ποσοτικοῦ περιορισμοί καί ὁρισμένα μέτρα Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος. Καί οἱ μέν καί τά δέ νοούνται σιωπηρώς ἀπό την φράση «ἀπαγορεύσεις ἡ περιορισμοί», ἡ ὁποία δέν δύναται νά διευρυνθεί ώστε νά περιλάβει καί τίς ενέργειες παροτρύνσεως.
Τρίτον, νομίζω ὅτι ἡ συστηματική διάταξη τῆς συνθήκης, ἡ ὁποία διαχωρίζει τους κανόνες πού ἀφορούν τήν ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων ἀπό τους κανόνες περί ἀνταγωνισμού, έθεσε σέ δύο διαφορετικά επίπεδα τους φραγμούς ἡ τά εμπόδια στό ενδοκοινοτικό εμπόριο πού τίθενται διά μέτρων τῶν κρατικών ἀρχῶν καί τίς ενέργειες οἱ όποιες δύνανται νά περιορίσουν ἡ νά νοθεύσουν τόν ἀνταγωνισμό καί στίς όποιες δύνανται νά προβούν ὄχι μόνο οἱ επιχειρήσεις, ἀλλά καί τά κράτη, ὑπό μορφή ενισχύσεων. Στην παρούσα υπόθεση, νομίζω ὅτι εἶναι σαφές ὅτι ἡ φύση τῆς επιδίκου πρωτοβουλίας δέν εἶναι τόσο ή τοῦ φραγμού ἡ τοῦ εμποδίου πού θέτει στό εμπόριο ἡ δημοσία ἀρχή, άλλά μᾶλλον ή τῆς κρατικής ενισχύσεως πρός τους εγχώριους παραγωγούς γιά νά τους ευνοήσει στόν ἀνταγωνισμό τους μέ τους ἀλλοδαπούς παραγωγούς. Ὑπ' αυτό ἑπομένως τό πρίσμα, τό ερώτημα ἀπαιτεί ὁρισμένες συμπληρωματικές σκέψεις.
7.
Γνωρίζομε ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 92, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, «ενισχύσεις πού χορηγούνται ὑπό ὁποιαδήποτε μορφή ἀπό τά κράτη ἡ μέ κρατικούς πόρους καί πού νοθεύουν ἡ ἀπειλούν νά νοθεύσουν τόν ἀνταγωνισμό διά τῆς ευνοϊκής μεταχειρίσεως ὁρισμένων επιχειρήσεων ἡ ὁρισμένων κλάδων παραγωγής είναι ἀσυμβίβαστες μέ τήν κοινή ἀγορά, κατά τό μέτρο πού επηρεάζουν τίς μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές». Ή διάταξη αυτή έχει συχνά ἑρμηνευθεί κατά τρόπον ώστε ἡ ἀναφορά σέ «ὁρισμένες επιχειρήσεις ἡ ὁρισμένους κλάδους παραγωγής» νά ἕχει μία αυστηρώς περιορισμένη έννοια: μέ άλλα λόγια, ὡς ἐάν οἱ μόνες κρατικές ενισχύσεις πού κρίνονται ἀσυμβίβαστες πρός τήν κοινή ἀγορά νά ήταν ἐκείνες πού έχουν κλαδικό χαρακτήρα. Πιστεύω, ὅμως, ὅτι ή ἑρμηνεία αυτή εἶναι εσφαλμένη. Ἀρκεί νά παρατηρηθεί ὅτι, μεταξύ τῶν κατηγοριών ενισχύσεων πού έχουν κριθεί ὅτι συμβιβάζονται ἡ δύνανται νά θεωρηθούν ὅτι συμβιβάζονται μέ τήν κοινή ἀγορά (παράγραφοι 2 καί 3 τοῦ ἀναφερθέντος ἄρθρου 92), ὁρισμένες έχουν ένα ὁπωσδήποτε μή κλαδικό χαρακτήρα (ὅπως οἱ ενισχύσεις που προορίζονται νά επανορθώσουν ζημίες πού προεκλήθησαν ἀπό θεομηνίες ἡ εκείνες πού έχουν σκοπό τήν άρση μιᾶς σοβαρής διαταραχής τῆς οικονομίας κράτους μέλους). Δέν βλέπω γιατί θά ήταν ἀναγκαίο νά ἀναφερθούν τέτοιες ενισχύσεις, ἄν ὁ γενικός κανόνας τοῦ ἀσυμβιβάστου πού περιέχεται στην παράγραφο 1 τοῦ ἐν λόγω άρθρου ἀφοροῦσε μόνον τίς κλαδικές ενισχύσεις. Ἐν πάση περιπτώσει, πέραν τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 92, νομίζω ὅτι εἶναι εντελώς δικαιολογημένο νά γίνεται λόγος γιά μιά γενική ἀρχή ἀπαγορεύσεως τῶν κρατικών ἐνισχύσεων πρός τήν εθνική παραγωγή, γιά νά ἀποφευχθεί ἡ ἀσυνέπεια νά θεωροῦνται ἀπαγορευμένες οἱ κλαδικές ενισχύσεις καί νόμιμες οἱ ενισχύσεις ἑνός ευρύτερου χαρακτῆρος. Υπενθυμίζω, τέλος, τά ὅσα τό Δικαστήριο ἐτόνισε στίς σκέψεις τῆς ἀποφάσεως τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1969 ἐπί τῶν συνεκδιακασθεισῶν υποθέσεων 6 καί 11/69 (Ἐπιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας (Racc. 1969, σ. 523): «μέ τό άρθρο 92, τά κράτη μέλη συνεφώνησαν ὅτι είναι ἀσυμβίβαστες πρός τήν κοινή ἀγορά ὅλες οἱ ενισχύσεις πού χορηγοῦνται ἀπ' αυτά, ὑπό ὁποιαδήποτε μορφή, καί οἱ ὁποίες νοθεύουν ἡ ἀπειλοῦν να νοθεύσουν τόν ἀνταγωνισμό» (σκέψη 18/19: ἡ υπόθεση εκείνη ἀφοροῦσε ἕναν προτιμησιακό προεξοφλητικό τόκο γιά εξαγωγές, ὁ ὁποιος παρείχετο ἀπό ἕνα κράτος υπέρ των εγχωρίων μόνον προϊόντων καί τό Δικαστήριο τόν ἐχαρακτήρισε ως ενίσχυση κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 92).
Στην παροῦσα υπόθεση, ἡ διαφημιστική εκστρατεία τήν ὁποία ἐσχεδίασε καί ἐχρηματοδότησε ἡ ιρλανδική κυβέρνηση ἀποτελεί ὁπωσδήποτε, κατά τήν γνώμη μου, μορφή ἐνισχύσεως, ἡ ὁποία πρέπει νά εκτιμηθεί βάσει τοῦ ἄρθρου 92 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, ἡ εκστρατεία αυτή υποκαθιστά τίς διαφημιστικές πρωτοβουλίες, τίς ὀποιες ἠδύναντο νομίμως νά ἀναλάβουν οἱ διάφοροι ιρλανδοί παραγωγοί (ή οἱ πράγματοι ἀνεξάρτητες ἀπό τήν κυβέρνηση ἑνώσεις παραγωγῶν), προφανώς δέ μειώνει τό κόστος τῶν ιρλανδικών προϊόντων — νοθεύοντας έτσι τόν ἀνταγωνισμό στην κοινή ἀγορά — κατά τό μέρος πού τήν επιβάρυνση τῶν εξόδων διαφημίσεως έχει ἀναλάβει ένας ὀργανισμός στενά συνδεδεμένος μέ τό κράτος.
Μέ τήν ἀπάντηση τῆς στά ερωτήματα τοῦ Δικαστηρίου, ἡ Ἐπιτροπή ἐπέμεινε ὅτι ή χρηματοδότηση τοῦ Irish Goods Concil ἀπό τήν ιρλανδική κυβέρνηση δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς ἐνίσχυση κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 92. Τυπικώς, αυτό εἶναι ἀκριβές, διότι τό Council δέν εἶναι επιχείρηση πού επωφελείται ἀπό κρατική ενίσχυση, άλλά ένωση ἰδιόμορφης φύσεως, τήν ὁποία προσεπάθησα ἀνωτέρω νά διευκρινίσω. Τό ἀποφασιστικό στοιχείο ὅμως εἶναι ὅτι τό σύνολο τῶν διαφημιστικών πρωτοβουλιών τοῦ Council συνιστά μορφή ενισχύσεως, ἄν ἀληθεύει, ὅπως πιστεύω, ὅτι ὁ ἐν λόγω ὀργανισμός πηγάζει ἀπό τήν ἰρλανδική κυβέρνηση (ή, τουλάχιστον, κατά τό μέρος πού χρηματοδοτείται ἀπό τό δημόσιο ταμεῖο).
8.
Ή ἄποψη πού ἀποδέχομαι έχει ὡς συνέπεια ὅτι στην προκειμένη περίπτωση ή Ἐπιτροπή ὤφειλε νά ἀκολουθήσει τήν διαδικασία πού προβλέπει τό ἄρθρο 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Προετίμησε νά χρησιμοποιήσει τό ἄρθρο 169, προσάψασα στην Ἰρλανδική Δημοκρατία ὅτι παρέβη τό ἄρθρο 30: νομίζω ὅμως, γιά τους λόγους πού εξέθεσα ἀνωτέρω, ὅτι δέν υφίσταται τέτοια παράβαση. Προτείνω, επομένως, νά ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή καί νά καταδικασθεί ἡ Ἐπιτροπή στά δικαστικά έξοδα στα όποια υπεβλήθη ἡ καθ' ἧς.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy